Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ: Έξυπνον Ενύπνιον- Οι ελεγείες του Duino του Ρίλκε



ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

•    Η μεγάλη ποίηση δεν ένιωσε ποτέ την έλλειψη της φιλοσοφίας… Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινιούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου… Η φιλοσοφία θα έφθανε στο όν, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο όν θα έφθανε κι η ποίηση. Η ποίηση θα έφθανε στο όν, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο όν θα έφθανε και η φιλοσοφία. 20-21
•    Πρόκειται για τον καημό εκείνων που δεν τους φθάνει το γνωστό και δεν φθάνουν το άγνωστο. 26

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: 
ΤΟ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΗΘΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΛΕΓΕΙΩΝ ΤΟΥ DUINO

Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

   Εάν την τάξη στη φύση την οικονομεί η μηχανική νομοτέλεια, η αρμονία του ηθικού κόσμου εξαρτιέται από την αποκλειστική προϋπόθεση της ελευθερίας. Η άγνοια ή η συνειδητή ασέβεια του ανθρώπου απέναντι στην ελευθερία απαγορεύει την ηθική αρμονία και καταφάσκει την ιστορική ταραχή. Η ιστορική ταραχή είναι το κάτοπτρο του στείρου και μηδενιστικού πόνου, αντίθετα προς τη δημιουργική και οιστρήλατη οδύνη, που συνοδεύει την ανύψωση του ανθρώπου στον αξιολογικό χώρο της ελευθερίας και της ευδαιμονίας. 46
•    Εάν το «δακρυόεν γελάν» αποτελεί τη βάση της ελληνικής αρετής, που ανυψώνει στην ελληνική ευδαιμονία, ο ιστορικός άνθρωπος στο σύνολό του παρείδε το μυστικό τούτο σημείο, δηλαδή την ανάγκη του μεταπλασμού και όχι της εκρίζωσης του πόνου. Αντί τούτου απέβλεψε στο στείρο και φτωχό του κακέκτυπο, που ορίζει την υπέρβαση του πόνου δια της αποφυγής του. Έτσι επέτυχε να εξασφαλίσει την προσωρινή επιβίωση και τη σωτηρία του, αλλά μόνο σαν καταστάσεις που τις συνοδεύει ο αντιηρωϊκός και ανενθουσίαστος τρόπος…  49
•    Ό,τι η κοινοτική συμβίωση φαίνεται να αποκλείει, γίνεται ίσως δυνατό στο θηριώδη και θεοφόρο περίγυρο της μόνωσης. Το φράγμα της ανθρωπολογικής καταδίκης το διασπούν τα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας. Η ιστορική μαρτυρία αναφέρεται με φειδώ αλλά και με ασφάλεια σε περιπτώσεις που η ανθρώπινη πάλη ενάντια στον πόνο του κόσμου υπήρξε και γνήσια και αποτελεσματική. Τα παραδείγματά της τα εντοπίζει στον άγιο, τον ποιητή και τον ήρωα. Αλλά και οι τρεις τύποι πρέπει αναγκαία να εννοηθούν έξω από τη φλύαρη τριβή της καθημερινότητας. 51
•    …ο γνήσιος ποιητής ατενίζει τον κόσμο με δακρυσμένο βλέμμα. 55

Η ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΤΕΛΟΣ

• (Ο ποιητής) έχει συνειδητοποιήσει με βιωματική οδύνη τη σχετικότητα και το συμβατικό χαρακτήρα όλων όσα αναζητεί και οραματίζεται ο άνθρωπος που δεν τον εγκαταλείπει η απατηλή πεποίθηση για τη λογική του επάρκεια ή η ποικιλόμορφη θρησκευτική του καταφυγή. Περιβλημένος την κυρίαρχη μελαγχολία που ύφαναν οι σωρευτικές απογοητεύσεις στα πεδία των πράξεων-μαχών αποσύρεται και αντικρύσει το νέο κόσμο που άνοιξε η πίκρα της ποιητικής γνώσης. 60
•    Εάν ο κόσμος είναι βαθύς στην οργανική του ενότητα με την πηγή του κακού, στον κόσμο επιβάλλεται όμως με την ίδια πιστότητα η βασιλική κυριαρχία των δυνάμεων του αγαθού. Ευδοκία ευεργετική περιβρέχει τη φύση από τα βάθη ως την επιφάνεια των όντων με το κράτος ενός κυματισμού φωτός. Το άνθισμα της μυγδαλιάς καταλύει αθόρυβα την τυραννία του χειμώνα. Το λίκνο του βρέφους αναιρεί ακαταπόνητα την αθανασία του θανάτου. Η πένθιμη γη μεταμορφώνεται στην πολύχρωμη διαύγεια και τη χαρά του καρπού. Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη γίνονται γλάστρες για το άνθος της ανθρώπινης δικαιοσύνης. 61
•    Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη συγγένειά του με τη φύση, τη μετοχή του στο σώμα του παντός, και εν όψει αυτής της αδήριτης πραγματικότητας αναγνωρίζει και σιωπά. Η ηχητική κίνηση των υδάτων και η σιωπή των δέντρων από την έποψη αυτή αποτελούν μια ανάλογη στάση. 63
•    Η μέριμνα του ποιητή που την ασύνειδη φορά της δεν εξαφανίζει η γνωσιολογική παρεμβολή, είναι αίροντας αυτή την παγερότητα να διεισδύσει στην αυτοτέλεια του κόσμου με τον τρόπο της ενσωμάτωσης και της αφομοίωσης στο βιταλιστικό ρυθμό του παντός, ώστε να καταργηθεί η εχθρική διαφοροποίηση του υποκείμενου προς το αντικείμενο, που είναι η αιτία του φόβου και της ερημίας του ανθρώπου. 66
•    Η ευεργετική προθυμία του ποιητή αναφορικά με τα πάθη της κοινότητας, εάν υπερπηδά και δεν συμμερίζεται την άμεση στοργή του καλού Σαμαρείτη για τις λαβωματιές του πληγωμένου, μάχεται όμως σθεναρά το ίδιο το φαινόμενο της ληστείας. 68
•    Δικαιοσύνη προς τους ανθρώπους σημαίνει ότι πρέπει να είναι κανείς  προηγουμένως δίκαιος με τα δέντρα, τα ζώα, τα βουνά, τη βροχή, τα άστρα. 68
•    Κάτω από την παραπλανητική επιφάνεια του σαρκασμού η άτρεμη φιλοσοφική όραση του Καβάφη ανιχνεύει το μυστικό της πολιτικής ευδαιμονίας – μια ευδαιμονία σκληρή σα λατομείο – στην αυστηρή στάση του πολίτη απέναντι στον εαυτό του πρώτα και στην πολιτεία ύστερα… Πρόκειται για την ενεργητική και δύσκολη πορεία του ανθρώπου προς τα μέσα, η οποία ημπορεί με λίγη κριτική αυθαιρεσία να θεωρηθεί στατικός μόχθος και σφαλερός συντηρητισμός… Αυτή η αγρυπνία ξεχωρίζει τη δειλή αναχώρηση από την τραγική μοναξιά. 71
•     Η μοναξιά του ποιητή ανταμείβεται από τη γενναιοδωρία της φύσης. 72

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ  ΤΩΝ ΕΛΕΓΕΙΩΝ ΤΟΥ DUINO

•    Η κάθε καινούργια τοπική έλξη συνοδεύεται από τη μάταιη ελπίδα να ανευρεθεί ένα ακόμη κομμάτι της διαμελισμένης ψυχικής ολοκληρίας του. 76
•    …φεύγει όχι για να ζήσει νέες περιπέτειες, αλλά για να σβυστεί στον πλούτο της φτώχειας και στη σιωπή της μοναξιάς του. Ό,τι είναι δικό του το νοιώθει σαν ξένο και ό,τι έχασε το κατέχει σαν μόνιμο κτήμα. 90
•    Η αντοχή των κλασσικών έργων στη λιμαρή αδηφαγία του χρόνου (του Κρόνου) οφείλεται σ’ αυτή την ιερή συμμαχία της οποίας ο μοναδικός όρος είναι η υποταγή της βούλησης του ανθρώπου στις διαταγές της βούλησης του κόσμου. 99

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΕΓΕΙΩΝ ΤΟΥ DUINO

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

•    Κατά την αντίληψη του Καντ το ωραίο πηγάζει από τη μορφή των αντικειμένων ενώ το υπέροχο γεννιέται και από την αμορφία…. Με το ωραίο η φαντασία γοητεύεται και παίζει, με το υπέροχο σοβαρεύεται και πεζεύει. Το ωραίο μεταβάλλεται σε τρομερό, όταν ο άνθρωπος επιχειρήσει μέσα σ’ αυτό να συλλάβει την καθολικότητα, γιατί τότε απαιτείται να διαρρήξει την πενιχρή του φύση και να την ευρύνει στον ίλιγγο ενός χαώδους πεδίου. 132
•    Ο άνθρωπος έχει την ελευθερία του εκλέγειν, αλλά όχι και την ελευθερία του μη εκλέγειν, γιατί το μη εκλέγειν είναι ακριβώς το μη εκλέγειν, όπως θα έλεγε ο Σαρτρ. 148

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

•    Ο κόσμος καθ εαυτόν αποτελεί ένα εορταστικό περιβάλλον, αλλά τον άνθρωπο που αποτελεί το μοναδικό λογικό έκθεμά του, τον αντιμετωπίζει με αδιαφορία βυσσοδομική. 150
•    Ο γνωστικός χωρισμός γίνεται νοητός κατά την έννοια ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι προϊόν της παρατηρούσας συνείδησης. Ο άνθρωπος δεν κερδίζει τα πράγματα καθ εαυτά αλλά τις εικόνες των πραγμάτων που σχηματίζει ο ίδιος. Το εγώ αιχμαλωτίζεται από την παρατηρητικότητά του. Ο συναισθηματικός χωρισμός είναι αποτέλεσμα της βαθύτερης ψυχικής αιδοποίησης του ανθρώπου, ότι το περιβάλλον σα γενική και άγρυπνη κοσμική παρουσία είναι τελείως βουβό και δεν αποκρίνεται στα κλητικά μηνύματα και στην παρακλητική αγωνία του ανθρώπου..151
  • Και ποτέ, πουθενά χωρίς δεν. 153
•Της άπειρης συνείδησης και της άπειρης ασυνειδησίας το αμήχανο μεταξύ το αποτελεί ο άνθρωπος, γιατί δεν ανήκει ούτε στη φυσική πολιτεία των πλασμάτων ούτε στην ευλογητή χορεία του αγγέλου. 155
•    Μοίρα του ανθρώπου είναι η πάλη του με τα φαινόμενα του κόσμου, το οποία η συνείδησή του τα μεταμορφώνει σε προβλήματα…158
. Τα πλάσματα δεν έχουν μοίρα γιατί παρότι κατάγονται από το Μηδέν δεν έχουν συνείδηση. Ο άγγελος δεν έχει μοίρα γιατί παρότι έχει συνείδηση δεν κατάγεται από το Μηδέν. Μοίρα έχει ο άνθρωπος γιατί και από το Μηδέν κατάγεται και συνείδηση έχει. 158
•    Οι έλληνες μετρίασαν την πίκρια της γης κατεβάζοντας λίγο τον ουρανό. 160
•    Η λειτουργική μορφή της ελευθερίας είναι η εκλογή. Η σχέση ελευθερίας και εκλογής είναι σχέση δύναμης και ενέργειας. Η πρώτη μορφή εκλογής ετοιμάζει την πτώση του ανθρώπου στην τελματώδη ακινησία των πλασμάτων. Η δεύτερη μορφή της εκλογής ετοιμάζει την ανύψωση του ανθρώπου στην αναιμική αστασία του αγγέλου. Η Τρίτη μορφή της εκλογής είναι η αποχή, δηλαδή η μαχητική παραμονή στην αμηχανία και η δραματική καθήλωση του ανθρώπου στον τόπο της ου-τοπίας. Σύμφωνα με το πνεύμα των ελεγειών το αποτέλεσμα της πρώτης εκλογής είναι η πόλη των αθλιοτήτων, το αποτέλεσμα της δεύτερης εκλογής είναι ο όμιλος των δεξιοτεχνών, ενώ η τρίτη εκλογή θα οδηγήσει τον άνθρωπο στο ενδοσύμπαν, αφού του αποκαλύψει για λίγο το αστρόβλητον Elysium των ηρώων. 161
•    Η ανατροπή του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του μόνο… Η ανατροπή είναι ο νόμος της φύσης και ημπορεί να επισημανθεί σε άπειρον αριθμό παραδειγμάτων. Στο παράδειγμα λ.χ. ενός διψασμένου η ισορροπία ανιχνεύεται στη στιγμιαία φάση, που το νερό περνά το λάρυγγά του. Ισορροπία είναι η αιφνιδιαστική κατάσταση κατά την οποία συγκρούονται η οδυνηρή ζήτηση και η ευφρόσυνη λήψη. Εκείνος που διψά ζητάει να πιει και βασανίζεται, εκείνος που ήπιε, μετανοιώνει που δεν διψά και ανιά. .. Σ αυτή την αστραπιαία στιγμή της συνεύρεσης φεύγει το οδυνηρό της ζήτησης, πριν το προφτάσει το αποκρουστικό του Πόρου και έρχεται το ευφρόσυνο της λήψης πριν να χαθεί το ωραίο της Πενίας. Η ελάχιστη θέση, όπου η αντίθεση μεταμορφώνεται σε σύνθεση, ευρίσκεται ανάμεσα στην πρόθεση της επίθεσης και στη διάθεση της αποσύνθεσης. Ύστερα πια ό,τι είχε κανείς σφοδρά επιθυμήσει μάταια το απεύχεται. 172
•    Το παιδί δεν κατέχει την οντολογική αυτάρκεια, γιατί υποχρεούται να προχωρήσει στην κατάσταση του ενηλίκου. Ο άνθρωπος όμως ημπορεί να κατακτήσει αυτή την αυτάρκεια, αν πετύχει να επιστρέψει στην κατάσταση του παιδιού, γεγονός που ο ποιητής θεωρεί δυνατόν. Ό,τι δεν ημπορεί το παιδί, επειδή γίνεται άνθρωπος, θα το ημπορέσει ο άνθρωπος όταν γίνει παιδί… Η επάνοδος του ανθρώπου στο σύμπαν του παιδιού είναι η είσοδός του στο ενδοσύμπαν. 179-180
•    ΕΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ
ότι ο κόσμος υπάρχει στο βαθμό που δεν υπάρχει, και ότι ζούμε το εντεύθεν όπως ζούσαμε στο εκείθεν. Ότι η φύση ανθίζει το χειμώνα και την άνοιξη φυλορροούν τα δέντρα στο σώμα του Απόλλωνος. Ότι ο θάνατος είναι η ζωή και χρειάζονται τους νεκρούς οι ζωντανοί, όπως η ανάσταση προϋποθέτει τους τάφους. Ότι οι αιθέριοι αστέρες περιμένουν τα βλέμματα του ταπεινού ανθρώπου για να λάμψουν ζωντανοί και να γίνουν εωσφόροι. Ότι τις μεγάλες χαρές τις γονιμοποιούν οι μεγάλοι πόνοι, όπως οι αρδεύοντες ποταμοί ζωοποιούν τους κήπους. Ότι οι ερωτευμένοι χρεωστούν στο χωρισμό την απαράβλητη μακαριότητά τους και ότι τα παιδιά είναι από τον Όμηρο σοφώτερα. Ότι η αδικία είναι της δικαιοσύνης η τροφός και η ταραχή της τάξης η οικονόμος και αιώνια σε ευγενικές μορφές το κακό μεταμορφώνεται. Ότι ο κεραυνός γεννά τους κόσμους και αναβλασταίνουν άπειρα τα αστραποκαμένα σκηνώματα όπως από τη στέρνα του θρήνου αναβλύζει η μουσική. Ότι πήζει ο χρόνος στα ακίνητα πετρώματα των βουνών και ο χώρος αλλάζει θέση με των ανέμων τη μετακίνηση. Ότι η διάρκεια είναι παρέλευση και Γίγνεσθαι το Είναι και η αλλαγή έχει ορισθεί σαν σώτειρα των θεσμών. Ότι η σιγή μας είναι πολλές, πάμπολλες στιγμές γεμάτες κίνηση, που βρήκαμε ισορροπία και ότι μας οδηγεί απάνου η κίνηση που μας φέρνει προς τα κάτω. Ότι όλα τα όντα ακόμη και τα περισσότερο μόνιμα και δυνατά περιμένουν να σωθούν από τον άνθρωπο, το πλάσμα το περισσότερο φευγαλέο και αδύναμο. Ότι οι άνθρωποι εμείς είμαστε, γιατί δεν είμαστε αυτό που είμαστε. Εάν υποθέσουμε ότι όλες αυτές οι υποθέσεις είναι βεβαιότητες, στο βαθμό που όλες οι βεβαιότητες είναι υποθέσεις
ΤΟΤΕ λαβαίνουμε μια ιδέα του ενδοσύμπαντος, που αποπειρώνται να αποκαλύψουν οι ελεγείες του Duino. 180-181
•    Η μεταμόρφωση του ορατού σε αόρατο συντελιέται από τον άνθρωπο εφ’ όσον θεραπεύει με ευλάβεια το Απλό… Το χρέος του ανθρώπου που στηριγμένος σταθερά στο Μηδέν στρέφεται προς το άπειρο είναι να ανακαλύψει το απλό και μακάριο νόημα των πραγμάτων, να τους αποδώσει την αρχαία εφέστια σημασία, που εγνώριζαν κάποτε και να τα λατρέψει πάλι στο ιερό τους λαράριο. 186

Ο ΙΜΕΡΟΣ

•    Ο έρωτας είναι φαινόμενο ρευστό, ένα διαρκώς συντελούμενο γεγονός. Σαν κατάσταση ηρεμεί μόνο μέσα στο κράτος της μεταβολής. Η μορφή του σχηματίζεται στη ροή, τη στατική ηρεμία του επιδαψιλεύει η αλλαγή και εάν ησυχάσει, στειρεύει. Την τάξη του την αρμονική ισορρόπηση εγγυάται η αντίφαση. 188
•    Εάν το φυσικά ιερό γίνεται ηθικά ανίερο, τούτο δεν μαρτυρεί ούτε τον αφύσικο χαρακτήρα της ηθικής, ούτε την ανήθικη τάξη της φύσης. Μαρτυρεί μόνο την τραγική θέση του ανθρώπου μεταξύ του Είναι και του μη-Είναι, την ανθρώπινη α-πορία. Το ερωτικό δέντρο δεν ημπορεί πια να ευδοκιμήσει αλλού παρά μόνο στα γκρεμνά της ενοχής ή στην έρημο της απουσίας. 194
•    Ιδιοτελή χαρακτήρα αποκτά ο ερωτικός δεσμός εξ αιτίας της ροπής των εραστών να συσσωρεύουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου ολόκληρο το νόημα του κόσμου… Η ερωτική πράξη πλέον γίνεται δράμα σατυρικό και παριστάνεται όχι στο διονυσιακό θέατρο, αλλά στο κοινωνικό δεσμωτήριο. Αυτοί που το διδάσκουν είναι υποκριτές γυμνασμένοι στα αστικά παιδευτήρια. 211
•    Η ερωτική μονομέρεια διαστρέφει το ήθος του φυσικού ίμερου κατά την έννοια ότι απολυτοποιεί ερωτικά το Είναι μηδενίζοντας το μη-Είναι. Η υπερτροφία της ερωτικής παρουσίας συντελείται σε βάρος της ερωτικής απουσίας και ως εκ τούτου ο άνθρωπος πλημμελεί διπλό πλημμέλημα. Γιατί προς χάρη του θετικού δεν αγνοεί απλώς το αρνητικό, αλλά και το καταπολεμεί.  Αυτή την επί του ονολογικού πεδίου κακοπραγμοσύνη πρακτικά εκφράζει η τάση του να επιζητεί ασίγαστα την ηδονή και σταθερά να αποφεύγει την οδύνη. 213
•    Ο ερωτικός είναι μια μορφή του γενικού φόβου απέναντι στο δυσμενές αντικείμενο (το κακό) στην αποφυγή του οποίου ο άνθρωπος φέρεται από την ίδια τη φύση. 215
•    Οι ερωτικοί σύντροφοι δεν φοβούνται για την αγάπη τους, αλλά αγωνιούν γιατί είναι άνθρωποι, γιατί η αγάπη τους ανθίζει επάνω στο εφήμερο και το θρυμματικό της ανθρώπινης φύσης. 217

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

•     Ο άνθρωπος ημπορεί να αποστρέψει την όψη από το χάσμα του Μηδενός, που παραμονεύει πίσω του, και να τάξει το πρόσωπο στο φράγμα του Είναι, που ανοίγεται μπροστά του, και αντίστροφα. Εάν όμως θέλει κυκλική την εικόνα του όλου, τότε το βλέμμα του θα συντρίβεται στην ακατάπαυστη εναλλαγή του Μηδενός και του Είναι. 226
•    Ο άνθρωπος δεν προσπαθεί πλέον να συναντήσει τη ζωή, αλλά να αποφύγει το θάνατο. Τούτο σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της ανθρώπινης πράξης δεν είναι θετικός αλλά αρνητικός. Ο σκοπός της τροφής λ.χ. δεν είναι να προσφέρει την ευωχία του γεύματος, αλλά να αφαιρέσει τον εφιάλτη της πείνας. Γι αυτό στον άνθρωπο της αρνητικής ηθικής η πείνα προηγείται του γεύματος. Εάν όμως η ηθική του ανθρώπου ήταν θετική, η πείνα έπρεπε να ακολουθεί το γεύμα.233
•    Ενώ αγωνίζεται ο άνθρωπος για να μη βουλιάξει στις απαξίες, ισχυρίζεται ότι πασχίζει να υψωθεί στις αξίες… Ο άνθρωπος επαίρεται και βοά ότι γνωρίζει τη χαρά, ενώ αγωνίζεται να αγνοήσει τη λύπη. Άθλιος ικέτης! Επαιτεί λίγη ζωή περιφέροντας το δίσκο του θανάτου. 234
•    Ο άνθρωπος συντηρεί το λύχνο της ζωής καίγοντας το λάδι του θανάτου.235
•    Οι έλληνες ετήρησαν πιστά τη συνθήκη ενός είδους εχθρικής φιλίας κατά την οποία η λύπη του Μηδενός μετέβαλλε τη χαρά της ματαιότητας σε χάρη της ζωής.237
•    Ό,τι υπερτερεί και οδηγεί το πλήθος είναι ο πόθος απαλλαγής από το φόβο του θανάτου. Αυτής της αιτίας αποτέλεσμα είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιεί σήμερα με δεινή δεξιότητα την επιστήμη, ενώ έχει χάσει την επαφή με την πηγή της φιλοσοφίας.238
•    Εάν ο άνθρωπος κατανοούσε το θρυμματισμό της ερωτικής στιγμής εξ αιτίας της μετοχής του θανάτου και την ηπιοσύνη του θανατικού γεγονότος εξ αιτίας της παρουσίας του έρωτα, θα ύψωνε τον εαυτό του σε αντικείμενο έξοχου διαλόγου.247
•    Το ασύνειδο ζώο χαίρεται το άγνωστο γιατί δεν αναζητεί το γνωστό. Ο ενσυνείδητος άνθρωπος βασανίζεται στο γνωστό γιατί αναζητεί το άγνωστο. 251

ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
•    …ο άνθρωπος ημπορεί να διασπάσει το φράγμα της οντολογικής λήθης, ημπορεί δηλαδή να αποκαλύψει και να οικειοποιηθεί την α-λήθεια, εάν και όταν συντονίσει την πράξη του με το νόμο της αφθαρσίας της φθοράς… Η ανθρώπινη πράξη εναρμονίζεται με το νόμο της αφθαρσίας της φθοράς μόνο υπό την έννοια ότι ο άνθρωπος συμφιλιώνετι με τον πόνο του κόσμου. Η συμφιλίωση αυτή καθιστά τον άνθρωπο συνεργάτη του κόσμου (υπέρβαση).265
•    Ο δρόμος για την υπέρβαση του ανθρώπου δεν είναι η κατάκτηση του ξένου, αλλά η υπεράσπιση του οικείου. 270
•    Εάν στα πλαίσια αυτής της εσωτερικής έντασης η βούληση του ανθρώπου εξισωθεί με τη βούληση του κόσμου, τότε ο άνθρωπος διευρύνεται τόσο, όσο και ο κόσμος.272
•    Η επιστροφή του ανθρώπου στο απόλυτο απλό της φύσης σημαίνει την αφομοίωση της ανθρώπινης βούλησης με τη βούληση του κόσμου και τον ταυτισμό των δυο σε ένα… Τα δέντρα και τα θηρία δεν γοητεύονται ούτε ακολουθούν τη μουσική του Ορφέα, αλλά γοητεύονται και ακολουθούν το φυσικό τους, προς το οποίο έχει ταυτιστεί η βούληση του Ορφέα.274
•    Η ζωή του είναι ανύπαρκτη γιατί προσβλέπει με μάταιη ελπίδα το ασύλληπτο τέλος του μέλλοντος και παραβλέπει με πολύ αφροσύνη το συλληπτό  νόημα του παρόντος. Η θήρα του ανέφικτου προκαλεί τη λησμονιά του εφικτού. Ο άνθρωπος ζει, αλλά δεν υπάρχει.277
•    Ο μεταμορφωμένος άνθρωπος που ζει το αόρατο είναι εκείνος ο τύπος τον οποίο η δημοτική αντίληψη θεωρεί καθαρό από το βάρος της υλικής πραγματικότητας, πιστεύει γι αυτόν ότι ημπορεί να βλέπει αόρατα πράγματα και τον ονομάζει «αλαφροΐσκιωτο»… Εάν η ζωή του μεταμορφωμένου, του καθαρού, του αλαφροΐσκιωτου σκανδαλίζει, το σκάνδαλο κρέμεται σα μυλικός λίθος στο λαιμό εκείνων που σκανδαλίζονται.279



Ρ.Μ.ΡΙΛΚΕ
Η ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ
μτφ. Δ. Λιαντίνης

ΠΟΙΟΣ αν εκραύγαζα, θα μ’ άκουγε λοιπόν απ’ των αγγέλων
τις τάξεις; κι αν ένας σοβαρά στην καρδιά του την ίδια
ξαφνικά με δεχόταν, ήθελα σβήσει στην ισχυρότερη
μπροστά του υπόσταση. Γιατί η ομορφιά δεν είν’ άλλο
παρά του Τρομερού η αρχή, που μόλις αντέχουμε
και σαστίζουμε έτσι, γιατί γαλήνια περιφρονεί
και να μας καταστρέψει. Καθένας άγγελος είναι τρομερός.
      Κι έτσι πια συγκρατιέμαι και το κάλεσμα της λαχτάρας μου πνίγω
με το σκοτεινό της λυγμό. Αχ, ποιόν μπορούμε λοιπόν
να χρειαστούμε; Τον άγγελον όχι, τον άνθρωπον όχι,
και τα νοήμονα ζώα το βλέπουνε τώρα πως μέσα στον κόσμο το σοφά εξηγημένο
πολύ σιγουρεμένοι δεν είμαστε. Ίσως απομένει σε μας
ολημερίς στην πλαγιά κάποιο δέντρο να βλέπουμε
ξανά και ξανά. Μας απομένει η στράτα του χτες
κι η κακότροπη εμμονή σε κάποια συνήθεια
που μας άρεσε, κι έτσι έμεινε και δεν έφυγε πια.
     Ω, και η νύχτα, η νύχτα, όταν ο αγέρας γιομάτος με διάστημα
μας μαραγκιάζει το πρόσωπο, σε ποιον δε θάμενε αυτή η λαχταρισμένη
που στέκεται καματερή μπροστά σε κάθε έρημη καρδιά
και τρυφερά μας απογοητεύει. Είναι ηπιώτερη για όσους αγαπούν;
Αχ, ο ένας μεσ’ τον άλλον αποκρύβουν μονάχα την κλήρα τους τούτοι.
     Α κ ό μ η δεν τόμαθες; Το κενό από τους βραχίονες τίναξε
προς τους χώρους αυτούς που ανασαίνουμε. Ημπορεί τα πουλιά
την απλωσιά του αγέρα να νιώθουν με αισταντικότερο πέταγμα.

Ναι, οι ανοίξεις σε χρειάστηκαν σίγουρα. Κάποια αστέρια
να τα νιώσεις ζητήσαν επίμονα. Μέσα στα περασμένα
ένα κύμα σηκώθη ψηλά
ή καθώς από το ανοιχτό παραθύρι προσπέρασες
ένα βιολί παραδόθηκε. Ήταν τα πάντα εντολή.
Εσύ όμως ηγεμόνεψες πάνω της; Μέσα στη προσμονή
πάντα σου σκορπισμένος δεν ήσουν, λες και τα πάντα
μιαν αγαπημένη για σένα να μήναγαν; (πού ζητάς να την κρύψεις,
που οι μεγάλες απόξενες μέσα σου σκέψεις
πάνε κι έρχονται και συχνά παραμένουν τη νύχτα).
Αν όμως λαχταράς, τραγούδησε τότε αυτές που αγαπήσαν. Ακόμη για πολύ
το φημισμένο αίσθημά τους θάναι όχι όσο πρέπει αθάνατο.
Εκείνες, σχεδόν τις ζηλεύεις, τις απαρνημένες, που βρήκες
πως πιότερο αγάπησαν, παρά όσες κορέστηκαν. Αποξαρχής και πάντα
ξεκίνα τα εγκώμια, που ποτέ στην κορφή δε θα φτάσουν.
Στοχάσου: ο ήρωας σώζει τη διάρκειά του μέσα του, το γκρέμισμά του
το ίδιο ήταν μια πρόφαση μόνο για ύπαρξη: ο στερνός γεννημός του.
Εκείνες που αγάπησαν όμως, ξανασυνάζει μέσα της η φύση
αποκαμωμένη, γιατί δεν θάχε τη δύναμη να δευτερώσει
τέτοιο έργο. Στοχάστηκες άραγε άξια τη Γκάσπαρα Στάμπα,
ότι κάποιο κορίτσι που τον αγαπημένο στερήθηκε
σ’ αυτής της ερωτευμένης τη φτασμένη περίπτωση μπροστά
συλλογάται: τάχα θα γίνω κι εγώ σαν εκείνη;
Επί τέλους αυτοί οι πανάρχαιοι πόνοι δεν θα γίνουν σε μας
καρπερώτεροι; Δεν έφτασε η ώρα από τη μορφή που αγαπάμε
να λευτερωθούμε αγαπώντας και να τη νικήσουμε τρέμοντας
καθώς το βέλος συσπειρωμένο σε τίναγμα τη νευρή του νικά
τον ίδιο του εαυτό έτσι ξεπερνώντας. Γιατί σταματημός πουθενά δεν υπάρχει.

Φωνές, φωνές. Άκουε καρδιά μου
όπως οι άγιοι μονάχα θα ακούγαν: που η γιγάντια κλήση
από τη γη τους εσήκωνε. Όμως εκείνο το Αδύνατο μπορώντας
συνέχεια γονάτιζαν και δεν το προσέχαν:
έ τ σ ι αυτοί ακροάζονταν. Όχι πως εσύ τη φωνή του Θεού για πολύ
θέλει βάσταγες. Αλλά τη βουή του ανέμου αφουγκράσου
την ακομμάτιαστη είδηση, που από σιγή σχηματίζεται.
Από αυτούς που πεθάνανε νέοι, τώρα ένα θρόϊσμα κατά σένα σιμώνει.
Όπου κι αν εμπήκες, στης Ρώμης τις εκκλησιές και της Νάπολης
δεν σε καλωσόριζε ήσυχα το δικό τους πεπρωμένο;
Ή κάποια επιγραφή επιβλητικά παραδέχτηκες
καθώς τελευταία την πλάκα στη Σάντα Μαρία Φορμόζα.
Τι θέλουν αυτοί από μένα; Πρέπει ν’αφαιρέσω αθόρυβα
την επίφαση της αδικίας που κάποτε εμποδίζει κομμάτι
των ιδικών τους πνευμάτων την ολοκάθαρη κίνηση.

Και βέβαια είναι πρωτόφαντο τη γη πια να μη κατοικείς
τρόπους που μόλις κατάχτησες, αχρείαστους νάχεις,
σε ρόδα και άλλα υπόσχεσης ξέχωρης πράγματα
να μη δίνεις το νόημα ανθρώπινου μέλλοντος,
ό,τι ήταν κανείς μέσα στην άπειρη των χεριών αγωνία
πια να μην είναι, και το ίδιο του όνομα να παραπετά
σαν ένα σπασμένο παιχνίδι.
Πρωτόφαντο, να πάψει κανείς να λαχταρά τις λαχτάρες του,
πρωτόφαντο, να βλέπεις ν’ανεμίζουν ξεκάρφωτα μέσα στο χώρο
όλα όσα είχαν σχέση και σύνθεση. Και το νάσαι νεκρός είν’ επίμοχθο
κι ανασυγκρότηση θέλει πολλή, ώστε λίγη αιωνιότη
βαθμιαία να νιώσεις. Αλλά οι ζωντανοί
κάνουν όλοι το λάθος στεγανά τους νεκρούς να χωρίζουν.
Οι άγγελοι (λέει κανείς) συχνά δεν θα γνώριζαν εάν
ανάμεσα στους ζωντανούς ή τους νεκρούς περπατάνε. Το αιώνιο ρεύμα
συναρπάζει μαζί του και στα δυο Βασίλεια κάθε εποχή
και πάντα κι εδώ κι εκεί τη σκεπάζει ο ήχος του.

Τέλος τέλος δεν μας έχουν ανάγκη οι πρώιμα φευγάτοι
ξεσυνηθίζει τα γήινα κανείς απαλά, όπως όμοια από της μάνας το στήθος
αποκόβεται ήρεμα. Αλλά εμείς που τα μεγάλα χρειαζόμαστε μυστικά
εκείνα, που από τη λύπη τους κάποτε μακάρια ξεπηδά η ανάβαση,
εμείς, θ α γ ι ν ό τ α ν να ζήσουμε χωρίς τους νεκρούς;
Δεν είναι μάταιος ο μύθος ότι κάποτε στο μοιρολόι του Λίνου
διαπέρασε βίαια η πρώτη μελωδία το άφτουρο μάργωμα,
ότι στον κατάπληχτο χώρο, οπούθε ένας έφηβος σχεδόν θεϊκός
αναπάντεχα χάθηκε, σε τέτοιο κραδασμό το κενό μεταβλήθηκε
ώστε σήμερα εμάς συναρπάζει, παρηγορεί και στηλώνει.
  •  
DIE ERSTE ELEGIE
WER, wenn ich schriee, hörte mich denn aus der Engel
Ordnungen? und gesetzt selbst, es nähme
einer mich plötzlich ans Herz: ich verginge von seinem
stärkeren Dasein. Denn das Schöne ist nichts
als des Schrecklichen Anfang, den wir noch grade ertragen,
und wir bewundern es so, weil es gelassen verschmäht,
uns zu zerstören. Ein jeder Engel ist schrecklich.
    Und so verhalt ich mich denn und verschlucke den Lockruf
dunkelen Schluchzens. Ach, wen vermögen
wir denn zu brauchen? Engel nicht, Menschen nicht,
und die findigen Tiere merken es schon,
daß wir nicht sehr verläßlich zu Haus sind
in der gedeuteten Welt. Es bleibt uns vielleicht
irgend ein Baum an dem Abhang, daß wir ihn täglich
wiedersähen; es bleibt uns die Straße von gestern
und das verzogene Treusein einer Gewohnheit,
der es bei uns gefiel, und so blieb sie und ging nicht.
    O und die Nacht, die Nacht, wenn der Wind voller Weltraum
uns am Angesicht zehrt –, wem bliebe sie nicht, die ersehnte,
sanft enttäuschende, welche dem einzelnen Herzen
mühsam bevorsteht. Ist sie den Liebenden leichter?
Ach, sie verdecken sich nur mit einander ihr Los.
    Weißt du's noch nicht? Wirf aus den Armen die Leere
zu den Räumen hinzu, die wir atmen; vielleicht daß die Vögel
die erweiterte Luft fühlen mit innigerm Flug.

Ja, die Frühlinge brauchten dich wohl. Es muteten manche
Sterne dir zu, daß du sie spürtest. Es hob
sich eine Woge heran im Vergangenen, oder
da du vorüberkamst am geöffneten Fenster,
gab eine Geige sich hin. Das alles war Auftrag.
Aber bewältigtest du's? Warst du nicht immer
noch von Erwartung zerstreut, als kündigte alles
eine Geliebte dir an? (Wo willst du sie bergen,
da doch die großen fremden Gedanken bei dir
aus und ein gehn und öfters bleiben bei Nacht.)
Sehnt es dich aber, so singe die Liebenden; lange
noch nicht unsterblich genug ist ihr berühmtes Gefühl.
Jene, du neidest sie fast, Verlassenen, die du
so viel liebender fandst als die Gestillten. Beginn
immer von neuem die nie zu erreichende Preisung;
denk: es erhält sich der Held, selbst der Untergang war ihm
nur ein Vorwand, zu sein: seine letzte Geburt.
Aber die Liebenden nimmt die erschöpfte Natur
in sich zurück, als wären nicht zweimal die Kräfte,
dieses zu leisten. Hast du der Gaspara Stampa
denn genügend gedacht, daß irgend ein Mädchen,
dem der Geliebte entging, am gesteigerten Beispiel
dieser Liebenden fühlt: daß ich würde wie sie?
Sollen nicht endlich uns diese ältesten Schmerzen
fruchtbarer werden? Ist es nicht Zeit, daß wir liebend
uns vom Geliebten befrein und es bebend bestehn:
wie der Pfeil die Sehne besteht, um gesammelt im Absprung
mehr zu sein als er selbst. Denn Bleiben ist nirgends.

Stimmen, Stimmen. Höre, mein Herz, wie sonst nur
Heilige hörten: daß die der riesige Ruf
aufhob vom Boden; sie aber knieten,
Unmögliche, weiter und achtetens nicht:
So waren sie hörend. Nicht, daß du Gottes ertrügest
die Stimme, bei weitem. Aber das Wehende höre,
die ununterbrochene Nachricht, die aus Stille sich bildet.
Es rauscht jetzt von jenen jungen Toten zu dir.
Wo immer du eintratest, redete nicht in Kirchen
zu Rom und Neapel ruhig ihr Schicksal dich an?
Oder es trug eine Inschrift sich erhaben dir auf,
wie neulich die Tafel in Santa Maria Formosa.
Was sie mir wollen? leise soll ich des Unrechts
Anschein abtun, der ihrer Geister
reine Bewegung manchmal ein wenig behindert.

Freilich ist es seltsam, die Erde nicht mehr zu bewohnen,
kaum erlernte Gebräuche nicht mehr zu üben,
Rosen, und andern eigens versprechenden Dingen
nicht die Bedeutung menschlicher Zukunft zu geben;
das, was man war in unendlich ängstlichen Händen,
nicht mehr zu sein, und selbst den eigenen Namen
wegzulassen wie ein zerbrochenes Spielzeug.
Seltsam, die Wünsche nicht weiterzuwünschen. Seltsam,
alles, was sich bezog, so lose im Raume
flattern zu sehen. Und das Totsein ist mühsam
und voller Nachholn, daß man allmählich ein wenig
Ewigkeit spürt. – Aber Lebendige machen
alle den Fehler, daß sie zu stark unterscheiden.
Engel (sagt man) wüßten oft nicht, ob sie unter
Lebenden gehn oder Toten. Die ewige Strömung
reißt durch beide Bereiche alle Alter
immer mit sich und übertönt sie in beiden.

Schließlich brauchen sie uns nicht mehr, die Früheentrückten,
man entwöhnt sich des Irdischen sanft, wie man den Brüsten
milde der Mutter entwächst. Aber wir, die so große
Geheimnisse brauchen, denen aus Trauer so oft
seliger Fortschritt entspringt –: könnten wir sein ohne sie?
Ist die Sage umsonst, daß einst in der Klage um Linos
wagende erste Musik dürre Erstarrung durchdrang;
daß erst im erschrockenen Raum, dem ein beinah göttlicher Jüngling
plötzlich für immer enttrat, die Leere in jene
Schwingung geriet, die uns jetzt hinreißt und tröstet und hilft.