Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Ο Στέλιος και η Λορίτα (παραμύθι για την Ελευθερία)







  1.  Ο ΜΙΚΡΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ
Το συζητούσαν όλοι και περίμεναν με λαχτάρα. Τι σπουδαίο αλήθεια! Ένας μεγάλος παπαγάλος που θα μιλάει. Θα μιλάει σαν άνθρωπος! Κι έλεγε ο καθένας τα δικά του: πως θα λέει καλημέρα κάθε πρωί και καληνύχτα κάθε βράδυ. Πως θα λέει στους επισκέπτες όσα μυστικά ακούει στο σπίτι. Πως θα τους τραγουδάει. Μίλαγαν, μίλαγαν, σαν να επρόκειτο για κανένα σπουδαίο πρόσωπο.
Και μέσα στη λαχτάρα τους σημασία δεν έδιναν στο Στέλιο. Στο ξύλινο κινέζικο κλουβί του, κρεμασμένα σε μια γωνιά της κουζίνας κοντά στο παράθυρο, τριγύριζε νευρικά όλη μέρα. Από τον πάτο του κλουβιού του ανέβαινε, ανέβαινε κι έφτανε στην κορυφή με την κοιλιά προς τα πάνω. Κι ύστερα πάλι κάτω, από την άλλη μεριά. Αυτό το γύρο τον έκανε σαν τον πιο σπουδαίο ακροβάτη του κόσμου, ακούραστα, ασταμάτητα όλη μέρα. Γύρω τριγύρω, πάνω κάτω, δεξιά αριστερά. Όλοι τον λέγαν νευρικό και διασκέδαζαν να τον βλέπουν, όμως ο Στέλιος είχε το σκοπό του.
Τώρα λοιπόν που περίμεναν αυτό το σπουδαίο παπαγάλο, κανείς δε γύριζε να δει το μικρούλη Στέλιο. Καλά που ήταν κι η γιαγιά και τούβαζε λίγο φαγητό και νερό κάθε πρωί.
Κι όμως, κάποτε κι αυτόν με τέτοια λαχτάρα τον περίμεναν. Του είχαν έτοιμο το όμορφο κλουβί του, με μια μεγάλη κούνια στην κορυφή κρεμασμένη, με μπόλικο φαγητό και νερό. Κι όταν τον έφερε ο παππούς έκαναν όλοι τόση χαρά. Τριγύρισαν το κλουβί κι άρχισαν να του λένε χίλια δυο. Τον βγάλανε Στέλιο, γιατί έτσι έλεγαν τον παππού.
Όμως ο Στέλιος είχε πάρει μιαν απόφαση προτού ακόμα τον φέρουν στο σπίτι. Κι όσο κι αν τον περιποιούνταν δεν την άλλαζε. ΘΑ ΤΟ ΕΣΚΑΓΕ.  Γι αυτό τριγυρνούσε ασταμάτητα, ακούραστα στο κλουβί του όλη μέρα, από τη μιαν άκρη στην άλλη. Έψαχνε να βρει κανένα χώρισμα ανάμεσα στα κάγκελα που να τον χωράει για να φύγει από κει. Κι αυτή η κούνια, πόσο τον νευρίαζε! Τον εμπόδιζε στα τριγυρίσματά του. Τι του τη βάλανε δηλαδή; Για να διασκεδάζει τη σκλαβιά του; Αμ δε, ό,τι κι αν έκαναν, αυτός δεν θα σταματούσε να προσπαθεί για την απόδρασή του.
Και τώρα που κανείς δεν τον πρόσεχε το Στέλιο, δεν τον ένοιαζε καθόλου. Αντίθετα, του έδινε μεγάλη χαρά, γιατί έτσι μπορούσε να κάνει  ήσυχος τις δοκιμές του. Να χώνει το κεφαλάκι του ανάμεσα στα κάγκελα για να υπολογίζει την απόσταση. Κι ακόμη χαιρόταν στην ιδέα πως θα έχει ένα φίλο κοντά του, να συζητάνε, να μελετάνε και να καταστρώνουν μαζί το σχέδιο της απόδρασής τους. Κι όπως λένε, ο άλλος θα είναι πολύ έξυπνος, αφού μπορεί κιόλας να μιλάει σαν άνθρωπος. Οπότε, θα βρει καμιά γρήγορη κι εύκολη λύση να το σκάσουν. Έτσι σκεφτόταν ο Στέλιος και δε σταματούσε να τριγυρίζει όλη μέρα και να περιμένει κι αυτός όπως και όλοι.

  1.  Η ΛΟΡΙΤΑ ΦΤΑΝΕΙ
Ώσπου, η μέρα η σπουδαία έφτασε. Έφτασε και ο σπουδαίος παπαγάλος. Κι έγινε στο σπίτι μια τέτοια φασαρία! Όλοι σπρώχνανε να δουν τον παπαγάλο, τριγύριζαν το μεγάλο κλουβί, τον ρωτούσαν χίλια δυο για να τους απαντήσει. μα εκείνος καθόταν ακίνητος και δεν έβγαζε τσιμουδιά. Κι είπαν πως επειδή του μιλάνε όλοι μαζί δεν απαντάει, τα χάνει. Ο μπαμπάς τον ρώτησε αυτά που του είχε πει ο ναυτικός που του τον πούλησε:
- Πώς σε λένε;
Και τι θαύμα! Ο παπαγάλος μίλησε και είπε:
-Λορίτα.
Κι ο μπαμπάς ξαναρώτησε:
- Με ποιο καράβι ήρθες;
Και δεύτερο θαύμα! Ο παπαγάλος απάντησε ξανά:
-Με το «Ροζαλίν».
Ξεφάντωμα , παλαμάκια, φωνές. Και ξαφνικά ο παπαγάλος άρχισε να μιλάει μια παράξενη γλώσσα. Ήταν φανερό ότι δεν έλεγε σαχλαμάρες, αλλά μιλούσε μια ξένη γλώσσα, ίσως τη γλώσσα της πατρίδας του. Μέσα σ’ εκείνες τις άγνωστες κουβέντες ξεχώριζε μόνο ένα όνομα: «Πέντρο». Κανείς δεν καταλάβαινε τίποτε άλλο.
Ο Στέλιος με αγωνία είχε βγάλει τη μυτίτσα του από τα κάγκελα και προσπαθούσε να δει τον καινούργιο του σύντροφο. Δεν έβλεπε την ώρα να μείνουν μόνοι για να του πει το σχέδιό του και τις πληροφορίες του. Μπορεί η Λορίτα να είναι ένας σοφός παπαγάλος, μα ο Στέλιος ήξερε όσες πληροφορίες τους χρειάζονταν για το φευγιό τους. Πως η καλύτερη ώρα για να το σκάσουν είναι το πρωί κατά τις 11, τότε που όλοι λείπουν και η γιαγιά είναι απασχολημένη με το μαγείρεμα. Πως θα βγουν από το παράθυρο της κουζίνας που η γιαγιά το αφήνει μισάνοιχτο πάντα από την αριστερή μεριά. Πως μόλις βγουν από το παράθυρο θα πάνε να κάτσουν απέναντι στον ευκάλυπτο. Εκεί κάθονται πάρα πολλά πουλιά και θα τους βοηθήσουν για τα παραπέρα.
Όλα αυτά κι άλλες πολλές λεπτομέρειες ο Στέλιος τις γύριζε στο μυαλό του και περίμενε με αγωνία να τις συζητήσει με τη Λορίτα. Για την ώρα δεν μπορούσε καλά καλά ούτε να τη δει από τον κόσμο που την τριγύριζε. Ήρθαν κι άλλα παιδιά από τη γειτονιά και μιλούσαν όλοι μαζί και φώναζαν και γελούσαν. Τόση φασαρία γύρω από ένα κλουβί! Α, όχι! Ο Στέλιος δεν θα ήθελε ποτέ να είναι στη θέση της Λορίτας. Ούτε που πρόλαβε να αγγίξει το φαγητό της η κακομοίρα. Κι ήταν και κουρασμένη από το ταξίδι. Πού να μπορέσει να ξεκουραστεί με τόση φασαρία.
Μονάχα αργά το βράδυ έφυγαν όλοι. Και στην κουζίνα έμειναν μόνοι ο Στέλιος και η Λορίτα. Επιτέλους! Ο Στέλιος δεν ήξερε από πού να αρχίσει. Είχε τόσα να της πει. Μα ντρεπόταν λιγάκι, ένας μικρός και ασήμαντος παπαγάλος μπροστά στη μεγάλη και σπουδαία Λορίτα. Τον έπιασε ο φόβος, μήπως δεν τον καταδεχτεί. Μήπως δεν γυρίσει καν να του μιλήσει. Ας γίνει ό,τι γίνει. Ο Στέλιος θα έκανε την αρχή. Θα της ζητούσε τη φιλία και τη συνεργασία της. Τέντωσε το λαιμάκι του , πήρε όλο το θάρρος και άρχισε:
- Γειά σου Λορίτα…
Τίποτε. Η Λορίτα είχε αποκοιμηθεί. Στη θέση που καθόταν όταν την τριγύριζε ο κόσμος, εκεί στην ίδια θέση την πήρε ο ύπνος. Είχε κάνει τόσο μεγάλο ταξίδι από τη μακρινή της πατρίδα. Είχε περάσει τόσες συγκινήσεις, τόσος κόσμος, τόση φασαρία.
Ο Στέλιος ανακουφίστηκε. Καλύτερα έτσι. Αύριο θα της μιλήσει, που θα έχει πιο πολύ θάρρος. Την κοιτούσε με θαυμασμό. Είχε το ίδιο χρώμα με το δικό του. Μα  στην ουρά της είχε κάτι υπέροχα χρυσαφιά φτερά. Όλο το υπόλοιπο σώμα της ήταν καταπράσινο, ένα βαθύ πράσινο. Να, τέτοιο πράσινο ονειρευόταν να βρει ο Στέλιος στα δέντρα, στα δάση, στα βουνά που θα σεργιάναγε ελεύθερος. Χαιρόταν που είχε κι αυτός πράσινο χρώμα. Την κοίταξε καλύτερα. Ήταν πολύ όμορφη, πέντε φορές πιο μεγάλη από αυτόν. Μα εκείνο που του άρεσε πιο πολύ ήταν ένα μικρό κατακόκκινο φτερό μπροστά στο στήθος της.
Κι όπως την κοίταζε και τη θαύμαζε, κλείσανε βαριά τα ματάκια του. Κι εκεί, με το κεφαλάκι του ανάμεσα στα κάγκελα να κοιτάζει τη Λορίτα , τον πήρε ο ύπνος.
  1.  Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ
 Το πρωί τον ξύπνησε ένα σιγανό κλάμα. Πετάχτηκε πάνω και η καρδούλα του χτύπησε τρελά:
- Η μάνα μου!, σκέφτηκε με λαχτάρα.
Ω, θα θυμόταν πάντα αυτό το σιγανό κλάμα της μάνας του όταν τον παίρνανε από κοντά της. Τα μαύρα ματάκια του κοίταξαν τριγύρω με αγωνία. Πουθενά η μάνα του. Μα τότε, ποιος; Η Λορίτα! Έκλαιγε η Λορίτα! Αυτός ο σπουδαίος, μεγάλος παπαγάλος έκλαιγε! Κι ο μικρούλης Στέλιος δεν ήξερε τι να κάνει. Μήπως δεν έπρεπε να της μιλήσει; Μήπως έπρεπε να την αφήσει μόνη ; Μα πάλι τη λυπόταν, ίσως μπορούσε να τη βοηθήσει. Αυτός ποτέ του δεν είχε κλάψει. Και τότε, εκείνη την αξέχαστη μέρα που τον πήραν από τη μάνα του, την άκουγε που έκλαιγε κι η λύπη του ήταν απέραντη, όμως αυτός δεν έκλαιγε, γιατί θα το έσκαγε, τόχε πάρει απόφαση. Κι αυτή η απόφαση του έδινε δύναμη.
-Γειά σου Λορίτα, έκανε την αρχή δειλά.
Εκείνη τον κοίταξε με μισόκλειστα τα λυπημένα της μάτια.
- Γειά σου, ποιος είσαι;
-Είμαι ο Στέλιος. Και θέλω να γίνουμε φίλοι. Πες μου, τι έχεις; Ίσως μπορώ να σε βοηθήσω. Βέβαια εσύ είσαι σπουδαίος και μεγάλος παπαγάλος , μα κάτι μπορώ να κάνω κι εγώ για σένα τώρα που έχεις στενοχώρια.
- Δεν είμαι ούτε σπουδαία, ούτε μεγάλη. Στο σώμα είμαι μεγάλη , μα στην ηλικία είμαι πολύ μικρή. Κι όσο για τη γλώσσα, απλώς , αντί να κελαηδάω όπως οι άλλοι παπαγάλοι, εγώ μιλώ. Μα μόνο τη γλώσσα της πατρίδας μου. Ελληνικά ξέρω μόνο το όνομά μου και το όνομα του καραβιού που με πήρε από την πατρίδα μου.
Κι εδώ η Λορίτα άρχισε να κλαίει και πάλι. Κι ο Στέλιος κατάλαβε τώρα τον πόνο της. Πήρε θάρρος και  άρχισε να της μιλάει. Της είπε πως δεν θα μείνουν εδώ για πολύ και να μη στενοχωριέται. Έχει αυτός σχέδιο να φύγουν, να το σκάσουν. Της είπε για το ανοιχτό παράθυρο στην αριστερή μεριά και για τον ευκάλυπτο. Άνοιξε το στοματάκι του και της μίλαγε, της μίλαγε. Της είπε για τη λεύτερη ζωή τους. Εκεί που το πράσινό τους χρώμα θα μπλεκόταν με τα δέντρα, τα δάση, τα βουνά. Της είπε και για τη μάνα του πως μια φορά που πήγε να το σκάσει κάποιος την πρόλαβε, έκλεισε το παράθυρο κι έτσι την κυνήγησαν και την έπιασαν μέσα στο σπίτι και την έκλεισαν πάλι στο κλουβί. Όμως αυτοί θα φύγουν το πρωί που δεν είναι κανένας. Θα βρουν κάποια τρύπα στο κλουβί τους, κάποιο μεγάλο χώρισμα, θα χωθούν, κι έπειτα όλα να είναι εύκολα. θα…
Ο Στέλιος είχε ανοίξει την καρδούλα του και μίλαγε, μίλαγε… Δεν έβλεπε που η Λορίτα τον κοίταζε ακόμα με εκείνα τα λυπημένα της μάτια. Κι όταν το κατάλαβε, τα λεύτερα δάση έφυγαν απότομα από μπρος του και είδε πως βρισκόταν ακόμα μέσα στο ξύλινο κλουβί του. Ώστε η φίλη του δεν τον πίστευε, ώστε δεν θα τον βοηθούσε, ώστε πάλι θα ήταν μόνος…
Κάμποσες ώρες έμειναν σιωπηλοί. Έπειτα η Λορίτα μίλησε σα να μιλούσε πιο πολύ στον εαυτό της:
- Μα εγώ κρυώνω εδώ. Κρυώνω πολύ. Δεν μπορώ να ζήσω στην Ελλάδα, σε όποια δάση, σε όποια βουνά της. Εγώ μόνο στη ζεστή Νικαράγουα μπορώ να ζήσω. Πάνω στο μικρό κλαδάκι που κρατούσε στο χέρι του ο Πέντρο και με γύριζε παντού, συντροφιά του. Μα η οικογένεια του Πέντρο ήταν φτωχή, γινόταν ένας τρομαχτικός πόλεμος, πείνα, θάνατοι. Γι αυτό ο πατέρας του Πέντρο με πούλησε σε ένα ναυτικό. Με πήραν από το χεράκι του Πέντρο, έτσι, καθισμένη στο κλαδάκι. Ω, δεν θα ξεχάσω ποτέ το κλάμα του μικρού μου φίλου. Είχε γαντζωθεί πάνω στον πατέρα του και τον παρακαλούσε να μη με πουλήσει. Τότε πήρα κι εγώ την απόφαση να το σκάσω. Όμως δεν πρόλαβα. Με έβαλαν γρήγορα σε αυτό το μεγάλο, σιδερένιο κλουβί, θαρρείς και κατάλαβαν τη σκέψη μου. Έπειτα στο καράβι, ένα ατέλειωτο ταξίδι στη θάλασσα και νάμαι…. Τώρα και να το σκάσω τι θα κάνω; Εδώ να ζήσω δεν μπορώ. Μα και πίσω να γυρίσω δεν ξέρω.
Κι άρχισε πάλι να κλαίει. Σιγανά, παραπονεμένα.
-Μα μην απελπίζεσαι, πήρε πάλι θάρρος ο Στέλιος. Θα πάμε στο λιμάνι. Το καράβι που σε έφερε το ξέρουμε, λέγεται «Ροζαλίν». Δε θάναι δύσκολο να το βρούμε. Θα ανεβείς πάνω του και θα σε ταξιδέψει στην πατρίδα σου. Βλέπεις, όλα μπορούν να γίνουν, αρκεί να μην απελπίζεσαι.
Θάλεγε κι άλλα ο Στέλιος, μα έφερε η γιαγιά το φαγητό και το νερό τους κι έτσι σταμάτησε. Κι ούτε μίλησε όλη μέρα πια. Σκεφτόταν κι άφησε και τη Λορίτα να σκεφτεί και να αποφασίσει.
Αυτός την απόφασή του την είχε πάρει. Είτε μόνος του, είτε με παρέα, θα έφευγε. Η λευτεριά , τόξερε, είχε και τις δυσκολίες της. Μπορεί να περνούσε μέρες δίχως να βρει τίποτα να φάει, ιδιαίτερα το χειμώνα. Στο κλουβί είχε πάντοτε ζεστασιά και φαΐ  και νερό. Ναι, μα δεν είχε τα χιλιάδες άλλα πουλιά συντροφιά του, τα δέντρα, το ελεύθερο πέταγμα από κλαδί σε κλαδί. Κι έτσι λεύτερος να κελαηδάει για όλη τη φύση, για όλο τον κόσμο κι όχι μονάχα για τη γιαγιά και την κουζίνα της. Όλα αυτά ήταν πιο σπουδαία. Με το φαγητό θα τα βόλευε. Κάτι θα έβρισκε εκεί έξω. Βλέπει τους σπουργίτες που όλο και κάτι βρίσκουν στο μπαλκόνι και τσιμπολογάνε. Όχι, αυτός δεν τη φοβότανε τη λευτεριά όπως η Λορίτα.
Αχ, η Λορίτα! Την έβλεπε που κρύωνε τόσο πολύ. Άκουγε κάπου κάπου το παραπονεμένο της κλάμα και τη λυπόταν. Γιατί ήξερε πως αυτή τη στιγμή η φαντασία της την έπαιρνε μακριά από το παγωμένο της κλουβί, τη σεργιάναγε στην πατρίδα της, πάνω στο κλαδάκι που το κρατά ένα παιδικό χεράκι. Και τη λυπόταν γιατί  όταν αυτός πετούσε με τη φαντασία του στα δάση, το πίστευε πως θα τη ζήσει αυτή την πολυπόθητη μέρα. Μα η Λορίτα ζούσε την ανάμνηση της πατρίδας της και δεν πίστευε πως κάποτε θα γύριζε και κόλλαγε η σκέψη της σε ένα παιδικό χεράκι που θα έμενε αδειανό και θλιμμένο.
Τότε ο Στέλιος πήρε την απόφαση: Θα τη βοηθούσε να το σκάσει.
-Λορίτα, μη στενοχωριέσαι άλλο. Θα το σκάσω εγώ και θα πάω στο λιμάνι. Θα μάθω πότε πάει το «Ροζαλίν» στη Νικαράγουα και θάρθω να σου πω. Και τότε, θα φύγεις κι εσύ!
Της μιλούσε με τέτοια λαχτάρα! Μα εκείνη δεν άφηνε το λυπημένο της  βλέμμα. Ίσως και να μην τον άκουγε καν. Γι αυτό ο Στέλιος δεν ξαναμίλησε. Έμεινε μόνος να σκέφτεται, να σχεδιάζει και να ψάχνει το σημείο του κλουβιού του από όπου θα τόσκαγε. Μονάχα σα νύχτωσε γύρισε να της πει καληνύχτα, μα την είδε με κλειστά τα μάτια κι είπε πως θα έχει κοιμηθεί και γύρισε κι αυτός να κοιμηθεί.

4.Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΔΡΑΣΗ
Όταν ξημέρωσε η άλλη μέρα ο Στέλιος δεν κρατιόταν άλλο.
-Λορίτα, κοιμάσαι;
Η Λορίτα δεν κοιμόταν. Είχε κλειστά τα μάτια γιατί κρύωνε, κρύωνε πολύ. Κρύωνε η πλάτη, το κεφάλι, η κοιλιά της. Μα πιο πολύ κρύωνε η καρδιά της. Τον άκουγε το Στέλιο που τριγύριζε με θόρυβο στο κλουβί του ώρα πολλή, μα δεν είχε το κουράγιο να ανοίξει τα μάτια της να τον δει, να του μιλήσει. Στεκόταν έτσι, σα να κοιμόταν. Κι ίσως στ’ αλήθεια να κοιμόταν, γιατί ζούσε σαν σε όνειρο όλη τη μικρή ζωή της εκεί στην πατρίδα, μέρα τη μέρα.
Η φωνή του Στέλιου την ξανάφερε στο κλουβί της. Άνοιξε με δυσκολία τα μάτια και τον κοίταξε. Και τότε, άρχισε να γελάει. Ήταν τόσο συμπαθητικός αυτός ο μικρούλης Στέλιος. Στην προσπάθειά του να χωρέσει το κεφάλι του ανάμεσα στα κάγκελα για να δει από πού μπορεί να το σκάσει, του είχαν φύγει κάμποσα φτερά από κεφάλι του. Κι η Λορίτα μόλις είδε το φαλακρό πρασινούλι παπαγαλάκι ξέχασε την πίκρα της και το κρύο και γέλασε.
Ο Στέλιος ,που δεν ήξερε για τη φαλάκρα του, παραξενεύτηκε με τα γέλια της Λορίτας.  Μα έπειτα χάρηκε που την έκανε να ξεχαστεί επιτέλους. Αυτόν δεν τον ένοιαζε για τα πούπουλά του. Ακόμα και όλα να του έπεφταν διόλου δεν τον πείραζε,  αρκεί να έβρισκε τη λευτεριά του. Γιατί η ομορφιά χρειάζεται μονάχα σε αυτόν που είναι μέσα στο κλουβί. Άμα είσαι ελεύθερος , όπως και νάσαι είσαι όμορφος.
Έτσι, εκείνη τη μέρα κάνανε καλή παρέα. Συζήτησαν για τις πατρίδες τους, για τις μάνες τους, για τα όνειρά τους. Κι η Λορίτα πήρα λίγο κουράγιο. Έπειτα, δεν κρύωνε πια τόσο. Κατά το μεσημέρι η γιαγιά έφερε μια σομπίτσα δίπλα της και αισθανόταν όμορφα τώρα.  Άρχισε να πιστεύει στα σχέδια του Στέλιου. Πως θα το σκάσει αυτός και θα μάθει για το «Ροζαλίν» και θάρθει να της πει και να τη βοηθήσει να το σκάσει… Α και να ξαναγύριζε στη Νικαράγουα…
Άρχισε πάλι να μιλάει εκείνες τις κουβέντες στην ξένη γλώσσα, που μόνο τη λέξη « Πέντρο» ξεχώριζες. Και δε σταμάτησε να λέει ως το βράδυ. Κι ο Στέλιος τα δικά του.
Ναι, σήμερα είχαν κάνει μια όμορφη παρέα.
Πέρασαν έτσι κάμποσες μέρες. Με την κουβέντα, τα σχέδια, την παρέα. Ένα πρωινό η Λορίτα ξύπνησε από το θόρυβο που έκανε ο Στέλιος . Βρισκόταν στον πάτο του κλουβιού του και τριγυρνούσε νευρικός. Τικ, τικ, τα μικρά του ποδαράκια, δε σταματούσαν το πέρα δώθε.
- Τι έπαθες; τον ρώτησε η Λορίτα.
-Δεν αντέχω άλλο. Πάει τόσος καιρός που ψάχνω. Έχω δοκιμάσει όλα τα κάγκελα. Τίποτα.
-Μα σου είπα, άδικα ελπίζεις.
- Όχι, όχι! Εγώ δεν θα ζήσω εδώ μέσα! Εγώ θα ξεφύγω! Εγώ θα ελευθερωθώ!
Κι από τα νεύρα του άρπαξε με το ράμφος του ένα κάγκελο και το τραβούσε με μανία.  Το τραβούσε, το τραβούσε, ώσπου το ξύλινο κάγκελο έσπασε!
-Λορίτα, τα κατάφερα!
Η καρδούλα του χτυπούσε δυνατά. Έπρεπε να προσέξει τώρα. Δεν είναι ακόμη η ώρα. Το είπαμε. Κατά τις 11 που θα λείπουν όλοι και θα μαγειρεύει η γιαγιά. Να μην βιαστεί. Δεν αρκεί μόνο να βγει από το κλουβί. Μην ξεχνά, τη μάνα του την έπιασαν και την ξανάκλεισαν μέσα. Λοιπόν πρέπει να προσέχει και να ακολουθήσει το σχέδιο.
Η Λορίτα χάρηκε για τη νίκη του. Μα κάτι της πλάκωνε την καρδιά.
-Και τώρα πώς θα μείνω εγώ μόνη μου;
-Στο υπόσχομαι, δεν θα αργήσω νάρθω να σου φέρω νέα για το  «Ροζαλίν». Μέχρι να φτάσω στο λιμάνι. Λιγάκι μόνο να περιμένεις και να σχεδιάζεις κι εσύ το φευγιό σου.
-Μα πώς να φύγω εγώ; Τα δικά μου κάγκελα είναι σιδερένια. Δε σπάνε. Ανάμεσά τους αδύνατο να χωρέσω, είμαι μεγάλη. Καλύτερα λοιπόν μη γυρίσεις και κινδυνεύσεις να σε ξαναπιάσουν. Άσε με εμένα.
-Ω, μην ξαναπέφτεις στην απελπισία. Αν ψάξεις, θα βρεις τρόπο να φύγεις. Αν το πιστέψεις, θα τα καταφέρεις. Δεν μπορώ να φύγω αν ξέρω πως εσύ θα μείνεις εδώ μέσα μόνη σου.
-Μη στενοχωριέσαι, φύγε εσύ, κι εγώ θα τα βγάλω πέρα. Καλή τύχη!
-Καλή λευτεριά και σε σένα Λορίτα! Να με περιμένεις. Θα σου φέρω νέα για το καράβι.
Στις 11 η ώρα η Στέλιος πέρασε εύκολα από τα κάγκελα, έπειτα από το παράθυρο, έπειτα  ο ευκάλυπτος, τα πουλιά, τα δέντρα, τα βουνά…
Εκείνο το βράδυ η Λορίτα κρύωνε πιο πολύ από ποτέ. Έσκυψε το κεφάλι κι έχωσε το ράμφος μπροστά στο στήθος, πάνω ακριβώς στο μικρό κατακόκκινο φτερό… Ήταν μια παγωμένη νύχτα.

Ο Στέλιος κράτησε την υπόσχεσή του. Γύρισε έπειτα από τρεις μέρες. Στάθηκε κρυφά στο παράθυρο και κοίταξε στην κουζίνα. Το κλουβί της Λορίτας ήταν άδειο! Φαίνεται θα τα κατάφερε να φύγει και ίσως να μπόρεσε να φτάσει στο λιμάνι. Το «Ροζαλίν» φεύγει απόψε για τη Νικαράγουα.
Μ’ αυτές τις σκέψεις ο Στέλιος έφυγε ήσυχος. Τον περίμενε η λεύτερη ζωή…
Τα βράδυ στο σπίτι ο μπαμπάς μάλωσε τη γιαγιά γιατί δεν τη ζέσταινε αρκετά τη Λορίτα και ψόφησε...