Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Το χρυσό ψαράκι ( για την απληστία)




(Κουκλοθεατρική διασκευή από παραδοσιακό παραμύθι)

Πρόσωπα: Ψαράς, Γριά, Ψαράκι
                  
                  
(Είναι βολικό να χωριστεί η σκηνή στα δυο, από τη μια η θάλασσα, που παραμένει σταθερή,  και από την άλλη τα κάθε φορά σπίτια)

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
(Θάλασσα. Ο γέρος ψαράς σ’ ένα βράχο καθισμένος ψαρεύει και μονολογεί)
ΨΑΡΑΣ: Μπα, ούτε σήμερα έπιασα τίποτε. Από το πρωί είμαι εδώ και παλεύω αλλά, τίποτε, ούτε λέπι. Και ποιος ακούει τη γριά μου… Ωχ, θα αρχίσει τη γκρίνια πάλι και ποιος την ακούει. Θα μου πάρει το κεφάλι. Θα ρίξω μια τελευταία φορά το δόλωμα και θα φύγω. (ρίχνει και κάτι κουνιέται) Ωπα! Τι είναι αυτό; Ευτυχώς, άλλαξε η τύχη μου! Ένα ψάρι!
ΨΑΡΙ: Αχ καλέ μου ψαρά
Ρίξε με πίσω στα νερά…
ΨΑΡΑΣ: Α, μάλλον με χτύπησε ο ήλιος στο κεφάλι και έχω παραισθήσεις. Ακούω το ψάρι να μιλάει. Αστεία πράματα. Ας τα μαζέψω να φύγω  γρήγορα.
ΨΑΡΙ: Ε, καλέ μου ψαρά
Ρίξε με πίσω στα νερά
Είμαι ψάρι μαγικό
Και θερμά παρακαλώ
Τη ζωή αν μου χαρίσεις
Θάχεις ό,τι μου ζητήσεις.
ΨΑΡΑΣ: Μα… τι να πω… Ένα ψάρι που μιλάει… Τάχω χαμένα… Τι να κάνω; Αν σε αφήσω θα πάω στη γριά μου με άδεια χέρια και θα μου πάρει το κεφάλι με τη γκρίνια της. Και μάλλον δεν θα έχουμε τι να φάμε. Αλλά πάλι, σε λυπάμαι, δεν μπορώ έτσι που με παρακαλάς… Ουφ, άντε, πήγαινε στο καλό. Δε θέλω να μου δώσεις αντάλλαγμα. Να ζήσεις μόνο θέλω. Άντε.
ΨΑΡΙ: Σ’ ευχαριστώ θερμά
Σ’ ευχαριστώ καλέ ψαρά

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(φτωχόσπιτο, άθλιο. Η γριά με μια σκούπα. Μια σκουριασμένη τρύπια σκάφη.
ΓΡΙΑ: Μπα, ήρθες; Πρόκοψες νάρθεις επιτέλους; Μεσημέριασε. Άντε, δώσε γρήγορα τα ψάρια να τα ψήσω.
ΨΑΡΑΣ: Ε…χμ… ξέρεις γριά, δεν έπιασα τίποτε..
ΓΡΙΑ: Τιιι;;; Τι έκανες όλη μέρα; Μπεκρόπινες στο καφενείο; Εγώ σκοτώνομαι εδώ στη δουλειά και εσύ μπεκρουλιάζεις;
ΨΑΡΑΣ: Μα, όχι, στάσου να σου εξηγήσω. Ψάρευα όλη μέρα..
ΓΡΙΑ: Α, ναι; Και τότε πού είναι τα ψάρια; Ε;
ΨΑΡΑΣ: Ψάρεψα ένα χρυσόψαρο, αλλά…
ΓΡΙΑ: Αλλά τι; Πούντο;
ΨΑΡΑΣ: Με παρακάλεσε να μου δώσει ό,τι του ζητήσω και να το αφήσω να ζήσει.
ΓΡΙΑ: Χα χα! Ώστε άρχισες και τα παραμύθια τώρα ε; Με περνάς για μωρό, να πιστέψω τα χαζά σου ψέματα;
ΨΑΡΑΣ: Αλήθεια σου λέω, έτσι έγινε. Κι εγώ το λυπήθηκα και το άφησα να ζήσει.
ΓΡΙΑ: Σαχλαμάρες! Και τότε γιατί δεν του ζήτησες τίποτε σε αντάλλαγμα αφού σου είπε ότι θα σου δώσει ό,τι θες;
ΨΑΡΑΣ: Ε, καλά, τι να ζητήσω από ένα ψαράκι; Το λυπήθηκα και το άφησα, αυτό είναι όλο.
ΓΡΙΑ: Άκου, αν θες να σε πιστέψω, να πας πίσω στη θάλασσα και να ζητήσεις από το ψάρι ..χμμμ… να , ένα πλυντήριο! Κοίτα πού πλένω. Σε τούτη την τρύπια σκουριασμένη σκάφη. Άντε λοιπόν, τράβα, ζήτα ένα πλυντήριο και θα δούμε αν το ψάρι σου είναι αληθινό ή μου πουλάς παραμύθια. Άντε ,τράβα, φύγε γρήγορα!
ΨΑΡΑΣ: Καλά, καλά, ντε… Πάω… Ωχου…
ΓΡΙΑ: Εδώ είσαι ακόμη; Εξαφανίσου!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Θάλασσα. Ο γέρος πάει στο βράχο)
ΨΑΡΑΣ: Για να δούμε. Θα με ακούσει το ψάρι; Μπορεί και να έχει φύγει μακριά.. Ωχ, και τότε ποιος με σώνει από τη γριά μου. Καλύτερα να μη γυρίσω σπίτι.
Ε, ψαράκι μου μικρό,
Έλα λίγο να σου πω…
ΨΑΡΙ: Για πες μου γέρο,
Τι θέλεις να σου φέρω;
ΨΑΡΑΣ: Ουφ, ευτυχώς, ήρθες! Η γριά μου καλό μου ψαράκι, ζητά ένα πλυντήριο για να πιστέψει ότι είσαι  μαγικό.
ΨΑΡΙ: Εντάξει γέρο
Αυτό που ζήτησες θα φέρω.
ΨΑΡΑΣ: (το ψάρι χάνεται κι αυτός μονολογεί) Έχει γούστο να δώσει πράγματι ένα πλυντήριο. Αν γίνει αυτό, τότε η γριά μου θα χαρεί πολύ και δεν θα ξαναγκρινιάξει. Τρέχω σπίτι να δω τι θα γίνει…

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
(Φτωχοκάλυβο. Ένα πλυντήριο καινούργιο. Η γριά μέσα στην κακομουτσουνιά)
ΨΑΡΑΣ: Ω! Τι βλέπουν τα μάτια μου! Ένα πλυντήριο! Γριά μου τώρα με πιστεύεις ε; Είδες που ήταν πράγματι μαγικό το ψάρι;
ΓΡΙΑ: Και τι νομίζεις; Μονάχα ένα πλυντήριο και τέλειωσε; Βρήκαμε ένα μαγικό ψάρι και θα το αφήσουμε με ένα πλυντήριο μονάχα; Είσαι χαζός;
ΨΑΡΑΣ: Μα, πάλι γκρινιάζεις; Κι εγώ που νόμιζα πως θα είσαι χαρούμενη με το καινούργιο σου πλυντήριο…
ΓΡΙΑ: Μμμ, σιγά τα λάχανα! Ένα πλυντήριο…
ΨΑΡΑΣ: Μα… θα πλένεις τόσο εύκολα πια. Τι άλλο θες;
ΓΡΙΑ: Τι άλλο θέλω;; Τι άλλο θέλω;; Ένα σπίτι! Να τι θέλω! Ένα καινούργιο σπίτι. Η καλύβα μας είναι τρύπια, είναι σαράβαλο. Θέλω ένα καλό, περιποιημένο σπιτάκι.
ΨΑΡΑΣ: Μα… γριά, μήπως είσαι αχάριστη; Ζητήσαμε ένα πράγμα, το ψάρι μας το έδωσε, ε, φτάνει. Ας μην είμαστε άπληστοι.
ΓΡΙΑ: Άσε τα λόγια και τράβα πίσω στη θάλασσα να ζητήσεις από το ψάρι αυτό που σου είπα. Τράβα! Άντε! Ξεκουμπήσου!
ΨΑΡΑΣ: Καλά, καλά, πάω… Ωφου!
ΓΡΙΑ: Δεθα με πεις εσύ εμένα αχάριστη και άπληστη! Αχαΐρευτε, τεμπέλη…

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
(Θάλασσα)
ΨΑΡΑΣ: Πόσο ντρέπομαι. Μα να ξαναζητήσω από το ψαράκι κάτι, αφού μας έκανε ήδη μια χάρη. Ντρέπομαι πολύ, αλλά δεν αντέχω τη γκρίνια της.
Ε,. ψαράκι μου μικρό
Έλα λίγο να σου πω…
ΨΑΡΙ: Για πες μου γέρο
Τι θέλεις να σου φέρω;
ΨΑΡΑΣ: Αχ, όχι εγώ ψαράκι μου, η γριά μου η γκρινιάρα. Δεν της έφτασε το πλυντήριο. Τώρα ζητά και ένα… σπίτι! Συγγνώμη, δε φταίω εγώ..
ΨΑΡΙ: Εντάξει γέρο,
Αυτό που ζήτησες θα φέρω
ΨΑΡΑΣ: (το ψάρι χάνεται κι αυτός μονολογεί) Ε, δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα της κάνει κι αυτή τη χάρη. Μπα, πάει πολύ, δεν το πιστεύω..

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
(Ένα όμορφο σπιτάκι. Η γριά ακόμα κακομούτσουνη τον περιμένει)
ΨΑΡΑΣ: Α!!! Τι βλέπω, τι απίστευτο θέαμα; Ονειρεύομαι;
ΓΡΙΑ: Μ… σιγά το πράμα.. Ένα σπιτάκι και κάτι έγινε..
ΨΑΡΑΣ: Μα… είσαι καλά; Έχουμε ένα καινούργιο σπίτι κι εσύ ακόμα γκρινιάζεις; Δεν μπορώ να καταλάβω. Με τίποτε δε μένεις ευχαριστημένη;
ΓΡΙΑ: Γιατί να μείνω ευχαριστημένη με τα λίγα όταν μπορώ να έχω τα πολλά;
ΨΑΡΑΣ: Άκου γριά, λογικέψου. Ένα σπίτι δεν είναι λίγα. Δεν μας λείπει τίποτε πια. Μην είσαι αχάριστη. Σε παρακαλώ, σκέψου λίγο σοβαρά.
ΓΡΙΑ: Σκέφτομαι, κι αυτό που σκέφτομαι είναι ότι εμένα μου αξίζει μια καλύτερη τύχη. Δεν είμαι εγώ μια απλή γυναικούλα. Εμένα μου αξίζουν παλάτια, μου ταιριάζει να είμαι βασίλισσα…
ΨΑΡΑΣ: Τι είναι αυτά που ακούω θεέ μου; Μα τι λες; Τα μυαλά σου πήραν αέρα και δε σκέφτεσαι πια τίποτα σωστό. Άπληστη, αχόρταγη, αχάριστη! Σταμάτα να ζητάς πριν είναι αργά, γιατί η απληστία τιμωρείται, να ξέρεις.
ΓΡΙΑ: Δε θα μου πεις εσύ εμένα τι να κάνω. Θα πας πίσω στο ψάρι και θα του ζητήσεις να μου δώσει ένα παλάτι και να με κάνει βασίλισσα..
ΨΑΡΑΣ:Όχι, δεν πάω. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν μπορώ να ζητήσω τέτοια παράλογα πράματα..
ΓΡΙΑ: Τι;; Τολμάς και μου μιλάς έτσι; Εσύ που μυαλό κουκούτσι δεν έχεις να καταλάβεις το συμφέρον σου; Εσύ που πας στη θάλασσα και γυρνάς με άδεια χέρια; Εσύ που δεν είσαι ικανός να…
ΨΑΡΑΣ: Καλά, καλά πάω… Σταμάτα! Θεέ μου αυτή η γκρίνια!

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
(Θάλασσα)
ΨΑΡΑΣ: Πόσο ντρέπομαι. Το ψάρι θα θυμώσει και με το δίκιο του. Αλλά τι να κάνω; Δεν αντέχω την γκρίνια της.
Ε ψαράκι μου μικρό,
Έλα λίγο να σου πω
ΨΑΡΙ: Για πες μου γέρο
Τι θέλεις να σου φέρω;
ΨΑΡΑΣ: Αχ, κι αυτή τη φορά, δεν είμαι εγώ που ζητάω κάτι, αλλά η γκρινιάρα η γριά μου. Πώς να στο πω… ζητά...να γίνει βασίλισσα και να έχει ένα παλάτι…
ΨΑΡΙ: Εντάξει γέρο
Αυτό που ζήτησες θα φέρω
(Το ψάρι χάνεται κι ο γέρος μονολογεί)
ΨΑΡΑΣ: Τι θα δουν τα μάτια μου όταν γυρίσω σπίτι; Αχ, πόσο απλή και ήσυχη ήταν η ζωή μας, τι ήθελε όλες αυτές τις αλλαγές η γριά μου;

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ
(Ένα παλάτι και η γριά βασίλισσα, πάντα κακομούτσουνη)
ΨΑΡΑΣ: Ω θεέ μου! Τι είναι αυτό; Γριά; Τι είναι αυτό;
ΓΡΙΑ: Πώς με είπες; Γριά; Αν με ξαναπείς έτσι θα φωνάξω τους φρουρούς να σε πετάξουν έξω από το παλάτι μου. Θα με φωνάζεις μεγαλειοτάτη και θα με προσκυνάς. Τ’ ακούς;
ΨΑΡΑΣ: Α, δεν είσαι καλά, στο λέω. Το παρατράβηξες…
ΓΡΙΑ: Είμαι μια χαρά. Και σε διατάζω να πας στο ψάρι σου
ΨΑΡΑΣ: Τι; Τι είναι πάλι;
ΓΡΙΑ:.. και να του ζητήσεις να με κάνει θεό, να διατάζω τον ήλιο και το  φεγγάρι να βγαίνουν όποτε θέλω.
ΨΑΡΑΣ: Άκου γριά..
ΓΡΙΑ: Μεγαλειοτάτη!
ΨΑΡΑΣ: …η αχαριστία και η απληστία σου ξεπέρασαν τα όρια. Θα τιμωρηθείς, στο λέω. Σύνελθε! Δε βλέπεις ότι απομακρύνεσαι όλο και πιο πολύ από την ευτυχία;
ΓΡΙΑ: Τολμάς να μην υπακούς στη βασίλισσα; Φρουροί!! Πάρτε τον! Στο μπουντρούμι!
ΨΑΡΑΣ: Εγώ θα πάω στο ψάρι. Μα μην πεις ότι δεν σε προειδοποίησα!
ΓΡΙΑ: Εμπρός! Τράβα κάνε ό,τι σε διατάζει η βασίλισσα!

ΣΚΗΝΗ ΕΝΑΤΗ
(θάλασσα)
ΨΑΡΑΣ: Ε, ψαράκι μου μικρό
Έβγα λίγο να σου πω
ΨΑΡΙ: Για πες μου γέρο
Τι θέλεις να σου φέρω;
ΨΑΡΑΣ: Άκου ψαράκι μου, με όλο το θάρρος, θα σου πω τι μου ζήτησε η γριά μου και εσύ κάνε ό,τι νομίζεις. Ζήτησε να γίνει θεός και να διατάζει τον ήλιο και το φεγγάρι να βγαίνουν όποτε θέλει.
ΨΑΡΙ: Εντάξει γέρο
Ό,τι της αξίζει θα της φέρω
ΨΑΡΑΣ: Τώρα ξέρω τι θα γίνει. Το ψάρι είχε ύφος στενοχωρημένο και μάλλον θυμωμένο και με το δίκιο του. Τώρα η γριά μου θα πάρει το μάθημά της πια.

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
(το φτωχοκάλυβο και η παλιά σκάφη. Η γριά κλαψουρίζει)
ΓΡΙΑ: Εχ, γέρο μου! Τι έπαθα! Δεν μου έμεινε τίποτε! Ούτε σπίτια, ούτε παλάτια, ούτε μεγαλεία. Όλα χάθηκαν. Ούτε και το πλυντήριο έμεινε..
ΨΑΡΑΣ:  Μα γριά , δεν κατάφερες να γίνεις ευτυχισμένη με όλα αυτά.. Τότε, τι κλαις; Ας δοκιμάσουμε πάλι με ό,τι είχαμε. Αν είμαστε αγαπημένοι, χωρίς γκρίνια και αχαριστία, θα τα καταφέρουμε να ζήσουμε ήσυχοι κι ευχαριστημένοι. Τι λες;
ΓΡΙΑ: Ναι, ναι έχεις δίκιο γέρο μου! Ήμουν τόσο αχάριστη και άπληστη. Συγχώρεσέ με!
ΨΑΡΑΣ: Έλα, πάμε μέσα. Θα βρούμε λίγο ψωμί να φάμε. Έγιναν τόσα σε μια μέρα. Κουράστηκα πολύ. Πάμε να ηρεμήσουμε.
ΓΡΙΑ: Ναι, πάμε, πάμε γέρο μου…
(φεύγουν αγκαλιασμένοι, ενώ η γριά κλαψουρίζει)