Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ: Έξυπνον Ενύπνιον- Οι ελεγείες του Duino του Ρίλκε




•    Η μεγάλη ποίηση δεν ένιωσε ποτέ την έλλειψη της φιλοσοφίας… Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινιούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου… Η φιλοσοφία θα έφθανε στο όν, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο όν θα έφθανε κι η ποίηση. Η ποίηση θα έφθανε στο όν, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο όν θα έφθανε και η φιλοσοφία. 20-21
•    Πρόκειται για τον καημό εκείνων που δεν τους φθάνει το γνωστό και δεν φθάνουν το άγνωστο. 26
•    Εάν την τάξη στη φύση την οικονομεί η μηχανική νομοτέλεια, η αρμονία του ηθικού κόσμου εξαρτιέται από την αποκλειστική προϋπόθεση της ελευθερίας. Η άγνοια ή η συνειδητή ασέβεια του ανθρώπου απέναντι στην ελευθερία απαγορεύει την ηθική αρμονία και καταφάσκει την ιστορική ταραχή. Η ιστορική ταραχή είναι το κάτοπτρο του στείρου και μηδενιστικού πόνου, αντίθετα προς τη δημιουργική και οιστρήλατη οδύνη, που συνοδεύει την ανύψωση του ανθρώπου στον αξιολογικό χώρο της ελευθερίας και της ευδαιμονίας. 46
•    Εάν το «δακρυόεν γελάν» αποτελεί τη βάση της ελληνικής αρετής, που ανυψώνει στην ελληνική ευδαιμονία, ο ιστορικός άνθρωπος στο σύνολό του παρείδε το μυστικό τούτο σημείο, δηλαδή την ανάγκη του μεταπλασμού και όχι της εκρίζωσης του πόνου. Αντί τούτου απέβλεψε στο στείρο και φτωχό του κακέκτυπο, που ορίζει την υπέρβαση του πόνου δια της αποφυγής του. Έτσι επέτυχε να εξασφαλίσει την προσωρινή επιβίωση και τη σωτηρία του, αλλά μόνο σαν καταστάσεις που τις συνοδεύει ο αντιηρωϊκός και ανενθουσίαστος τρόπος…  49
•    Ό,τι η κοινοτική συμβίωση φαίνεται να αποκλείει, γίνεται ίσως δυνατό στο θηριώδη και θεοφόρο περίγυρο της μόνωσης. Το φράγμα της ανθρωπολογικής καταδίκης το διασπούν τα πυροβολεία της μοναξιάς και της ερημίας. Η ιστορική μαρτυρία αναφέρεται με φειδώ αλλά και με ασφάλεια σε περιπτώσεις που η ανθρώπινη πάλη ενάντια στον πόνο του κόσμου υπήρξε και γνήσια και αποτελεσματική. Τα παραδείγματά της τα εντοπίζει στον άγιο, τον ποιητή και τον ήρωα. Αλλά και οι τρεις τύποι πρέπει αναγκαία να εννοηθούν έξω από τη φλύαρη τριβή της καθημερινότητας. 51
•    …ο γνήσιος ποιητής ατενίζει τον κόσμο με δακρυσμένο βλέμμα. 55
•    (Ο ποιητής) έχει συνειδητοποιήσει με βιωματική οδύνη τη σχετικότητα και το συμβατικό χαρακτήρα όλων όσα αναζητεί και οραματίζεται ο άνθρωπος που δεν τον εγκαταλείπει η απατηλή πεποίθηση για τη λογική του επάρκεια ή η ποικιλόμορφη θρησκευτική του καταφυγή. Περιβλημένος την κυρίαρχη μελαγχολία που ύφαναν οι σωρευτικές απογοητεύσεις στα πεδία των πράξεων-μαχών αποσύρεται και αντικρύσει το νέο κόσμο που άνοιξε η πίκρα της ποιητικής γνώσης. 60
•    Εάν ο κόσμος είναι βαθύς στην οργανική του ενότητα με την πηγή του κακού, στον κόσμο επιβάλλεται όμως με την ίδια πιστότητα η βασιλική κυριαρχία των δυνάμεων του αγαθού. Ευδοκία ευεργετική περιβρέχει τη φύση από τα βάθη ως την επιφάνεια των όντων με το κράτος ενός κυματισμού φωτός. Το άνθισμα της μυγδαλιάς καταλύει αθόρυβα την τυραννία του χειμώνα. Το λίκνο του βρέφους αναιρεί ακαταπόνητα την αθανασία του θανάτου. Η πένθιμη γη μεταμορφώνεται στην πολύχρωμη διαύγεια και τη χαρά του καρπού. Και οι τρύπιες αρβύλες του Παπαδιαμάντη γίνονται γλάστρες για το άνθος της ανθρώπινης δικαιοσύνης. 61
•    Ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τη συγγένειά του με τη φύση, τη μετοχή του στο σώμα του παντός, και εν όψει αυτής της αδήριτης πραγματικότητας αναγνωρίζει και σιωπά. Η ηχητική κίνηση των υδάτων και η σιωπή των δέντρων από την έποψη αυτή αποτελούν μια ανάλογη στάση. 63
•    Η μέριμνα του ποιητή που την ασύνειδη φορά της δεν εξαφανίζει η γνωσιολογική παρεμβολή, είναι αίροντας αυτή την παγερότητα να διεισδύσει στην αυτοτέλεια του κόσμου με τον τρόπο της ενσωμάτωσης και της αφομοίωσης στο βιταλιστικό ρυθμό του παντός, ώστε να καταργηθεί η εχθρική διαφοροποίηση του υποκείμενου προς το αντικείμενο, που είναι η αιτία του φόβου και της ερημίας του ανθρώπου. 66
•    Η ευεργετική προθυμία του ποιητή αναφορικά με τα πάθη της κοινότητας, εάν υπερπηδά και δεν συμμερίζεται την άμεση στοργή του καλού Σαμαρείτη για τις λαβωματιές του πληγωμένου, μάχεται όμως σθεναρά το ίδιο το φαινόμενο της ληστείας. 68
•    Δικαιοσύνη προς τους ανθρώπους σημαίνει ότι πρέπει να είναι κανείς  προηγουμένως δίκαιος με τα δέντρα, τα ζώα, τα βουνά, τη βροχή, τα άστρα. 68
•    Κάτω από την παραπλανητική επιφάνεια του σαρκασμού η άτρεμη φιλοσοφική όραση του Καβάφη ανιχνεύει το μυστικό της πολιτικής ευδαιμονίας – μια ευδαιμονία σκληρή σα λατομείο – στην αυστηρή στάση του πολίτη απέναντι στον εαυτό του πρώτα και στην πολιτεία ύστερα… Πρόκειται για την ενεργητική και δύσκολη πορεία του ανθρώπου προς τα μέσα, η οποία ημπορεί με λίγη κριτική αυθαιρεσία να θεωρηθεί στατικός μόχθος και σφαλερός συντηρητισμός… Αυτή η αγρυπνία ξεχωρίζει τη δειλή αναχώρηση από την τραγική μοναξιά. 71
•     Η μοναξιά του ποιητή ανταμείβεται από τη γενναιοδωρία της φύσης. 72
•    Η κάθε καινούργια τοπική έλξη συνοδεύεται από τη μάταιη ελπίδα να ανευρεθεί ένα ακόμη κομμάτι της διαμελισμένης ψυχικής ολοκληρίας του. 76
•    …φεύγει όχι για να ζήσει νέες περιπέτειες, αλλά για να σβυστεί στον πλούτο της φτώχειας και στη σιωπή της μοναξιάς του. Ό,τι είναι δικό του το νοιώθει σαν ξένο και ό,τι έχασε το κατέχει σαν μόνιμο κτήμα. 90
•    Η αντοχή των κλασσικών έργων στη λιμαρή αδηφαγία του χρόνου (του Κρόνου) οφείλεται σ’ αυτή την ιερή συμμαχία της οποίας ο μοναδικός όρος είναι η υποταγή της βούλησης του ανθρώπου στις διαταγές της βούλησης του κόσμου. 99
•    Κατά την αντίληψη του Καντ το ωραίο πηγάζει από τη μορφή των αντικειμένων ενώ το υπέροχο γεννιέται και από την αμορφία…. Με το ωραίο η φαντασία γοητεύεται και παίζει, με το υπέροχο σοβαρεύεται και πεζεύει. Το ωραίο μεταβάλλεται σε τρομερό, όταν ο άνθρωπος επιχειρήσει μέσα σ’ αυτό να συλλάβει την καθολικότητα, γιατί τότε απαιτείται να διαρρήξει την πενιχρή του φύση και να την ευρύνει στον ίλιγγο ενός χαώδους πεδίου. 132
•    Ο άνθρωπος έχει την ελευθερία του εκλέγειν, αλλά όχι και την ελευθερία του μη εκλέγειν, γιατί το μη εκλέγειν είναι ακριβώς το μη εκλέγειν, όπως θα έλεγε ο Σαρτρ. 148
•    Ο κόσμος καθ εαυτόν αποτελεί ένα εορταστικό περιβάλλον, αλλά τον άνθρωπο που αποτελεί το μοναδικό λογικό έκθεμά του, τον αντιμετωπίζει με αδιαφορία βυσσοδομική. 150
•    Ο γνωστικός χωρισμός γίνεται νοητός κατά την έννοια ότι ο εξωτερικός κόσμος είναι προϊόν της παρατηρούσας συνείδησης. Ο άνθρωπος δεν κερδίζει τα πράγματα καθ εαυτά αλλά τις εικόνες των πραγμάτων που σχηματίζει ο ίδιος. Το εγώ αιχμαλωτίζεται από την παρατηρητικότητά του. Ο συναισθηματικός χωρισμός είναι αποτέλεσμα της βαθύτερης ψυχικής αιδοποίησης του ανθρώπου, ότι το περιβάλλον σα γενική και άγρυπνη κοσμική παρουσία είναι τελείως βουβό και δεν αποκρίνεται στα κλητικά μηνύματα και στην παρακλητική αγωνία του ανθρώπου..151
  • Και ποτέ, πουθενά χωρίς δεν. 153
•    Της άπειρης συνείδησης και της άπειρης ασυνειδησίας το αμήχανο μεταξύ το αποτελεί ο άνθρωπος, γιατί δεν ανήκει ούτε στη φυσική πολιτεία των πλασμάτων ούτε στην ευλογητή χορεία του αγγέλου. 155
•    Μοίρα του ανθρώπου είναι η πάλη του με τα φαινόμενα του κόσμου, το οποία η συνείδησή του τα μεταμορφώνει σε προβλήματα…158
. Τα πλάσματα δεν έχουν μοίρα γιατί παρότι κατάγονται από το Μηδέν δεν έχουν συνείδηση. Ο άγγελος δεν έχει μοίρα γιατί παρότι έχει συνείδηση δεν κατάγεται από το Μηδέν. Μοίρα έχει ο άνθρωπος γιατί και από το Μηδέν κατάγεται και συνείδηση έχει. 158
•    Οι έλληνες μετρίασαν την πίκρια της γης κατεβάζοντας λίγο τον ουρανό. 160
•    Η λειτουργική μορφή της ελευθερίας είναι η εκλογή. Η σχέση ελευθερίας και εκλογής είναι σχέση δύναμης και ενέργειας. Η πρώτη μορφή εκλογής ετοιμάζει την πτώση του ανθρώπου στην τελματώδη ακινησία των πλασμάτων. Η δεύτερη μορφή της εκλογής ετοιμάζει την ανύψωση του ανθρώπου στην αναιμική αστασία του αγγέλου. Η Τρίτη μορφή της εκλογής είναι η αποχή, δηλαδή η μαχητική παραμονή στην αμηχανία και η δραματική καθήλωση του ανθρώπου στον τόπο της ου-τοπίας. Σύμφωνα με το πνεύμα των ελεγειών το αποτέλεσμα της πρώτης εκλογής είναι η πόλη των αθλιοτήτων, το αποτέλεσμα της δεύτερης εκλογής είναι ο όμιλος των δεξιοτεχνών, ενώ η τρίτη εκλογή θα οδηγήσει τον άνθρωπο στο ενδοσύμπαν, αφού του αποκαλύψει για λίγο το αστρόβλητον Elysium των ηρώων. 161
•    Η ανατροπή του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του μόνο… Η ανατροπή είναι ο νόμος της φύσης και ημπορεί να επισημανθεί σε άπειρον αριθμό παραδειγμάτων. Στο παράδειγμα λ.χ. ενός διψασμένου η ισορροπία ανιχνεύεται στη στιγμιαία φάση, που το νερό περνά το λάρυγγά του. Ισορροπία είναι η αιφνιδιαστική κατάσταση κατά την οποία συγκρούονται η οδυνηρή ζήτηση και η ευφρόσυνη λήψη. Εκείνος που διψά ζητάει να πιει και βασανίζεται, εκείνος που ήπιε, μετανοιώνει που δεν διψά και ανιά. .. Σ αυτή την αστραπιαία στιγμή της συνεύρεσης φεύγει το οδυνηρό της ζήτησης, πριν το προφτάσει το αποκρουστικό του Πόρου και έρχεται το ευφρόσυνο της λήψης πριν να χαθεί το ωραίο της Πενίας. Η ελάχιστη θέση, όπου η αντίθεση μεταμορφώνεται σε σύνθεση, ευρίσκεται ανάμεσα στην πρόθεση της επίθεσης και στη διάθεση της αποσύνθεσης. Ύστερα πια ό,τι είχε κανείς σφοδρά επιθυμήσει μάταια το απεύχεται. 172
•    Το παιδί δεν κατέχει την οντολογική αυτάρκεια, γιατί υποχρεούται να προχωρήσει στην κατάσταση του ενηλίκου. Ο άνθρωπος όμως ημπορεί να κατακτήσει αυτή την αυτάρκεια, αν πετύχει να επιστρέψει στην κατάσταση του παιδιού, γεγονός που ο ποιητής θεωρεί δυνατόν. Ό,τι δεν ημπορεί το παιδί, επειδή γίνεται άνθρωπος, θα το ημπορέσει ο άνθρωπος όταν γίνει παιδί… Η επάνοδος του ανθρώπου στο σύμπαν του παιδιού είναι η είσοδός του στο ενδοσύμπαν. 179-180
•    ΕΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ ότι ο κόσμος υπάρχει στο βαθμό που δεν υπάρχει, και ότι ζούμε το εντεύθεν όπως ζούσαμε στο εκείθεν. Ότι η φύση ανθίζει το χειμώνα και την άνοιξη φυλορροούν τα δέντρα στο σώμα του Απόλλωνος. Ότι ο θάνατος είναι η ζωή και χρειάζονται τους νεκρούς οι ζωντανοί, όπως η ανάσταση προϋποθέτει τους τάφους. Ότι οι αιθέριοι αστέρες περιμένουν τα βλέμματα του ταπεινού ανθρώπου για να λάμψουν ζωντανοί και να γίνουν εωσφόροι. Ότι τις μεγάλες χαρές τις γονιμοποιούν οι μεγάλοι πόνοι, όπως οι αρδεύοντες ποταμοί ζωοποιούν τους κήπους. Ότι οι ερωτευμένοι χρεωστούν στο χωρισμό την απαράβλητη μακαριότητά τους και ότι τα παιδιά είναι από τον Όμηρο σοφώτερα. Ότι η αδικία είναι της δικαιοσύνης η τροφός και η ταραχή της τάξης η οικονόμος και αιώνια σε ευγενικές μορφές το κακό μεταμορφώνεται. Ότι ο κεραυνός γεννά τους κόσμους και αναβλασταίνουν άπειρα τα αστραποκαμένα σκηνώματα όπως από τη στέρνα του θρήνου αναβλύζει η μουσική. Ότι πήζει ο χρόνος στα ακίνητα πετρώματα των βουνών και ο χώρος αλλάζει θέση με των ανέμων τη μετακίνηση. Ότι η διάρκεια είναι παρέλευση και Γίγνεσθαι το Είναι και η αλλαγή έχει ορισθεί σαν σώτειρα των θεσμών. Ότι η σιγή μας είναι πολλές, πάμπολλες στιγμές γεμάτες κίνηση, που βρήκαμε ισορροπία και ότι μας οδηγεί απάνου η κίνηση που μας φέρνει προς τα κάτω. Ότι όλα τα όντα ακόμη και τα περισσότερο μόνιμα και δυνατά περιμένουν να σωθούν από τον άνθρωπο, το πλάσμα το περισσότερο φευγαλέο και αδύναμο. Ότι οι άνθρωποι εμείς είμαστε, γιατί δεν είμαστε αυτό που είμαστε. Εάν υποθέσουμε ότι όλες αυτές οι υποθέσεις είναι βεβαιότητες, στο βαθμό που όλες οι βεβαιότητες είναι υποθέσεις. ΤΟΤΕ λαβαίνουμε μια ιδέα του ενδοσύμπαντος, που αποπειρώνται να αποκαλύψουν οι ελεγείες του Duino. 180-181
•    Η μεταμόρφωση του ορατού σε αόρατο συντελιέται από τον άνθρωπο εφ’ όσον θεραπεύει με ευλάβεια το Απλό… Το χρέος του ανθρώπου που στηριγμένος σταθερά στο Μηδέν στρέφεται προς το άπειρο είναι να ανακαλύψει το απλό και μακάριο νόημα των πραγμάτων, να τους αποδώσει την αρχαία εφέστια σημασία, που εγνώριζαν κάποτε και να τα λατρέψει πάλι στο ιερό τους λαράριο. 186
•    Ο έρωτας είναι φαινόμενο ρευστό, ένα διαρκώς συντελούμενο γεγονός. Σαν κατάσταση ηρεμεί μόνο μέσα στο κράτος της μεταβολής. Η μορφή του σχηματίζεται στη ροή, τη στατική ηρεμία του επιδαψιλεύει η αλλαγή και εάν ησυχάσει, στειρεύει. Την τάξη του την αρμονική ισορρόπηση εγγυάται η αντίφαση. 188
•    Εάν το φυσικά ιερό γίνεται ηθικά ανίερο, τούτο δεν μαρτυρεί ούτε τον αφύσικο χαρακτήρα της ηθικής, ούτε την ανήθικη τάξη της φύσης. Μαρτυρεί μόνο την τραγική θέση του ανθρώπου μεταξύ του Είναι και του μη-Είναι, την ανθρώπινη α-πορία. Το ερωτικό δέντρο δεν ημπορεί πια να ευδοκιμήσει αλλού παρά μόνο στα γκρεμνά της ενοχής ή στην έρημο της απουσίας. 194
•    Ιδιοτελή χαρακτήρα αποκτά ο ερωτικός δεσμός εξ αιτίας της ροπής των εραστών να συσσωρεύουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου ολόκληρο το νόημα του κόσμου… Η ερωτική πράξη πλέον γίνεται δράμα σατυρικό και παριστάνεται όχι στο διονυσιακό θέατρο, αλλά στο κοινωνικό δεσμωτήριο. Αυτοί που το διδάσκουν είναι υποκριτές γυμνασμένοι στα αστικά παιδευτήρια. 211
•    Η ερωτική μονομέρεια διαστρέφει το ήθος του φυσικού ίμερου κατά την έννοια ότι απολυτοποιεί ερωτικά το Είναι μηδενίζοντας το μη-Είναι. Η υπερτροφία της ερωτικής παρουσίας συντελείται σε βάρος της ερωτικής απουσίας και ως εκ τούτου ο άνθρωπος πλημμελεί διπλό πλημμέλημα. Γιατί προς χάρη του θετικού δεν αγνοεί απλώς το αρνητικό, αλλά και το καταπολεμεί.  Αυτή την επί του ονολογικού πεδίου κακοπραγμοσύνη πρακτικά εκφράζει η τάση του να επιζητεί ασίγαστα την ηδονή και σταθερά να αποφεύγει την οδύνη. 213
•    Ο ερωτικός είναι μια μορφή του γενικού φόβου απέναντι στο δυσμενές αντικείμενο (το κακό) στην αποφυγή του οποίου ο άνθρωπος φέρεται από την ίδια τη φύση. 215
•    Οι ερωτικοί σύντροφοι δεν φοβούνται για την αγάπη τους, αλλά αγωνιούν γιατί είναι άνθρωποι, γιατί η αγάπη τους ανθίζει επάνω στο εφήμερο και το θρυμματικό της ανθρώπινης φύσης. 217
•     Ο άνθρωπος ημπορεί να αποστρέψει την όψη από το χάσμα του Μηδενός, που παραμονεύει πίσω του, και να τάξει το πρόσωπο στο φράγμα του Είναι, που ανοίγεται μπροστά του, και αντίστροφα. Εάν όμως θέλει κυκλική την εικόνα του όλου, τότε το βλέμμα του θα συντρίβεται στην ακατάπαυστη εναλλαγή του Μηδενός και του Είναι. 226
•    Ο άνθρωπος δεν προσπαθεί πλέον να συναντήσει τη ζωή, αλλά να αποφύγει το θάνατο. Τούτο σημαίνει ότι ο χαρακτήρας της ανθρώπινης πράξης δεν είναι θετικός αλλά αρνητικός. Ο σκοπός της τροφής λ.χ. δεν είναι να προσφέρει την ευωχία του γεύματος, αλλά να αφαιρέσει τον εφιάλτη της πείνας. Γι αυτό στον άνθρωπο της αρνητικής ηθικής η πείνα προηγείται του γεύματος. Εάν όμως η ηθική του ανθρώπου ήταν θετική, η πείνα έπρεπε να ακολουθεί το γεύμα.233
•    Ενώ αγωνίζεται ο άνθρωπος για να μη βουλιάξει στις απαξίες, ισχυρίζεται ότι πασχίζει να υψωθεί στις αξίες… Ο άνθρωπος επαίρεται και βοά ότι γνωρίζει τη χαρά, ενώ αγωνίζεται να αγνοήσει τη λύπη. Άθλιος ικέτης! Επαιτεί λίγη ζωή περιφέροντας το δίσκο του θανάτου. 234
•    Ο άνθρωπος συντηρεί το λύχνο της ζωής καίγοντας το λάδι του θανάτου.235
•    Οι έλληνες ετήρησαν πιστά τη συνθήκη ενός είδους εχθρικής φιλίας κατά την οποία η λύπη του Μηδενός μετέβαλλε τη χαρά της ματαιότητας σε χάρη της ζωής.237
•    Ό,τι υπερτερεί και οδηγεί το πλήθος είναι ο πόθος απαλλαγής από το φόβο του θανάτου. Αυτής της αιτίας αποτέλεσμα είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος χρησιμοποιεί σήμερα με δεινή δεξιότητα την επιστήμη, ενώ έχει χάσει την επαφή με την πηγή της φιλοσοφίας.238
•    Εάν ο άνθρωπος κατανοούσε το θρυμματισμό της ερωτικής στιγμής εξ αιτίας της μετοχής του θανάτου και την ηπιοσύνη του θανατικού γεγονότος εξ αιτίας της παρουσίας του έρωτα, θα ύψωνε τον εαυτό του σε αντικείμενο έξοχου διαλόγου.247
•    Το ασύνειδο ζώο χαίρεται το άγνωστο γιατί δεν αναζητεί το γνωστό. Ο ενσυνείδητος άνθρωπος βασανίζεται στο γνωστό γιατί αναζητεί το άγνωστο. 251
•    …ο άνθρωπος ημπορεί να διασπάσει το φράγμα της οντολογικής λήθης, ημπορεί δηλαδή να αποκαλύψει και να οικειοποιηθεί την α-λήθεια, εάν και όταν συντονίσει την πράξη του με το νόμο της αφθαρσίας της φθοράς… Η ανθρώπινη πράξη εναρμονίζεται με το νόμο της αφθαρσίας της φθοράς μόνο υπό την έννοια ότι ο άνθρωπος συμφιλιώνετι με τον πόνο του κόσμου. Η συμφιλίωση αυτή καθιστά τον άνθρωπο συνεργάτη του κόσμου (υπέρβαση).265
•    Ο δρόμος για την υπέρβαση του ανθρώπου δεν είναι η κατάκτηση του ξένου, αλλά η υπεράσπιση του οικείου. 270
•    Εάν στα πλαίσια αυτής της εσωτερικής έντασης η βούληση του ανθρώπου εξισωθεί με τη βούληση του κόσμου, τότε ο άνθρωπος διευρύνεται τόσο, όσο και ο κόσμος.272
•    Η επιστροφή του ανθρώπου στο απόλυτο απλό της φύσης σημαίνει την αφομοίωση της ανθρώπινης βούλησης με τη βούληση του κόσμου και τον ταυτισμό των δυο σε ένα… Τα δέντρα και τα θηρία δεν γοητεύονται ούτε ακολουθούν τη μουσική του Ορφέα, αλλά γοητεύονται και ακολουθούν το φυσικό τους, προς το οποίο έχει ταυτιστεί η βούληση του Ορφέα.274
•    Η ζωή του είναι ανύπαρκτη γιατί προσβλέπει με μάταιη ελπίδα το ασύλληπτο τέλος του μέλλοντος και παραβλέπει με πολύ αφροσύνη το συλληπτό  νόημα του παρόντος. Η θήρα του ανέφικτου προκαλεί τη λησμονιά του εφικτού. Ο άνθρωπος ζει, αλλά δεν υπάρχει.277
•    Ο μεταμορφωμένος άνθρωπος που ζει το αόρατο είναι εκείνος ο τύπος τον οποίο η δημοτική αντίληψη θεωρεί καθαρό από το βάρος της υλικής πραγματικότητας, πιστεύει γι αυτόν ότι ημπορεί να βλέπει αόρατα πράγματα και τον ονομάζει «αλαφροΐσκιωτο»… Εάν η ζωή του μεταμορφωμένου, του καθαρού, του αλαφροΐσκιωτου σκανδαλίζει, το σκάνδαλο κρέμεται σα μυλικός λίθος στο λαιμό εκείνων που σκανδαλίζονται.279