Κυριακή, 15 Αυγούστου 2021

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο - τόμος 1: Από τη μεριά του Σουάν

 

Εκδόσεις:  Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2017, 

 Μεταφραση: Π. Ζάννας, Επιμέλεια: Π. Πούλος



Εικονογραφημένο στις Εκδόσεις: Γνώση 2011, από τον Stephane Heuet


·         Ίσως η ακινησία που’ χουν τα πράγματα τριγύρω μας να τους επιβάλλεται απ’ τη βεβαιότητά μας πως είναι αυτά κι όχι άλλα, απ’ την ακινησία της σκέψης μας απέναντί τους. (15)

·         Η συνήθεια! Τα ρυθμίζει όλα επιδέξια, σιγά σιγά όμως – κι αφήνει στην αρχή τη σκέψη μας να υποφέρει για βδομάδες σε μια κατάσταση προσωρινότητας-, αλλά η σκέψη μας μολαταύτα την αποδέχεται με χαρά, γιατί, χωρίς τη συνήθεια και με τα δικά της μόνο μέσα, η σκέψη μας θα ήταν ανίκανη να κάνει για μας κατοικήσιμο ένα σπίτι. (18)


·         Έστειλε να φέρουν ένα απ’ αυτά τα κοντόχοντρα γλυκά που ονομάζονται Μικρές Μαντλέν και φαίνονται σαν να’ χουν χυθεί στην αυλακωτή φόρμα μιας αχιβάδας. Και σε λίγο, μηχανικά, εξουθενωμένος από την πληχτική μέρα και την προοπτική ενός θλιβερού αύριο, έφερνα στα χείλη μου μια κουταλιά τσάι όπου είχα αφήσει να μουλιάσει ένα κομμάτι μαντλέν. Αλλά τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε ξαφνικά κάνει τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντάς με με μια πολύτιμη ουσία: ή μάλλον η ουσία αυτή δεν ήταν μέσα μου, ήμουν εγώ. (48)

·         Σκληρή αβεβαιότητα, κάθε φορά που η σκέψη νιώθει πως την ξεπερνά ο ίδιος ο εαυτός της. Όταν αυτός, ο ερευνητής είναι ταυτόχρονα κι όλη η σκοτεινή χώρα που πρέπει να ερευνήσει κι όπου όλα του τα εφόδια δεν τον βοηθούν σε τίποτα. Να ερευνήσει; Όχι μόνο: να δημιουργήσει. (48)

·         Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι, αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές, αλλά πιο μακρόβιες, πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές, η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα, σαν τις ψυχές, για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ έλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν χωρίς να λυγίζουν, πάνω στη μικρή σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης. (50)



·         …ένα κτίσμα που βρισκόταν, θα λέγαμε σε ένα χώρο με τέσσερις διαστάσεις- η τέταρτη όντας η διάσταση του Χρόνου-, αναπτύσσοντας μέσα στους αιώνες το σκαρί του που, από δοκάρι σε δοκάρι, από παρεκκλήσι σε παρεκκλήσι, φαινόταν να νικάει και να διασχίζει όχι μόνο λίγα μέτρα απόσταση, αλλά διαδοχικές εποχές, απ’ όπου έβγαινε νικηφόρο… (61)

·         Όταν έβλεπα ένα εξωτερικό αντικείμενο, η συνείδηση ότι το έβλεπα στεκόταν ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ αυτό, το περιχαράκωνε μ’ ένα στενό διανοητικό σιρίτι που μ’ εμπόδιζε ν’ αγγίξω ποτέ άμεσα την ύλη του… (80)

·         …βρισκόμασταν ακόμα κοντά στην ηλικία όπου πιστεύει κανείς πως δημιουργεί ό,τι ονοματίζει. (86)

·         Μόλις πρόφερε μια κουβέντα, την άκουγε με τη σκέψη αυτών στους οποίους την είχε πει…(105)

·         Γι’ αυτό η μεριά της Μεζεγκλίζ και η μεριά του Γκερμάντ μένουν για μένα στενά δεμένες με πολλά μικρά γεγονότα αυτής της ζωής που, απ’ όλες όσες ζούμε παράλληλα, είναι η πιο γεμάτη απρόοπτα, η πιο πλούσια σε επεισόδια, δηλαδή της διανοητικής ζωής. Η ζωή αυτή εξελίσσεται ίσως μέσα μας ανεπαίσθητα και τις αλήθειες που άλλαξαν για μας το νόημά της και την όψη της, που μας άνοιξαν καινούργιους δρόμους, ετοιμαζόμαστε από καιρό να τις ανακαλύψουμε, δίχως όμως να το ξέρουμε. Και για μας χρονολογούνται μόνο από τη μέρα απ’ τη στιγμή που μας έγιναν ορατές. (164)

·         Επειδή πίστευα στα πράγματα, στους ανθρώπους, καθώς περιφερόμουνα σ’ αυτές τις δυο μεριές, γι’ αυτό ακριβώς τα πράγματα κι οι άνθρωποι που μου γνώρισαν είναι τα μόνα που λογαριάζω ακόμα σοβαρά και που με κάνουν ακόμα να χαίρομαι. Είτε γιατί η δημιουργική πίστη στέρεψε πια μέσα μου, είτε γιατί η πραγματικότητα διαμορφώνεται μόνο στη μνήμη, τα λουλούδια που μου δείχνουν τώρα για πρώτη φορά δεν μου φαίνονται σαν αληθινά λουλούδια. (164)

·         Κι επειδή ,ωστόσο, υπάρχει κάτι το ατομικό στους τόπους, όταν με πιάνει η επιθυμία να ξαναδώ τη μεριά του Γκερμάντ, δεν θα την ικανοποιούσα αν με οδηγούσαν στην άκρη ενός ποταμού, όπου θα υπήρχαν το ίδιο όμορφα ή κι ομορφότερα νούφαρα απ’ ό,τι στη Βιβόν, όπως και δεν θα επιθυμούσα το βράδυ επιστρέφοντας -την ώρα που ξυπνούσε μέσα μου αυτό το άγχος που αργότερα μετατοπίζεται στον έρωτα και μπορεί να γίνει αχώριστο μαζί του για πάντα- νάρθει να μου πει καληνύχτα μια μητέρα πιο όμορφη και πιο έξυπνη από τη δική μου. (165)

·         Την προηγούμενη χρονιά, σε κάποια βραδινή συγκέντρωση, είχε ακούσει ένα μουσικό έργο για βιολί και πιάνο. Στην αρχή είχε γευτεί μόνο την υλική ποιότητα των ήχων που κυλούσαν απ’ τα μουσικά όργανα… Έτσι, μόλις είχε σβήσει η γλυκιά εντύπωση που είχε νιώσει ο Σουάν, η μνήμη του τού είχε προσφέρει την ίδια στιγμή μια μεταγραφή περιληπτική και προσωρινή, μα που πάνω της είχε ρίξει μια ματιά, ενώ το κομμάτι συνεχιζόταν, έτσι που, όταν η ίδια εντύπωση ξαφνικά ξαναφάνηκε, δεν ήταν πια ασύλληπτη. Αναπαράσταινε μέσα τη την έκτασή της, τις συμμετρικές ομάδες της, τη γραφή της, την εκφραστική της αξία. Είχε μπροστά του αυτό που δεν είναι πια καθαρή μουσική, αλλ’ είναι σχέδιο, αρχιτεκτονική, σκέψη και που επιτρέπει την ανάμνηση της μουσικής…Είχε νιώσει γι’ αυτή τη φράση κάτι σαν έναν άγνωστο έρωτα. (186-7)

 Έτσι, σ’ αυτά τα τμήματα του ψυχικού κόσμου του Σουάν, όπου η μικρή φράση είχε σβήσει τη φροντίδα για υλικά συμφέροντα, καθώς και τις κοινές σε όλους ανθρώπινες αντιλήψεις, είχε αφήσει ένα κενό, μια λευκή θέση, όπου ήταν ελεύθερος να γράψει το όνομα της Οντέτ. Ύστερα, σ’ ό,τι κάπως ασήμαντο και απογοητευτικό μπορούσε να χει η αγάπη της Οντέτ, η μικρή φράση ερχόταν να προσθέσει, να ενώσει την ουσία της, τη γεμάτη μυστήριο. (210)

Και πριν ο Σουάν προλάβει να καταλάβει και να σκεφτεί: «Είναι η μικρή φράση της σονάτας του Βεντέιγ, να μην ακούσω!», όλες οι αναμνήσεις του απ’ τον καιρό που η Οντέτ τον αγαπούσε και που είχε κατορθώσει ως τώρα να τις κρατήσει αθέατες στα βάθη του είναι του, ξεγελασμένες απ’ την ξαφνική αυτή ακτίνα του καιρού της αγάπης που νόμισαν πως ξαναγύρισε, είχαν ξυπνήσει και, φτερουγίζοντας, είχαν ανέβει να του τραγουδήσουν απεγνωσμένα, χωρίς οίκτο για την τωρινή του δυστυχία, τις ξεχασμένες επωδούς της ευτυχίας. (300).

«Και να σκεφτείς πως άσκοπα ξόδεψα χρόνια της ζωής μου, πως θέλησα να πεθάνω, πως είχα τον πιο μεγάλο μου έρωτα για μια γυναίκα που δεν μου άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος μου:» (330)

·         Όπως το κοινό δεν γνωρίζει από τη γοητεία, τη χάρη, τις μορφές της φύσης παρά μόνον ό,τι ανακάλυψε στις κοινοτυπίες μιας τέχνης που αφομοίωσε σιγά σιγά, ενώ αντίθετα ένας πρωτότυπος καλλιτέχνης ξεκινάει με την απόρριψη αυτών των κοινών τόπων… (190)

·         Επειδή ήταν υποχρεωμένη για να παρηγοριέται που δεν ήταν απόλυτα ίση με τους άλλους Γκερμάντ, να λέει συνεχώς στον εαυτό της πως τους έβλεπε σπάνια από αδιαλλαξία στις αρχές της και περηφάνια, η σκέψη αυτή είχε τελικά διαμορφώσει το σώμα της και του είχε δώσει ένα κάποιο μεγαλείο, που το θεωρούσαν οι μικροαστές σημάδι ράτσας κι αναστάτωνε μ’ έναν στιγμιαίο πόθο το κουρασμένο μάτι των ανδρών του κύκλου. (287)

·         Δεν γνωρίζουμε την ευτυχία μας. Δεν είμαστε ποτέ τόσο δυστυχισμένοι όσο νομίζουμε… Δεν γνωρίζουμε τη δυστυχία μας,  δεν είμαστε ποτέ τόσο ευτυχισμένοι όσο νομίζουμε. (308)

·         Γιατί αυτό που νομίζουμε πως είναι η αγάπη μας, η ζήλια μας, δεν είναι το ίδιο συνεχές κι αδιαίρετο πάθος. Αποτελείται από άπειρο αριθμό διαδοχικές αγάπες, από διαφορετικές ζήλιες, οι οποίες είναι εφήμερες, αλλά που με το αδιάσπαστο πλήθος τους δίνουν την εντύπωση της συνέχειας, την αυταπάτη της ενότητας. (322)

·         Γιατί συχνά βρίσκεις μέσα σε μια μέρα να’ χει χάσει το δρόμο της κάποια μέρα άλλης εποχής, που σε κάνει να ζεις μέσα σ’ εκείνη, ν’ αναπολείς αμέσως, να λαχταράς τις χαρακτηριστικές της απολαύσεις και διακόπτει τα όνειρα που έκανες, παρεμβάλλοντας νωρίτερα ή αργότερα απ’ τη σειρά του αυτό το φύλλο το βγαλμένο από άλλο κεφάλαιο, μέσα στο αλλαγμένο καλαντάρι της Ευτυχίας (336)

·         Ακόμα κι από απλή ρεαλιστική άποψη, οι τόποι που λαχταρούμε κρατούν κάθε στιγμή πολύ μεγαλύτερη θέση στην αληθινή ζωή μας από τον τόπο όπου βρισκόμαστε πραγματικά (339)

·         Και πάλι, ακόμα κι από την άποψη αυτή την καθαρά ποσοτική, στη ζωή μας οι μέρες δεν είναι ίσες μεταξύ τους. Για να περνούν τις μέρες, οι κάπως νευρικές φύσεις, όπως ήταν η δική μου, διαθέτουν, όπως τα αυτοκίνητα, διαφορετικές «ταχύτητες». Υπάρχουν μέρες ανηφορικές και δύσκολες, που χρειάζεσαι άπειρο χρόνο για να τις διαβείς, και μέρες κατηφορικές που τις κατεβαίνεις τρέχοντας και τραγουδώντας. (339)

·         Όταν όμως χάνεται μια πίστη, επιζεί όλο και πιο έντονη, για να σκεπάσει την έλλειψη της δύναμης που χάσαμε μη μπορώντας πια να δώσουμε αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια, μια φετιχιστική προσήλωση στα παλιά, που τα ζωντάνευε η πίστη, λες και σ’ αυτά κι όχι μέσα μας κατοικούσε το θείο, λες κι η τωρινή μας απιστία είχε μιαν αιτία συμπτωματική, το θάνατο των θεών. (368)

·         …την αντίφαση που υπάρχει όταν αναζητάς στην πραγματικότητα τις εικόνες της μνήμης, απ’ τις οποίες θα λείπει πάντα η γοητεία που προέρχεται απ’ την ίδια τη μνήμη, κι απ΄το γεγονός ότι δεν τις συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας. (369)

·         Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο του χώρου, όπου τους τοποθετούμε για μεγαλύτερη ευκολία. Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας. Η ανάμνηση ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε. Τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα, αλίμονο!, σαν τα χρόνια. (379)

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου