Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η τραπεζαρία του βασιλιά

(Βασισμένο σε αρχαίο ελληνικό μύθο)







Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσε στη Θεσσαλία ένας νεαρός βασιλιάς, ο Ερυσίχθων. Είχε ένα μεγάλο παλάτι με πολλές αίθουσες, αλλά αυτός δεν ήταν ικανοποιημένος. Ο καημός του ήταν να φτιάξει μια τεράστια τραπεζαρία για να δέχεται πολύ κόσμο και να κάνει μεγάλα γλέντια.
            Αυτό ήθελε και αυτό έκανε, αφού ήταν βασιλιάς. Ξεκίνησε λοιπόν να χτίζει μια τραπεζαρία που γινόταν πράγματι πολύ ωραία, ώσπου χρειάστηκε ξύλα για να κάνει τη σκεπή της. Μεγάλη η τραπεζαρία, μεγάλη και η σκεπή της. Πού θα έβρισκε τόσα ξύλα ο πεισματάρης βασιλιάς;
            Κοντά στο παλάτι υπήρχε ένα υπέροχο δάσος με λογής λογής δέντρα: πεύκα, φτελιές, βελανιδιές, καστανιές, λεύκες. Πήρε λοιπόν ο Ερυσίχθων τους δούλους του με τα τσεκούρια και τράβηξαν για το δάσος.
Καθώς περπατούσαν στα μονοπάτια του κοιτούσαν και θαύμαζαν τα όμορφα δέντρα, απολαμβάνοντας ήρεμοι και χαλαροί τα κελαηδήματα των πουλιών. Ώσπου σταμάτησαν μπροστά σε μια μεγάλη, γέρικη βελανιδιά. 
            - Κόψτε αυτό το δέντρο! Ακούστηκε ξαφνικά η απότομη φωνή του βασιλιά Ερυσίχθονα.
Οι δούλοι τον κοίταξαν φοβισμένοι.
            - Μα, βασιλιά μου, είπε ένας γέρος δούλος, αυτό το δάσος ανήκει στη θεά Δήμητρα. Αν πειράξουμε τα δέντρα της θα θυμώσει.
            - Κόψτε το είπα! Ούρλιαξε ο Ερυσίχθων.
            Τι να κάνουν οι δούλοι, πήραν τα τσεκούρια τους και ξεκίνησαν να κόβουν. Γκάπ! Με το πρώτο χτύπημα εμφανίστηκαν μπροστά τους οι Αμαδρυάδες, οι νύμφες που ζούσαν στη βελανιδιά.
             - Βασιλιά, γιατί θέλεις να μας χαλάσεις το σπίτι; Θα πεθάνουμε χωρίς αυτό, δεν μας λυπάσαι;
             - Κόψτε το! φώναξε πάλι ο Ερισύχθων με απονιά.
             Οι δούλοι με τρεμάμενα χέρια ξανάπιασαν τα τσεκούρια. Γκάπ!  Με το δεύτερο χτύπημα παρουσιάστηκε μπροστά τους  μια γριούλα. 
            - Βασιλιά , γιατί θέλεις να κόψεις το δέντρο; Ρώτησε η γριούλα με σιγανή και ευγενική φωνή. Δεν ξέρεις ότι το δάσος είναι της θεάς Δήμητρας; Δε φοβάσαι την οργή της;
            - Ποια είσαι εσύ που θα σου δώσω λογαριασμό τι θα κάνω; Κάνε στην άκρη! Απάντησε ο Ερυσίχθων με πείσμα και αγένεια.
Η γριούλα δεν κουνήθηκε. Στεκόταν μπροστά στο δέντρο και κοίταζε με θάρρος το βασιλιά. Αυτός όμως δεν έλεγε να αλλάξει γνώμη. Άρπαξε ένα τσεκούρι και φώναξε νευριασμένος :
            - Αν δεν φύγεις θα τσεκουρώσω κι εσένα και το δέντρο μαζί!
            Η γριούλα ήταν η ίδια η θεά Δήμητρα μεταμορφωμένη. Μόλις λοιπόν άκουσε το βασιλιά να την απειλεί, θύμωσε και πήρε την κανονική θεϊκή της μορφή. Έγινε θεόρατη, με τα πόδια της να πατάνε στη γη και το κεφάλι της να αγγίζει τον ουρανό! Οι δούλοι φοβήθηκαν και τόβαλαν στα πόδια πετώντας τα τσεκούρια τους. Αλλά ο Ερυσίχθων έμεινε στη θέση του αμετάπειστος. Η φωνή της θεάς ακούστηκε σαν κεραυνός:

            - Χτίσε λοιπόν την τραπεζαρία που θέλεις βασιλιά. Χτίσε την, γιατί θα χρειαστεί να τρως πολύ τώρα πια στη ζωή σου. Θα τρως συνέχεια, συνέχεια, χωρίς χορταμό!
            Η θεά εξαφανίστηκε απότομα, έτσι όπως είχε εμφανιστεί. Ο βασιλιάς για μια στιγμή έμεινε σκεφτικός με το τσεκούρι υψωμένο. Αμέσως όμως γούρλωσε τα μάτια του και χτύπησε με αποφασιστικότητα τον κορμό της βελανιδιάς. Γκάπ! Όλο το δάσος αντήχησε. Γκάπ! Γκάπ! Ο Ερυσίχθων δεν σταμάτησε μέχρι που το γιγάντιο δέντρο κατέρρευσε, πλακώνοντας κι άλλα μικρότερα δέντρα.
            Με τον κορμό της βελανιδιάς φτιάχτηκε η σκεπή της τραπεζαρίας. Έγινε όπως ακριβώς την ήθελε ο βασιλιάς. Μεγάλη και λαμπερή. Αλίμονο όμως. Άδικα την έχτισε γιατί δεν προλάβαινε καν να φάει εκεί. Η πείνα του ήταν τόση που έτρωγε κατευθείαν από τις κατσαρόλες, δεν περίμενε να τον σερβίρουν. Έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα, αλλά τίποτε δεν τον χόρταινε. Τα γλέντια που ονειρευόταν δεν μπορούσε να τα κάνει, γιατί κανείς δεν ερχόταν να κάτσει μαζί του στο τραπέζι έτσι που έτρωγε τα πάντα.
    Όσο περνούσε ο καιρός τόσο χειροτέρευε η πείνα του. Έφαγε όλα τα κοπάδια με τα πρόβατα, έφαγε τα γίδια και τις αγελάδες. Άρχισε πια να τρώει τα άλογα κι όταν τέλειωσαν κι αυτά έφαγε και τα μουλάρια. Τέλος, άρχισε να τρώει και τις γάτες! Κι όμως, όσο έτρωγε, τόσο    πείναγε.
       Συνέβαινε μάλιστα και το εξής παράξενο: όσο έτρωγε, τόσο αδυνάτιζε. Είχε μείνει πετσί και κόκκαλο.
       Ο καιρός περνούσε. Το μαρτύριο του βασιλιά δεν έπαυε. Δεν του έμειναν ούτε τα πλούτη, ούτε η αξιοπρέπειά του. Τριγυρνούσε δυστυχισμένος σε όλη τη Θεσσαλία και ζητιάνευε για λίγο φαγητό, για μια μπουκιά, για λίγα αποφάγια!
            Μια μέρα, εξαθλιωμένος όπως ήταν, έσερνε τα βήματά του στο δάσος, ώσπου έφτασε στο άδειο μέρος, εκεί που κάποτε υψωνόταν η βελανιδιά που είχε κόψει. Ο βασιλιάς Ερυσίχθων έκατσε στο κούτσουρο που είχε απομείνει, έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του και έκλαψε πικρά.