Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Καλή σου νύχτα φεγγαράκι!





( έκδοση 1988)


Ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες. Καθώς ο ουρανός σκοτείνιασε και φάνηκαν τα πρώτα αστέρια βγήκε το φεγγάρι. Έτσι, όπως κάθε φορά. Ξεκίνησε να τραγουδά κι ένα τριζόνι. Τίποτε παράξενο δεν υπήρχε.
Όμως αυτό ακριβώς ήταν που δεν άρεσε στο φεγγάρι. Άλλη μια νύχτα σαν τις άλλες. Περνούσε αργά πάνω από την πόλη. Ένα  ένα τα φώτα έσβηναν. Ησυχία. Τούτη τη νύχτα ένιωσε να βαριέται. Κάθε φορά τα ίδια και τα ίδια. Φούσκωσε τα μάγουλά του κι έβγαλε έναν αναστεναγμό.
Εκείνη τη στιγμή βρισκόταν ακριβώς πάνω από τη μικρή πλατεία με την παιδική χαρά. Άνοιξε τα μάτια του και μια τρελή ιδέα του ήρθε στο μυαλό. Τι πείραζε; Μια φορά, μονάχα μια φορά, ας μην γίνονταν όλα όπως κάθε νύχτα. Τι είναι μια φορά; Για λίγο μόνο, έτσι, να ξεσκάσει. Κοίταξε τριγύρω ανήσυχο. Μπα, δεν θα καταλάβαινε κανένας τίποτε. Εμπρός λοιπόν!  Μια φορά, για λίγο.
Απαλά και προσεκτικά πήδηξε κάτω. Βρέθηκε στην άμμο, μπροστά στην τσουλήθρα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Από χαρά και αγωνία.
Για πολλή ώρα κατρακυλούσε από τη στριφογυριστή τσουλήθρα. Έδινε μια και γύριζε γύρω γύρω στο μύλο. Κουνιόταν ψηλά, όλο και πιο ψηλά στις κούνιες. Και στο  τέλος, σκονισμένο, λαχανιασμένο, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα στάθηκε μπροστά στην τραμπάλα.
Την κοίταξε με θλίψη. Είχε δυο καθίσματα ,ένα κίτρινο κι ένα γαλάζιο. Δυο καθίσματα. Αυτό όμως ήταν μονάχο του. Κρίμα, στην τραμπάλα δεν μπορούσε να παίξει. Αισθάνθηκε τόση μοναξιά. Αν είχε έναν φίλο…
- Καλησπέρα!  ακούστηκε μια παιδική φωνή. Ένα μικρό αγόρι στεκόταν και το κοίταζε γελαστό. Είδα το δυνατό σου φως από το παράθυρό μου, νάτο, εκεί, απέναντι. Θες να παίξουμε;
Δεν χρειάστηκε να πουν άλλη κουβέντα. Το φεγγάρι χαμογέλασε. Έλαμψε από ευτυχία. Κάθισε πρώτο στην τραμπάλα. Διάλεξε το γαλάζιο κάθισμα. Αχ, αυτό το γαλάζιο, πόσο του άρεσε! ΄Ηταν το χρώμα που έχει ο ουρανός την ημέρα, τότε που δεν μπορούσε να το δει. Και το λαχταρούσε τόσο!
Το παιδί κάθισε στο κίτρινο κάθισμα. Και το παιχνίδι άρχισε! Πάνω το φεγγάρι, κάτω το παιδί, πάνω το παιδί, κάτω το φεγγάρι! Θα’ θελαν να φωνάξουν, να γελάσουν δυνατά, όμως δεν έπρεπε κανείς να τους καταλάβει. Γι αυτό έπαιζαν με ησυχία και το μόνο που ακουγόταν στη μικρή πλατεία ήταν το τρίξιμο της τραμπάλας καθώς ανεβοκατέβαινε. Έμοιαζε σα να τραγουδούσε ένα παραπονιάρικο νυχτοπούλι. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Οι δυο φίλοι συνέχιζαν ευτυχισμένοι  το μυστικό τους παιχνίδι.
Στην άλλη άκρη της πόλης κάποιος ξαγρυπνούσε. Ήταν ένας επιστήμονας που δούλευε στο αστεροσκοπείο. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί σκεφτόταν την κοπέλα που αγαπούσε. Βγήκε στο μπαλκόνι για να ξεσκάσει. Και τότε, καθώς σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό, ανακάλυψε πως δεν υπήρχε φεγγάρι! Κοίταξε ανήσυχος το ρολόι του. Έτρεξε και βρήκε το ημερολόγιο. Σίγουρα, αυτή την ώρα έπρεπε  στον ουρανό να υπάρχει πανσέληνος. Ήταν τρομερό!
Ξέχασε κάθε έγνοια για την κοπέλα του, φόρεσε βιαστικά το κουστούμι και τη γραβάτα του κι έτρεξε στο αστεροσκοπείο. Δοκίμασε με τα μεγάλα τηλεσκόπια.  Τίποτε. Το φεγγάρι δεν φαινόταν πουθενά. Το πρόβλημα ήταν μεγάλο. Έπρεπε να κινητοποιηθούν όλοι. Τηλεφώνησε στην αστυνομία. Ο διευθυντής της αστυνομίας, αναστατωμένος, τηλεφώνησε στον υπουργό δημόσιας τάξης. Ο υπουργός δημόσιας τάξης, ανήσυχος, τηλεφώνησε στον πρωθυπουργό. Και  ο πρωθυπουργός κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους πρωθυπουργούς άλλων χωρών.
Στη μικρή πλατεία το φεγγάρι και το παιδί έπαιζαν χωρίς να έχουν καταλάβει όλη αυτή την αναστάτωση. Όμως κόντευε πια να ξημερώσει. Το φεγγάρι έπρεπε να φύγει. Υποσχέθηκε πως θα ξανακατέβει. Στο ίδιο σημείο. Χαιρέτησε το μικρό του φίλο και με ένα πήδο βρέθηκε στον ουρανό. Σκονισμένο, λαχανιασμένο, ευτυχισμένο.
Ξαφνικά κατάλαβε τι είχε συμβεί όσο έπαιζε. Είδε τα τηλεσκόπια στραμμένα πάνω του, ένα σωρό περιπολικά να τριγυρνούν στους δρόμους, και κατάλαβε…
-Επιτέλους! φώναξαν με ανακούφιση όλοι. Το φεγγάρι! Φάνηκε το φεγγάρι!
-Επανήλθε η τάξη, είπε ο διευθυντής της αστυνομίας και ο υπουργός δημόσιας τάξης συμφώνησε.
- Δεν υπάρχει πια κίνδυνος, είπε ο πρωθυπουργός. Και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους ικανοποιημένοι.
Μόνο ο αστρονόμος ξημερώθηκε κοιτάζοντας από τα τηλεσκόπια, γεμάτος ανησυχία. Του φαινόταν πως το φεγγάρι ήταν κάπως πιο κόκκινο, πως το φως του τρεμόπαιζε κι έμοιαζε… λερωμένο. Κάποια στιγμή όμως κουράστηκε κι αυτός. Τέλος πάντων, σκέφτηκε, φτάνει που η πανσέληνος βρίσκεται στη θέση της, έστω και… λεκιασμένη. Έφυγε από το αστεροσκοπείο και γύρισε σπίτι του. Μπορούσε πια να σκεφτεί με την ησυχία του την κοπέλα που αγαπούσε.
Το φεγγάρι ντράπηκε που προκάλεσε τόση ταραχή. Ευτυχώς, δεν ανακάλυψαν πως έπαιζε στην παιδική χαρά. Όμως δεν έπρεπε να ξαναπάει.
Άδικα ο μικρός του φίλος κοιτούσε από το παράθυρό του το επόμενο βράδυ, μήπως δει το φεγγάρι να κατεβαίνει. Το φεγγάρι δεν κατέβηκε ξανά στην παιδική χαρά. Εκείνη ήταν η πρώτη νύχτα που έκανε κάτι διαφορετικό. Η πρώτη και τελευταία. Δεν μπορούσε να το ξανακάνει.
Καθώς περνούσε τις νύχτες στο σκοτεινό ουρανό, στεκόταν για λίγο πάνω στη μικρή πλατεία. Κοιτούσε την παιδική χαρά κι ένας αναστεναγμός του ξέφευγε καθώς τα μάτια του έπεφταν σ’εκείνο το γαλάζιο κάθισμα της τραμπάλας.
Το παιδί κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί κοίταζε ψηλά στον ουρανό και ψιθύριζε τρυφερά:
- Καλή σου νύχτα φεγγαράκι!