Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ: Βιβλίον Γ, 82-84 - Φιλοσοφία περί του εμφυλίου

  


Μετάφραση: Ελευθέριος Βενιζέλος

(λυπούμαι για την αδυναμία τήρησης του όμορφου πολυτονικού κειμένου- Φ.Χ)


  82. Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων. Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, δια να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον ενισχυθούν οι ίδιοι. Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ' ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ' ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευημερίαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος και τείνει ν' αφομοιώση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν. Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, δια της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. 

 
 (αρχαία Αθήνα)
 
Και κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα. Τωόντι η μεν παράλογος τόλμη εθεωρήθη ως ανδρεία, ετοίμη εις θυσίαν χάριν των πολιτικών ομοφρόνων, η προνοητική διστακτικότης ως εύσχημος δειλία, η σωφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας, η δια κάθε τι σύνεσις ως βραδυκινησία. Η τυφλή παραφορά εκρίθη ως ανδρική αρετή, ενώ η χάριν ασφαλείας περαιτέρω σκέψις ως εύσχημος πρόφασις υπεκφυγής. Ο τα πάντα επικρίνων και τους πάντας κακολογών εθεωρείτο άξιος εμπιστοσύνης εις κάθε περίστασιν, ενώ ο αντιτιθέμενος προς αυτόν, ύποπτος. Ο στήνων επιτυχή παγίδα εθεωρείτο άνθρωπος ευφυής, αλλά πολύ περισσότερον ικανός, ο οσφραινόμενος εγκαίρως αυτήν. Ενώ εκείνος που εφρόντιζε να μην ευρεθή εις την ανάγκην να κάμη ούτε το εν, ούτε το άλλο, εθεωρείτο διαλυτής του κόμματος και πανικόβλητος απέναντι των αντιπάλων. Με μίαν λέξιν, ο προτρέχων άλλου εις την διάπραξιν κακού εκρίνετο άξιος επαίνων, καθώς και ο παρακινών άλλον εις διάπραξιν κακού, το οποίον εκείνος δεν είχε διανοηθή. Και ο ίδιος άλλωστε ο συγγενικός ακόμη δεσμός εθεωρήθη ολιγώτερον στενός του μεταξύ πολιτικών ομοφρόνων δεσμού, διότι οι τελευταίοι ήσαν προθυμότεροι εις το να τολμήσουν κάθε τι χωρίς δισταγμόν. Καθόσον οι φατριαστικοί σύνδεσμοι δεν συνιστώντο χάριν αμοιβαίας βοηθείας, επί τη βάσει των κειμένων νόμων, αλλά χάριν ιδιοτελών σκοπών, αντιθέτων προς τους καθεστώτας νόμους. Και η προς αλλήλους εμπιστοσύνη ενισχύετο όχι τόσον δια των προς τους θεούς όρκων, όσον δια της από κοινού διαπράξεως εγκλημάτων. Οσάκις οι αντίπαλοι διετύπωναν ευλόγους προτάσεις, εκείνοι προς τους οποίους εγίνοντο αι προτάσεις, εάν ήσαν ισχυρότεροι, δεν τας απεδέχοντο με αίσθημα ειλικρινούς εμπιστοσύνης, αλλά λαμβάνοντες συγχρόνως τ' αναγκαία εξασφαλιστικά μέτρα. Επροτίμων πολύ περισσότερον ν' αντεκδικηθούν δια κακόν, το οποίον έπαθαν, παρά να προλάβουν το κακόν. Και οσάκις υπό την πίεσιν των περιστάσεων αντηλλάσσοντο τυχόν όρκοι προς ενίσχυσιν συνδιαλλαγής, οι όρκοι ίσχυαν μόνον προσωρινώς, εφόσον αμφότεροι οι ορκισθέντες δεν είχαν που αλλού να στηριχθούν. Αλλ' εκείνος, ο οποίος, δοθείσης ευκαιρίας, πρώτος ανέκτα το θάρρος του, εάν έβλεπε τον αντίπαλον απροφύλακτον, εξεδικείτο με μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν, λόγω του ότι εξηπάτα την προς τον όρκον εμπιστοσύνην του αντιπάλου του, παρά εάν εξεδικείτο παλληκαρίσια. Διότι υπελόγιζεν ότι εκτός του πλεονεκτήματος της ασφαλείας, εκέρδιζε και το βραβείον της επιτηδειότητος αφού επεκράτησε δι' απάτης. Οι περισσότεροι τωόντι άνθρωποι προτιμούν να είναι αχρείοι και να ονομάζωνται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγωνται ευήθεις, και δια το τελευταίον τούτο μεν εντρέπονται, ενώ δια το πρώτον υπερηφανεύονται. Αιτία όλων αυτών ήτο η δίψα της εξουσίας, την οποίαν γεννά η πλεονεξία και η φιλαρχία, και το φατριαστικόν πνεύμα, το οποίον εκτρέφουν τα δύο αυτά πάθη, εις όσους περιπέσουν άπαξ εις φατριαστικάς έριδας. Διότι οι αρχηγοί των φατριών εις τας διαφόρους πόλεις, προβάλλοντες εκατέρωθεν εύηχα συνθήματα, οι δημοκρατικοί την πολιτικήν ενώπιον του νόμου ισότητα του πλήθους, οι ολιγαρχικοί την σώφρονα αριστοκρατίαν, λόγω μεν υπηρέτουν τα κοινά, πράγματι όμως καθίστων αυτά βραβείον του προσωπικού των ανταγωνισμού. Αγωνιζόμενοι, εξ άλλου, να υποσκελίσουν αλλήλους με κάθε μέσον, ετόλμησαν τα τερατωδέστερα πράγματα. Αλλά και ταύτα ακόμη υπερέβαιναν αι εκδικήσεις των, τας οποίας αι δύο μερίδες ώθουν όχι απλώς μέχρι των ορίων, τα οποία θα επέβαλλε το δίκαιον και το κοινόν συμφέρον, αλλά μέχρι του σημείου, το οποίον ανταπεκρίνετο εκάστοτε εις την ικανοποίησιν της φατρίας των. Και ήσαν έτοιμοι να κορέσουν τον πόθον της αμέσου εκδικήσεως, είτε δι' αδίκων καταδικών, είτε επιβαλλόμενοι δια της βίας. Και ενώ καμμία από τας δύο μερίδας δεν ενεπνέετο από αισθήματα ευσεβείας, εκείνοι που κατώρθωναν να συγκαλύψουν απεχθείς πράξεις υπό ωραίους λόγους επηνούντο πολύ περισσότερον. Οι πολίται, εξ άλλου, όσοι δεν ανήκαν εις καμμίαν από τας δύο μερίδας, έπιπταν θύματα και των δύο, είτε διότι ηρνούντο ν' αγωνισθούν παρά το πλευρόν των, είτε διότι τους εφθόνουν δια την ακίνδυνον και ήσυχον ζωήν που εζούσαν. 
 (αρχαία Σπάρτη)


       83. Τοιουτοτρόπως, ένεκα των εμφυλίων σπαραγμών, όλαι αι μορφαί της μοχθηρίας ενεφανίσθησαν εις τον Ελληνικόν κόσμον. Η αγαθότης, η οποία συνδέεται στενώς με την ευγένειαν του χαρακτήρος, κατεγελάτο τόσον, ώστε εξηφανίσθη, ενώ επεκράτησεν ο πλήρης δυσπιστίας αμοιβαίος ανταγωνισμός, καθόσον δεν υπήρχε τίποτε που να ημπορή να οδηγήση εις συνδιαλλαγήν, ούτε υποσχέσεις πανηγυρικαί, ούτε όρκοι φοβεροί. Έκαστος, εφόσον ήτο ισχυρότερος, σκεπτόμενος πόσον απελπιστικώς αναξιόχρεοι ήσαν αι διδόμεναι εγγυήσεις, ελάμβανε τ' αναγκαία δια την ασφάλειάν του μέτρα, χωρίς να ημπορή να στηριχθή εις άλλους. Και οι έχοντες ασθενεστέραν την αντίληψιν επεκράτουν ως επί το πλείστον. Διότι, φοβούμενοι, ως εκ της ιδικής των ανεπαρκείας και της ευφυΐας των αντιπάλων των, μήπως όχι μόνον ηττηθούν κατά την συζήτησιν, αλλά και ένεκα της ευστροφίας του πνεύματος των τελευταίων πέσουν πρώτοι θύματα των μηχανορραφιών των, έφθαναν τολμηρώς μέχρις εγκλήματος. Ενώ εκείνοι, επειδή ένεκα καταφρονήσεως των αντιπάλων των ενόμιζαν ότι ημπορούν εγκαίρως ν' αντιληφθούν τους σκοπούς των, και ότι δεν υπάρχει ανάγκη να επιδιώξουν δια της δυνάμεως ό,τι ηδύνατο να επιτευχθή δια της ευφυΐας, κατελαμβάνοντο απροφύλακτοι και εφονεύοντο ως επί το πλείστον.

        
   84. Εις την Κέρκυραν, λοιπόν, διεπράχθησαν το πρώτον αι περισσότεραι από τας ανομίας αυτάς και ιδίως εκδικήσεις παντός είδους, τας οποίας άνθρωποι, υποβληθέντες εις εξουσίαν τυραννικήν μάλλον παρά σώφρονα, ημπορούσαν να διαπράξουν εναντίον των αρχόντων των, που τους παρείχαν ήδη την ευκαιρίαν της αντεκδικήσεως, ή άδικα μέτρα, εις τα οποία ημπορούσαν να προσφύγουν άνθρωποι, θέλοντες ν' απαλλαγούν από την συνήθη πενίαν των και εμπαθώς εποφθαλμιώντες τα ξένα προ πάντων αγαθά, ή άλλα ανομήματα, διαπραττόμενα τυχόν κατά τρόπον σκληρόν και ανηλεή εναντίον ανθρώπων της ιδίας τάξεως υπό ανθρώπων, οι οποίοι παρεσύροντο όχι από πλεονεξίαν, αλλά προ πάντων από την ακολασίαν του πάθους. Εις το σημείον που έφθασαν τα πράγματα, η ζωή της πόλεως συνεταράχθη βαθύτατα και η ανθρωπίνη φύσις, η οποία και υπό το κράτος ακόμη των νόμων ρέπει συνήθως προς την αδικίαν, τεθείσα ήδη υπεράνω των νόμων, ησθάνετο χαράν, αποδεικνύουσα ότι τα πάθη της ήσαν ασυγκράτητα και ότι ήσαν ισχυρότερα από τους νόμους και εχθρά πάσης υπεροχής. Διότι, άλλως, εάν ο φθόνος δεν ήσκει ολεθρίαν επιρροήν, κανείς δεν ήθελε προτιμήσει την εκδίκησιν αντί της ευσεβείας και την πλεονεξίαν αντί, της δικαιοσύνης. Οι άνθρωποι, εν τούτοις, προκειμένου να εκδικηθούν άλλους, διαπράττουν το σφάλμα να καταργούν προηγουμένως τας αρχάς του φυσικού δικαίου, αι οποίαι ισχύουν εις τοιαύτας περιστάσεις και επί των οποίων καθείς στηρίζει την ελπίδα της προσωπικής του σωτηρίας, εν περιπτώσει αποτυχίας. Και κατ' αυτόν τον τρόπον, στερούνται οι ίδιοι της προστασίας των αρχών αυτών εις περίπτωσιν, κατά την οποίαν, εάν περιήρχοντο ποτέ εις κίνδυνον, θα ελάμβαναν την ανάγκην των.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου