Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2019

ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ: Κύριαι Δόξαι



Οι βασικές αρχές της φιλοσοφίας του Επίκουρου, (Σάμος, 341 π.Χ. – Αθήνα, 270 π.Χ), όπως καταγράφονται από τον Διογένη Λαέρτιο, ιστοριογράφο του 3ου αιώνα μΧ. 

(Η απόδοση είναι του Γιάννη Αβραμίδη, εκτός από τα σημεία όπου αναφέρονται διαφορετικοί μεταφραστές.)

ΚΔ 1. Το μακάριο και άφθαρτο ον ούτε το ίδιο έχει προβλήματα ούτε και σε άλλους προκαλεί. Έτσι δεν οργίζεται με κανέναν και δεν χαρίζεται σε κανέναν. Γιατί όλα αυτά είναι γνωρίσματα των αδύναμων όντων.
ΚΔ 2. Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι έχει αποσυντεθεί παύει να αισθάνεται. Και μια κατάσταση αναισθησίας δεν μας αφορά.
ΚΔ 3. Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου υπάρχει ηδονή και για όσο χρόνο συνεχίζει, εκεί δεν υπάρχει σωματικός πόνος ούτε λύπη στην ψυχή ούτε και τα δυο μαζί.
ΚΔ 4. Ο σωματικός πόνος δεν παραμένει μόνιμα. Ο οξύτατος πόνος διαρκεί πολύ λίγο. Ενώ κάθε πόνος που απλώς είναι υπέρτερος από τη σωματική ηδονή, δεν βαστά πολλές μέρες. Και στις μακροχρόνιες αρρώστιες στο σώμα υπερτερεί η ηδονή παρά ο πόνος.
ΚΔ 5. Είναι αδύνατο να ζήσεις χαρούμενα, αν η ζωή σου δεν έχει φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη. Και είναι αδύνατο να έχει η ζωή σου ομορφιά, δικαιοσύνη και φρόνηση αν δεν έχει και ηδονή. Όποιος δεν τα διαθέτει αυτά δεν μπορεί να ζει ευτυχισμένα.
ΚΔ 6. Η εξουσία κι η βασιλεία είναι φυσικά αγαθά, εφ΄όσον μπορούν πραγματικά να σε εξασφαλίσουν απέναντι στους άλλους ανθρώπους.
ΚΔ 7. Κάποιοι θέλουν να γίνουν ένδοξοι και διάσημοι, νομίζοντας ότι έτσι θα εξασφαλιστούν απέναντι στους άλλους ανθρώπους. Επομένως, αν η ζωή τέτοιων ανθρώπων είναι όντως ασφαλής, έχουν αποκτήσει το φυσικό αγαθό. Αν όμως όχι, τότε δεν έχουν επιτύχει αυτό που για χάρη του κόπιασαν εξ αρχής, παρακινημένοι από την ίδια τη φύση.
ΚΔ 8. Καμιά ηδονή δεν είναι κακό πράγμα αυτή καθαυτή. Όμως ορισμένες ηδονές παράγονται με μέσα που επιφέρουν πολύ περισσότερες ενοχλήσεις παρά ηδονές.
ΚΔ 9. Εάν κάθε ηδονή συμπυκνωνόταν και τοπικά και χρονικά το ίδιο σ’ όλο μας το σώμα ή τουλάχιστον στα κυριότερα μέρη του, δεν θα ήταν διαφορετικές μεταξύ τους οι ηδονές. (αποδ. Θανάσης Γιαπιτζάκης, Μπάμπης Πατζόγλου)
ΚΔ 10. Αν τα πράγματα που φέρνουν τις ηδονές των ασώτων μπορούσαν να σκορπίσουν τους φόβους για τα ουράνια και το θάνατο και τον πόνο, κι ακόμη αν μας δίδασκαν τα όρια των επιθυμιών και του πόνου, τότε δεν θα είχαμε λόγο να κατηγορήσουμε τους άσωτους, που από παντού θα αντλούσαν ηδονές και τίποτα δεν θα τους προκαλούσε πόνο ή λύπη, δηλαδή αυτά που συνιστούν το κακό.
ΚΔ 11.  Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες για τα ουράνια φαινόμενα και για το θάνατο κι οι υποψίες μήπως έχουν κάποια σχέση μ’εμάς, κι αν δεν μας παίδευε η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα όρια του πόνου και της επιθυμίας, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη από τη μελέτη της φύσης.
ΚΔ 12. Δεν μπορεί κανείς να απαλλαγεί από τους φόβους για τα πιο σημαντικά πράγματα, αν δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος και δίνει βάση στους μύθους που λέγονται γι αυτό. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να απολαμβάνει ακέραιες τις ηδονές της ζωής, χωρίς τη φυσική επιστήμη.
ΚΔ 13. Δεν ωφελεί σε τίποτα να φροντίζει κανείς για  την ασφάλειά του φυλάγοντας τον εαυτό του από τους ανθρώπους κι από την άλλη να του είναι επίφοβα τα ουράνια ή τα όσα βρίσκονται κάτω από τη γη και γενικά το άπειρο.
ΚΔ 14. Αν και η ασφάλεια από τους ανθρώπους επιτυγχάνεται ως ένα βαθμό χάρη στη δυνατότητα να βρίσκει κανείς υποστήριξη και χάρη στον πλούτο, αληθινή ασφάλεια είναι εκείνη που προέρχεται από την ήσυχη ζωή και την απομάκρυνση από το πλήθος.
ΚΔ 15. Ο πλούτος που μας αρκεί ώστε να ζούμε σύμφωνα με τη φύση έχει τα όριά του και αποκτάται εύκολα. Ενώ ο πλούτος που αποζητά η ανθρώπινη ματαιοδοξία, χάνεται στο άπειρο.
ΚΔ 16. Μικροεμπόδια βάζει η τύχη στο σοφό άνθρωπο. Τα μεγαλύτερα και τα πιο σημαντικά ζητήματα τα έχει διευθετήσει η λογική του και σ’ όλη του τη ζωή η λογική θα τα διευθετεί.
ΚΔ 17. Ο δίκαιος είναι ο πιο ατάραχος άνθρωπος ενώ ο άδικος ζει γεμάτος ταραχή.
ΚΔ 18. Δεν μεγαλώνει η σαρκική ηδονή μόλις πάψει η οδύνη που φέρνει η στέρηση, απλώς διαφοροποιείται. Ενώ το ανώτατο όριο της πνευματικής ηδονής καθορίζεται από τη λογική θεώρηση των ίδιων των ηδονών και των πραγμάτων που σχετίζονται μ’ αυτές και που άλλοτε προξενούσαν τους μεγαλύτερους φόβους στο μυαλό.
ΚΔ 19. Ο άπειρος χρόνος δεν περιέχει περισσότερη ηδονή από τον περιορισμένο, αν μετρήσει κανείς με το λογικό τα όρια της ηδονής.
ΚΔ 20.  Το κορμί βέβαια τοποθετεί τα όρια της ηδονής στο άπειρο -και άπειρος είναι και ο χρόνος που θα χρειαζόταν για να του την προσφέρει. Όμως ο νους που κατανόησε λογικά το σκοπό και τα όρια του σώματος κι έδιωξε τους φόβους περί αιώνιας ζωής, δίνει πληρότητα στη ζωή και δεν έχει πια καμία ανάγκη από την αιωνιότητα. Ο λογικός άνθρωπος ωστόσο δεν αποφεύγει την ηδονή. Κι όταν οι περιστάσεις τον οδηγούν στο τέρμα της ζωής, δεν φεύγει με την ιδέα ότι η διάνοιά του υπήρξε ελλειπής ως προς τον άριστο βίο.
ΚΔ 21. Όποιος κατάλαβε ποια είναι τα όρια που θέτει η ζωή, γνωρίζει πόσο εύκολο είναι να αποκτηθεί ό,τι διώχνει τον πόνο της στέρησης και κάνει τη ζωή τέλεια στο σύνολό της. Κι έτσι δεν έχει ανάγκη από πράγματα που αποκτώνται με ανταγωνισμούς.
ΚΔ 22. Πρέπει να αναλογιζόμαστε τον αληθινό σκοπό της ζωής έχοντας κατά νου όλες εκείνες τις ολοφάνερες μαρτυρίες των αισθήσεων στις οποίες στηρίζουμε τις απόψεις μας. Ειδάλλως, τα πάντα θα είναι γεμάτα αμφιβολία και σύγχυση.
ΚΔ 23. Αν αντιμάχεσαι όλες τις αισθήσεις σου, δεν θα έχεις πλέον τίποτε με βάση το οποίο να κρίνεις ακόμα κι εκείνες τις αισθήσεις που ισχυρίζεσαι ότι μας εξαπατούν.
ΚΔ 24. Αν απορρίψεις ολότελα μιαν αίσθηση και δεν κάνεις διάκριση ανάμεσα στη δοξασία σου που ακόμα περιμένει επαλήθευση και σ’ αυτό που είναι ήδη δεδομένο στις αισθήσεις και στα αισθήματα κι είναι καταγραμμένο στο νου ως παράσταση, τότε θα φέρεις σύγχυση στις άλλες αισθήσεις σου με την ανόητη γνώμη σου και θα χάσεις κάθε κριτήριο. Αν πάλι με τις αντικειμενικές σου ιδέες θεωρήσεις αληθινό, αδιακρίτως και εκείνο που περιμένει την επαλήθευση και εκείνο που δεν τη χρειάζεται, δεν πρόκειται να αποφύγεις το λάθος, αφού κάθε κρίση σου σχετικά με το τι είναι σωστό και τι όχι, θα βρίσκεται πάντα υπο αμφισβήτηση.
ΚΔ 25. Αν σε κάθε περίσταση δεν εναρμονίσεις κάθε τι που κάνεις με το σκοπό της φύσης αλλά στραφείς από τα πριν σε κάποιο άλλο κριτήριο είτε για να αποφύγεις είτε για να επιδιώξεις κάτι, τότε οι πράξεις σου δεν θα συμφωνούν με τη λογική σου.
ΚΔ 26. Οι επιθυμίες που αν δεν ικανοποιηθούν δεν προξενούν πόνο, δεν είναι αναγκαίες. Εύκολα χάνεται η ορμή τους μόλις φανεί πως η ικανοποίησή τους είναι δύσκολη ή ότι μπορεί να μας βλάψει.
ΚΔ 27. Απ΄όλα τα αγαθά που παρέχει η Σοφία διασφαλίζοντας από κάθε άποψη τον ευτυχισμένο βίο, το μέγιστο είναι η απόκτηση φίλων.
ΚΔ 28. Η ίδια η σκέψη, που μας όπλισε με θάρρος πως κανένα φοβερό πράγμα δεν διαρκεί αιώνια ή έστω για πολύ, μας πείθει και για το ότι στα καθημερινά πράγματα η ασφάλεια συντελείται πρωτίστως με την φιλία. (αποδ. Λεωνίδας Αλεξανδρίδης)
ΚΔ 29. Άλλες επιθυμίες είναι φυσικές και αναγκαίες, ενώ άλλες  είναι φυσικές, όχι όμως και αναγκαίες. Κι άλλες, πάλι δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες, αλλά γεννιούνται  από τις κενές ιδέες. (Διογ. Λαέρτιος: Φυσικές και αναγκαίες θεωρεί ο Επίκουρος εκείνες που διώχνουν τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που το νερό διώχνει τη δίψα. Φυσικές και μη αναγκαίες είναι εκείνες που απλώς διαφοροποιούν την ηδονή, χωρίς όμως να εξουδετερώνουν έναν πόνο, όπως λ.χ. τα πολυτελή εδέσματα. Μη φυσικές και μη αναγκαίες επιθυμίες είναι οι επιθυμίες για στεφάνια δόξας και αγάλματα)
ΚΔ 30. Αυτές από τις φυσικές επιθυμίες, που εάν δεν ικανοποιηθούν, δεν φέρνουν πόνο, αλλά όμως παραμένει έντονη η αναζήτησή τους, δημιουργούνται από λάθος δοξασία και δεν διαλύονται όχι εξ αιτίας της φύσεώς τους, αλλά εξ αιτίας της ματαιοδοξίας του ανθρώπου.  (αποδ. Θανάσης Γιαπιτζάκης, Μπάμπης Πατζόγλου, Αρχοντία Λιοντάκη)
ΚΔ 31. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι παρά σύμβαση συμφέροντος που αποβλέπει στο βλάπτουν και να μη βλάπτονται μεταξύ τους οι άνθρωποι.
ΚΔ 32. Δεν υπάρχει δίκαιο ή άδικο για τα πλάσματα εκείνα που δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται μεταξύ τους. Το ίδιο αληθεύει και για τους λαούς που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να συνάψουν συνθήκες ώστε οι άνθρωποι να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται μεταξύ τους.
ΚΔ 33. Δικαιοσύνη αυτή καθαυτή δεν υπήρξε ποτέ. Συνθήκη ήταν πάντα, που κατά τόπους γεννιόταν μέσα από τις αμοιβαίες συναναστροφές των ανθρώπων και απέβλεπε στο να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται μεταξύ τους.
ΚΔ 34. Η αδικία από μόνη της δεν αποτελεί κακό. Είναι κακό ως προς το φόβο που ελλοχεύει στο μυαλό αυτού που τη διαπράττει, ότι δεν θα ξεφύγει από εκείνους που έχουν οριστεί ως τιμωροί αδίκων πράξεων.
ΚΔ 35. Κανένας απ’ αυτούς που κρυφά καταπατούν τα όσα συμφώνησαν μεταξύ τους οι άνθρωποι ώστε να μη βλάπτουν και να μη βλάπτονται δεν είναι δυνατό να πιστεύει πως θα μείνει απαρατήρητος, έστω κι αν μέχρι τώρα έχει ξεφύγει χιλιάδες φορές. Γιατί δεν είναι βέβαιο πως θα ξεφεύγει μέχρι το τέλος.
ΚΔ 36. Γενικά, το δίκαιο είναι το ίδιο για όλους, διότι υπάρχει κάτι το ωφέλιμο στην κοινωνική τους ζωή. Ανάλογα με την ιδιαιτερότητα του κάθε τόπου και των συνθηκών του, όποιες και αν είναι αυτές, δεν συμβαίνει να είναι το ίδιο πράγμα δίκαιο. (αποδ. Λεωνίδας Αλεξανδρίδης)
ΚΔ 37. Από τα όσα θεωρούνται δίκαια σύμφωνα με το νόμο, θέση στο χώρο της δικαιοσύνης έχει εκείνο που αποδεδειγμένα ωφελεί όσον αφορά στις ανάγκες των κοινωνικών σχέσεων – είτε αποβαίνει το ίδιο για όλους είτε όχι. Αν όμως κάποιος θεσπίσει ένα νόμο που δεν αποβαίνει προς όφελος της κοινωνικής ζωής, ο νόμος τούτος δεν έχει το φυσικό χαρακτήρα του δικαίου. Αυτό που κατά το νόμο είναι ωφέλιμο, έστω κι αν κάποτε διαφοροποιείται, για ορισμένο χρονικό διάστημα βρίσκεται εναρμονισμένο με την έννοια του δικαίου. Και δεν παύει, για εκείνο ακριβώς το διάστημα, να θεωρείται δίκαιο από όσους δεν ταράζονται από κούφια λόγια και δεν χάνουν από το βλέμμα τους την πραγματικότητα.
ΚΔ 38. Όποτε φάνηκε ότι, χωρίς να υπάρχουν μεταβολές στις κοινωνικές συνθήκες, δεν ταίριαζαν αυτά που θεωρούνται δίκαια στην πρακτική εφαρμογή τους, τότε έπαψαν αυτά να είναι δίκαια. Και όποτε υπήρξαν νέες κοινωνικές συνθήκες, ακόμα και τότε, δεν υπήρχε πιθανότητα να εφαρμοστούν αυτά τα δίκαια. Και ήταν αυτά δίκαια, όταν υπήρχε αποτέλεσμα στην κοινωνική ζωή των συμπολιτών μεταξύ τους. Και δεν έφερναν αποτέλεσμα, όταν αυτά δεν ήταν πλέον δίκαια.  (αποδ. Θανάσης Γιαπιτζάκης ,Μπάμπης Πατζόγλου)
ΚΔ 39. Αυτός που  φρόντισε με άριστο τρόπο για την ασφάλειά του από τους εξωτερικούς εχθρούς, αυτά μεν που μπορούσε, τα έκανε φιλικά προς αυτόν, αυτά όμως που δεν μπορούσε, δεν τα έκανε εχθρικά τουλάχιστον. Για όσα δε ούτε αυτό του ήταν δυνατόν να κάνει, αποστασιοποιήθηκε, και απομάκρυνε από κοντά του όσα έτσι συνέφερε να κάνει. (αποδ. Αρχοντία Λιοντάκη)
ΚΔ 40. Όσοι τα κατάφεραν ώστε να μην έχουν να φοβούνται απολύτως τίποτα από τους συνανθρώπους των, έζησαν μαζί τους υπέροχα, έχοντας εξασφαλίσει την πιο σίγουρη εγγύηση. Και ενώ απόλαυσαν την οικειότητα στην πληρέστερη μορφή της, δεν οδύρονται για τον πρόωρο χαμό κάποιου σαν να ήταν αξιολύπητος ο νεκρός.


Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Lars Svendsen: Η φιλοσοφία της βαρεμάρας





·         Η βαθιά βαρεμάρα συνδέεται μιλώντας φαινομενολογικά, με την αϋπνία, όπου το Εγώ χάνει την ταυτότητά του μέσα στο σκοτάδι, βυθισμένο σ’ ένα φαινομενικά άπειρο κενό. Προσπαθεί κάποιος να κοιμηθεί, ίσως κάνει μερικά διστακτικά βήματα, αλλά δεν τον παίρνει ο ύπνος, καταλήγοντας σε μια γη του πουθενά, ανάμεσα στον ξύπνο και τον ύπνο. 16
·         Πιστεύω ότι ο Κίρκεγκορ ήταν υπερβολικός όταν ισχυριζόταν ότι «η βαρεμάρα βρίσκεται στη βάση κάθε κακού». Ωστόσο συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό.. 21
·         Η βαρεμάρα συνδέθηκε με τη χρήση ουσιών, το αλκοόλ, το κάπνισμα, την πολυφαγία, την ερωτική ασυδοσία, το βανδαλισμό, την κατάθλιψη, την επιθετικότητα, την εχθρότητα, τη βία, την αυτοκτονία, την επικίνδυνη συμπεριφορά, κλπ. Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή τη σύνδεση.  Δεν πρέπει να ξαφνιάζεται κανείς που οι Πατέρες της Εκκλησίας γνώριζαν ήδη αυτή τη σύνδεση, θεωρώντας τον προνεωτερικό πρόγονο της βαρεμάρας, την ακηδία, ως τη χείριστη αμαρτία, αφότου όλες οι υπόλοιπες αμαρτίες προέρχονται απ’ αυτήν. Ότι η βαρεμάρα έχει σοβαρές συνέπειες για την κοινωνία, και όχι μόνο για τα άτομα, πρέπει να θεωρείται γεγονός αναμφισβήτητο. Το ότι είναι επίσης σοβαρό ζήτημα για τα άτομα οφείλεται στο ότι η βαρεμάρα εμπεριέχει την απώλεια του νοήματος και η απώλεια του νοήματος είναι κάτι πολύ σοβαρό για το άτομο που υποφέρει απ’ αυτή. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος εμφανίζεται άνευ νοήματος γιατί κάποιος βαριέται, ή ότι κάποιος βαριέται επειδή ο κόσμος εμφανίζεται άνευ νοήματος. Δύσκολα θα βρούμε εδώ μια απλή σχέση αιτίου-αιτιατού. Αλλά με κάποιο τρόπο η βαρεμάρα και η απώλεια του νοήματος συνδέονται. 22-23
·         Σε μια προσπάθεια να βρει τουλάχιστον κάτι θετικό σε σχέση με τη βαρεμάρα, ο κοινωνιολόγος Ρόμπερτ Νίσμπετ ισχυρίστηκε ότι η βαρεμάρα δεν βρίσκεται μόνο στη ρίζα μιας σειράς κακών, αλλά ότι έχει θέσει τέρμα και σε κάποια άλλα, για τον απλό λόγο πως βαθμιαία έγιναν πολύ βαρετά. Παίρνει για παράδειγμα την πρακτική  του καψίματος των μαγισσών, ισχυριζόμενος ότι δεν σταμάτησε για νομικούς, ηθικούς ή θρησκευτικούς λόγους, αλλά απλώς επειδή είχε γίνει τόσο βαρετό, ώστε οι άνθρωποι έλεγαν: « Αν δεις μια να καίγεται, τα έχεις δει όλα». 22
·         Ο Φερνάντο Πεσόα περιέγραψε κάτι τέτοιο « σα να υποφέρεις χωρίς να υποφέρεις, να θέλεις χωρίς να επιθυμείς, να σκέφτεσαι χωρίς λόγο». Και, όπως θα δούμε στην ανάλυση του Χάιντεγκερ για τη φαινομενολογία της βαρεμάρας, αυτή η εμπειρία μπορεί να ανοίξει ένα δρόμο προς τη φιλοσοφία.
Από τη βαρεμάρα λείπει η γοητεία της μελαγχολίας- μια γοητεία που έχει να κάνει με την παραδοσιακή σχέση της μελαγχολίας με τη σοφία, την ευαισθησία και την ομορφιά. Γι’ αυτό το λόγο, η βαρεμάρα είναι λιγότερο ελκυστική στους ευαίσθητους. Της λείπει επίσης η σοβαρότητα της κατάθλιψης κι έτσι είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα για τους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους. 26
·         Ο Ρόμπερτ Νίσμπετ θεωρεί δεδομένο ότι ο θεός έδιωξε τον Αδάμ και την Εύα από τον Παράδεισο για να τους σώσει από τη βαρεμάρα, η οποία θα τους έπληττε με το πέρασμα του χρόνου. 28
·         Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι συγκεκριμένες μορφές βαρεμάρας υπάρχουν αφότου ξεκίνησε ο χρόνος, ανάμεσά τους αυτή στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα ως «καταστασιακή» βαρεμάρα, δηλαδή μια βαρεμάρα που έχει να κάνει με κάτι ιδιαίτερο σε μια δεδομένη κατάσταση. Ενώ η υπαρξιακή βαρεμάρα εμφανίζεται σαν ένα φαινόμενο της νεωτερικότητας. 28
·         Πριν από το ρομαντισμό έμοιαζε να είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο, άξιο μόνο για τους μοναχούς και τους ευγενείς. Για πολύ καιρό η βαρεμάρα ήταν σύμβολο της κοινωνικής θέσης, αποτελούσε δηλαδή προνόμιο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνίας, αφότου αυτά ήταν τα μόνα τα οποία είχαν την υλική βάση που απαιτείται για τη βαρεμάρα. Καθώς η βαρεμάρα εξαπλώθηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα έχασε την αποκλειστικότητά της. 30
·         Ο άνθρωπος περίπου δυο αιώνες πριν  άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως ιδιαίτερο όν το οποίο πρέπει να πραγματώσει τον εαυτό του οπότε είναι λογικό η καθημερινή του ζωή να του φαίνεται τώρα πια σαν φυλακή. Η βαρεμάρα δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία. Κι αυτή είναι μια επιθυμία για αισθητηριακά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα είναι το μόνο πράγμα που έχει «ενδιαφέρον». Ότι η ζωή σε μεγάλο βαθμό είναι βαρετή, αποδεικνύεται από τη μεγάλη έμφαση που δίνουμε στην αυθεντικότητα και την καινοτομία. Σήμερα δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στο κατά πόσο κάτι είναι «ενδιαφέρον» από το αν έχει οποιαδήποτε «αξία».37-38
·         Η έλλειψη νοήματος είναι βαρετή. Και η βαρεμάρα μπορεί να περιγραφεί μεταφορικά σαν ένα ακυρωμένο νόημα. Μπορούμε να κατανοήσουμε τη βαρεμάρα σαν μια δυσανεξία που μας δείχνει ότι η ανάγκη για νόημα δεν έχει ικανοποιηθεί. Προκειμένου να πάψει αυτή η δυσανεξία, επιτιθέμεθα μάλλον στα συμπτώματα παρά στην ίδια την αρρώστια και αναζητούμε κάθε είδους υποκατάστατο. Μια κοινωνία που λειτουργεί καλά, ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει νόημα στον κόσμο. Αυτή που λειτουργεί άσχημα, δεν το κάνει. 43
·         Με το Ρομαντισμό υπάρχει μια έντονη επικέντρωση στον εαυτό που απειλείται διαρκώς από την έλλειψη νοήματος. Η ανάπτυξη της βαρεμάρας συνδέεται με την ανάπτυξη του μηδενισμού… Η βαρεμάρα και ο μηδενισμός συγκλίνουν ως προς το θάνατο του θεού… Εν τη απουσία του θεού ο άνθρωπος  αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του κέντρου βάρους του νοήματος- αλλά αυτός είναι ένας ρόλος που μπορεί να παίξει μόνο σε περιορισμένο βαθμό. 47
·         Ο κόσμος γίνεται βαρετός όταν τα πάντα είναι διαφανή. Να γιατί μερικοί άνθρωποι διψούν γι’ αυτό που είναι ριψοκίνδυνο και σοκαριστικό. Αντικαθιστούν το μη διαφανές με το ακραίο. 53
·         Αυτό που έχει η βαρεμάρα είναι ότι δίνει ένα είδος προοπτικής στην ύπαρξη, όταν κανείς αντιλαμβάνεται πως είναι εντελώς ασήμαντος μέσα σ’ ένα τόσο τεράστιο πλαίσιο. Ο Τζόζεφ Μπρόντσκι θεωρεί  ότι  «η βαρεμάρα μιλά τη γλώσσα του σήμερα και σου δίνει το πιο σημαντικό μάθημα της ζωής σου… ότι είσαι τελείως ασήμαντος». 56
·         Ο Φλομπέρ διακρίνει μεταξύ «κοινής βαρεμάρας» και «σύγχρονης βαρεμάρας», η οποία, μιλώντας γενικά, αντιστοιχεί στη δική μας διάκριση μεταξύ καταστασιακής και υπαρξιακής βαρεμάρας… Ένας τρόπος διάκρισης μπορούμε να πούμε πως έχει να κάνει με το ότι  ενώ η καταστασιακή βαρεμάρα εμπεριέχει μια λαχτάρα για κάτι συγκεκριμένο που επιθυμείται, η υπαρξιακή βαρεμάρα εμπεριέχει μια λαχτάρα για οτιδήποτε. Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι η καταστασιακή και η υπαρξιακή βαρεμάρα έχουν διαφορετικούς συμβολικούς τρόπους έκφρασης, ή μάλλον πως ενώ η καταστασιακή βαρεμάρα εκφράζεται μέσω του χασμουρητού, του στριφογυρίσματος σε μια καρέκλα, του τεντώματος των χεριών και των ποδιών κλπ, η βαθιά υπαρξιακή βαρεμάρα λίγο πολύ στερείται εκφραστικών μέσων. 60
·         Η προεξάρχουσα θέση της ακηδίας μεταξύ των αμαρτιών δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι άλλες αμαρτίες πηγάζουν απ΄αυτήν, αλλά και στο ότι εμπεριέχει μια απόρριψη- η μάλλον μια αποστροφή- του θεού και της δημιουργίας του. 74
·         Προκειμένου να αποφύγει τη βαρεμάρα, ο άνθρωπος ανάγει τα πάντα στη διασκέδαση ή καταφεύγει σε διάφορες μορφές μυστικισμού. 93
·         Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι πλέον ικανό να ικανοποιείται μόνο του και πρέπει να αναζητά βοήθεια από την τεχνολογία ώστε να φτάσει στην κορύφωση. Υπάρχει μια κοινή παρεξήγηση ότι η τεχνολογία είναι εξωτερική ως προς εμάς, ότι άνθρωπος και τεχνολογία μπορούν να είναι χώρια. Ο άνθρωπος, το τεχνολογικό αντικείμενο και ο έξω κόσμος , συνιστούν ένα συνεχές. Συνδέουμε αυθορμήτως τον εαυτό μας με τον κόσμο μέσω των τεχνολογικών αντικειμένων. 130
·         Όπως ευφυώς  το έθεσε ο Κάρλ Κράους: «Το πραγματικό θαύμα της τεχνολογίας είναι ότι καταστρέφει με ειλικρίνεια αυτό που καλείται να αναπληρώσει». 133
·         Θα ισχυριστώ ότι η βαρεμάρα μπορεί να είναι ένα συναίσθημα, αλλά μπορεί να είναι και μια διάθεση. Είναι συναίσθημα όταν κάποιος βαριέται κάτι συγκεκριμένο και είναι διάθεση όταν ο κόσμος καθ’ εαυτόν είναι βαρετός. Μπορούμε να πούμε ότι η καταστασιακή βαρεμάρα είναι συχνά συναίσθημα, ενώ η υπαρξιακή βαρεμάρα είναι πάντοτε διάθεση.167
·         Για τον Χάιντεγκερ, η βαρεμάρα είναι μια προνομιακή, θεμελιώδης διάθεση, γιατί μας οδηγεί άμεσα στην ουσία του σύνθετου προβλήματος του Είναι και του χρόνου. 175
·         Όπως λέει ο Τζόζεφ Μπρόντσκι, η βαρεμάρα «αντιπροσωπεύει έναν καθαρό, αμιγή χρόνο, σε όλο του το περιττό, μονότονο μεγαλείο».192
·         Στη βαρεμάρα βιώνουμε την πραγματικότητα της ανυπαρξίας, ή μάλλον την ανυπαρξία της πραγματικότητας. 195
·         Χωρίς την ικανότητα να αντέξει κανείς ένα συγκεκριμένο βαθμό βαρεμάρας, θα ζήσει μια δυστυχισμένη ζωή, αφού θα πρέπει να βιώνει τη ζωή ως μια συνεχή φυγή από τη βαρεμάρα. Έτσι όλα τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να βαριούνται. Το να δραστηριοποιείς συνεχώς ένα παιδί σημαίνει ότι αγνοείς ένα ουσιαστικό μέρος της παιδικής ανατροφής. 214
·         Υποπτεύομαι ότι μεγάλο μέρος του μεταφυσικού μας πόνου, η απώλεια της εμπειρίας που περιέγραψα προηγουμένως, έχει να κάνει με τη χαμένη παιδική ηλικία. Αυτό τουλάχιστον είναι που μας έρχεται αμέσως στο μυαλό. Όπως λέει και ο Κίρκεγκορ: «Η παρούσα δυστυχία μου οφείλεται στο ότι ζηλεύω το παρελθόν μου»… Αρνούμαστε να αποδεχτούμε ότι πρέπει σταδιακά να εγκαταλείψουμε το μαγικό  κόσμο της παιδικής ηλικίας, όπου τα περισσότερα πράγματα είναι καινούργια και ενδιαφέροντα. Για άλλη μια φορά ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ωριμότητα, σε μια αιώνια εφηβεία – και η εφηβεία είναι γεμάτη βαρεμάρα. Αφότου η παιδική ηλικία έχει χαθεί για τα καλά, είναι πιο ελπιδοφόρο το να κινηθούμε προς την ωριμότητα.226
·          Το να ωριμάσεις σημαίνει να αποδεχτείς  ότι  η ζωή δεν μπορεί να παραμείνει στη διευρυμένη σφαίρα της παιδικής ηλικίας, ότι η ζωή σε κάποιο βαθμό είναι βαρετή, αλλά ταυτοχρόνως να αντιληφθείς ότι αυτό δεν κάνει τη ζωή αβίωτη. Κάτι τέτοιο, σαφώς, δεν επιλύει τίποτα, αλλάζει όμως τη φύση του προβλήματος. 229

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η συνωμοσία της Κατσίκας-θεατρικό


















Πρόσωπα
Θωμάς
Μύγες
Κατσίκα-Μαρίκα
Βασιλοπούλα
Παραμάνα
Βασιλιάς
Υπασπιστής
Στρατιώτης α΄
Στρατιώτης β΄



ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

 ( Στο δρόμο μιας πολιτείας. Στο βάθος φαίνεται το παλάτι. Φυτά και δέντρα σε πρώτο πλάνο. Ο Θωμάς κοιμάται του καλού καιρού κάτω από ένα δέντρο. Ροχαλίζει. Παραμιλάει )
                                                            
Θωμάς: Μμμ ναι, φράουλες… Κόκκινες, φρέσκιες φράουλες… Φράουλες στην τούρτα. Μμμ.. Χρρρ… Α! Φράουλες στη γρανίτα… χρρρ.
Μύγες: ( πετούν γύρω του παιχνιδιάρικα). ΖΖΖΖ!
Θωμας:  ( κάνει να πιάσει τις μύγες ενώ κοιμάται και παραμιλά) Φράουλες στον αέρα!
Μύγες:  ( του ξεφεύγουν ) ΖΖΖ;;;!
(Κάποια στιγμή τσακώνει μία, πάει να τη φάει, του ξεφεύγει. Εμφανίζεται η Κατσίκα. Βλέπει τη μάχη μυγών και Θωμά και τον πλησιάζει. Αυτός απλώνει το χέρι και την πιάνει από το αυτί)
Θωμάς: Φράουλες!
Κατσίκα: Μεεε;;;;
Θωμάς: (ξυπνά απότομα) Ωχ! Μαρίκα, εσύ είσαι; Συγγνώμη, με είχε πάρει ο ύπνος και ονειρευόμουν φράουλες.
Κατσίκα: ( γελώντας) Το κατάλαβα… Και το ξέρω ότι τρελαίνεσαι για φράουλες. Αλλά δεν ήξερα ότι σου αρέσουν και οι μυγομεζέδες… Χαχα!
Θωμάς: Μα… τι λες;
Κατσίκα: Παραμιλούσες στον ύπνο σου και προσπαθούσες να πιάσεις αυτές τις μύγες νομίζοντας ότι είναι φράουλες. Χαχα.
Μύγες: (γελούν)
Θωμάς: Μπλιαχχχ! Ξου! Ξου! (τις διώχνει και αυτές φεύγουν γελώντας-ζουζουνίζοντας).  Έμαθα πως σε τούτο τον τόπο και ιδιαίτερα στον κήπο του παλατιού φυτρώνουν οι νοστιμότερες φράουλες της χώρας. Τις λαχταρώ τόσο πολύ που τις βλέπω στον ύπνο μου.
Κατσίκα: Εγώ όμως φρόντισα και έφαγα στο ξύπνιο μου. Αμέ! Όσο εσύ κοιμόσουν εγώ πήγα στον κήπο του παλατιού και έφαγα ολόφρεσκο καταπράσινο χορτάρι. Και μπορώ να σου πω ότι πράγματι ο κήπος αυτός είναι τέλειος! Όμως, επειδή έφαγα πάρα πολύ..
Θωμάς: Πάντα λαίμαργη…
Κατσίκα: θέλω να κάτσω λίγο να χωνέψω. Τι λες για μια παρτίδα σκάκι;
Θωμάς: Α, όχι, δε θέλω. Τελευταία όλο εσύ κερδίζεις. Βαρέθηκα. Θέλω να πάω να φάω φράουλες.
Κατσίκα: Καλά, άντε, πήγαινε εσύ. Σειρά μου να πέσω να κοιμηθώ λιγάκι. Ταξιδεύαμε τρεις μέρες, κουράστηκα τόσο πολύ.
(Η Κατσίκα ξαπλώνει και ο Θωμάς σηκώνεται να πάει προς το παλάτι. Σε λίγο όμως επιστρέφει αναστατωμένος)
Θωμάς:     Μαρίκα, Μαρίκα, σήκω, πρέπει να κρυφτούμε.
Κατσίκα: Τι, τι έγινε;
Θωμάς: Έρχονται κάτι στρατιώτες από το παλάτι. Δεν πρέπει να μας δουν. Είμαστε ξένοι σ’ αυτό τον τόπο, θα μας υποψιαστούν και θα έχουμε μπλεξίματα. Έλα, έλα να κρυφτούμε.
Κατσίκα: Καλά, ντε, μην τραβάς, έρχομαι. Ουφ… Παράφαγα. (Ο Θωμάς προχωρά βιαστικά, ενώ η Κατσίκα μονολογεί αγκομαχώντας) Η κοιλιά μου έγινε σα βαρέλι και δεν μπορώ να συντονίσω τα τέσσερα πόδια μου. Τυχεροί εσείς οι άνθρωποι που έχετε μόνο δυο. Μια το ένα, μια το άλλο και τελειώσατε. Ενώ, εμείς, οι κατσίκες, πρέπει να κάνουμε σωστά μαθηματικά για να περπατήσουμε.
Θωμάς: Μα, τι σε έπιασε τώρα με τα μαθηματικά και τις γραμματικές; Πάμε σου λέω, έρχονται.


                                               ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 ( Ο Θωμάς και η Κατσίκα κρύβονται πίσω από ένα θάμνο. Κάπου κάπου βγάζουν με προσοχή τα κεφάλια τους να βλέπουν και να ακούν τη συζήτηση δύο στρατιωτών, οι οποίοι  έρχονται από την άλλη άκρη. Ο ένας μιλά χαμηλόφωνα, κοιτώντας δεξιά-αριστερά συνωμοτικά, ο άλλος, λίγο χαζούλης, δεν ακούει καλά και φωνάζει)

Συνωμότης α΄ : (χαμηλόφωνα) Λοιπόν εντάξει; Κατάλαβες το σχέδιο; Τι με κοιτάς σα χαζός; Σου μιλώ για την αυριανή επίθεση στο παλάτι.
Συνωμότης β΄: Αλάτι; Πού θα βάλουμε αλάτι;
Συνωμότης α΄: Βρε ποιο αλάτι; Δεν ακούς τι σου λέω τόση ώρα;
Συνωμότης β΄: Δε φταίω εγώ, εσύ  μιλάς  σιγά. Πώς  ν’ ακούσω;
Συνωμότης α΄: Και τι θες, να φωνάζω και να μας καταλάβει όλος ο κόσμος; Συνωμοσία κάνουμε, δεν κάνουμε πάρτι.
Συνωμότης β΄: Αχ, τρελαίνομαι για πάρτι!
Συνωμότης α΄: (εκνευρισμένος) Αχ, Άσε τα πάρτι τώρα και συγκεντρώσου στο σχέδιο. Εχθές είχαμε συνάντηση με το λοχαγό.
Συνωμότης β: Το λαγό;; Θα κάνουμε στιφάδο;
Συνωμότης α: Βρε τι λαγό και στιφάδο; Το λοχαγό σου λέω.  Καταστρώσαμε το σχέδιο της επίθεσης. Αν όλα πάνε καλά, αύριο  θα είναι δικό μας το παλάτι και όλο το βασίλειο. Και σίγουρα θα πάμε καλά γιατί ο βασιλιάς με τη στενοχώρια που έχει για το χαμό της γυναίκας του…
Συνωμότης β: Αχ, χάθηκε η καημένη η Βασίλισσα;
Συνωμότης α: Μα δεν το πήρες είδηση εσύ; Πάει ένας χρόνος που πέθανε η βασίλισσα, κι ο βασιλιάς δεν μπορεί να συνέλθει από τη στενοχώρια του, είναι αδύναμος και ανίσχυρος. Ενώ εμείς έχουμε το στρατό με το μέρος μας.  Και έχουμε στα χέρια μας και το μεγάλο κανόνι!
Συνωμότης β΄:  Εσύ μου είπες πως δεν θα κάνουμε πάρτι. Τότε, τι θα το κάνουμε το μεγάλο μπαλόνι;
Συνωμότης α΄: Μωρέ ποιο μπαλόνι;  Κ α ν ό ν ι σου είπα. Κ α ν ό ν ι.
Συνωμότης β: Εντάξει, εντάξει, άκουσα. Κανόνι.
Συνωμότης α: Σσσσς! Μη φωνάζεις. Πρόσεξέ με καλά. Εσύ θα αναλάβεις απόψε να γεμίσεις το κανόνι με μπαρούτι.
Συνωμότης β΄: Μπούτι; Να γεμίσω το μπούτι;
Συνωμότης α΄:  Αχου! Μου σπας τα νεύρα! Δεν είπα μπούτι. Είπα Μπα-ρού-τι! Με κάνεις και φωνάζω. Εσύ θα γεμίσεις απόψε το κανόνι με μπαρούτι. Πρέπει να είναι έτοιμο για την αυριανή επίθεση. Εντάξει; Είπαμε: Μπαρούτι. Ούτε παϊδάκι, ούτε  κοκορέτσι, ούτε μπούτι. Μπα-ρού-τι.
Συνωμότης β΄: Εντάξει, εντάξει, σ’ άκουσα. Γίνεσαι κουραστικός.  Όμως,.. δεν κατάλαβα ένα πράμα.
Συνωμότης α: Μόνο ένα; Μωρέ τίποτε δεν κατάλαβες, αλλά τέλος πάντων, λέγε.
Συνωμότης β:  Ωραία, κάνουμε την επίθεση, και νικάμε. Το βασιλιά και την κόρη του τι θα τους κάνουμε;
Συνωμότης α΄: Ξέρω κι εγώ; Θα τους κρατήσουμε αιχμάλωτους για λίγο, κι ύστερα βλέπουμε. Αυτό δεν μας νοιάζει και τόσο.
Συνωμότης β΄:Μας νοιάζει, πώς δε μας νοιάζει. Δηλαδή όχι ο βασιλιάς, αλλά …η κόρη του…
Συνωμότης α΄: Μπα, καλοβλέπεις την πριγκίπισσα; Κοίτα μούτρα που θέλουν και πριγκίπισσα…
Συνωμότης β΄: Γιατί; Δεν κατάλαβα. Τι έχουν τα μούτρα μου;
Συνωμότης α΄: Σα πατημένος κεφτές είναι! Χαχα! Εδώ τόσοι και τόσοι πρίγκιπες τη ζητάνε, εσένα θα πάρει; Τρομάρα σου; Άντε, πάμε τώρα να βρούμε και τους άλλους.
(Συζητούν καθώς βγαίνουν)
Συνωμότης β΄: Στάσου, για κείνο το πάρτι που λέγαμε…
Συνωμότης α΄: Α, εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα, είσαι τελείως βλάκας. Βρε κοίτα να κάνεις σωστά τη δουλειά που σου αναθέσαμε.
Συνωμότης β: Κι όμως, εγώ σκέφτομαι πως όταν νικήσουμε μπορούμε να κάνουμε το πάρτι.. Με λαγό στιφάδο και μπούτι στο φούρνο..
Συνωμότης α: Ε, τη θες τη σφαλιάρα σου…


                                                      ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

( Οι συνωμότες φεύγουν. Ο Θωμάς και η Κατσίκα βγαίνουν από την κρυψώνα τους)

Θωμάς: Άκουσες Μαρίκα; Δεν ήρθαμε στην κατάλληλη στιγμή. Θα γίνει πόλεμος στο παλάτι.
Κατσίκα: Ε, λοιπόν δεν μπορώ να καταλάβω τους ανθρώπους.  Γιατί κάνουν πόλεμο, αφού έχουν όσο χορτάρι και όσες φράουλες θέλουν για να είναι χορτάτοι και ευτυχισμένοι; Εμείς οι κατσίκες δεν θα το κάναμε αυτό ποτέ.
Θωμάς: Έχεις δίκιο. Οι άνθρωποι με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένοι.
Κατσίκα: Αχ, έτσι και τότε. Σε εκείνο τον φοβερό πόλεμο σε βρήκα κι εσένα Θωμά. Ήσουν μωρό, στα συντρίμμια ενός βομβαρδισμένου σπιτιού κι έκλαιγες. Σε τράβηξα με τα δόντια μου μακριά από το κακό και σε μεγάλωσα με το γάλα μου.
Θωμάς: (την αγκαλιάζει συγκινημένος) Καλή μου Μαρίκα. Κι από τότε δε χωρίσαμε ποτέ. Έχουμε ταξιδέψει μαζί σε τόσες πολλές χώρες, μάθαμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου.
Κατσίκα: (πειραχτικά) Την κατσικίσια γλώσσα την έμαθες, σκάκι όμως δεν έμαθες.
Θωμάς: Α, με κοροϊδεύεις επειδή έτυχε να με νικάς τελευταία. Έλα, εδώ και τώρα να παίξουμε μια παρτίδα.
Κατσίκα: Ω, ας τα αφήσουμε  αυτά. Αν θέλουμε να χαρούμε τις νοστιμιές του βασιλικού κήπου πρέπει να πάμε απόψε, γιατί αύριο θα κινδυνεύσει το κεφάλι μας εδώ.
Θωμάς: Ναι, δίκιο έχεις.  Εμπρός λοιπόν!  Το σύνθημά μας!
Μαζί:  ΦΡΑΟΥΛΕΣ!    ΧΟΡΤΑΡΙ !  και ΕΙ – ΡΗ- ΝΗ!
(βγαίνουν)



ΠΡΑΞΗ  ΔΕΥΤΕΡΗ

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

( Νύχτα, στον κήπο του παλατιού που έχει πλούσιο χορτάρι και μεγάλες φραουλιές γεμάτες καρπό. Κάπου στο βάθος φαίνεται και το μεγάλο κανόνι. Σε πρώτο πλάνο το φωτισμένο μπαλκόνι της πριγκίπισσας, στο οποίο σκαρφαλώνει μια τριανταφυλλιά με φούξια τριαντάφυλλα. Μπαίνει  ο Θωμάς.)

Θωμάς:  Να, εδώ είναι οι φραουλιές. Πω πω! Είναι οι μεγαλύτερες που έχω δει. Μμμ, και πώς μοσχοβολούν. Να μια ωραία...
(Σταματά μόλις προβάλλει στο μπαλκόνι και τραγουδά η πριγκίπισσα. Κοιτάζει επάνω και μένει με το στόμα ανοιχτό )
   Πριγκίπισσα: (τραγουδά) ΄ Εβγα στ’ άσπρο σου μπαλκόνι…
Θωμάς:  (αποχαυνωμένος)…κοπέλα!
Πριγκίπισσα: (συνεχίζει το τραγούδι) Φεγγαράκι μου μικρό…
( Ο Θωμάς κοιτάζει ψηλά σα χαμένος) … Ποια είσαι; Πώς βρέθηκες εδώ; Μην έπεσες από τον ουρανό; Είσαι σαν άγγελος!
Πριγκίπισσα: (ξαφνιασμένη) Εσύ πώς βρέθηκες εδώ, στο παλάτι και στον κήπο μου, τέτοια ώρα; Ποιος είσαι;
Θωμάς: (Ψελλίζοντας)… Με λένε Θωμά και…να…εμμμ, ήρθα να φάω τις φράουλες…
Πριγκίπισσα: Να φάς φράουλες; Απίστευτο! Μα πώς κατάφερες και μπήκες μέσα; Πώς δεν σε σταμάτησαν οι φρουροί;
Θωμάς: Είσαι τόσο όμορφη…
Πριγκίπισσα: Άντε πάλι… Άκου, πρέπει να φύγεις. Δεν ξέρω πώς κατάφερες να μπεις χωρίς να σε δουν. Μα τώρα θα τους φωνάξω εγώ. Φρ…
Θωμάς: (τη διακόπτει) Όχι, μη, περίμενε. Θα φύγω. Άσε με μόνο να σε δω λίγο. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχα σκοπό να καθίσω για πολύ. Λίγες φράουλες θα έτρωγα και θα έφευγα. Ξέρεις δεν είμαι από δω. Δεν έχω πατρίδα. Ταξιδεύω παντού  όπου έχει Άνοιξη γιατί μ’ αρέσουν οι φράουλες. Έτσι ήρθα και στον τόπο σας.
Πριγκίπισσα: ( νοσταλγικά) Αχ... Κι εγώ λατρεύω τα φούξια τριαντάφυλλα που βγαίνουν μόνο την Άνοιξη. Να, αυτή είναι η αγαπημένη μου τριανταφυλλιά.
Θωμάς: Να λοιπόν που ταιριάζουμε!  Τι θα έλεγες να έρθεις μαζί μου στα ταξίδια μου;  Θα ζούμε μια ζωή γεμάτη Άνοιξη, θα πηγαίνουμε παντού όπου υπάρχουν φούξια τριαντάφυλλα και φράουλες.
Πριγκίπισσα: Α, μα εσύ είσαι τρελός! Ούτε καν σε ξέρω, ούτε καν σε βλέπω καλά καλά.
Θωμάς: Ε, τότε, άφησέ με να ανέβω στο μπαλκόνι σου να σε δω και να με δεις από κοντά. Να, θα σκαρφαλώσω από την τριανταφυλλιά. …(Ξεκινά να σκαρφαλώνει)
Πριγκίπισσα: Μα τι κάνεις εκεί; Είσαι τρελός; Πρόσεχε! Μη! Θα πέσεις! Έχει αγκάθια, θα τρυπηθείς!(κοιτώντας πίσω με άγχος) Θα σε δούν!

Θωμάς: Αουτσ! Προ- άχ!σέ- χω! ( αφού τσιμπιέται διαρκώς ,κάνει να πέσει κιόλας, τελικά φτάνει στο μπαλκόνι και πιάνεται από τα κάγκελα)  Α, μα είσαι ακόμη πιο όμορφη από κοντά! Πιο λαμπερή κι απ’ το φεγγάρι. Πιο τρυφερή από τα τριαντάφυλλα! Πιο ζουμερή κι από τις φράουλες! Πόσο σ’ αγαπώ! Έλα μαζί μου, σε παρακαλώ. (κόβει ένα τριαντάφυλλο και της το προσφέρει). Σε παρακαλώ…
Πριγκίπισσα: ( παίρνει τρυφερά το τριαντάφυλλο, το μυρίζει και το κρατά στο στήθος της) (Πιο χαλαρή) Φαίνεσαι πολύ ευγενικός. Πρέπει όμως να ξέρεις ότι πατέρας μου, ο βασιλιάς, μ’ έχει κλεισμένη εδώ μέσα. Από τότε που πέθανε η μητέρα μου, η βασίλισσα,  ο πατέρας μου τρέμει μήπως κι εγώ πάθω κάτι και δεν με αφήνει ούτε στον κήπο να βγω.
(Ακούγεται η φωνή της Παραμάνας από το δωμάτιο του ορόφου)
Παραμάνα: Πριγκίπισσα! Πριγκίπισσα!
Πριγκίπισσα: Αχ, η παραμάνα μου με φωνάζει. Φύγε, φύγε μη σε δει και φωνάξει τους φρουρούς.
Θωμάς: Θα φύγω, μα θα έρθω αύριο να σε ζητήσω από τον πατέρα σου! Θα παντρευτούμε, θα ταξιδεύουμε, θα ζούμε μια Άνοιξη ατελείωτη, μια ζωή φραουλοτριανταφυλλένια!
Παραμάνα: Πριγκίπισσα, πού είσαι;
Πριγκίπισσα:   ( κοιτάζει πίσω της με αγωνία. ) Άδικα ονειρεύεσαι. Ο πατέρας μου δεν με παντρεύει εύκολα. Πρέπει να παίξεις σκάκι μαζί του και να τον κερδίσεις.
Θωμάς: Κανένα πρόβλημα!
Πριγκίπισσα: Έτσι νομίζεις. Ο πατέρας μου ξέρει πολύ καλά σκάκι, δεν τον έχει νικήσει ως τώρα κανείς.
Θωμάς: Εγώ θα τον νικήσω!
Πριγκίπισσα:  Στάσου ν’ ακούσεις και παρακάτω. Όποιος χάνει στο σκάκι, δε χάνει μόνο εμένα, αλλά χάνει και …το κεφάλι του!  Λοιπόν ξέχνα την Άνοιξη και την παντρειά. Ο πατέρας μου δεν αστειεύεται. (ανήσυχη κοιτά πίσω)
Θωμάς: Αύριο θαρθώ να σε ζητήσω από το βασιλιά. Και δεν πρόκειται να χάσω, ούτε το κεφάλι μου, ούτε εσένα!
Πριγκίπισσα: Είσαι τρελός!
Θωμάς: Είμαι ερωτευμένος!
Παραμάνα: (ακούγεται πιο κοντά) Μα πού είσαι τελοσπάντων;
Πριγκίπισσα: Αχ, κατέβα γρήγορα! Έρχεται η παραμάνα μου!
Θωμάς: Τραγούδησέ μου λίγο ακόμη, έτσι για  να έχω καλή τύχη  αύριο.
Πριγκίπισσα: (Μιλά κοιτάζοντας πίσω με αγωνία) Άκου, επειδή… σε συμπάθησα, και δεν θέλω να αποκεφαλιστείς, θα σου πω ένα μυστικό(ψιθυρίζει). Όταν παίζει σκάκι ο πατέρας μου δεν θυσιάζει ποτέ τη βασίλισσά του, γιατί αγαπούσε πολύ τη μητέρα μου και…
(Η Παραμάνα εμφανίζεται στη μπαλκονόπορτα. Ο Θωμάς προλαβαίνει να παραμερίσει κάπως, ώστε να μη φαίνεται.)
Παραμάνα:  Α, εδώ μου είσαι! Τι κάνεις στο μπαλκόνι νυχτιάτικα; Τι, τι είναι αυτό εκεί;
Πριγκίπισσα: Μπα, τίποτα, να, ήταν μια γατούλα εδώ και τη χάιδευα.
(Ο Θωμάς νιαουρίζει)
Παραμάνα: Έλα, έλα μέσα, σε ζητά και ο πατέρας σου.
Πριγκίπισσα: (την ακολουθεί κοιτάζοντας προς τον Θωμά) Έρχομαι Παραμάνα μου, έρχομαι…


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

 ( Ο Θωμάς παραμένει κρεμασμένος και ονειροπαρμένος. Έρχεται η Κατσίκα και τον ψάχνει τριγύρω)
Κατσίκα: Μμμεε! Θωμάαα! Πού είσαι;
Θωμάς: Αχ! Εδώ πάνω.
Κατσίκα: Πού; δε σε βλέπω. (Ψάχνει στις φραουλιές και αλλού, δεν τον βλέπει, δεν σηκώνει το κεφάλι ψηλά) Μα, πού είσαι;
Θωμάς: (μιλά σα να ονειρεύεται)Εδώ, στην τριανταφυλλιά. Αχ, Μαρίκα, την αγαπώ!
Κατσίκα: ( χωρίς ακόμη να κοιτάξει πάνω)Την τριανταφυλλιά;!
Θωμάς: Είναι όμορφη, γλυκιά, τρυφερή, υπέροχη!
Κατσίκα: Η τριανταφυλλιά;
Θωμάς: Και τραγουδάει σαν άγγελος!
Κατσίκα: Η τριανταφυλλιά;
Θωμάς: Θέλω να την παντρευτώ.
Κατσίκα: Την τριανταφυλλιά;! Ότι μπορεί να μεθύσει κανείς από φράουλες δεν το ήξερα…
Θωμάς: Δεν είμαι μεθυσμένος από φράουλες. Δεν έφαγα ούτε μια.
Κατσίκα: Γιατί; Είναι άγουρες;
Θωμάς: Γιατί είδα την  Πριγκίπισσα. Μαρίκα, είναι μοναδική. Πιο όμορφη από το φεγγάρι. Πιο γλυκιά από τις φράουλες.
Κατσίκα: Πού την είδες την Πριγκίπισσα;
Θωμάς: Εδώ, στο μπαλκόνι της.
(Τώρα η Κατσίκα κοιτάζει ψηλά και τον βλέπει επάνω στο μπαλκόνι)
Κατσίκα: Α, εκεί κρέμεσαι… Σαν ώριμη φράουλα…
Θωμάς: Μαρίκα, την αγαπώ. Αν δεν την παντρευτώ δεν θα ξαναταξιδέψω, δεν θα ξαναφάω φράουλες.
Κατσίκα: Ευτυχώς που οι κατσίκες δεν ερωτεύονται. Δεν θα μου άρεσε να τρελαθώ. Ε, Θωμά, μήπως πρέπει να κατέβεις από κει πάνω;
Θωμάς: Θα μείνω εδώ όλο το βράδυ, μήπως τη δω. Αύριο θα παίξω σκάκι με το βασιλιά για να την πάρω και να φύγουμε μαζί.
Κατσίκα: Καλά, έλα, κατέβα, να το κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας. Αχ, τι τραβάω η Κατσίκα…
Θωμάς: Θα με βοηθήσεις Μαρίκα;
Κατσίκα: Έλα, κατέβα, θα σε βοηθήσω. Θα πατήσεις στην πλάτη μου.
Θωμάς: (Κατεβαίνει βιαστικός) Όχι, δεν εννοώ να με βοηθήσεις να κατέβω, εννοώ να με βοηθήσεις να την παντρευτώ.
Κατσίκα: Καλέ πώς να σε βοηθήσω εγώ να παντρευτείς την πριγκίπισσα; Να πάω στον πατέρα της και να του πω Μεεεεεε; Εσύ ξέρεις τη γλώσσα μου, εκείνος τι θα καταλάβει;
Θωμάς: Αυτό ακριβώς. Εκείνος δεν ξέρει την κατσικίσια γλώσσα. Έτσι, θα μπορέσεις να είσαι κοντά μου και να με βοηθήσεις να τον κερδίσω στο σκάκι. Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσω να πάρω την πριγκίπισσα. Αλλιώς, θα χάσω και αυτήν και το κεφάλι μου.
Κατσίκα: Α πα πα! Τι είναι αυτά που λες;
Θωμάς: Έτσι όπως σου τα λέω. Για να πάρω την πριγκίπισσα πρέπει να παίξω σκάκι με το βασιλιά. Μα όποιος χάνει στο σκάκι, ο βασιλιάς του κόβει το κεφάλι. Το κάνει αυτό για να μην έρχονται και του ζητάνε την κόρη του , γιατί δεν θέλει να την αποχωριστεί. Δε θέλει να τη χάσει, αφού έχασε και τη γυναίκα του. Πες μου λοιπόν, θα με βοηθήσεις; Εσύ σίγουρα θα τα καταφέρεις.
Κατσίκα: Α, τώρα παραδέχεσαι πως είμαι καλύτερή σου στο σκάκι,ε;
Θωμάς: Παραδέχομαι. Έλα, έλα, άσε να πείσματα και βοήθησέ με να παίξουμε αύριο με το βασιλιά.
Κατσίκα: Καλά…
Θωμάς: Τέλεια! Άκου! Η πριγκίπισσα μου είπε και ένα μυστικό: ο πατέρας της όταν παίζει σκάκι δεν θυσιάζει ποτέ τη βασίλισσά του. Καταλαβαίνεις, επειδή λυπάται για τη γυναίκα του…
Κατσίκα: Χμ.. χρήσιμη πληροφορία. Εντάξει λοιπόν. Θα σε βοηθήσω. Έχεις χάσει τα μυαλά σου, δεν μπορώ να σε αφήσω να χάσεις και το κεφάλι σου. Θα είμαι δίπλα σου και θα σου λέω στην κατσικίσια γλώσσα τι κινήσεις πρέπει να κάνεις. Θα φέρουμε το βασιλιά στο σημείο να πρέπει να θυσιάσει τη βασίλισσά του και τότε θα στριμωχτεί για τα καλά.
Θωμάς: Σ’ ευχαριστώ Μαρίκα! Αυτή θα είναι μια τέλεια συνωμοσία! Ωχ! Είπα συνωμοσία και θυμήθηκα εκείνους τους στρατιώτες. Θυμάσαι, θα κάνουν επίθεση στο παλάτι αύριο! Η Πριγκίπισσα κινδυνεύει! Να και το κανόνι που έλεγαν! Εκεί, κοντά στο μπαλκόνι της! Μαρίκα, κάτι πρέπει να κάνουμε! Εκείνος ο χαζούλης θα το γεμίσει με μπαρούτι. Θα ανατινάξει το παλάτι, θα καταστρέψει τα πάντα.
Κατσίκα: Άσχημα τα πράγματα…
Θωμάς: ( κάνει να ανέβει στο μπαλκόνι πάλι) Θα πάω να την κλέψω. Θα τη σώσω. Θα την πάρω μαζί μου.
Κατσίκα: Κάτσε βρε τρελέ. Πού πας; Θα το φας το κεφάλι σου τελικά. Στάσου, ηρέμησε, να σκεφτούμε κάτι με ψυχραιμία.
Θωμάς: Δεν έχουμε χρόνο…
Κατσίκα: Έχουμε όλο το βράδυ. (σκεφτική) Χμμμ…Η επίθεση θα γίνει αύριο… Εν τω μεταξύ…
Θωμάς: Ναι; Τι σκέφτεσαι;
Κατσίκα: Εν τω μεταξύ…
Θωμάς: Μα πες μου θα με σκάσεις..
Κατσίκα: Εν τω μεταξύ … εγώ θα πάω να φάω όσο πιο πολύ χορτάρι μπορώ.
Θωμάς: Μαρίκα, είσαι άκαρδη. Εγώ υποφέρω, η καλή μου κινδυνεύει κι εσύ σκέφτεσαι το χορτάρι σου;
Κατσίκα: Όχι ακριβώς. Έχω ένα σχέδιο. Έλα, έλα κοντά να σου πω.
( Ο Θωμάς σκύβει και του ψιθυρίζει το σχέδιό της. ΄Επειτα ξεσπούν σε γέλια)
Θωμάς: Καταπληκτικό σχέδιο! Αύριο θα παντρευτώ την Πριγκίπισσα!
Κατσίκα: Κι εγώ κουμπάρα! Μμμμεεε!



ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ


( Η βασιλική αίθουσα. Ο βασιλιάς κάθεται στο θρόνο.
 Μπροστά του βρίσκεται μια περίτεχνη σκακιέρα. 
Παίζει μόνος του βαριεστημένα. Ακούγεται καμπανάκι)

Βασιλιάς: Ποιος;; (μπαίνει ο Υπασπιστής) Α, εσύ είσαι , 
Στούμπο. Έλα. Τι τρέχει;
Υπασπιστής: Μεγαλειότατε, τα χέβη μου. Έχει έρθει
 έναχ νεαρόχ που γητά την κόρη χιαχ, την Πριγκίπιχια, 

γυναίκα του. Να περάχει για την παρτίδα χκάκι;
Βασιλιάς: Ξέρει πως αν χάσει, θα χάσει και το κεφάλι του;
Υπασπιστής: Μάλιχτα βαχιλιά μου, τον ενημέρωσχα.
 Αλλά αυτόχ επιμένει.
Βασιλιάς: Ε, τότε, ας περάσει. Λυπάμαι, αλλά άλλος ένας
 τρελός θα πάει χαμένος.
Υπασπιστής: Ε,χμ, μεγαλειώτατε, έχει μαγί του κι ένα γιώο.
Βασιλιάς: Τι ζώο;
Υπασπιστής: Χμ, δεν κχιέρω…Νομίγιω βόδι είναι. Όχι, ίσχως είναι γαϊδούρι.
Βασιλιάς: Καλά, καλά φέρτον μέσα.
(Ο Υπασπιστής βγαίνει και μπαίνει ο Θωμάς και η Κατσίκα-Μαρίκα)
Θωμάς: Προσκυνώ μεγαλειότατε! Ήρθα να ζητήσω την κόρη σας την πριγκίπισσα για γυναίκα μου.
Βασιλιάς: (βαριεστημένα) Νεαρέ, είσαι ενήμερος για τους κανόνες; Ξέρεις ότι πριν από σένα έχουν χάσει το κεφάλι τους δέκα παλικάρια;
Θωμάς: Ξέρω βασιλιά μου, αλλά δε φοβάμαι, γιατί αγαπώ πολύ την Πριγκίπισσα. Θέλω μόνο να σας ζητήσω μια χάρη. Να αφήσετε την Κατσίκα να είναι κοντά μου όσο θα παίζουμε σκάκι. Ξέρετε, είναι η μόνη συντροφιά που έχω στον κόσμο από τότε που πέθαναν οι γονείς μου και θάθελα να είναι κοντά μου αυτή τη δύσκολη στιγμή.
Βασιλιάς: Χμ, καλά, αφού είναι έτσι ας μείνει. Έτσι κι αλλιώς είναι η τελευταία σου επιθυμία, αφού θα χάσεις σίγουρα. Άντε, ας αρχίσουμε, μη χάνουμε καιρό. Ξεκινάω εγώ με τα άσπρα.
(Παίρνουν θέσεις στη σκακιέρα. Ξεκινούν. Η Κατσίκα υπαγορεύει κινήσεις και ο Θωμάς τις εκτελεί. Ο Βασιλιάς υπαγορεύει κινήσεις και ο Υπασπιστής τις εκτελεί)
Κατσίκα: Μμεεεγο!
Θωμάς: Παίζω  πύργο.  Σειρά σας.
Βασιλιάς:  ( Υπαγορεύει κίνηση στο Στούμπο )Σειρά σου νεαρέ.
Κατσίκα: Μμμεεκό!
Θωμάς: Παίζω αξιωματικό. Σειρά σας βασιλιά μου.
(Έτσι συνεχίζεται το παιχνίδι, ώσπου ο Βασιλιάς περνά διάφορα συναισθηματικά στάδια. Από τη βαρεμάρα, αρχίζει να νιώθει ενδιαφέρον, έπειτα έκπληξη ανάμεικτη με μια ανησυχία)
Βασιλιάς: Νεαρέ μου δεν παίζεις καθόλου άσχημα. (σκέφτεται και υπαγορεύει κίνηση στον Υπασπιστή)  Σειρά σου.
Κατσίκα: Μμμεελια!
Θωμάς: Παίζω τον βασιλιά μου.
Βασιλιάς: ( Τώρα πια χάνει και την ψυχραιμία του) Ε, όχι, αυτό δεν το δέχομαι!  Θα διακοπεί η παρτίδα!
Θωμάς: Μα γιατί Μεγαλειώτατε; Η παρτίδα δεν τέλειωσε. Αν θυσιάσετε τη βασίλισσά σας μπορεί και να κερδίσετε.
Βασιλιάς: Δε θα μου πεις εσύ τι θα κάνω! Αποφάσισα να διακοπεί το παιχνίδι και θα διακοπεί. Πάει και τελείωσε!
Κατσίκα: Μμμεεε!
Βασιλιάς: Και πάρε από δω τούτο το τριχωτό εκνευριστικό πλάσμα που δεν έχει σταματήσει να φωνάζει. Μου έχει σπάσει τα νεύρα. Διατάζω τον αποκεφαλισμό και των δυο σας!
 (Σηκώνεται και φωνάζει, ρίχνοντας μια γροθιά στη σκακιέρα και διαλύοντάς τη, ενώ ίδια στιγμή ακούγεται μια μεγάλη κανονιά και ο τόπος γεμίζει με μαύρα μπαλάκια)
Υπασπιστής: Βασιλιά μου, αχ, αχ! Η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη!
Βασιλιάς: Τι έγινε; Τι συνέβη; Τι ήταν αυτό; Μα…κάτι βρωμάει… Τι γίνεται εδώ; Τι παράξενα βρωμερά μαύρα πράματα είναι αυτά που έπεσαν παντού; Πφφ
(  Ο Θωμάς και η Κατσίκα γελούν.)
Υπασπιστής: (Πούφ) μεγαλειότατε, επιτρέψχτε μου (πουφ!) να αναφέρω ότι έσχκασε μια κανονιά και  βρωμοκοπάει  όλο το παλάτι. Έχουμε μάλισχτα γεμίσχει από κάτι περίεργα …μαύρα… ρεβίθια;; Μήπωςχ;
Βασιλιάς: Κανονιά; Ρεβύθια; Μα,… τι συμβαίνει επιτέλους;;; Πφφφ
Υπασπιστής: Διατάξτε βασιλιά μου, να ψχεκάσω  με άρωμα;
Βασιλιάς: Πρώτα να τρέξεις να δεις αν είναι καλά η πριγκίπισσα. Ανησυχώ. Α, νάτην, έρχεται, ευτυχώς φαίνεται μια χαρά.
(Μπαίνει η πριγκίπισσα)
Πριγκίπισσα: Μπαμπά μου! Τι συνέβη; Άκουσα ένα τρομερό θόρυβο και πφφ, μετά το παλάτι γέμισε με κάτι βρωμερές μαύρες μπαλίτσες…
Υπασπιστής: Επιτρέψχτε μου πριγκίπισσα… Νομίγω είναι μαύρα ρεβύθια..
Πριγκίπισσα: Ρεβύθια; Και ο τρομαχτικός θόρυβος; Ήταν το μεγάλο κανόνι; Μπαμπά, τι συμβαίνει;
Βασιλιάς: Δεν έχω ιδέα κόρη μου. Εμείς εδώ παίζαμε σκάκι και… Ορίστε, κοίταξε, ο αναιδέστατος αυτός νεαρός, έχει ξεκαρδιστεί στα γέλια, σα να μη τρέχει  τίποτε.
 Θωμάς: (συγκρατώντας τα γέλια του) Βασιλιά μου, επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω. Χθες, τυχαία, ακούσαμε κάποιους να ετοιμάζουν μια επίθεση στο παλάτι. Σκεφτήκαμε λοιπόν με τη Μαρίκα, την Κατσίκα μου από δω, να τους χαλάσουμε τα σχέδια. Όλο το βράδυ η Μαρίκα έτρωγε χορτάρι, έτρωγε, έτρωγε. Κι έτσι, γεμίσαμε το κανόνι με …κατσικοκούραδα. Πολλά κατσικοκούραδα. Αντί λοιπόν το κανόνι να πετάξει φωτιά και να καταστρέψει το παλάτι, σκόρπισε κατσικοκούραδα, ε, και , απλώς το βρώμισε λίγο…
Βασιλιάς: Δηλαδή, η βρώμα αυτή, τα …ρυβύθια , δηλαδή ,τα μαύρα αυτά πράματα είναι βερβελιές;
Κατσίκα: Μμμεεεε!
Υπασπιστής: (κρατώντας ένα φακό μεγεθυντικό κοιτάζει μια κουτσουλιά) Μπορώ να σχαχ διαβεβαιώνω μεγαλειότατε, ότι, ναι, όντωχ, είναι βερβελιέχ, τώρα που το παρατηρώ πφφφ. Δεν είναι ρεβύθια. Εγώ το είχα υποψχιαχτεί εξχαρχής!
Βασιλιάς: Μα, τότε, νεαρέ μου, εσύ και η Κατσίκα  σου μας σώσατε! Κι εγώ που ήθελα να σας πάρω το κεφάλι… Μετά από αυτές τις εξελίξεις όχι μόνο θα σου χαρίσω τη ζωή, αλλά θα σου χαρίσω και το παλάτι και θα σου επιτρέψω να παντρευτείς την πριγκίπισσα. Αν συμφωνεί βέβαια κι αυτή.
Πριγκίπισσα: ( με συστολή) Συμφωνώ!
Θωμάς: Ευχαριστούμε μεγαλειότατε!
Υπασπιστής: Αχ, τι γομαντικό… (χτυπά παλαμάκια)
Βασιλιάς: Μπορείς να με αντικαταστήσεις στο θρόνο. Εγώ είμαι τόσο κουρασμένος πια. Εσύ είσαι νέος, και φαίνεσαι έξυπνος και θαρραλέος. Πρώτη φορά είχα τόσο άξιο αντίπαλο στο σκάκι.
Θωμάς: Ε, χμ.. Βασιλιά μου θα πρέπει να σας εξομολογηθώ κάτι ακόμη… Δεν έπαιζα εγώ, δηλαδή δεν έπαιζα μόνος μου. Η Μαρίκα- Κατσίκα με οδηγούσε στις κινήσεις.
Βασιλιάς: Μα, τι γελοιότητες είναι αυτές; Μια κατσίκα, να παίζει σκάκι; Και εσύ πού καταλαβαίνεις τι σου έλεγε; Λες ανοησίες νεαρέ μου και κρίμα που σε εκτίμησα.
Θωμάς: Ακούστε με βασιλιά μου. Η Μαρίκα με βρήκε μωρό σε ένα βομβαρδισμένο σπίτι και με μεγάλωσε με το γάλα της. Ζήσαμε μαζί τόσα χρόνια και έμαθε ο ένας τη γλώσσα του άλλου.
Βασιλιάς: Και το σκάκι; Πώς ξέρει μια κατσίκα να παίζει σκάκι και μάλιστα τόσο καλά;
Θωμάς: Αυτό δεν το έχω ούτε εγώ καταλάβει. Το σκάκι ήταν το μόνο πράγμα που είχαμε στα ταξίδια μας. Διότι πρέπει να ξέρετε ότι εμείς δεν μένουμε σε ένα τόπο, αλλά  ταξιδεύουμε σε όποια χώρα  έχει Άνοιξη. Έτσι ήρθαμε και στη δική σας. Γιατί αγαπάμε το χορτάρι (δείχνει την Κατσίκα)
Κατσίκα: Μεεεε
Θωμάς: και τις φράουλες. (δείχνει τον εαυτό του)
Πριγκίπισσα: Αχ, πατέρα, θέλω κι εγώ να ταξιδεύω όπου υπάρχει Άνοιξη! Το ξέρεις πόσο αγαπώ τα φούξια τριαντάφυλλα.
Βασιλιάς: Μα, δεν γίνονται αυτά τα πράματα. Τι θα γίνει το παλάτι; Το βασίλειο;
Πριγκίπισσα: Εσύ πατέρα, είσαι ακόμη αρκετά γερός και δυνατός. Θα τα καταφέρεις. Έχεις και τον Στούμπο, τον έμπιστο υπασπιστή σου.
Βασιλιάς: ( με παράπονο) Μα να μείνω μόνος μου;
Πριγκίπισσα: Θα ερχόμαστε κάθε Άνοιξη μπαμπά και θα μένουμε μαζί σου.
Κατσίκα: Μεεεε . Μεεεε
Θωμάς: Η Μαρίκα λέει βασιλιά μου πως θα ήθελε, αν συμφωνείτε, να μείνει αυτή μαζί σας, διότι λέει πως είστε πολύ δυνατός αντίπαλος στο σκάκι και θέλει να σας νικήσει.
Βασιλιάς: Ε όχι δα! Να με νικήσει μια κατσίκα! Φέρτε τη σκακιέρα, εδώ και τώρα θα γίνει ο αγώνας! Και υπόσχομαι πως αν με κερδίσει θα σας αφήσω να φύγετε στα ταξίδια σας. Θα μπορείτε να ταξιδεύετε μέχρι να τη νικήσω!
Κατσίκα: Μεεε!
Βασιλιάς: Τι είπε, τι είπε;
Θωμάς: Ότι δεν πρόκειται να χάσει ποτέ!
(όλοι γελούν)

ΤΕΛΟΣ