Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Για πρώτη φορά ( τριπλό παραμύθι για την αποξένωση)





( έκδοση 1988)

Πρώτα το είδαν τα παιδιά του σχολείου. Ήταν η τελευταία ώρα, νύσταζαν, βαριόντουσαν και καθώς χάζευαν από το παράθυρο το είδαν.
«Κύριε, κύριε, φώναξαν. Κοιτάξτε! Ένα μεγάλο άσπρο πουλί!»
Έπειτα το είδαν οι υπάλληλοι του υπουργείου. Σήκωσαν τα κεφάλια από τα βαρετά βιβλία τους και το είδαν στο μικρό κομμάτι του ουρανού που άφηναν οι πολυκατοικίες.
«Άλλο και τούτο! Τρέξτε να δείτε, ένας τεράστιος γλάρος!»
Σε λίγο όλη η πόλη είχε αναστατωθεί. Η συγκοινωνία είχε κλείσει. Φωνές ακούγονταν, τα κλάξον των αυτοκινήτων τσίριζαν. Τρέχαν όλοι να βρουν ένα σημείο απ’ όπου θα μπορούσαν να δουν καλύτερα αυτό το τεράστιο άσπρο πουλί. Πετούσε στον γκρίζο ουρανό της πόλης με ένα αλλιώτικο πέταγμα. Πήγαινε πότε από δω, πότε από κει, σαν μεθυσμένο. Άνοιγε διάπλατα τις λευκές του φτερούγες και ανέβαινε ψηλά. Κι άλλοτε αφηνόταν να πέφτει. Έτρεχαν όλοι τότε νομίζοντας πως θα μπορούσαν να το πιάσουν, μα εκείνο ανέβαινε και πάλι ψηλά με ολάνοιχτες τις φτερούγες του. Κάτι παράξενες φτερούγες. Και το ράμφος του, το πρόσωπό του, κανείς δεν μπορούσε να το διακρίνει. Ούτε αυτοί που ανέβηκαν στις ταράτσες των ψηλών πολυκατοικιών.

1.       Η ΚΟΠΕΛΑ-ΠΟΥΛΙ
Είπε ο προϊστάμενος του υπουργείου:
«Ξέρετε τι πιστεύω εγώ; Θα είναι εκείνο το πουλί που μου έλεγε η γιαγιά μου, όταν ήμουν μικρός.
Ήταν λέει μια πεντάμορφη κοπέλα που αγάπησε έναν ναυτικό. Κάθε φορά που αυτός έφευγε για ταξίδια μακρινά, εκείνη βαλάντωνε στο κλάμα. Καθόταν στα βράχια και αγνάντευε μακριά τη θάλασσα. Δεν έφευγε από κει παρά μόνο όταν έβλεπε το καράβι του αγαπημένου της να έρχεται. Κάποτε όμως το καράβι άργησε πολύ να φανεί. Η πεντάμορφη στεκόταν στα βράχια και δεν έπαιρνε τα μάτια της από τον ορίζοντα. Ο αγέρας φυσούσε δυνατά,έσκιζε το λευκό της φουστάνι. Τα κύματα έφταναν ως επάνω στο βράχο και τη γέμιζαν αλμύρα.
Ο καιρός περνούσε , μα το καράβι δεν φαινόταν. Η πεντάμορφη αδυνάτιζε, τα ρούχα της είχαν γίνει κουρέλια. Μόνο τα μάτια της είχαν γίνει πιο μεγάλα, κοιτώντας πάντα κατά τον ορίζοντα.
Ξαφνικά, ένας αέρας φύσηξε και την πήρε. Έμοιαζε πως θα τσακιζόταν στα βράχια, μα όχι. Πέταξε! Τα κουρελιασμένα της ρούχα έγιναν φτερά. Λευκά φτερά. Και η πεντάμορφη έγινε γλάρος που πέταξε στον ορίζοντα…»
Η δακτυλογράφος σκούπισε κρυφά ένα δάκρυ που έτρεχε πίσω από τα γυαλάκια της. Κάποιος ακούστηκε να φυσά τη μύτη του στο μαντίλι, κρυφά κι αυτός. Όλοι κοιτούσαν αμίλητοι τον προϊστάμενο. Δεν ήταν για το παραμύθι που παραξενεύονταν, αλλά να, τους φάνηκε τόσο παράξενο πως ήταν κάποτε κι αυτός παιδί. Τα μάτια του είχαν χάσει την αυστηρότητα και τα χείλη του που πάντα ήταν κατεβασμένα, σα να χαμογελούσαν τώρα!  Για πρώτη φορά οι υπάλληλοι του υπουργείου αισθάνονταν να συμπαθούν τον κύριο προϊστάμενο.
«Ω, ξεχάσαμε το πουλί ! Νάτο, εκεί, πετάει! Δεν έφυγε. Είναι πανέμορφο! Μοιάζει αλήθεια με την πεντάμορφη»

2.       ΤΟ ΠΟΥΛΙ - ΦΙΛΟΣ
Στην αυλή του σχολείου είχαν μαζευτεί όλα τα παιδιά και κοιτούσαν ψηλά. Μιλούσαν, φώναζαν.
«Κυρία, κυρία, τι πουλί είναι αυτό;» ρώτησαν τα παιδιά της πρώτης τάξης τη δασκάλα τους.
Κι εκείνη, κοιτάζοντας ονειροπόλα  το λευκό πουλί να υψώνεται με τις φτερούγες του ανοιγμένες είπε:
«Θα είναι ένα από εκείνα τα πουλιά του βασιλιά της ερήμου.»
Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω από τη δασκάλα τους, την κοιτούσαν και την παρακαλούσαν:
«Πες μας κυρία, πες μας την ιστορία.»
Κι η δασκάλα σκέφτηκε πως έτσι κι αλλιώς το έχασαν το μάθημα, ας τους πει την ιστορία.
«Ζούσε κάποτε ένας βασιλιάς που ήταν πολύ καλός κυνηγός. Ποτέ η σφαίρα του δεν έχανε το στόχο της. Όλοι τον θαύμαζαν όταν γύριζε από το κυνήγι, φορτωμένος με ένα σωρό πουλιά. Θαυμάσια πουλιά, με πολύχρωμα φτερά, με πλουμιστές ουρές, με γαμψά ράμφη, με υπέροχα λοφία. Κι αυτός, καμαρωτός-καμαρωτός πήγαινε στο μαγειρείο και τα έδινε στο μάγειρα να του τα ψήσει. Ο μάγειρας γινόταν δυστυχισμένος. Καθώς τα ξεπουπούλιαζε τα σκεφτόταν να πετάνε στο δάσος, να κελαηδούν, να πίνουν  νερό στο ποτάμι. Αχ, πόσο έτρεμε το χέρι του όταν τα έβαζε στην κατσαρόλα! Μέσα σε ένα τσουβάλι είχε κρύψει τα πανέμορφα πούπουλά τους. Τα φύλαγε όλα. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει γι αυτά τα αδικοχαμένα πλάσματα.
Μια μέρα ο βασιλιάς τον είδε που έβαζε τα πούπουλα στο τσουβάλι και του έβαλε τις φωνές. Είπε πως τα πούπουλα αυτά του ανήκαν και έπρεπε να του τα επιστρέψει αμέσως. Διέταξε τη ράφτρα να τα πάρει και να του φτιάξει ένα αφράτο μαξιλάρι. Την άλλη μέρα κιόλας το μαξιλάρι ήταν έτοιμο.
Το βράδυ που ο βασιλιάς ξάπλωσε να κοιμηθεί είπε πως τόσο απαλό μαξιλάρι δεν είχε ποτέ του. Ήταν σίγουρος πως θα έκανε τον πιο γλυκό ύπνο. Μα είχε λάθος. Όλο το βράδυ έβλεπε στον ύπνο του πουλιά. Όλα τα πουλιά που είχε σκοτώσει. Ζωντανά κι αγριεμένα τον τριγύριζαν. Με τα πλουμιστά τους φτερά τον παράσερναν και τον πετούσαν κάτω, με τα σουβλερά τους ράμφη τον  τσιμπούσαν και με ανθρώπινη λαλιά του φώναζαν:
«Γιατί; Γιατί  μας σκότωσες, γιατί;»
Όλο το βράδυ ο βασιλιάς τριγύριζε στο κρεβάτι του και μέσα στον ύπνο του μουρμούριζε: Γιατί; Γιατί;
Το πρωί όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα, όταν είδαν το βασιλιά τους να βγαίνει από την πόλη με τις πυτζάμες. Στον ώμο του κρεμόταν ένα ταγάρι. Σκέφτηκαν πως του ήρθε ξαφνικά να πάει για κυνήγι.  Μα όχι. Αυτός δεν είχε όπλο. Και δεν πήγαινε στο δάσος. Τραβούσε κατά την έρημο.
Εκεί έζησε ο βασιλιάς. Έφτιαξε μια καλύβα και είχε πάντοτε τροφή και νερό για τα πουλιά που περνούσαν από κει. Είπαν πως πολλά πουλιά τον αγάπησαν κι έμειναν κοντά του. Λογιών – λογιών πουλιά. Να λέω πως κι αυτό το πουλί μπορεί να είναι ένα από αυτά».
Τα παιδιά είχαν γύρει τα κεφαλάκια τους και άκουγαν τη δασκάλα. Πόσο την αγάπησαν! Τι όμορφη φωνή είχε, δεν το είχαν καταλάβει ποτέ. Κι αυτή άπλωσε το χέρι και τα χάιδεψε. Για πρώτη φορά.
« Κυρία, κυρία, το πουλί ανεβαίνει ακόμα πιο ψηλά! Καλύτερα, έτσι δεν πρόκειται να το πετύχει κανένας κυνηγός».

3.       ΤΟ ΠΟΥΛΙ-ΖΑΧΑΡΩΤΟ
Άντρες και γυναίκες είχαν μαζευτεί έξω από το φούρνο. Μιλούσαν όλοι μαζί, έκαναν πολλή φασαρία. Μα ξαφνικά μίλησε ο μπαρμπα Λάμπρος, ο ζαχαροπλάστης. Ήταν χοντρός και η φωνή του, δυνατή, ακούστηκε σκεπάζοντας όλες τις άλλες.
«Δεν πα να λέτε. Εγώ ξέρω τι πουλί είναι αυτό», είπε
Σώπασαν όλοι. Γύρισαν και τον κοίταξαν με απορία.
«Κάποτε, στα παλιά χρόνια δηλαδή, ζούσε ένας ζαχαροπλάστης πολύ σπουδαίος. Όχι πως κι εγώ δεν είμαι καλός, μα εκείνος ήταν άφταστος. Δεν ξανάγινε κι ούτε θα ξαναγίνει τέτοιος τεχνίτης. Τα γλυκίσματά του ήταν τόσο νόστιμα που τα έτρωγαν άρρωστοι και γίνονταν καλά. Αμέ! Μα το πιο σπουδαίο δεν ήταν η νοστιμιά τους. Ήταν η μορφή τους. Καλλιτεχνήματα σωστά. Τούρτες, κουλούρια, πάστες, σοκολάτες , καραμέλες, τι θες και δεν έφτιαχνε. Κι από σχέδια; Ανθρώπους, σπίτια, πολιτείες ολόκληρες, δάση, πουλιά , ό,τι θες και δε θες. Και χρώματα; Ω,  τι χρώματα! Τα έβλεπες και έλεγες πως είναι έργα κάποιου σπουδαίου γλύπτη, κάποιου ζωγράφου, κάποιου μεγάλου καλλιτέχνη.
Μα τούτος ο ζαχαροπλάστης δεν ήταν έμπορος. Δεν τα πούλαγε το γλυκά του. Τα έδινε μόνο. Τα πρόσφερε σε όποιον τα χρειαζόταν. Είτε ήταν άρρωστος , είτε ήταν πεινασμένος. Αλλά για να πάρει λεφτά; Ποτέ!
Μια μέρα πέρασε από το εργαστήρι του ο άρχοντα της πόλης. Πλούσιος πολύ. Είδε τα γλυκίσματα, θαύμασε και είπε:
«Αύριο βράδυ έχω στο αρχοντικό μου γιορτή μεγάλη. θα μου φτιάξεις ένα γλυκό που όμοιό του δεν θα υπάρχει. Θα σε πληρώσω με πολλά φλουριά»
Ο καημένος ο ζαχαροπλάστης κάτι πήγε να πει, μα ο σκληρός άρχοντας τον πρόλαβε:
«Αν δε μου φέρεις αύριο εσύ ο ίδιος στο αρχοντικό μου το γλυκό, τότε σημαίνει πως δεν υπακούς στις διαταγές μου και θα σε ρίξω στη φυλακή»
Έφυγε ο άρχοντας μα στα αυτιά του ζαχαροπλάστη έμεινε η φωνή του: «Στη φυλακή, στη φυλακή!» . Δεν την ήθελε τη φυλακή. Τη φοβόταν. Όχι για τίποτε άλλο, μα πώς θα μπορεί να φτιάχνει γλυκά; Κοίταξε το εργαστήρι του έτσι στολισμένο με όλα εκείνα τα θαυμάσια έργα. Πώς  θα τα αποχωριζόταν; Δεν θα μπορούσε να φτιάξει πια άλλα; Όχι, δεν θα το άντεχε.
Με βαριά καρδιά κάθισε κι άρχισε να φτιάχνει το γλυκό του άρχοντα. Κι επειδή αισθανόταν πως έμοιαζε με ένα πουλί που το κλείνουν σε κλουβί, γι αυτό στο γλυκό του  τη μορφή πουλιού. Ένα άσπρο, μεγάλο πουλί, με ανοιχτά φτερά. Όταν το τελείωσε το κοίταξε και βούρκωσε. Πώς θα το’ δινε; Θα το κομμάτιαζαν και θα το έτρωγαν οι καλεσμένοι του άρχοντα, έτσι όπως καταβροχθίζουν οποιοδήποτε φαγητό. Μα πάλι τι νάκανε; Να πήγαινε φυλακή; Να έχανε την τέχνη του;
Πήρε στα χέρια του το πουλί και κίνησε για το αρχοντικό. Περπάτησε, περπάτησε… Όσοι τον έβλεπαν έμεναν άφωνοι! Τι θαύμα έφτιαξαν πάλι τα χέρια του, σκέφτονταν.
Στα σκαλοπάτια του αρχοντικού σταμάτησε. Πίσω από τη σκάλα ήταν κρυμμένα πολλά παιδιά, φτωχά και πεινασμένα. Περίμεναν να τους πετάξει ο μάγειρας του άρχοντα κανένα ξεροκόμματο. Μόλις είδανε το ζαχαροπλάστη γούρλωσαν τα μάτια τους. Ο ζαχαροπλάστης ντράπηκε. Κοιτούσε μια το γλυκό, μια τα ματάκια των παιδιών. Έτσι μάλιστα! Αν με το γλύκισμά του χόρταιναν τούτα τα πεινασμένα παιδιά, χαλάλι! Ακούμπησε κάτω το γλυκό και τα παιδιά μαζεύτηκαν τριγύρω. Μόλις όμως το άγγιξαν με τα χεράκια τους το άσπρο πουλί άνοιξε φτερά και πέταξε! Ναι, πέταξε! Τα παιδιά , αντί να στεναχωρηθούν που  χάσανε το γλυκό τους, άρχισαν να χοροπηδάνε, να χτυπάνε παλαμάκια, να χορεύουν γύρω γύρω από το ζαχαροπλάστη. Εκείνος πια ένιωσε πως αυτό ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να φτιάξει σαν τεχνίτης. Κατάφερε  να φτιάξει ένα ζαχαρωτό πουλί τόσο τέλειο, που ζωντάνεψε! Τώρα πια δεν τον ένοιαζε ούτε η φυλακή, ούτε τίποτε.
Πήρε τα παιδιά και τα πήγε στο εργαστήρι του. Τους έδωσε να φάνε όσο θέλανε, ό,τι θέλανε. Εκεί να δείτε ξεφάντωμα»
Ο ζαχαροπλάστης σταμάτησε την αφήγησή του. Όλοι κοιτούσαν στον ουρανό και δεν πρόσεξαν το φούρναρη που με σκυμμένο το κεφάλι, έδινε μια φρατζόλα ψωμί στο γέρο ζητιάνο που κάθε μέρα στεκόταν μπροστά στο μαγαζί του. Πρώτη φορά ένιωσε πόσο πεινούσε…
«Μα κοιτάξτε! Αλήθεια το πουλί γυαλίζει! Σα να είναι φτιαγμένο από ζάχαρη!»
Εδώ κι εκεί μαζεμένοι οι κάτοικοι της πόλης εκείνη τη μέρα είπαν πολλά. Σκέφτηκαν , φαντάστηκαν πολλά. Πρώτη φορά κουβέντιασαν μεταξύ τους. Πρώτη φορά άφησαν τις δουλειές τους και ξεχάστηκαν.
Όταν το πουλί χάθηκε στον ουρανό όταν κανείς πια δεν το έβλεπε, ήταν σα να ξύπνησαν από ένα όμορφο όνειρο. Για πότε πέρασε η ώρα! Δεν το είχαν καταλάβει. Οι υπάλληλοι του υπουργείου μάζεψαν τα πράγματά τους. Το ωράριο είχε τελειώσει. Πρώτη φορά άργησαν τόσο να κοιτάξουν το ρολόι τους. Τα παιδιά του σχολείου πήραν τις τσάντες κι έτρεξαν στα σπίτια τους. Διασκέδασαν τόσο στο μάθημα της τελευταίας ώρας για πρώτη φορά. Οι μαγαζάτορες έκλεισαν τα μαγαζιά τους. Δεν είχαν πουλήσει τίποτε, μα ήταν η πρώτη φορά που δεν τους ένοιαζε.


Η γιαγιά Βαγγελιώ δεν είχε κατέβει στην πόλη τη μέρα εκείνη. Είχε μπουγάδα. Και τώρα, καθόταν στην καρέκλα της, έξω, στην αυλή του φτωχικού της και κλαψούριζε:
«Αι, άι, κρίμα το άσπρο μου σεντονάκι! Ακούς να μου το πάρει ο αέρας! Και το είχα από το γάμο μου!»