Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: "Οχήματα"(;)στο Στενό (παραμύθι για την κυκλοφοριακή αγωγή )




Ήταν κάποτε ένα χωριουδάκι  χτισμένο πάνω στο βουνό. Το έλεγαν Στενό, γιατί τα δρομάκια του ήταν τόσο στενά, ώστε ίσα-ίσα χωρούσαν δυο άνθρωποι. Αυτός ήταν ο λόγος που οι Στεναδίτες δεν κυκλοφορούσαν με αυτοκίνητα, αλλά με γαϊδούρια.
Στην πλατεία του χωριού υπήρχαν δυο ταβέρνες που έφτιαχναν καταπληκτικό στιφάδο με λαγούς από ντόπιο κυνήγι. Όταν με τον καιρό μαθεύτηκε και στην πόλη, άρχισαν να καταφθάνουν πελάτες. Ειδικά τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές κόσμος πολύς ανέβαινε στο Στενό και  η μικρή πέτρινη πλατεία με τις ταβέρνες γέμιζε αυτοκίνητα. Πατείς με πατώ σε γινόταν! Ένα χάος. Φρένα, κλάξον, φωνές, τρακαρίσματα, τσακωμοί.
Κάποια στιγμή το πρόβλημα έγινε τόσο σοβαρό που ο Πρόεδρος του χωριού αποφάσισε να πάρει μέτρα. Κατ’ αρχήν τοποθέτησε φανάρια και έβαλε το σήμα της υποχρεωτικής στροφής γύρω από την πλατεία. Επίσης, χάραξε λευκές παράλληλες γραμμές για να περνούν οι πεζοί. Και, το πιο σημαντικό, έκανε ένα πάρκινγκ σ’ ένα χώρο λίγο έξω από την πλατεία, στην είσοδο του χωριού.
Την τήρηση των κανόνων θα επέβλεπε ο ίδιος ο Πρόεδρος και στους παραβάτες θα επέβαλε πρόστιμα.
        Όλοι ήταν σύμφωνοι και τον συγχάρηκαν, διότι, επιτέλους, το Στενό θα έβρισκε την ησυχία του.
        Από την πρώτη κιόλας μέρα όμως άρχισαν τα προβλήματα. Το πρωί οι χωρικοί κατέβηκαν με τα γαϊδούρια τους στην πλατεία για να κάνουν τις δουλειές τους, έτσι όπως έκαναν πάντα. Και εκεί, στα φανάρια, τους περίμενε κορδωτός και αποφασισμένος ο Πρόεδρος.
        -Πού πάτε; Δε βλέπετε ότι είναι κόκκινο;
        -Ποιο κόκκινο κυρ Πρόεδρε; απόρησαν οι Στεναδίτες. Τα φανάρια είναι για τα αυτοκίνητα, όχι για τα γαϊδούρια.
        -Τα φανάρια είναι για όλα τα οχήματα, τους εξήγησε ο Πρόεδρος. «Οχήματα» λέγονται αυτά που κουβαλάνε ανθρώπους και πράγματα. Τα γαϊδούρια το ίδιο δεν κάνουν; ΄Αρα είναι κι αυτά οχήματα και πρέπει να υπακούνε στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας.
        -Μα για στάσου Πρόεδρε, του είπε ένας κτηνοτρόφος. Τα οχήματα έχουν ρόδες, ενώ τα γαïδούρια μας έχουν ποδάρια, έχουν αυτιά και ουρά. Έχουν αυτιά και ουρά τα αυτοκίνητα; Ε;
        -Πόδια, αυτιά και ουρά έχουν και τα ποντίκια. Τα ποντίκια όμως δεν θεωρούνται οχήματα, διότι δεν μεταφέρουν ανθρώπους και πράγματα, επέμενε ο Πρόεδρος. Τα γαϊδούρια όμως μεταφέρουν και ως εκ τούτου...
        -Μα τι μας λες κυρ Πρόεδρε; τον διέκοψαν κάποιοι χωρικοί θυμωμένοι. Τόσα χρόνια τα γαϊδούρια μας πάνε κι έρχονται ελεύθερα. Τώρα θα τους βάλουμε κανόνες;
        -Α, όλα κι όλα, θύμωσε ο Πρόεδρος. Αν θέλουμε οι επισκέπτες από την πόλη να σέβονται τους κανόνες, τότε πρώτοι εμείς πρέπει να τους σεβόμαστε.
        -Εγώ δεν το δέχομαι, δήλωσε νευριασμένος ο χασάπης. Θα κυκλοφορώ όπως ήξερα πάντα.
        -Τότε, θα πληρώσεις πρόστιμο, του απάντησε ο Πρόεδρος και του έδειξε το μπλοκάκι των κλίσεων.
        Οι χωρικοί κοίταξαν το μπλοκάκι με το στόμα ανοιχτό. Στο μεταξύ, τα γαϊδούρια περίμεναν στα φανάρια σταματημένα. Κάποια στιγμή ο Πρόεδρος γύρισε και τους είπε:
        -Ορίστε, κοιτάξτε, τώρα είναι πράσινο, μπορείτε να περάσετε. Είδατε πόσο απλό είναι;
        Οι Στεναδίτες κοίταζαν μια τα φανάρια, μια τα γαϊδούρια, μια το μπλοκάκι. Σκέφτηκαν λίγο, κάτι μουρμούρισαν μεταξύ τους και τελικά συμφώνησαν ότι άδικα αναστατώθηκαν. Οι καινούργιες συνήθειες έρχονται δύσκολα στην αρχή, αλλά μετά όλα είναι εύκολα.
        -Ας μη χαλάμε τις καρδιές μας, είπαν. Έτσι είναι ο πολιτισμός. Τώρα θα ξέρουμε ότι τα γαϊδούρια είναι οχήματα και όλα θα πάνε μια χαρά, θα συνηθίσουμε. Πράσινο; Περνάμε. Κόκκινο; Σταματάμε. Απλά πράγματα.
        Έλα όμως που τα πράγματα δεν ήταν και τόσο απλά. Μόλις ο μανάβης έκανε να κατέβει για να ξεφορτώσει το γαϊδούρι, ο Πρόεδρος τον σταμάτησε.
        -Ε, πού πας από κει;
        -Τι πού πάω κυρ Πρόεδρε; Στο μανάβικό μου πάω.
        -Δε βλέπεις το σήμα; Υποχρεωτική στροφή γύρω από την πλατεία.
        -Μα τι λες τώρα κυρ Πρόεδρε; είπε σαστισμένος ο μανάβης. Το μαγαζί μου είναι δω, στα δυο μέτρα κι εγώ θα κάμω ολόκληρο γύρο;
        -Έτσι λένε οι κανόνες οδικής κυκλοφορίας, του εξήγησε ο Πρόεδρος και κούνησε με νόημα το μπλοκάκι των κλίσεων.
        Τι να κάνει ο μανάβης; Πήρε το γάιδαρο κι έκανε το γύρο της πλατείας.
        Σε λίγο από τα δρομάκια του χωριού άρχισαν να κατεβαίνουν τα παιδιά για να πάνε σχολείο.
        -Στοπ! τους φώναξε ο Πρόεδρος και σφύριξε με μια σφυρίχτρα. Τώρα πια δεν θα περνάτε απ’ όπου νάναι. Θα περνάτε μόνο απ΄ αυτή τη διάβαση των πεζών. Δείτε, απ’ αυτές τις παράλληλες άσπρες γραμμές. Κι όταν περνάτε από τα φανάρια θα βλέπετε αν είναι κόκκινο ή πράσινο. Με το πράσινο περνάτε, με το κόκκινο σταματάτε και περιμένετε. Με τον «Γρηγόρη» τρέχετε και με τον «Σταμάτη» σταματάτε!
        Τα παιδιά παραξενεύτηκαν, αλλά υπάκουσαν. Τους άρεσε το νέο σύστημα, ήταν σαν παιχνίδι. Τα μεγαλύτερα μάλιστα ήταν ενημερωμένα γιατί είχαν κάνει ένα μάθημα «κυκλοφοριακής αγωγής», για να ξέρουν να κινούνται όταν πάνε στην πόλη, όπως τους είχε πει η δασκάλα.
        Κι ενώ τα παιδιά με γέλια και χαρές περνούσαν τη διάβαση, ακούστηκε η δυνατή φωνή της κυρα Μάρως της φουρνάρισσας:
        -Ε, Πρόεδρε, εγώ τώρα τι πρέπει να κάνω; Έχω το γάιδαρο, δηλαδή το «όχημα», φορτωμένο άχυρα, εγώ όμως είμαι πεζή. Θα περάσω με τους πεζούς ή με τα οχήματα;
        Ο Πρόεδρος μπερδεύτηκε. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί. Έξυσε την καράφλα του, σκέφτηκε για λίγο και έπειτα, χαρούμενος που βρήκε τη λύση, απάντησε.
        -Όταν είσαι καβάλα στο «όχημα» θα περνάτε μαζί. Ειδάλλως, εσύ θα περνάς με τους πεζούς και το γαϊδούρι με τα οχήματα.
        Έτσι η κυρα Μάρω άφησε το γαϊδούρι να περιμένει στο φανάρι και η ίδια πέρασε μόνη της από τη διάβαση των πεζών. Στάθηκε απέναντι και περίμενε να περάσει και το ζωντανό με το πράσινο των αυτοκινήτων. Αλλά αυτό, ενώ άναψε πράσινο, δεν ξεκινούσε.
        -Ου βρε, έλα, του φώναξε η κυρά του. Προχώρα! Κουνήσου!
        Τίποτα ο γάιδαρος. Ανάβει το κόκκινο, ξανά το πράσινο. Τίποτα. Το «όχημα» στεκόταν ακίνητο.
        Πάει ο Πρόεδρος να το σπρώξει. Πού να κουνηθεί ο γάιδαρος, είχε μουλαρώσει. Έρχεται κοντά του ξανά η κυρα Μάρω και τον σπρώχνει. Τίποτα ο γάιδαρος. Στεκόταν στο φανάρι φορτωμένος άχυρα με το κεφάλι κάτω και τα μάτια γεμάτα φόβο. Στο μεταξύ από πίσω του άρχισαν να μαζεύονται κι άλλοι που ήθελαν να περάσουν. Η ώρα περνούσε και τα «οχήματα» άρχισαν να γκαρίζουν,…να κορνάρουν, και οι οδηγοί να φωνάζουν, αλλά ο γάιδαρος της κυρα Μάρως, χαμπάρι.
        -Πρόεδρε, μήπως πρέπει να φωνάξουμε την Οδική Βοήθεια να τραβήξει το «όχημα» με γερανό; είπε ένας χωραταζής.
        -Ειδικά για σήμερα, είπε συγχυσμένος ο Πρόεδρος, μπορείτε να περάσετε από την άλλη μεριά της πλατείας.
        Έτσι, τα γαϊδούρια έκαναν όπισθεν και έφυγαν για τις δουλειές τους. Η κυρα Μάρω ξεφόρτωσε το γάιδαρό της, καβάλησε πάνω του και τον πήγε στο σπίτι. Μετά γύρισε, φορτώθηκε στην πλάτη της τα άχυρα και τα κουβάλησε μόνη της.
        -Είδατε πως όλα αντιμετωπίζονται όταν υπάρχει θέληση; Κάθε αρχή είναι δύσκολη, ανάσανε ανακουφισμένος ο Πρόεδρος, αλλά αμέσως σφύριξε απότομα. Ε, Λάμπρο, πού αφήνεις το «όχημα»;
        -Στο καφενείο θα κάτσω λίγο κυρ Πρόεδρε.
        -Θα το πας στο parking. Εκεί, έχει ταμπέλα με το P.
        -Το γαϊδούρι;
        -Το «όχημα»!
        -Μα έναν καφέ θα πιω κυρ Πρόεδρε.
        -Είπαμε, πρέπει να σεβαστούμε τους κανόνες. Μη μ’ αναγκάσετε να αρχίσω τα πρόστιμα.

        Έτσι λοιπόν ξεκίνησε το νέο σύστημα οδικής κυκλοφορίας στο Στενό. Τα προβλήματα δεν ξεπεράστηκαν εύκολα. Τα γαϊδούρια δεν έλεγαν να μάθουν το κόκκινο και το πράσινο. Οι χωρικοί ταλαιπωρούνταν.
        Αντίθετα, οι πελάτες από την πόλη, προσαρμόστηκαν αμέσως, γιατί ήταν μαθημένοι. Μονάχα ένας κύριος με αμάξι γκάμπριο διαμαρτυρήθηκε, όταν ένας… παρκαρισμένος γάιδαρος του έφαγε την οροφή του πολυτελούς αυτοκινήτου του. Δημιουργήθηκε τότε ζήτημα, διότι αυτός ζήτησε αποζημίωση, ο γάιδαρος όμως δεν ήταν ασφαλισμένος. Κι ο Πρόεδρος άρχισε να σκέφτεται μήπως τα «οχήματα» του χωριού έπρεπε να ασφαλιστούν και να έχουν και πινακίδες με αριθμό κυκλοφορίας.
        Πέρασε αρκετός καιρός και σιγά σιγά άνθρωποι και «οχήματα» προσαρμόστηκαν. Η καθημερινή ζωή στο Στενό κυλούσε ήσυχα. Τα Σαββατοκύριακα οι ταβέρνες μάζευαν κόσμο πολύ και το χωριό ζωντάνευε. Κάποιοι τουριστικοί οδηγοί έγραψαν για το λαγό στιφάδο και η πελατεία αυξήθηκε τόσο που άνοιξαν άλλες δυο ταβέρνες. Το χωριό ήταν στις δόξες του.
..........................
        Ώσπου εξαφανίστηκαν οι λαγοί.
        Οι κυνηγοί  επέστρεφαν με άδεια χέρια. Απελπισμένοι, γιατί χωρίς λαγούς, στιφάδο δεν γίνεται. Και χωρίς στιφάδο τι νάρθουν να κάνουν στο χωριό οι άνθρωποι της πόλης με τα αυτοκίνητά τους;
        Έτσι, το Στενό έχασε την πελατεία του κι ούτε ο Πρόεδρος, ούτε κανείς πια έδινε σημασία στους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Μόνο τα γαϊδούρια είχαν πια συνηθίσει να περνάνε από τα φανάρια και  άντε να ξεμάθουν τώρα που πια δεν θεωρούνταν οχήματα.