Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η συνωμοσία της Κατσίκας (παραμύθι- ειρήνη, σκάκι, έρωτας)







Οι δυο φίλοι
Ο Θωμάς και η Μαρίκα-Κατσίκα ήταν αχώριστοι. Μαζί μεγάλωσαν. Ο ένας καταλάβαινε τη γλώσσα του άλλου. Ο Θωμάς την κατσικίσια και η Μαρίκα-Κατσίκα την ανθρώπινη. Τελικά όμως έφτιαξαν μια δική τους γλώσσα για να συνεννοούνται. Μια γλώσσα που μόνο αυτοί οι δυο καταλάβαιναν: τα ανθρωκατσιποκικά.
Οι δυο φίλοι έπαιζαν μαζί. Το αγαπημένο τους παιχνίδι όσο ήταν μικροί ήταν το «Λύκε λύκε είσαι εδώ;» Το λύκο τον έκανε πάντα η Μαρίκα-Κατσίκα γιατί συνέχεια έχανε.
Όταν μεγάλωσαν όμως το αγαπημένο τους παιχνίδι ήταν το σκάκι. Σ’ αυτό έχανε ο  Θωμάς, διότι η Μαρίκα-Κατσίκα ήταν μετρ. Μπορούσε να παίζει με κλειστά μάτια. Έπαιζε με πάθος, έπαιζε διαρκώς, τόσο που έπαθε οξεία σκακίτιδα και όλο της το σώμα γέμισε άσπρα και μαύρα τριχωτά τετράγωνα και χρειάστηκε ένας μήνας δίχως σκάκι για να συνέλθει.
Ο Θωμάς και η Μαρίκα-Κατσίκα λάτρευαν την άνοιξη. Η Μαρίκα-Κατσίκα διότι ήταν η εποχή που όλος ο τόπος γέμιζε με τρυφερό χορτάρι κι ο Θωμάς γιατί τρελαινόταν για τις ανοιξιάτικες φράουλες. Συνέχεια ταξίδευαν από τη μια χώρα στην άλλη. Πήγαιναν όπου είχε άνοιξη. Μόλις ο καιρός έκανε να καλοκαιριάσει σ’ έναν τόπο, έφευγαν και πήγαιναν σε άλλο. Κι έτσι είχαν σε όλη τους τη ζωή άνοιξη!
Ήταν δυο αγαπημένοι και ευτυχισμένοι φίλοι. Τσακώνονταν καμιά φορά στο παιχνίδι, αλλά μετά γελούσαν με την ψυχή τους, βλέποντας τις θυμωμένες και κακομουτσουνιασμένες φάτσες τους.

Ο Θωμάς ερωτεύεται
Κάποια άνοιξη έφτασαν σε μια πολιτεία, όπου ζούσε ένας βασιλιάς που κάποτε ήταν πολύ δυνατός. Είχε μεγάλο στρατό και έκανε πολλούς πολέμους. Έτσι είχε μεγαλώσει τη χώρα του και την εξουσία του. Πέθανε όμως η γυναίκα του, η αγαπημένη του βασίλισσα, κι από τότε ζούσε θλιμμένος και απομονωμένος, με συντροφιά τη μονάκριβη κόρη του.
Ήταν νύχτα όταν ο Θωμάς και η Μαρίκα-Κατσίκα έφτασαν κοντά στο παλάτι, πεινασμένοι και κουρασμένοι. Από τον κήπο του παλατιού έφταναν οι αγαπημένες τους ευωδιές. Μιαμ! Φράουλες και τρυφερό χορτάρι!
Ένας τοίχος τους χώριζε από τον παράδεισο. Για καλή τους τύχη είχε πανσέληνο και η νύχτα ήταν ολόλαμπρη. Ο Θωμάς δε δυσκολεύτηκε να σκαρφαλώσει και η Μαρίκα-Κατσίκα δε δυσκολεύτηκε να βρει ένα πέρασμα για να τρυπώσει. Και τότε τα μάτια τους αντίκρισαν ακριβώς ό,τι ονειρεύονταν: κατακόκκινες φράουλες και καταπράσινο γρασίδι! Άρχισαν να χοροπηδάνε από τη χαρά τους και έπεσαν με τα μούτρα στο φαΐ. Έτρωγαν αρκετή ώρα και είχαν αρχίσει να πρήζονται οι κοιλιές τους όταν άκουσαν ψιθύρους μέσα στο σκοτάδι.
Ήταν κάποιοι στρατιώτες του βασιλιά, που συνωμοτούσαν και σχεδίαζαν να επιτεθούν στο παλάτι για να αποκτήσουν δύναμη και πλούτη. Καταλάβαιναν πως ο βασιλιάς ήταν πια τόσο καταβεβλημένος, ώστε δε θα μπορούσε να αντισταθεί και να τους πολεμήσει. Θα έκαναν την επίθεση την επόμενη μέρα. Συμφώνησαν μάλιστα να χρησιμοποιήσουν το μεγάλο κανόνι του κάστρου.
Όταν οι συνωμότες έφυγαν, ο Θωμάς και η Μαρίκα-Κατσίκα κοιτάχτηκαν κι αναρωτήθηκαν, γιατί κάποιοι άνθρωποι κάθονται και σκοτίζονται για παλάτια και πλούτη, όταν έχουν μπροστά τους τέτοιο θησαυρό; Και άρχισαν πάλι να τρώνε με λαιμαργία τις λιχουδιές τους.
Τότε ακούστηκε από μακριά η φωνή της πριγκίπισσας.  Τραγουδούσε τόσο γλυκά που ο Θωμάς παράτησε τις φράουλες και μαγεμένος ακολούθησε ένα μονοπάτι που τον έβγαλε κάτω από την κάμαρά της.
Την είδε που στεκόταν στο μικρό της μπαλκόνι, στο ψηλότερο μέρος του πύργου. Χωρίς να διστάσει, σκαρφάλωσε σε μια τριανταφυλλιά που έφτανε ως εκεί πάνω. Είχε πολλά αγκάθια, μα δεν τον τσιμπούσαν. Ή μπορεί να τον τσιμπούσαν, αλλά δεν τον ένοιαζε.
Ο Θωμάς έφτασε στο μπαλκόνι, κρατώντας ένα φούξια τριαντάφυλλο στο χέρι.
Η πριγκίπισσα μόλις τον είδε, ταράχτηκε. Ένιωσε όμως την αγάπη στο βλέμμα του και ησύχασε. Ήταν άλλωστε τόσο χαριτωμένος.
- Είσαι όμορφη και τραγουδάς υπέροχα, της είπε ο Θωμάς. Πόσο θα ήθελα να ζήσουμε μαζί!
- Μα ποιος είσαι; Από πού έρχεσαι; τον ρώτησε αυτή δειλά.
-Με λένε Θωμά. Είμαι ταξιδιώτης. Ταξιδεύω σ’ όποιον τόπο έχει άνοιξη, γιατί μου αρέσουν οι φράουλες.
-Τι καλά να ταξίδευα κι εγώ μαζί σου! είπε η πριγκίπισσα τρυφερά. Λατρεύω τα φούξια τριαντάφυλλα που κι αυτά βγαίνουν μόνο την άνοιξη.
-Τότε έλα να ζήσουμε μαζί, είπε ο Θωμάς με ενθουσιασμό.
Η πριγκίπισσα τον κοίταξε με μάτια γεμάτα παράπονο.
-Αλήθεια, θα το ήθελα. Να’ξερες πόσο έχω βαρεθεί κλεισμένη εδώ μέσα. Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά. Από τότε που πέθανε η μητέρα μου, ο πατέρας μου φοβάται μήπως χάσει κι εμένα και με κρατά κλειδωμένη. Δε θέλει να παντρευτώ, γι’ αυτό έχει βάλει τραγικά εμπόδια σε όποιον με ζητά σε γάμο. Μόνο αν τον κερδίσει κάποιος στο σκάκι μπορεί να με πάρει γυναίκα του. Αν χάσει, χάνει και το κεφάλι του. Κι αυτό είναι το μόνο σίγουρο, γιατί ο πατέρας μου, ξέρεις, είναι ανίκητος στο σκάκι.
Ο Θωμάς αντί να φοβηθεί ενθουσιάστηκε.
-Μα για μένα αυτό είναι πανεύκολο! Θα νικήσω σίγουρα. Πάω αμέσως κιόλας να καταστρώσω τα σχέδιά μου.
-Στάσου, είναι επικίνδυνο, δεν καταλαβαίνεις; Ο πατέρας μου δεν έχασε ποτέ, είπε τρομαγμένη η πριγκίπισσα.
-Ήρθε λοιπόν η στιγμή να χάσει! απάντησε με πείσμα ο Θωμάς.
-Ε, τότε, αφού είσαι αποφασισμένος, θα σου πω κάτι, του ψιθύρισε εμπιστευτικά η πριγκίπισσα. Κάτι που πιστεύω πως θα σε βοηθήσει. Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου. Γι αυτό όταν παίζει σκάκι, δε θυσιάζει ποτέ τη βασίλισσά του.
-Χρήσιμη πληροφορία, σ’ ευχαριστώ! Θα τα πούμε αύριο. Καληνύχτα! φώναξε ο Θωμάς και κατέβηκε βιαστικός την τριανταφυλλιά.

Η συνωμοσία της Μαρίκας-Κατσίκας
Βρήκε τη Μαρίκα-Κατσίκα ξαπλωμένη μέσα στα χόρτα να κοιτάζει ήρεμη και χορτάτη το φεγγάρι. Όταν τον είδε να τρέχει, νόμιζε πως ήθελε να παίξουν το «Λύκε λύκε είσαι εδώ;». Μα αυτή τη φορά ο Θωμάς δεν ήθελε παιχνίδια. Η υπόθεση ήταν σοβαρή.
Κάθισαν ανάμεσα στις φράουλες και στα χορτάρια και σχεδίασαν προσεκτικά τι θα έκαναν την επόμενη μέρα. Ο Θωμάς έπρεπε οπωσδήποτε να κερδίσει, γι’αυτό θα πήγαιναν μαζί να παίξουν σκάκι με το βασιλιά. Κανείς δεν θα υποψιαζόταν μια κατσίκα κι έτσι αυτή θα τον βοηθούσε να νικήσει, λέγοντάς του τις σωστές κινήσεις στα ανθρωκατσιποκικά, στη γλώσσα που μόνο οι δυο τους καταλάβαιναν. Είχαν  και την πληροφορία που τους έδωσε η πριγκίπισσα κι έτσι θα νικούσαν γρήγορα.
Ξαφνικά θυμήθηκαν τους συνωμότες και την επίθεση που σχεδίαζαν για την αυριανή μέρα. Αυτό θα χαλούσε τα σχέδιά τους, άσε που η πριγκίπισσα κι ο πατέρας της κινδύνευαν. Έπρεπε οπωσδήποτε κάτι να κάνουν. Αν ο Θωμάς πήγαινε και μιλούσε στο βασιλιά, σίγουρα  δεν θα τον πίστευε, γιατί θα νόμιζε πως είναι κόλπο για να του πάρει την κόρη. Πώς θα μπορούσαν να σταματήσουν μόνοι τους τη συνωμοσία;
Σκέφτηκαν πολύ ώσπου κάποια στιγμή η Μαρίκα-Κατσίκα είχε μια ιδέα και μόλις την είπε στο Θωμά, άρχισαν να κυλιούνται και οι δυο στο χορτάρι ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Η λύση είχε βρεθεί! Θα έκαναν κι αυτοί τη δική τους συνωμοσία.

Ο μεγάλος αγώνας σκακιού
Την άλλη μέρα ο Θωμάς παρουσιάστηκε στο βασιλιά και του ζήτησε την κόρη του. Ο βασιλιάς τον κοίταξε παραξενεμένος. Ο νέος αυτός του φαινόταν πολύ φτωχός, αλλά ευγενικός. Λυπόταν να του πάρει το κεφάλι, γι’ αυτό προσπάθησε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη.
Ο Θωμάς όμως επέμενε να παίξουν σκάκι για να κερδίσει την όμορφη πριγκίπισσα. Ζήτησε μόνο μια χάρη: να έχει μαζί του την  αγαπημένη του Μαρίκα-Κατσίκα. Ο βασιλιάς δέχτηκε. Έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε, ο νεαρός θα έχανε το κεφάλι του, ας του έκανε λοιπόν μια τελευταία χάρη.
Σε λίγο όλα ήταν έτοιμα για την αναμέτρηση. Ο αγώνας θα γινόταν στην αίθουσα του θρόνου, με τη βασιλική σκακιέρα, που την είχε κατασκευάσει ένας Θιβετιανός καλόγερος, δουλεύοντας είκοσι ολόκληρα χρόνια. Τα λευκά της τετράγωνα ήταν φτιαγμένα από πεντελικό μάρμαρο και τα μαύρα από χιώτικη θαλασσινή πέτρα. Τα άσπρα πιόνια της ήταν από αλάβαστρο που έλαμπε και τα μαύρα από έβενο που μοσχοβολούσε. Δεν ήταν μεγάλα, όμως ήταν σκαλισμένα με απίθανες λεπτομέρειες.  Κάθε στρατιώτης είχε ξεχωριστή μορφή, σαν άνθρωπος έτοιμος να σου μιλήσει. Τα άλογα είχαν όψη άγρια, με μάτια από γυαλιστερό κρύσταλλο. Οι αξιωματικοί κρατούσαν χάλκινη ασπίδα, στολισμένη με φίλντισι. Οι πύργοι είχαν πολεμίστρες από κοράλλι. Οι βασιλιάδες φορούσαν στέμμα στολισμένο με ρουμπίνια και κρατούσαν ασημένιο σκήπτρο. Κι οι βασίλισσες ήταν ντυμένες με ελεφαντόδοντο, κρύσταλλο και χρυσά πλουμίδια. Στο κεφάλι φορούσαν διαμαντένια κορόνα και το πρόσωπό τους ήταν κεχριμπαρένιο!
Οι δυο αντίπαλοι στάθηκαν μπροστά στην πολύτιμη σκακιέρα. Ο βασιλιάς πήρε τα λευκά πιόνια και ο Θωμάς τα μαύρα. Πλάι  στο βασιλιά στέκονταν δυο αξιωματούχοι και δίπλα στο Θωμά στεκόταν η Μαρίκα-Κατσίκα. Στο βάθος της αίθουσας ήταν καθισμένη η πριγκίπισσα, έτσι ώστε να μπορεί να παρακολουθεί και τους δυο παίκτες. Η αγωνία της ήταν μεγάλη. Έτρεμε στην ιδέα πως ο Θωμάς μπορεί να έχανε και να του έκοβαν το κεφάλι.
Ο αγώνας ξεκίνησε. Ο βασιλιάς έκανε σίγουρες και γρήγορες κινήσεις. Ήταν πράγματι εξαιρετικός παίκτης. Ο Θωμάς χρειαζόταν πιο πολύ χρόνο για να σκεφτεί, αλλά δεν τα πήγαινε άσχημα. Ώσπου κάποια στιγμή το άλογο του βασιλιά, θαρρείς χλιμιντρίζοντας, όρμησε απειλητικά στην περιοχή του Θωμά. Η θέση του νέου ήταν πολύ δύσκολη. Μα, είχε βοηθό!
-Μεε- κοοο, είπε η Μαρίκα-Κατσίκα.
Κανείς δεν έδωσε σημασία σε μια κατσίκα που βελάζει, ο Θωμάς όμως κατάλαβε και κίνησε το μαύρο αξιωματικό του. Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε. Δεν το περίμενε. Σκέφτηκε λίγο και μετά κίνησε το λευκό πύργο του.
-Μεε-νιιι, είπε τότε η Μαρίκα-Κατσίκα στο Θωμά κι αυτός προχώρησε το τρίτο του πιόνι.
Ο βασιλιάς απάντησε, κάνοντας μια εύστοχη κίνηση με ένα λευκό μουστακαλή στρατιώτη.
-Μεε-γοοο, είπε η  Μαρίκα-Κατσίκα και ο Θωμάς προχώρησε το μαύρο πύργο του.
Αυτή η κίνηση ανησύχησε το βασιλιά. Κατάλαβε ότι ο αντίπαλός του δεν ήταν συνηθισμένος. Έπρεπε να είναι λοιπόν πιο προσεκτικός.
Την επόμενη κίνησή του τη σκέφτηκε πολύ καλά. Μετακίνησε κι αυτός το λευκό πύργο του και πήρε ένα μαύρο πιόνι από τον αντίπαλό του. ΤΟ παιχνίδι γινόταν πολύ σκληρό.
Η πριγκίπισσα είδε το Θωμά να μένει σκεφτικός αρκετή ώρα και φοβήθηκε πως θα έχανε το παιχνίδι. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την αγωνία. Όχι, δεν θα άφηνε να τον σκοτώσουν. Ήταν έτοιμη να ορμήσει πάνω στη σκακιέρα και να τους πει να σταματήσουν, όταν ακούστηκε η Μαρίκα-Κατσίκα να λέει:
- Μεεε-ποοοο, οπότε ο Θωμάς πήρε αμέσως το μαύρο ίππο του και τον μετακίνησε αποφασιστικά.
Ο βασιλιάς γούρλωσε τα μάτια του. Αυτό δεν το περίμενε. Ο νεαρός του απειλούσε τη βασίλισσα! Σάστισε, δεν ήξερε τι να κάνει. Ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το μέτωπό του. Έβλεπε πως , αν θυσίαζε τη βασίλισσα, θα κέρδιζε τον αγώνα, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει αυτό. Δεν ήθελε να το κάνει! Όμως, από την άλλη, αν δεν το έκανε, θα έχανε και τον αγώνα και την κόρη του. Ω, ήταν σε πολύ δύσκολη θέση!
Νευριασμένος και απελπισμένος σηκώθηκε απότομα, ρίχνοντας κάτω τη σκακιέρα.
-Αυτή η παρτίδα είναι άκυρη! φώναξε.
-Μα βασιλιά μου, εσείς εγκαταλείπετε τον αγώνα, είπε ευγενικά και με θάρρος ο Θωμάς. Εγώ έπαιξα κανονικά. Ήταν δική σας σειρά να κάνε τε κίνηση και…
-Πώς τολμάς και μου αντιμιλάς; τον διέκοψε άγρια ο βασιλιάς, ενώ κουνούσε τα χέρια του και πηγαινοερχόταν ανεμίζοντας τη μεταξένια του κάπα, απειλώντας και φωνάζοντας. Με τον τρόπο αυτό νόμιζε πως θα τρόμαζε το Θωμά και θα τον έκανε να τα παρατήσει.
- Ο αγώνας αυτός είναι άκυρος! Πάει και τελείωσε! συνέχιζε να φωνάζει, ενώ τα πολύτιμα πιόνια βρίσκονταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Ήταν τόσο δυνατή η φωνή του που νόμιζες πως βρόνταγε, πως έπεφταν κανονιές…
Κι όμως, αυτό που ακούστηκε ήταν πράγματι σαν κανονιά, αλλά δε βγήκε από το στόμα του βασιλιά. Ήταν ένας παράξενος, δυνατός θόρυβος!
Σπλιατσμπλούφ!
Ερχόταν από τη μεριά του κάστρου. Οι συνωμότες είχαν βαρέσει μια κανονιά ενάντια στο παλάτι, αλλά το κανόνι δεν έβγαλε φωτιά, δεν γκρέμισε και δεν έκαψε τίποτε. Είχε μάλιστα μια μυρωδιά παράξενη. Δε μύριζε μόνο μπαρούτι, μύριζε και κάτι άλλο… Κάτι σαν… κουτσουλιές!
Το μεγάλο κανόνι ήταν γεμάτο με κατσικίσιες κουτσουλιές και τις εκτόξευε ενάντια στο παλάτι! Ένας πανικός απλώθηκε στην αίθουσα. Όλοι έτρεχαν στα μπαλκόνια να δουν τι συμβαίνει κι έκλειναν τις μύτες τους από τη βρώμα. Ο Θωμάς και η Μαρίκα-Κατσίκα όμως είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια.
Ο βασιλιάς και η πριγκίπισσα τούς κοίταξαν με απορία και τότε ο Θωμάς τους εξήγησε για τη συνωμοσία. Τους είπε για τη Μαρίκα-Κατσίκα που έτρωγε χορτάρι όλη τη νύχτα για να κάνει μπόλικες κουτσουλιές και μ’αυτές να γεμίσουν κρυφά τη μπούκα του κανονιού, αφού έβγαλαν την οβίδα. Και, τέλος, τους αποκάλυψε πως στην πραγματικότητα ήταν η Μαρίκα-Κατσίκα που έπαιξε σκάκι με το βασιλιά, αφού αυτή όριζε τις κινήσεις στη μυστική τους γλώσσα.
- Δηλαδή, θέλεις να πεις πως στριμώχτηκα από ένα παλιοκάτσικο; Ρώτησε αγριεμένος ο βασιλιάς. Αμέσως μετά όμως άρχισε να γελά δυνατά, να γελά με την ψυχή του. Μαζί του γέλασαν κι οι άλλοι και πιο δυνατά απ’ όλους η Μαρίκα-Κατσίκα.

Κι έζησαν αυτοί καλά…
Ο βασιλιάς δέχτηκε να δώσει στο Θωμά την κόρη του για γυναίκα. Και για να τον ευχαριστήσει που τους έσωσε , του χάρισε και το βασίλειό του.
Όμως ούτε ο Θωμάς, ούτε η πριγκίπισσα ήθελαν να ζήσουν στο παλάτι. Έμειναν όσο κρατούσε η άνοιξη. Μετά αποφάσισαν να φύγουν ,να ταξιδέψουν σε άλλη χώρα, όπου θα έβρισκαν φράουλες και φούξια τριαντάφυλλα. Θα ξαναγύριζαν την επόμενη άνοιξη.
Στο παλάτι έμεινε ο βασιλιάς. Αλλά δεν ήταν μόνος. Είχε για συντροφιά του κάποιον που ήξερε να παίζει σκάκι τόσο καλά όσο κι αυτός: τη Μαρίκα-Κατσίκα!