Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Για πού το΄βαλες Χορχίτο; (παραμύθι για το φόβο, την αυτογνωσία, τις αισθήσεις)





Χαρούμενο και γελαστό, ξεκίνησε ένα πρωινό το κουνελάκι τον κόσμο να γνωρίσει.
Πρώτη φορά έβγαινε από τη φωλιά του.
Το όνομά του ήταν Χορχίτο.

Η μέρα ήταν όμορφη κι αυτό που είδε ήταν υπέροχο.
Ένα λιβάδι πράσινο με πολύχρωμα αγριολούλουδα. Άκουσε πουλιά και τζιτζίκια.
Και η μυτούλα του ,μμμ, μύρισε μια ευωδιά μαρουλιού!
Άρχισε να χοροπηδά ενθουσιασμένος.
Στα ποδαράκια του ένιωσε το δροσερό γρασίδι.
Κι όταν γεύτηκε το τραγανό μαρουλόφυλλο, ξετρελάθηκε!

Ώσπου βλέπει μπροστά του μια σοβαρή και αργοκίνητη Χελώνα.
- Για πού το’ βαλες Χορχίτο;
-Βγήκα να γνωρίσω τον κόσμο.
-Έτσι; Απροστάτευτος; Ο κόσμος, μικρό μου κουνελάκι, είναι πολύ επικίνδυνος. Πρέπει να προστατεύεσαι. Κοίτα εγώ έχω το καβούκι μου. Όταν κινδυνεύω, τσουπ! Χώνομαι μέσα.
Η Χελώνα έφυγε και ο Χορχίτο έμεινε σκεφτικός.
«Ο κόσμος είναι επικίνδυνος, κι εγώ δεν έχω καβούκι. Πώς θα προστατευτώ;»
Ήταν όμως έξυπνο κουνελάκι ο Χορχίτο και βρήκε μια καλή λύση.
Πήρε μια μεγάλη ομπρέλα και χώθηκε ολόκληρος από κάτω. Μόνο τα ποδαράκια του εξείχαν, καθώς περπατούσε προσεκτικά. Δεν έβλεπε τίποτε γύρω του. Άκουγε όμως τα πουλιά και τα τζιτζίκια, μύριζε τις ευωδιές, ένιωθε το γρασίδι και γευόταν το νόστιμο μαρουλόφυλλο.
Έτσι συνέχισε το δρόμο του.

Ώσπου συνάντησε μια νευρική Μέλισσα.
- Για πού το’ βαλες Χορχίτο;
-Βγήκα να γνωρίσω τον κόσμο.
- Έτσι; Απροστάτευτος; Ο κόσμος μικρό μου κουνελάκι, είναι απειλητικός. Πρέπει να προστατεύεσαι. Κοίτα, εγώ έχω το κεντρί μου. Όταν δω κάποιον εχθρό, σβιιιν!Τον τσιμπάω.
Η Μέλισσα πέταξε μακριά και ο Χορχίτο έμεινε σκεφτικός.
«Ο κόσμος είναι απειλητικός. Κι εγώ δεν έχω κεντρί! Πώς θα προστατευτώ;»
Όμως επειδή ήταν έξυπνο κουνελάκι ο Χορχίτο βρήκε μια καλή λύση.
Πήρε έν μυτερό κλαδάκι και το κράτησε ανάμεσα στα μπροστινά του δόντια.
 Μόνο που δεν μπορούσε να δει, ούτε να γευτεί τίποτε. Άκουσε όμως τα πουλιά και τα τζιτζίκια και ένιωθε το τρυφερό γρασίδι.
Έτσι συνέχισε το δρόμο του.

Ώσπου συνάντησε μια Πάπια.
- Για πού το’ βαλες Χορχίτο;
 - Βγήκα να γνωρίσω τον κόσμο.
-  Έτσι; Απροστάτευτος; Ο κόσμος, μικρό μου κουνελάκι, είναι πολύ σκληρός. Πρέπει να προστατεύεσαι. Κοίτα,  εγώ έχω χοντρόπετσες, φαρδιές πατούσες και δεν πληγώνομαι εύκολα.
Η Πάπια απομακρύνθηκε κι ο Χορχίτο έμεινε σκεφτικός.
«Ο κόσμος είναι σκληρός κι εγώ δεν έχω χοντρόπετσες πατούσες! Πώς θα προστατευτώ;»
Ευτυχώς, ήταν έξυπνο κουνελάκι ο Χορχίτο και βρήκε μια καλή λύση.
Φόρεσε βατραχοπέδιλα.
Αλλά δεν έβλεπε, δε γευόταν και δεν ένιωθε τίποτε. Άκουγε μόνο τα πουλιά και τα τζιτζίκια και μύριζε τις ευωδιές.
Έτσι συνέχισε το δρόμο του.

Ώσπου έπεσε πάνω σε ένα δέντρο.
Κουτρουβαλιάστηκε.
Τσακίστηκε.
Πόνεσε.
Έκλαψε.
Επειδή όμως ο Χορχίτο ήταν ένα έξυπνο κουνελάκι, σηκώθηκε, πέταξε την ομπρέλα, το κλαδί και τα βατραχοπέδιλα και άρχισε να χοροπηδά ανάλαφρος και χαρούμενος στο λιβάδι.
«Ο κόσμος είναι όμορφος, αρκεί να προσέχεις!»