Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ: Η μαγεία του Παπαδιαμάντη



(Από το βιβλίο " Εν λευκώ", εκδ.Ίκαρος 1993- αποσπάσματα)

·         Είναι κανείς από το μέρος της αθωότητας – λευκοφόρος την διάνοιαν που λέει και ο Ρωμανός – σε δυο περιπτώσεις: όταν δεν έχει φτάσει στο σημείο να υποψιασθεί καν το μαύρο. Κι όταν το έχει διατρέξει ώς την έσχατη άκρη του, έτσι που να πατήσει από το άλλο μέρος πάλι στο λευκό. Με πλήρη συνείδηση ότι όσα γνώρισε στο αναμεταξύ του είναι απολύτως άχρηστα. 59
·         Επειδή βέβαια, η χώρα της αθωότητας δεν είναι όπως τη φαντάζονται μερικοί. Έχει τους αγίους της και τ΄αγρίμια της , τα παρθένα δάση και τα γαλήνια νερά της. Χρειάζεται να’ σαι τέλεια αφοπλισμένος για να προχωρήσεις μέσα της. Είναι τόσο αραιός ο αιθέρας εκεί, που καμιά κοσμοθεωρία δεν αντέχει, καμιά σοφία δεν έχει πέραση… Δεν υπάρχουν εποχές, μήτε κανένας εκεί σταυροκοπιέται. Είναι μια συνεχής μεθεπομένη καταιγίδας, όπου οι άγγελοι σύρουν μάλλινους μανδύες πάνω σ’ ένα χορτάρι σμαραγδί κι ατσάλινο. 59-60
·         Μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του. Δεν θα’χει αλλάξει εκείνο αλλά το μυαλό μας. Ένα ψήλωμα νοητό, που θα χρειαστεί να το ξανανεβούμε για να εκτιμήσουμε σωστά τις διαστάσεις των πραγμάτων γύρω μας. Από ένα τέτοιο ψήλωμα είναι που πρέπει να θεωρήσουμε και τη χώρα του Παπαδιαμάντη. 62
·         Λησμονούμε ότι, χωρίς αγαθά υλικά, ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα. Κι ότι αυτή η «σταματημένη ζωή», όπως την αποκαλούμε σήμερα υποτιμητικά, υπερσκελίζοντας κάθε αίσθημα αστάθειας, βοηθούσε τότε τους ανθρώπους ν’ αντιλαμβάνονται την πρόοδο με τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά μέτρα. Που σημαίνει ότι η διάρκεια, σαν χρυσό νήμα σ΄ένα κέντημα, έδενε περασμένα και τωρινά, ευτελή και πολύτιμα, φυσικά και υπερφυσικά, μ’ έναν τρόπο που δε γίνεται να ξαναγνωρίσουμε ποτέ. Χωρίς λοιπόν να νοσταλγώ μ’ αυτά που λέω τους αργαλειούς ή τις πέτρες των ελαιοτριβείων, απλώς μακαρίζω τα χέρια τ’ ανθρώπινα που με το να φθείρονται εκείνα στην κλίμακα την ατομική, αποκτούσανε τη δύναμη να σταματούνε τη φθορά στην κλίμακα την ομαδική.  69
·         Αυτή την άλω που δίνει στα πράγματα η παιδική ηλικία είναι που κυνηγάμε κατά βάθος κι εμείς σ’  όλη μας τη ζωή. Ποτέ τα περιστατικά της , που κατά κανόνα είναι ασήμαντα. Πρόκειται για την ικανότητα να μεταβάλλεις τα ελάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι, και που το μεγάλο της αντίκρισμα είναι η αθωότητα. Έτσι ο Θεόφιλος, με την απόλυτη απόσπασή του από τα συμφέροντα, στάθηκε περισσότερο άρχοντας απ’ όλους τους μεγαλοκτηματίες της Μυτιλήνης. Και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, με τη δωρεά των οφθαλμών του, ένας χορηγός –για τα δεδομένα της νεοελληνικής πραγματικότητας – πιο γενναιόδωρος από τον Ανδρέα Συγγρό. 70
·         Εκεί, σε ξωκλήσι, τον βλέπουμε να μπαίνει ένα βράδυ αθεράπευτα ερωτευμένος. Ανάβει το κεράκι του, γονατίζει, παραδίδεται στους ρεμβασμούς του… Μια φωνή που αποχτά τη δύναμη χρησμού, ακούγεται να του ψιθυρίζει, ενώ εκείνος μισοκοιμάται στο στασίδι του: «’Υπαγε ανίατε. Ο πόνος θα είναι η ζωή σου». 75
·         Λίγο, ένα σκαλί πιο κάτω μέσα στη μυστικόπαθη ψυχή του καλλιτέχνη, ο άνθρωπος των αισθήσεων, δηλαδή ο Έλληνας, καραδοκεί. Και τολμώ να πω ο Έλληνας, , επειδή οι δυο ροπές που κατευθύνουν η μια το θυμικό του και η άλλη τη σκέψη του όχι μόνον δεν αλληλοεξουδετερώνονται αλλ’ απεναντίας, δικαιώνονται αμοιβαία. Η αγιοσύνη αποχτάει αφή και η αφή αγιοσύνη, μ’ έναν τρόπο που πριν από το χριστιανισμό θα ήτανε δύσκολο να το συλλάβεις από το ένα μέρος και μετά το χριστιανισμό από το άλλο. Χρειάστηκε, τροχιοδεικτικά, να συναντηθούν στους αιθέρες η χαρά του αγγίγματος και η ασφάλεια της ιδέας, για να σχηματισθεί το Άνθος του Γιαλού ή το Αστεράκι. 76
·         «Η γαλήνια επιφάνεια των νερών» λέει ο Pierre Mabille «αυτός ο πρώτος πρώτος φυσικός καθρέφτης μας, κόβει στα δυο το σύμπαν. Από το ένα μέρος τα αντικείμενα τα απτά, ο χώρος ο εκτεθειμένος στη βούλησή μας. Και από το άλλο τα’ απεικάσματα, ο αναστραμμένος, φευγαλέος κόσμος, που μια πνοή του ανέμου, μια πτώση φύλλου αρκούν για να τον μεταμορφώσουν ή να τον αφανίσουν. Κι όμως, αυτό το καθρέφτισμα είναι που προκαλεί τα πρώτα μεταφυσικά ερωτήματα μέσα μας, που θέτει το πρόβλημα των φαντασιώσεων και μας κάνει να αμφιβάλλουμε για τη μαρτυρία που προσκομίζουν οι αισθήσεις»… Με έναν τρόπο αφανή κι ερήμην των συνειδητών του προθέσεων, ο Παπαδιαμάντης κάτω από τον διαφανή ρεαλισμό του, έχει προωθήσει τα δυο επίπεδα στο σημείο να γίνουν ένα. 82
·         «Αλλά δεν ησθάνετο πλέον βαθιά. Μόνον που εθαύμαζε να βλέπη»
·         Νοερά είχε πετάξει από το παράθυρο καθετί που δεν του ήταν απαραίτητο – έπιπλα ή ιδέες, αδιάφορο. Ήθελε η εξάρτησή του από τον έξω κόσμο να’ ναι περιορισμένη τόσο, που όλος ο διαθέσιμος χώρος ν’ απομένει στη διάθεση του ενεξημέρωτου θυμικού του. Άλλο ζήτημα εάν ασκούσε πάντοτε του είδους τούτου την ελευθερία. Ο Παπαδιαμάντης εστάθηκε απατηλός. 86
·         Είναι αυτός ο καημός που σφραγίζει ολόκληρη τη ζωή και ολόκληρο το έργο του: η αδυναμία ν’ αντικαθρεφτίζεται και στον κόσμο των αισθήσεων ο κόσμος ο καθαρός της ψυχής του. 86
·         Οι δυο του αυτές υποστάσεις, τραβηγμένες με κόπο στην επιφάνεια, μαρτυρούν έναν αργό και συγκεκαλυμμένο αγώνα: πώς να απομονώσει τα γράμματα των δέντρων και των κυμάτων, των κοριτσιών και των ονείρων, ώστε να φτιάξει το προσωπικό του αλφάβητο – και πώς να κρατήσει, με το να χρησιμοποιεί ένα τέτοιο αλφάβητο, μακριά του τον εκατόγχειρα της καθημερινής ζωής. 87
·         Μίλησαν οι βιογράφοι του για δειλία, για συντηρητικότητα. Δεν τις σήκωσαν ποτέ να δουν τι κρύβεται από κάτω. … Ο  μόνος λόγος που παρατάει τη φοίτησή του στο γυμνάσιο της Χαλκίδας για να γυρίσει στο σπίτι του είναι ότι κάποιος από τους καθηγητές του δεν του αρέσει… Δεν πήρε ποτέ το δίπλωμά του από το πανεπιστήμιο, μολονότι του ήταν πολύ εύκολο. Και δεν το πήρε, πιθανότατα, για έναν ακόμη λόγο. Για ν’ αποφύγει τις πιέσεις της οικογένειας, που ονειρευότανε να τον δει ελληνοδιδάσκαλο – τι δράμα!... Και δεν θάτανε ακόμη πιο φυσικό, την εποχή που υπηρέτησε στο στρατό, τότε τουλάχιστον- αν όχι τίποτε άλλο, από φόβο – να δείξει μια συστολή; Μπα! Όλες οι πληροφορίες που έχουμε είναι ότι εστάθηκε απείθαρχος και ότι συχνά τιμωρήθηκε γι’ αυτό. 86-9
·         Δεν θα καταδεχθεί τα διπλώματα. Δεν θα επιζητήσει ποτέ του να γίνει υπάλληλος. Δεν θα εκμεταλλευθεί καμιάν ευκαιρία για να βγάλει χρήματα. Δεν θα κυνηγήσει δόξες. Ένα καμαράκι γυμνό, ένα μπαλωμένο επανωφόρι, το κρασί, ο χαλβάς, οι ελιές, και αυτό είναι όλο. Ένας τέτοιος άρχοντας, από το σόι της μάνας του, θα κάνει παρέα με ανθρώπους της φτωχογειτονιάς. 90
·         Γράφει ο Novalis: «… Μερικοί μόνον – ελάχιστοι – παραμένουν ατάραχοι ανάμεσα στα θαύματα που τους περιτριγυρίζουν, με μόνη τους έγνοια να τα συλλάβουν στην πληρότητά τους και στην τάξη τους την υπέρτατη. Ώστε λοιπόν υπάρχουν δυο τρόποι διαφορετικοί να παρατηρεί κανένας τη φύση. Κι αν τα αισθήματα που εμπνέει αυτή δεν είναι γι’ άλλους παρά χαρές και γιορτάσια, για μερικούς, βεβαιότατα, συνιστούν μιαν άκρας περισυλλογής θρησκεία, ικανή να υπαγορεύει σε μιαν ύπαρξη την κατεύθυνσή της , τη στάση της , το βαθύτερο νόημά της». Ανάμεσα στους τελευταίους αυτούς ανήκει, πιστεύω, ο Παπαδιαμάντης. 92
·         Περισσότερο από λιβάνι, ο αίνος του είναι από ανεπίτευκτο άγγιγμα και γύρη ανθέων μυστική. 93
·         Τ’ αμπέλια και τα κύματα, οι άνεμοι και τα πλεούμενα που αυλακώνουν νύχτα μέρα τις ιστορίες του δε χρησιμεύουν σαν απλό φόντο στους ήρωές του. Είναι τα συγκεκριμένα ανάλογα των αισθημάτων του, μετέχουν στη διαδραμάτιση και, σε έσχατη ανάλυση, εμφανίζονται σαν φορείς ηθικών αξιών.94
·         Το πιο πλούσιο υλικό, η πιο μεγάλη χλιδή, αν υποταχθούν στην τάξη του πνεύματος, αυτοεξουδετερώνονται σαν ποσότητες και αυτοαξιοποιούνται σαν ποιότητες – κάτι που βρίσκουμε να συμβαίνει κατ΄εξοχήν στα αρχαία κείμενα. 100
·         Τα άστρα που «το έν μετά το άλλο, πίπτοντα, φευγαλέα, σβήνονται εις τον άνω βυθόν των ακαταλήπτων πραγμάτων» (τι έκφραση μεγάλου ποιητή Θεέ μου!)96
·         Οι νύχτες του, ελαφρές σαν το γιασεμί, ακόμη και όταν περιέχουν τρικυμίες, πέφτουν επάνω στην ψυχή μας σαν μεγάλες πεταλούδες που αλλάζουν ολοένα θέση, αφήνοντας μια στιγμή να δούμε στα διάκενα τη χρυσή παραλία όπου θα μπορούσαμε να’ χαμε περπατήσει χωρίς βάρος, χωρίς αμαρτία. Είναι εκεί που βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Αυτό το «θα μπορούσαμε» είναι ο οίακας που δε γίνεται να γυρίσει, μόνο μας αφήνει με το χέρι μετέωρο ανάμεσα πίκρα και γοητεία, προσδοκώμενο και άφταστο. «Σαν να’ χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.» 104
·         …Εάν αυτό έχει σημασία, εναπόκειται σ’ αυτούς που προσκυνούν έναν Παρθενώνα ενώ αντιπαρέρχονται μια κρήνη, να το αμφισβητήσουν. Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο.105