Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η Συνωμοσία της Κατσίκας (make love, not war)



Πρόσωπα
Θωμάς, Μαρίκα-Κατσίκα, Βασιλοπούλα, Βασιλιάς,Υπασπιστής
Συνωμότης α΄,Συνωμότης β΄




ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

 ( Σκηνικό στο δρόμο μιας πολιτείας. Στο βάθος φαίνεται το παλάτι. Φυτά και δέντρα σε πρώτο πλάνο.)
                                                            
Θωμάς: Έλα πια Μαρίκα, πού χάθηκες τόσην ώρα; Μη μου πεις ότι μασουλάς ακόμη! Τρως από το πρωί και κοντεύει μεσημέρι. Φτάνει πια, θα σκάσεις! Μαρίκα!
(Εμφανίζεται η Κατσίκα-Μαρίκα)
Κατσίκα:Μμμμμεεε… Καιρό είχα να φάω τόσο νόστιμο χορτάρι…
Θωμάς: Και πούσαι ακόμη…Έμαθα ότι εκεί πάνω, στο παλάτι, υπάρχει ένας μεγάλος κήπος, όπου φυτρώνει παχύ, φρέσκο χορτάρι και νόστιμες φράουλες.
Κατσίκα: Και καθόμαστε;
Θωμάς: Βρε αχόρταγο και λαίμαργο πλάσμα, κάτσε λίγο να χωνέψεις.
Κατσίκα:Ναι, έχεις δίκιο, έχω αρχίσει να νιώθω ένα βάρος...
Θωμάς: Καιρός ήταν! Ας καθίσουμε να ξεκουραστούμε και θάχουμε όλο τον καιρό για φαγητό. Γιατί κάτι μου λέει πως θα μείνουμε εδώ αυτή την Άνοιξη.
Κατσίκα:Τέλεια! Εγώ χορτάρι, εσύ φράουλες. Μιαμμμμ!
Θωμάς: Έλα λοιπόν, πάμε εκεί κάτω στον ίσκιο να ξαπλώσουμε. Επισκεπτόμαστε αύριο τον κήπο του παλατιού. Σήμερα ας μείνουμε εδώ. Είναι τόσο ήσυχα. Τι λες;
Κατσίκα:…Μμμμεεε. Λέω πως μάλλον έφαγα λίγο παραπάνω. Ούφ! Πρήστηκε η κοιλιά μου..
(Συζητάνε βγαίνοντας)
Θωμάς: Έλα, προχώρα …κατσικοβάρελο. Χαχα… Πάμε να παίξουμε και καμιά παρτίδα σκάκι.
Κατσίκα: Ουφ! Έχω βαρεθεί να σε κερδίζω…
Θωμάς: Τώρα, έτσι όπως είσαι, με την πρησμένη σου κοιλιά δεν θα σκέφτεσαι καλά και μπορεί να σε νικήσω.
Κατσίκα: Μμμεεε!

Θωμάς: Έλα να κάτσουμε κάτω από κείνο το δέντρο. Έχει ωραίο ίσκιο.


 (Μόλις κάθονται ο Θωμάς και η Κατσίκα-Μαρίκα,  έρχονται από την άλλη άκρη οι δύο συνωμότες.)
Συνωμότης α΄ : (χαμηλόφωνα) Λοιπόν εντάξει; Κατάλαβες το σχέδιο; Τι με κοιτάς σα χαζός; Σου μιλώ για την αυριανή επίθεση στο παλάτι.
Συνωμότης β΄: Αλάτι;
Συνωμότης α΄: Βρε ποιο αλάτι; Δεν ακούς τι σου λέω;
Συνωμότης β΄: Δε φταίω εγώ, εσύ  μιλάς  σιγά. Πώς  ν’ ακούσω;
Συνωμότης α΄: Και τι θες, να φωνάζω και να μας καταλάβει όλος ο κόσμος; Συνωμοσία κάνουμε, δεν κάνουμε πάρτι.
Συνωμότης β΄: Αχ, τρελαίνομαι για πάρτι!
Συνωμότης α΄: Άσε τα πάρτι τώρα και συγκεντρώσου στο σχέδιο. Αν όλα πάνε καλά, αύριο  θα είναι δικό μας το παλάτι και όλο το βασίλειο. Και σίγουρα θα πάμε καλά γιατί ο βασιλιάς με τη στενοχώρια που έχει για το χαμό της γυναίκας του, δεν πρόκειται να μας πάρει είδηση. Θα τα καταφέρουμε. Είμαστε, άλλωστε, πολλοί. Έχουμε μαζευτεί 300 αξιωματικοί και έχουμε στα χέρια μας και το μεγάλο κανόνι!
Συνωμότης β΄: Τι θα το κάνουμε το μπαλόνι;
Συνωμότης α΄: Μωρέ ποιο μπαλόνι; Ωχου, ό,τι νάναι ακούς.
Συνωμότης β΄: Εσύ δεν είπες για ένα πάρτι; Ε, θα έχει και μπαλόνι;
Συνωμότης α΄: Δεν είπα μπαλόνι! Είπα κ α ν ό ν ι. Εκείνο το μεγάλο, στις πολεμίστρες. Το γεμίσαμε μπαρούτι.
Συνωμότης β΄: Μπούτι;
Συνωμότης α΄:  Μωρέ τι μπούτι; Μπα-ρού-τι! Με κάνεις και φωνάζω…
Συνωμότης β΄: Καλά, καλά, σ’ άκουσα. Χμ…να σε ρωτήσω κάτι; Το βασιλιά και την κόρη του τι θα τους κάνουμε;
Συνωμότης α΄: Ξέρω κι εγώ; Θα τους κρατήσουμε αιχμάλωτους για λίγο, κι ύστερα βλέπουμε. Αυτό δεν μας νοιάζει και τόσο.
Συνωμότης β΄:Μας νοιάζει, πώς δε μας νοιάζει. Δηλαδή όχι ο βασιλιάς, αλλά η κόρη του…
Συνωμότης α΄: Μπα, καλοβλέπεις την πριγκίπισσα; Κοίτα μούτρα που θέλουν και πριγκίπισσα…
Συνωμότης β΄: Γιατί; Δεν κατάλαβα. Τι έχουν τα μούτρα μου;
Συνωμότης α΄: Σα πατημένος κεφτές είναι! Χαχα! Άντε, πάμε τώρα να βρούμε και τους άλλους.
(Συζητούν καθώς βγαίνουν)
Συνωμότης β΄: Στάσου, για κείνο το πάρτι που λέγαμε…
Συνωμότης α΄: Α, εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα, είσαι τελείως βλάκας…

( Οι συνωμότες φεύγουν και σηκώνονται ο Θωμάς και η Κατσίκα-Μαρίκα)
Θωμάς: Άκουσες Μαρίκα; Δεν ήρθαμε στην κατάλληλη στιγμή. Θα γίνει πόλεμος στο παλάτι.
Κατσίκα: Εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάνουν πόλεμο, αφού έχουν όσο χορτάρι και όσες φράουλες θέλουν για να είναι χορτάτοι και ευτυχισμένοι;
Θωμάς: Μακάρι νάξερα. Σκέφτομαι πάντως πως αν δεν πάμε σήμερα στον κήπο του παλατιού, αύριο δεν θα έχει μείνει τίποτε όρθιο από τις κανονιές.
Κατσίκα: Ναι, δίκιο έχεις. Πάμε απόψε να προλάβουμε.
Θωμάς: Εμπρός, λοιπόν, κυρία μου. Θα σας συνοδεύσω στον κήπο του παλατιού. Το δείπνο σερβίρεται! Χόρτα βινεγκρέτ και φράουλες αλακρέμ!
(Βγαίνουν γελώντας)


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
( Νύχτα, στον κήπο του παλατιού που έχει πλούσιο χορτάρι και μεγάλες φραουλιές γεμάτες καρπό. Κάπου φαίνεται και το μεγάλο κανόνι. Σε πρώτο πλάνο το φωτισμένο μπαλκόνι της πριγκίπισσας, στο οποίο σκαρφαλώνει μια τριανταφυλλιά με φούξια τριαντάφυλλα. Μπαίνει  ο Θωμάς.)
Θωμάς:  Να, εδώ είναι οι φραουλιές. Πω πω! Είναι οι μεγαλύτερες που έχω δει. Μμμ, και πώς μοσχοβολούν. Να μια … ωραία κοπέλα!
Πριγκίπισσα: (προβάλλει στο μπαλκόνι και τραγουδά)
          ΄Εβγα στ’ άσπρο σου μπαλκόνι
         φεγγαράκι μου μικρό…
Θωμάς: (Κοιτάζει ψηλά σα χαμένος) … Ποια είσαι; Πώς βρέθηκες εδώ;
Πριγκίπισσα: Εσύ πώς βρέθηκες εδώ, στο παλάτι και στον κήπο μου, τέτοια ώρα. Ποιος είσαι;
Θωμάς: (Ψελλίζοντας)… Με λένε Θωμά και…να…εμμμ, ήρθα να φάω τις φράουλες…εμμμ…ξέρεις δεν είμαι από δω. Δεν έχω πατρίδα. Ταξιδεύω παντού και μένω όπου έχει Άνοιξη γιατί μ’ αρέσουν οι φράουλες.
Πριγκίπισσα: Αχ, σε καταλαβαίνω. Κι εγώ λατρεύω τα φούξια τριαντάφυλλα που βγαίνουν μόνο την Άνοιξη. Να, αυτή είναι η αγαπημένη μου τριανταφυλλιά.
Θωμάς: Έλα μαζί μου Πριγκίπισσα! Θα ζούμε μια ζωή γεμάτη Άνοιξη, θα ταξιδεύουμε παντού όπου υπάρχουν φούξια τριαντάφυλλα και φράουλες.
Πριγκίπισσα: Μα, τι λες; Ο πατέρας μου μ’ έχει κλεισμένη εδώ μέσα γιατί φοβάται μην πάθω τίποτα. Ξέρεις, πέθανε η μητέρα μου, η βασίλισσα, και από τότε ο πατέρας μου τρέμει μήπως κι εγώ πάθω τίποτε.
Θωμάς: Είσαι τόσο όμορφη Πριγκίπισσα! Θέλω να σε δω από κοντά.  Άσε με να έρθω κοντά σου. Θα σκαρφαλώσω από την τριανταφυλλιά. Να…(Ξεκινά να σκαρφαλώνει)
Πριγκίπισσα: Μα τι κάνεις εκεί; Είσαι τρελός; Πρόσεχε! Μη! Θα πέσεις! Έχει αγκάθια, θα τρυπηθείς!
Θωμάς: Αουτσ! Προ- άχ!σέ- χω! (φτάνει και στέκεται κρεμασμένος στο μπαλκόνι)  Α, πόσο όμορφη είσαι! Πιο λαμπερή κι απ’ το φεγγάρι. Πιο τρυφερή από τα τριαντάφυλλα! Πόσο σ’ αγαπώ! Έλα μαζί μου, σε παρακαλώ.
Πριγκίπισσα: Μα τι λες; Είσαι τρελός;
Θωμάς: Θα έρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου, θα παντρευτούμε, θα ταξιδεύουμε, θα ζούμε μια άνοιξη ατελείωτη, μια ζωή φραουλοτριανταφυλλένια!
Πριγκίπισσα: Αχ, άδικα ονειρεύεσαι. Ο πατέρας μου δεν με παντρεύει…εύκολα. Πρέπει να παίξεις σκάκι μαζί του και να τον κερδίσεις.
Θωμάς: Κανένα πρόβλημα!
Πριγκίπισσα: Μη βιάζεσαι, άκου. Ο πατέρας μου ξέρει πολύ καλά σκάκι, δεν τον έχει κανείς νικήσει ως τώρα.
Θωμάς: Εγώ θα τον νικήσω!
Πριγκίπισσα: Ναι, αλλά αν δεν τον νικήσεις, θα…σου κόψει το κεφάλι! Έτσι έκανε σε όλους όσους με ζήτησαν και έχασαν. Ωχ, νομίζω ότι έρχεται. Φύγε!
Θωμάς: Φεύγω τριανταφυλλένια μου.  Αύριο θαρθώ να σε ζητήσω από το βασιλιά.
Πριγκίπισσα: (Μιλά, κοιτάζοντας πίσω με αγωνία)Περίμενε, στάσου! Θα σου πω ένα μυστικό(ψιθυρίζει). Όταν παίζει σκάκι ο πατέρας μου δεν θυσιάζει ποτέ τη βασίλισσά του, γιατί αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου και…Αχ, έρχεται! Καληνύχτα! (χάνεται πίσω από τις κουρτίνες)
 ( Ο Θωμάς παραμένει κρεμασμένος και ονειροπαρμένος. Έρχεται η Κατσίκα-Μαρίκα)
Κατσίκα: Μμμεε! Θωμάαα! Πού είσαι;
Θωμάς: Αχ! Εδώ πάνω.
Κατσίκα: Πού, δε σε βλέπω. (Κοιτάζει μέσα στις φραουλιές, μέσα στην μπούκα του κανονιού και αλλού) Μα, πού είσαι;
Θωμάς: Εδώ, στην τριανταφυλλιά. Αχ, Μαρίκα, την αγαπώ!
Κατσίκα: Την τριανταφυλλιά;!
Θωμάς: Είναι όμορφη, γλυκιά, τρυφερή, υπέροχη!
Κατσίκα: Η τριανταφυλλιά;
Θωμάς: Θέλω να την παντρευτώ.
Κατσίκα: Μα, την τριανταφυλλιά;!
 (Τον βλέπει ψηλά στο μπαλκόνι κρεμασμένο στην τριανταφυλλιά) Μμμεεε! Καλέ, τι κάνεις εκεί πάνω;
Θωμάς:  Η Πριγκίπισσα. Είναι μοναδική. Πιο όμορφη από το φεγγάρι. Πιο γλυκιά από τις φράουλες.
Κατσίκα: Α, γι’ αυτό βλέπω δεν τις άγγιξες …
Θωμάς: Μαρίκα, είμαι ερωτευμένος. Αν δεν την παντρευτώ δεν θα ξαναταξιδέψω, δεν θα ξαναφάω φράουλες.
Κατσίκα: Ευτυχώς που οι κατσίκες δεν ερωτεύονται. Δεν θα μου άρεσε να τρελαθώ. Ε, Θωμά, μήπως πρέπει να κατέβεις από κει πάνω;
Θωμάς: Θα μείνω εδώ όλο το βράδυ, μήπως τη δω. Αύριο θα παίξω σκάκι με το βασιλιά για να την πάρω και να φύγουμε.
Κατσίκα: Καλά, έλα, κατέβα, να το κουβεντιάσουμε.
Θωμάς: Θα με βοηθήσεις Μαρίκα;
Κατσίκα: Έλα, κατέβα, θα σε βοηθήσω. Αχ, τι τραβάω η κατσίκα!
Θωμάς: (Κατεβαίνει βιαστικός) Αλήθεια Μαρίκα, θα με βοηθήσεις; εσύ σίγουρα μπορείς να τον κερδίσεις το βασιλιά στο σκάκι. Ξέρω κι ένα μυστικό: αν αναγκάσουμε το βασιλιά να θυσιάσει τη βασίλισσά του, αυτός δεν θα το κάνει και έτσι θα τον νικήσουμε.
Κατσίκα: Μμμ, καλή πληροφορία. Λοιπόν, θα κανονίσεις να με έχεις δίπλα σου για να σου λέω τι κινήσεις θα κάνεις. Θα μιλώ στην κατσικίσια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνουν οι άλλοι.
Θωμάς: Τέλεια συνωμοσία Μαρίκα μου! Ωχ! Είπα συνωμοσία και θυμήθηκα εκείνους τους συνωμότες. Θυμάσαι, θα κάνουν επίθεση στο παλάτι αύριο! Η Πριγκίπισσα κινδυνεύει! Να και το κανόνι που έλεγαν! Μπροστά στο μπαλκόνι της! Μαρίκα, κάτι πρέπει να κάνουμε! Κοίτα, είναι γεμάτο!
Κατσίκα: Με τι είναι γεμάτο;
Θωμάς: Με μπαρούτι που θα πάρει φωτιά και θα πετάξει αυτή τη σιδερένια οβίδα για να καταστρέψει τα πάντα.
Κατσίκα:Μμμμ, η οβίδα; Αν…( Ο Θωμάς σκύβει και του ψιθυρίζει το σχέδιό της. ΄Επειτα ξεσπούν σε γέλια)
Θωμάς: Καταπληκτικό σχέδιο! Αύριο θα παντρευτώ την Πριγκίπισσα!
Κατσίκα: Κι εγώ κουμπάρα! Μμμμεεε!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

( Η βασιλική αίθουσα. Ο βασιλιάς κάθεται στο θρόνο. Μπροστά του βρίσκεται μια περίτεχνη σκακιέρα. Μπαίνει ένας υπασπιστής με ιδιόμορφη προφορά)
Υπασπιστής: Μεγαλειώτατε, τα χέβη μου. Έχει έρθει έναχ νεαρόχ που γιητά την κόρη χιαχ, την Πριγκίπιχια, γυναίκα του. Να περάχει για την παρτίδα χκάκι;
Βασιλιάς: Ξέρει πως αν χάσει, θα χάσει και το κεφάλι του;
Υπασπιστής: Μάλιχτα βαχιλιά μου, τον ενημέρωσα. Αλλά αυτόχ επιμένει.
Βασιλιάς: Ε, τότε, ας περάσει. Λυπάμαι, αλλά άλλος ένας τρελός θα πάει χαμένος.
Υπασπιστής: Ε,χμ, μεγαλειώτατε, έχει μαγί του κι ένα γιώο.
Βασιλιάς: Τι ζώο;
Υπασπιστής: Χμ, δεν κχιέρω…Χια βόδι, χια γαϊδούρι μοιάγει..
Βασιλιάς: Καλά, φέρτον μέσα.
(Ο Υπασπιστής βγαίνει και μπαίνει ο Θωμάς και η Κατσίκα-Μαρίκα)
Θωμάς: Προσκυνώ μεγαλειώτατε!
Βασιλιάς: Λοιπόν, νεαρέ, είσαι ενήμερος για τους κανόνες της παρτίδας; Ξέρεις ότι πριν από σένα έχουν χάσει το κεφάλι τους δέκα παλικάρια;
Θωμάς: Ξέρω βασιλιά μου, αλλά δε φοβάμαι, γιατί αγαπώ πολύ την Πριγκίπισσα. Θέλω μόνο να σας ζητήσω μια χάρη. Να αφήσετε την Κατσίκα-Μαρίκα να είναι κοντά μου. Ξέρετε, έχουμε μεγαλώσει μαζί από παιδιά. Είναι η μόνη συντροφιά που έχω στον κόσμο από τότε που πέθανε η μητέρα μου και θάθελα να είναι κοντά μου αυτή τη δύσκολη στιγμή.
Βασιλιάς: Χμ, καλά, αφού είναι έτσι ας μείνει. Έτσι κι αλλιώς είναι η τελευταία σου επιθυμία, αφού θα χάσεις σίγουρα. Άντε, ας αρχίσουμε, μη χάνουμε καιρό. Ξεκινάω εγώ με τα άσπρα.
(Παίρνουν θέσεις στη σκακιέρα. Σκέφτονται, κάνουν κινήσεις. Σύντομα η Κατσίκα αρχίζει μιλά, να κινείται και ο βασιλιάς νευριάζει)
Κατσίκα: Μμεεεγο!
Θωμάς: Παίζω τον πύργο.
Βασιλιάς: Σταμάτα παλιοκάτσικο, με νευριάζεις και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
Κατσίκα: Μμμεεκό!
Θωμάς: Παίζω τον αξιωματικό.
Βασιλιάς: Ε, άντε τραβήξου πιο κει, με γαργαλάει η ουρά σου ανόητη κατσίκα!
Κατσίκα:Μμμεελια!
Θωμάς: Παίζω το βασιλιά.
Βασιλιάς: Ε, όχι, αυτό πια είναι απαράδεκτο. Θα διακοπεί η παρτίδα.
Θωμάς: Μα γιατί βασιλιά μου; Η παρτίδα δεν τέλειωσε. Αν θυσιάσετε τη βασίλισσά σας μπορεί και να κερδίσετε.
Κατσίκα: Μμμεεε!
Βασιλιάς: Βούλωστο κι εσύ τριχωτό πλάσμα. Εσύ φταίς για όλα. Εσύ με νευρίασες. Η παρτίδα είπα τέλειωσε!
(Σηκώνεται και το φωνάζει, ρίχνοντας τη σκακιέρα κάτω από το θυμό του. Εκείνη τη στιγμή όμως ακούγεται μια μεγάλη κανονιά)
Βασιλιάς: Τι έγινε; Τι συνέβη; Τι ήταν αυτό; Μα…κάτι βρωμάει… Τι γίνεται εδώ;
( Μπαίνει ο Υπασπιστής αναστατωμένος)
Υπασπιστής: (Πούφ) μεγαλειώτατε, επιτρέψχτε μου (πουφ!) να αναφέρω ότι έσκασε μια κανονιά και  βρωμοκοπάει  όλο το παλάτι.
Βασιλιάς: Κανονιά; Μα, μυρίζει (πουφ) κάπως…
Θωμάς: Βασιλιά μου, επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω. Χθες ακούσαμε κάποιους να ετοιμάζουν συνωμοσία για επίθεση στο παλάτι. Σκεφτήκαμε λοιπόν με τη Κατσίκα-Μαρίκα να τους χαλάσουμε τα σχέδια. Όλο το βράδυ η Μαρίκα έτρωγε χορτάρι, έτρωγε, έτρωγε. Κι έτσι, αντικαταστήσαμε την οβίδα του κανονιού με …κατσικοκούραδα. Πολλά κατσικοκούραδα.
Βασιλιάς: Δηλαδή, η βρώμα αυτή ήταν βερβελιές;
Κατσίκα: Μμμεεεε!
Βασιλιάς: Δηλαδή εσείς σώσατε το παλάτι. Μα, τότε, χαλάλι σου η κόρη μου νεαρέ. Υπασπιστή, φέρε την Πριγκίπισσα.
Υπασπιστής: Μάλιχτα μεγαλειώτατε.(βγαίνει και έρχεται η Πριγκίπισσα)
Πριγκίπισσα: Πατέρα, τι έγινε; Τι κρότος ήταν αυτός και (πφ) τι μυρίζει έτσι;
Βασιλιάς: Λοιπόν κόρη μου, αυτός ο νεαρός, μας έσωσε από μια συνωμοσία. Γι αυτό θα τον παντρευτείς και θα σας δώσω και το μισό βασίλειο.
Πριγκίπισσα: Αχ, πατέρα, είμαι τόσο ευτυχισμένη!
Θωμάς: Βασιλιά μου, σ’ ευχαριστούμε, αλλά εμείς δεν θέλουμε να καθίσουμε στο παλάτι. Θέλουμε να ταξιδεύουμε.
Πριγκίπισσα: Ναι πατέρα, θέλουμε να ζούμε όπου υπάρχει άνοιξη και φράουλες και φούξια τριαντάφυλλα.
Βασιλιάς: Κι εγώ, μόνος θα μείνω;
Θωμάς: Μπορείς να κρατήσεις μαζί σου την Κατσίκα-Μαρίκα βασιλιά μου. Θα σου κάνει καλή παρέα. Είναι μαίτρ στο σκάκι. Αυτή μου έλεγε τι κινήσεις να κάνω στην παρτίδα που παίζαμε πριν.
Βασιλιάς: Δηλαδή, έχασα από μια… κατσίκα;
Κατσίκα: Μμμεεε!
(Όλοι γελούν και η αυλαία κλείνει)


τέλος