Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Ο θαρραλέος μυλωνάς




( Κουκλοθεατρικό. Διασκευή από λαϊκό παραμύθι)

Πρόσωπα:
Γιάννος,Γέρος μυλωνάς,Γριούλα, Πουλάκι, Νεράϊδα,Αγέρας

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ


(Στο Νερόμυλο. Ο γερο Μυλωνάς κουβαλά ένα σακί σιτάρι βαριανασαίνοντας)
ΜΥΛΩΝΑΣ: Βάι, βάι, σκληρή και τούτη η μέρα! Ευτυχώς φέτος τα χωράφια έβγαλαν μπόλικο σιτάρι, είχαμε πλούσια σοδειά. Θα χορτάσει το χωριό ψωμάκι. Αχ, καλά που έχω και το γιό μου και με βοηθά, αλλιώς  δε θα τα έβγαζα πέρα με τόση δουλειά. Ας είναι καλά ο Γιάννος μου. Δουλευταράδικο παλικάρι, ακούραστο. Μου’ μοιασε! ( μπαίνει η γριούλα) Καλώς την κυρα Διαμάντω!  Ήρθες να πάρεις το αλεύρι σου; Έτοιμο είναι.
ΓΡΙΟΥΛΑ: Καλή σου μέρα κυρ Μυλωνά. Ουφ, κουράστηκα νάρθω ως εδώ.  Μα πότε θα γίνει και στο χωριό μας ένας μύλος για να μην ταλαιπωρούμαστε να ερχόμαστε από τόσο μακριά;
ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι να κάνουμε κυρα Διαμάντω; Εδώ είναι βλέπεις το ποτάμι, εδώ και ο νερόμυλος. Εσείς μένετε  πολύ ψηλά, πού να βρείτε ποτάμι;
ΓΙΑΓΙΑ: Ναι, αλλά μπορούμε να κάνουμε ανεμόμυλο, γιατί εκεί ψηλά φυσά πολύ.
ΜΥΛΩΝΑΣ; Έχεις δίκιο. Αλλά και ποιος θα κάνει τον ανεμόμυλο; Εύκολο το ‘ χεις; Ξέρεις τι τράβηξα εγώ για να χτίσω τούτο το νερόμυλο; Είναι δύσκολη δουλειά σου λέω..
ΓΙΑΓΙΑ: Και γιατί δεν τον κάνει ο Γιάννος, ε; Μια χαρά γερό και δυνατό παλικάρι είναι!
ΜΥΛΩΝΑΣ:  Ο Γιάννος μου;  Ούτε να το κουβεντιάζεις! Το Γιάννο τον χρειάζομαι εδώ στο νερόμυλο, δεν έχει να πάει πουθενά!
ΓΙΑΓΙΑ: Μα σκέψου το καλύτερα. Ο Γιάννος είναι ολόκληρο παλικάρι, πρέπει να κάνει τη δική του δουλειά. Και είναι ο πιο κατάλληλος για να ανέβει στο χωριό μας και να χτίσει έναν ανεμόμυλο. Είναι ικανό και προκομμένο παιδί.
ΜΥΛΩΝΑΣ: Χμ… δεν ξέρω, τι να σου πω…
ΓΙΑΓΙΑ: Έλα, δώσε μου το αλεύρι τώρα,  γιατί έχω να ζυμώσω, βιάζομαι. 
ΜΥΛΩΝΑΣ:  Πήγαινε εσύ κυρά Διαμάντω, θα στείλω το Γιάννο να σου φέρει το αλεύρι, νάτον που έρχεται με το γαϊδούρι.
ΓΙΑΓΙΑ: Ωραία! και σκέψου καλά όσα σου είπα!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Εντάξει, να πας στο καλό! ( Έρχεται ο Γιάννος) Έλα, έλα Γιάννο, να φορτώσεις το αλεύρι της κυρα Διαμάντως, άντε παιδί μου!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Αμέσως πατέρα! Πάω!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Για στάσου λίγο, για έλα να σου πω… Ξέρεις, η κυρα Διαμάντω μου είπε πως στο χωριό τους χρειάζονται ένα μύλο, για να μην κατεβαίνουν εδώ στο νερόμυλο.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Καλή ιδέα πατέρα!  Ένας ανεμόμυλος!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι θα έλεγες γιέ μου να τον φτιάξεις εσύ;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Πολύ θα το ήθελα πατέρα! 
ΜΥΛΩΝΑΣ: Ξέρεις, είναι μια δύσκολη δουλειά, θέλει υπομονή και επιμονή.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Έχε μου εμπιστοσύνη πατέρα, δεν φοβάμαι τη δουλειά, θα τα καταφέρω, σου το υπόσχομαι!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Το νου σου, μην τα παρατήσεις μόλις βρεις δυσκολίες, μην παραιτηθείς. Επιμονή και υπομονή!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Μη νοιάζεσαι πατέρα! Θα δεις, θα τα καταφέρω! Αύριο κιόλας θα ανέβω  να αρχίσω δουλειά!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Εντάξει, όμως τώρα , έλα, κουβάλησε το αλεύρι κι έπειτα έλα να με βοηθήσεις με τούτο το σιτάρι στο άλεσμα. (φεύγει)
ΓΙΑΝΝΟΣ: Έγινε πατέρα!
(ένα πουλάκι πλησιάζει)
ΠΟΥΛΙ: Καλημέρα Γιάννο!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Καλώς το φίλο μου το Σπουργίτη! Ήρθες για το πρωινό σου;
ΠΟΥΛΙ: Ναι, αλλά, μήπως μπορείς να μου δώσεις λίγο παραπάνω, γιατί βγήκαν τα πουλάκια από τα αβγά και η οικογένεια μεγάλωσε;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Εντάξει φίλε μου, πάρε, μια χούφτα σιτάρι για τη σπουργιτοοικογένεια!
ΠΟΥΛΙ: Α, τότε κι εγώ για να σ'ευχαριστήσω θα σου πω ένα τραγούδι! (σκούζει) Τσιρρρρρρ, τσιρρρροοοο!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Καλά, καλά, φτάνει. Άντε στη φωλιά σου εσύ, στη δουλειά μου εγώ, άντε!
ΠΟΥΛΙ: Γειά σου! Τσιρρρρρρρρρρρρ



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

( Ο Γιάννος στο βουνό)
ΓΙΑΝΝΟΣ: Εδώ είναι ό,τι πρέπει. Φυσά αρκετά για να γυρίσει ο μύλος. Είναι κοντά στο χωριό ώστε  να μην κουράζονται οι χωρικοί να κουβαλούν το σιτάρι. Εδώ λοιπόν θα χτίσω τον ανεμόμυλο! Ου! Ο αγέρας μου παίρνει το καπέλο! ( μπαίνει απότομα ο Αγέρας. Αρκετές φορές ο Γιάννος πιάνει το καπέλο και ο Αγέρας του το παίρνει πάλι. Το πιάνει, το χάνει και ξανά τα ίδια. )
ΑΓΕΡΑΣ: Ποιος είσαι εσύ και τι θες στο βουνό μου;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ε, κυρ Αγέρα, ο Γιάννος είμαι, ο γιος του μυλωνά. Θέλω να χτίσω έναν ανεμόμυλο για να αλέθουν οι χωρικοί το σιτάρι τους. Δεν πρόκειται να σε ενοχλήσω. Εσύ θα κάνεις ό,τι έκανες πάντα: θα φυσάς για να γυρίζει η φτερωτή του μύλου.
ΑΓΕΡΑΣ:  Θέλεις δηλαδή  του λόγου σου να με βάλεις να δουλεύω για λογαριασμό σου νεαρέ;  Τράβα να κάνεις αλλού τον αντερόμυλό σου!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Όχι αντερόμυλο, ανεμόμυλο! Επειδή εσύ, ο άνεμος, θα φυσάς γι αυτό και τον λένε ανεμόμυλο. Το όνομά σου θα έχει.
ΑΓΕΡΑΣ: Άσε τα καλοπιάσματα. Δε με τουμπάρεις εμένα με τα κόλπα σου. Δε γίνομαι υπάλληλος κανενός!
ΓΙΑΝΝΟΣ: όχι υπάλληλος, ευεργέτης θα γίνεις. Οι χωρικοί θα σε ευγνωμονούν. Θα αλέθεις το σιτάρι τους για να φτιάχνουν μετά ψωμί, πίτες, κουλούρια , παξιμάδια, γλυκά..
ΑΓΕΡΑΣ: Όχι, πάει και τελείωσε! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις αλευρόμυλο!  Άντε μη σε πετάξω κι εσένα και το καπέλο σου κάτω από το βουνό! ( φεύγει)
ΓΙΑΝΝΟΣ: Χμ.. άρχισαν οι δυσκολίες. Δίκιο είχε ο πατέρας. Μα δεν πρόκειται να τα παρατήσω. Επιμονή και υπομονή μου είπε. Θα κουβαλήσω τις πέτρες για να αρχίσω το χτίσιμο. Έπειτα θα βρω ένα γερό πανί για τη φτερωτή, γερά ξύλα και καλάμια… Άντε λοιπόν, εμπρός στη δουλειά! (τραγουδά και αρχίζει να χτίζει)
 Ο γεωργός πάει στον αγρό
πρωί σαν ξημερώσει
το σιτάρι να θερίσει,
πρωί σαν ξημερώσει
Και ο μύλος θα τ'αλέσει
πρωί σαν ξημερώσει....
(Ξάφνου ο Αέρας φυσά δυνατά και τα διαλύει όλα γελώντας χαιρέκακα)
ΑΓΕΡΑΣ: Φουυυυυ!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Αχ μη! Πάει ο κόπος μου! Τα διέλυσες όλα!
ΑΓΕΡΑΣ: Σε προειδοποίησα νεαρέ! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις τον αγγουρόμυλό σου!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Α ν ε μ ό μ υ λ ο!
ΑΕΡΑΣ:  Μάζεψέ τα και δίνε του! ( Ο Γιάννος φεύγει) Χα χα! Φοβήθηκε ο μικρός. Ωραία, τώρα ας πάρω τον υπνάκο μου ήσυχος. Ακους εκεί, αγγουρόμουλο!... Χρρρρρρ
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ωραία, αποκοιμήθηκε… Τι νόμιζε, ότι θα τα παρατήσω; Τώρα που κοιμάται του καλού καιρού θα κάνω τη δουλειά μου μια χαρά. Σιγά μονάχα, μην ξυπνήσει και μου τα διαλύσει πάλι. Σσσσς…
ΠΟΥΛΙ: Ε, Γιάννο, τι κάνεις εδώ;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Φτιάχνω έναν ανεμόμυλο φίλε μου Σπουργίτη.
ΠΟΥΛΙ: Α, ωραία, να σου τραγουδήσω το λοιπόν...
ΓΙΑΝΝΟΣ: Μηηηη! Όχι, όχι τώρα, μη μου ξυπνήσεις τον Αγέρα, γιατί δε θα με αφήσει να κάνω τη δουλειά μου. ( Ο Αγέρας κουνιέται, σα να ξυπνά)
ΠΟΥΛΙ: Ε, τότε, μην ανησυχείς, θα τραγουδήσω ένα νανούρισμα για να μην ξυπνήσει όσο εσύ θα δουλεύεις. Τιρ τιρ τιρρ
ΓΙΑΝΝΟΣ: Σε ευχαριστώ φίλε σπουργίτη! Θα δουλεύω νύχτα και μέρα ώσπου να τελειώσω! Κι όταν με το καλό δουλέψει ο ανεμόμυλός μου, τότε θα έχεις κάθε μέρα μια χούφτα σιτάρι για σένα και την οικογένειά σου! Άντε τώρα, δουλειά!


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ


 ( Ο ανεμόμυλος τελειωμένος. Ο Αγέρας ροχαλίζει ακόμα. Τα φτερά γυρίζουν)
ΓΙΑΝΝΟΣ :! Ο πατέρας θα χαρεί πολύ όταν δει τι όμορφο έκανα τον ανεμόμυλο! Ακόμα και με το ροχαλητό του Αγέρα τα φτερά γυρίζουν!
(Μπαίνει η Νεράιδα)
ΝΕΡΑΪΔΑ: Μπράβο Γιάννο! Έκανες τέλεια δουλειά! Ο ανεμόμυλός σου είναι υπέροχος!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ευχαριστώ καλή κυρά! Μα ποια είσαι;
ΝΕΡΑΪΔΑ: Α Γιάννο, με ξέχασες; Ήσουν μικρός όταν ο πατέρας σου έχτιζε το νερόμυλο στο ποτάμι, εκεί συναντηθήκαμε, θυμάσαι;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Η Νεράιδα! Η Νεράιδα του ποταμού!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Χαίρομαι που βλέπω πόσο μεγάλωσες και έγινες κι εσύ προκομμένος σαν τον πατέρα σου. Θα είναι πολύ περήφανος για σένα.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ναι, απλά, ξέρεις, έχω ένα πρόβλημα… Έχτισα το μύλο κρυφά από τον Αγέρα, όσο κοιμόταν. Και φοβάμαι μήπως τώρα που ξυπνήσει μου τον καταστρέψει. Είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου, δε θέλει το μύλο με τίποτε!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Ώστε έτσι ε; Μη φοβάσαι, άφησέ τον σε μένα τον Αγέρα. Εσύ φύγε, πήγαινε να καλέσεις τους χωρικούς να δουν το μύλο, να χαρούν και να γλεντήσουν. Εγώ στο μεταξύ θα σου τον έχω κάνει αρνάκι τον Αγέρα. Άντε πήγαινε.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Σ’ ευχαριστώ πολύ καλή μου νεράιδα! Τρέχω να πω τα νέα στο χωριό! ( φεύγει)
ΝΕΡΑΪΔΑ: Αγεράκοοοο, ξύπνα! ( τον σκουντά με το ραβδί της) Υπναρά, σήκω, σούχω μια έκπληξηηηη
ΑΓΕΡΑΣ: Τι; τι συμβαίνει;;; Μπα, η Νεράιδα. Τι βλέπουν τα μάτια μου; Ο γαϊδουρόμυλος χτίστηκε! Το παλιόπαιδο, το ξεροκέφαλο, τώρα θα δει…
ΝΕΡΑΪΔΑ: Στάσου, μη βιάζεσαι… Κάτσε να σου πω..
ΑΓΕΡΑΣ: Άσε με, άσε με να κάνω το σαβουρόμυλο κομμάτια!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Μα στάσου να σου πω ντε.. Θυμάσαι τότε που ο μυλωνάς έχτιζε το νερόμυλο στο ποτάμι μου;  Ε, τότε κι εγώ είχα θυμώσει, νόμιζα πως θα έχανα την ησυχία μου. Όμως μετά που λειτούργησε ο μύλος κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος. Οι χωρικοί έρχονται με τα ζώα, τα παιδιά, τα τραγούδια τους, τα γέλια τους… Ο τόπος ζωντάνεψε, κι εγώ έχω συντροφιά και περνάω ωραία.
ΑΓΕΡΑΣ: Παιδιά ε;; Είπες έρχονται και παιδιά; Μου αρέσουν τα παιδιά γιατί πετάνε χαρταετούς και  χαίρομαι να παίζω μαζί τους…
ΝΕΡΑΪΔΑ: Μα τι σου λέω;  Ορίστε, κοίτα! Ανεβαίνει όλο το χωριό! Τραγουδούν και χορεύουν. Να και τα παιδιά!
ΑΓΕΡΑΣ: Σα νάχεις δίκιο! Αλλά να σε ρωτήσω κάτι;  Γιατί τον λένε αγγουρόμυλο, Αγγούρια αλέθει;
ΝΕΡΑΪΔΑ: (γελά) Έλα, έλα μαζί μου, έλα να διασκεδάσουμε! ( φεύγουν κι έρχονται ο μυλωνάς με το Γιάννο)
ΜΥΛΩΝΑΣ: Μπράβο σου Γιάννο! Τα κατάφερες θαυμάσια!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Αν δεν ήταν η Νεράιδα, δεν θα υπήρχε ο μύλος πατέρα. Θα τον είχε κάνει ο Αγέρας κομματάκια.
ΠΟΥΛΙ: Τσιρρρ;;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ναι, κι ο φίλος μου ο σπουργίτης.
ΜΥΛΩΝΑΣ:  Κι εμένα με είχε βοηθήσει η Νεράϊδα  τότε που έχτιζα το νερόμυλο. Μπράβο όμως και σε σένα γιέ μου, που δεν τα παράτησες, που δεν παραιτήθηκες μπροστά στις δυσκολίες. ( μπαίνει η γιαγιά)
ΓΙΑΓΙΑ: Άντε, ελάτε μυλωνάδες, ελάτε μαζί μας στο γλέντι! Ελάτε να χορέψετε, να φάτε και να πιείτε μαζί μας! Έχουμε μύλο, έχουμε γιορτή!!