Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

R.M.RILKE: Η πρώτη Ελεγεία (ελληνικά - γερμανικά)



μτφ. Δ. Λιαντίνης


ΠΟΙΟΣ αν εκραύγαζα, θα μ’ άκουγε λοιπόν απ’ των αγγέλων
τις τάξεις; κι αν ένας σοβαρά στην καρδιά του την ίδια
ξαφνικά με δεχόταν, ήθελα σβήσει στην ισχυρότερη
μπροστά του υπόσταση. Γιατί η ομορφιά δεν είν’ άλλο
παρά του Τρομερού η αρχή, που μόλις αντέχουμε
και σαστίζουμε έτσι, γιατί γαλήνια περιφρονεί
και να μας καταστρέψει. Καθένας άγγελος είναι τρομερός.
      Κι έτσι πια συγκρατιέμαι και το κάλεσμα της λαχτάρας μου πνίγω
με το σκοτεινό της λυγμό. Αχ, ποιόν μπορούμε λοιπόν
να χρειαστούμε; Τον άγγελον όχι, τον άνθρωπον όχι,
και τα νοήμονα ζώα το βλέπουνε τώρα πως μέσα στον κόσμο το σοφά εξηγημένο
πολύ σιγουρεμένοι δεν είμαστε. Ίσως απομένει σε μας
ολημερίς στην πλαγιά κάποιο δέντρο να βλέπουμε
ξανά και ξανά. Μας απομένει η στράτα του χτες
κι η κακότροπη εμμονή σε κάποια συνήθεια
που μας άρεσε, κι έτσι έμεινε και δεν έφυγε πια.
     Ω, και η νύχτα, η νύχτα, όταν ο αγέρας γιομάτος με διάστημα
μας μαραγκιάζει το πρόσωπο, σε ποιον δε θάμενε αυτή η λαχταρισμένη
που στέκεται καματερή μπροστά σε κάθε έρημη καρδιά
και τρυφερά μας απογοητεύει. Είναι ηπιώτερη για όσους αγαπούν;
Αχ, ο ένας μεσ’ τον άλλον αποκρύβουν μονάχα την κλήρα τους τούτοι.
     Α κ ό μ η δεν τόμαθες; Το κενό από τους βραχίονες τίναξε
προς τους χώρους αυτούς που ανασαίνουμε. Ημπορεί τα πουλιά
την απλωσιά του αγέρα να νιώθουν με αισταντικότερο πέταγμα.

Ναι, οι ανοίξεις σε χρειάστηκαν σίγουρα. Κάποια αστέρια
να τα νιώσεις ζητήσαν επίμονα. Μέσα στα περασμένα
ένα κύμα σηκώθη ψηλά
ή καθώς από το ανοιχτό παραθύρι προσπέρασες
ένα βιολί παραδόθηκε. Ήταν τα πάντα εντολή.
Εσύ όμως ηγεμόνεψες πάνω της; Μέσα στη προσμονή
πάντα σου σκορπισμένος δεν ήσουν, λες και τα πάντα
μιαν αγαπημένη για σένα να μήναγαν; (πού ζητάς να την κρύψεις,
που οι μεγάλες απόξενες μέσα σου σκέψεις
πάνε κι έρχονται και συχνά παραμένουν τη νύχτα).
Αν όμως λαχταράς, τραγούδησε τότε αυτές που αγαπήσαν. Ακόμη για πολύ
το φημισμένο αίσθημά τους θάναι όχι όσο πρέπει αθάνατο.
Εκείνες, σχεδόν τις ζηλεύεις, τις απαρνημένες, που βρήκες
πως πιότερο αγάπησαν, παρά όσες κορέστηκαν. Αποξαρχής και πάντα
ξεκίνα τα εγκώμια, που ποτέ στην κορφή δε θα φτάσουν.
Στοχάσου: ο ήρωας σώζει τη διάρκειά του μέσα του, το γκρέμισμά του
το ίδιο ήταν μια πρόφαση μόνο για ύπαρξη: ο στερνός γεννημός του.
Εκείνες που αγάπησαν όμως, ξανασυνάζει μέσα της η φύση
αποκαμωμένη, γιατί δεν θάχε τη δύναμη να δευτερώσει
τέτοιο έργο. Στοχάστηκες άραγε άξια τη Γκάσπαρα Στάμπα,
ότι κάποιο κορίτσι που τον αγαπημένο στερήθηκε
σ’ αυτής της ερωτευμένης τη φτασμένη περίπτωση μπροστά
συλλογάται: τάχα θα γίνω κι εγώ σαν εκείνη;
Επί τέλους αυτοί οι πανάρχαιοι πόνοι δεν θα γίνουν σε μας
καρπερώτεροι; Δεν έφτασε η ώρα από τη μορφή που αγαπάμε
να λευτερωθούμε αγαπώντας και να τη νικήσουμε τρέμοντας
καθώς το βέλος συσπειρωμένο σε τίναγμα τη νευρή του νικά
τον ίδιο του εαυτό έτσι ξεπερνώντας. Γιατί σταματημός πουθενά δεν υπάρχει.

Φωνές, φωνές. Άκουε καρδιά μου
όπως οι άγιοι μονάχα θα ακούγαν: που η γιγάντια κλήση
από τη γη τους εσήκωνε. Όμως εκείνο το Αδύνατο μπορώντας
συνέχεια γονάτιζαν και δεν το προσέχαν:
έ τ σ ι αυτοί ακροάζονταν. Όχι πως εσύ τη φωνή του Θεού για πολύ
θέλει βάσταγες. Αλλά τη βουή του ανέμου αφουγκράσου
την ακομμάτιαστη είδηση, που από σιγή σχηματίζεται.
Από αυτούς που πεθάνανε νέοι, τώρα ένα θρόϊσμα κατά σένα σιμώνει.
Όπου κι αν εμπήκες, στης Ρώμης τις εκκλησιές και της Νάπολης
δεν σε καλωσόριζε ήσυχα το δικό τους πεπρωμένο;
Ή κάποια επιγραφή επιβλητικά παραδέχτηκες
καθώς τελευταία την πλάκα στη Σάντα Μαρία Φορμόζα.
Τι θέλουν αυτοί από μένα; Πρέπει ν’αφαιρέσω αθόρυβα
την επίφαση της αδικίας που κάποτε εμποδίζει κομμάτι
των ιδικών τους πνευμάτων την ολοκάθαρη κίνηση.

Και βέβαια είναι πρωτόφαντο τη γη πια να μη κατοικείς
τρόπους που μόλις κατάχτησες, αχρείαστους νάχεις,
σε ρόδα και άλλα υπόσχεσης ξέχωρης πράγματα
να μη δίνεις το νόημα ανθρώπινου μέλλοντος,
ό,τι ήταν κανείς μέσα στην άπειρη των χεριών αγωνία
πια να μην είναι, και το ίδιο του όνομα να παραπετά
σαν ένα σπασμένο παιχνίδι.
Πρωτόφαντο, να πάψει κανείς να λαχταρά τις λαχτάρες του,
πρωτόφαντο, να βλέπεις ν’ανεμίζουν ξεκάρφωτα μέσα στο χώρο
όλα όσα είχαν σχέση και σύνθεση. Και το νάσαι νεκρός είν’ επίμοχθο
κι ανασυγκρότηση θέλει πολλή, ώστε λίγη αιωνιότη
βαθμιαία να νιώσεις. Αλλά οι ζωντανοί
κάνουν όλοι το λάθος στεγανά τους νεκρούς να χωρίζουν.
Οι άγγελοι (λέει κανείς) συχνά δεν θα γνώριζαν εάν
ανάμεσα στους ζωντανούς ή τους νεκρούς περπατάνε. Το αιώνιο ρεύμα
συναρπάζει μαζί του και στα δυο Βασίλεια κάθε εποχή
και πάντα κι εδώ κι εκεί τη σκεπάζει ο ήχος του.

Τέλος τέλος δεν μας έχουν ανάγκη οι πρώιμα φευγάτοι
ξεσυνηθίζει τα γήινα κανείς απαλά, όπως όμοια από της μάνας το στήθος
αποκόβεται ήρεμα. Αλλά εμείς που τα μεγάλα χρειαζόμαστε μυστικά
εκείνα, που από τη λύπη τους κάποτε μακάρια ξεπηδά η ανάβαση,
εμείς, θ α γ ι ν ό τ α ν να ζήσουμε χωρίς τους νεκρούς;
Δεν είναι μάταιος ο μύθος ότι κάποτε στο μοιρολόι του Λίνου
διαπέρασε βίαια η πρώτη μελωδία το άφτουρο μάργωμα,
ότι στον κατάπληχτο χώρο, οπούθε ένας έφηβος σχεδόν θεϊκός
αναπάντεχα χάθηκε, σε τέτοιο κραδασμό το κενό μεταβλήθηκε
ώστε σήμερα εμάς συναρπάζει, παρηγορεί και στηλώνει.
  •  
DIE ERSTE ELEGIE
WER, wenn ich schriee, hörte mich denn aus der Engel
Ordnungen? und gesetzt selbst, es nähme
einer mich plötzlich ans Herz: ich verginge von seinem
stärkeren Dasein. Denn das Schöne ist nichts
als des Schrecklichen Anfang, den wir noch grade ertragen,
und wir bewundern es so, weil es gelassen verschmäht,
uns zu zerstören. Ein jeder Engel ist schrecklich.
    Und so verhalt ich mich denn und verschlucke den Lockruf
dunkelen Schluchzens. Ach, wen vermögen
wir denn zu brauchen? Engel nicht, Menschen nicht,
und die findigen Tiere merken es schon,
daß wir nicht sehr verläßlich zu Haus sind
in der gedeuteten Welt. Es bleibt uns vielleicht
irgend ein Baum an dem Abhang, daß wir ihn täglich
wiedersähen; es bleibt uns die Straße von gestern
und das verzogene Treusein einer Gewohnheit,
der es bei uns gefiel, und so blieb sie und ging nicht.
    O und die Nacht, die Nacht, wenn der Wind voller Weltraum
uns am Angesicht zehrt –, wem bliebe sie nicht, die ersehnte,
sanft enttäuschende, welche dem einzelnen Herzen
mühsam bevorsteht. Ist sie den Liebenden leichter?
Ach, sie verdecken sich nur mit einander ihr Los.
    Weißt du's noch nicht? Wirf aus den Armen die Leere
zu den Räumen hinzu, die wir atmen; vielleicht daß die Vögel
die erweiterte Luft fühlen mit innigerm Flug.

Ja, die Frühlinge brauchten dich wohl. Es muteten manche
Sterne dir zu, daß du sie spürtest. Es hob
sich eine Woge heran im Vergangenen, oder
da du vorüberkamst am geöffneten Fenster,
gab eine Geige sich hin. Das alles war Auftrag.
Aber bewältigtest du's? Warst du nicht immer
noch von Erwartung zerstreut, als kündigte alles
eine Geliebte dir an? (Wo willst du sie bergen,
da doch die großen fremden Gedanken bei dir
aus und ein gehn und öfters bleiben bei Nacht.)
Sehnt es dich aber, so singe die Liebenden; lange
noch nicht unsterblich genug ist ihr berühmtes Gefühl.
Jene, du neidest sie fast, Verlassenen, die du
so viel liebender fandst als die Gestillten. Beginn
immer von neuem die nie zu erreichende Preisung;
denk: es erhält sich der Held, selbst der Untergang war ihm
nur ein Vorwand, zu sein: seine letzte Geburt.
Aber die Liebenden nimmt die erschöpfte Natur
in sich zurück, als wären nicht zweimal die Kräfte,
dieses zu leisten. Hast du der Gaspara Stampa
denn genügend gedacht, daß irgend ein Mädchen,
dem der Geliebte entging, am gesteigerten Beispiel
dieser Liebenden fühlt: daß ich würde wie sie?
Sollen nicht endlich uns diese ältesten Schmerzen
fruchtbarer werden? Ist es nicht Zeit, daß wir liebend
uns vom Geliebten befrein und es bebend bestehn:
wie der Pfeil die Sehne besteht, um gesammelt im Absprung
mehr zu sein als er selbst. Denn Bleiben ist nirgends.

Stimmen, Stimmen. Höre, mein Herz, wie sonst nur
Heilige hörten: daß die der riesige Ruf
aufhob vom Boden; sie aber knieten,
Unmögliche, weiter und achtetens nicht:
So waren sie hörend. Nicht, daß du Gottes ertrügest
die Stimme, bei weitem. Aber das Wehende höre,
die ununterbrochene Nachricht, die aus Stille sich bildet.
Es rauscht jetzt von jenen jungen Toten zu dir.
Wo immer du eintratest, redete nicht in Kirchen
zu Rom und Neapel ruhig ihr Schicksal dich an?
Oder es trug eine Inschrift sich erhaben dir auf,
wie neulich die Tafel in Santa Maria Formosa.
Was sie mir wollen? leise soll ich des Unrechts
Anschein abtun, der ihrer Geister
reine Bewegung manchmal ein wenig behindert.

Freilich ist es seltsam, die Erde nicht mehr zu bewohnen,
kaum erlernte Gebräuche nicht mehr zu üben,
Rosen, und andern eigens versprechenden Dingen
nicht die Bedeutung menschlicher Zukunft zu geben;
das, was man war in unendlich ängstlichen Händen,
nicht mehr zu sein, und selbst den eigenen Namen
wegzulassen wie ein zerbrochenes Spielzeug.
Seltsam, die Wünsche nicht weiterzuwünschen. Seltsam,
alles, was sich bezog, so lose im Raume
flattern zu sehen. Und das Totsein ist mühsam
und voller Nachholn, daß man allmählich ein wenig
Ewigkeit spürt. – Aber Lebendige machen
alle den Fehler, daß sie zu stark unterscheiden.
Engel (sagt man) wüßten oft nicht, ob sie unter
Lebenden gehn oder Toten. Die ewige Strömung
reißt durch beide Bereiche alle Alter
immer mit sich und übertönt sie in beiden.

Schließlich brauchen sie uns nicht mehr, die Früheentrückten,
man entwöhnt sich des Irdischen sanft, wie man den Brüsten
milde der Mutter entwächst. Aber wir, die so große
Geheimnisse brauchen, denen aus Trauer so oft
seliger Fortschritt entspringt –: könnten wir sein ohne sie?
Ist die Sage umsonst, daß einst in der Klage um Linos
wagende erste Musik dürre Erstarrung durchdrang;
daß erst im erschrockenen Raum, dem ein beinah göttlicher Jüngling
plötzlich für immer enttrat, die Leere in jene
Schwingung geriet, die uns jetzt hinreißt und tröstet und hilft.