Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2019

Lars Svendsen: Η φιλοσοφία της βαρεμάρας





·         Η βαθιά βαρεμάρα συνδέεται μιλώντας φαινομενολογικά, με την αϋπνία, όπου το Εγώ χάνει την ταυτότητά του μέσα στο σκοτάδι, βυθισμένο σ’ ένα φαινομενικά άπειρο κενό. Προσπαθεί κάποιος να κοιμηθεί, ίσως κάνει μερικά διστακτικά βήματα, αλλά δεν τον παίρνει ο ύπνος, καταλήγοντας σε μια γη του πουθενά, ανάμεσα στον ξύπνο και τον ύπνο. 16
·         Πιστεύω ότι ο Κίρκεγκορ ήταν υπερβολικός όταν ισχυριζόταν ότι «η βαρεμάρα βρίσκεται στη βάση κάθε κακού». Ωστόσο συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό.. 21
·         Η βαρεμάρα συνδέθηκε με τη χρήση ουσιών, το αλκοόλ, το κάπνισμα, την πολυφαγία, την ερωτική ασυδοσία, το βανδαλισμό, την κατάθλιψη, την επιθετικότητα, την εχθρότητα, τη βία, την αυτοκτονία, την επικίνδυνη συμπεριφορά, κλπ. Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή τη σύνδεση.  Δεν πρέπει να ξαφνιάζεται κανείς που οι Πατέρες της Εκκλησίας γνώριζαν ήδη αυτή τη σύνδεση, θεωρώντας τον προνεωτερικό πρόγονο της βαρεμάρας, την ακηδία, ως τη χείριστη αμαρτία, αφότου όλες οι υπόλοιπες αμαρτίες προέρχονται απ’ αυτήν. Ότι η βαρεμάρα έχει σοβαρές συνέπειες για την κοινωνία, και όχι μόνο για τα άτομα, πρέπει να θεωρείται γεγονός αναμφισβήτητο. Το ότι είναι επίσης σοβαρό ζήτημα για τα άτομα οφείλεται στο ότι η βαρεμάρα εμπεριέχει την απώλεια του νοήματος και η απώλεια του νοήματος είναι κάτι πολύ σοβαρό για το άτομο που υποφέρει απ’ αυτή. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος εμφανίζεται άνευ νοήματος γιατί κάποιος βαριέται, ή ότι κάποιος βαριέται επειδή ο κόσμος εμφανίζεται άνευ νοήματος. Δύσκολα θα βρούμε εδώ μια απλή σχέση αιτίου-αιτιατού. Αλλά με κάποιο τρόπο η βαρεμάρα και η απώλεια του νοήματος συνδέονται. 22-23
·         Σε μια προσπάθεια να βρει τουλάχιστον κάτι θετικό σε σχέση με τη βαρεμάρα, ο κοινωνιολόγος Ρόμπερτ Νίσμπετ ισχυρίστηκε ότι η βαρεμάρα δεν βρίσκεται μόνο στη ρίζα μιας σειράς κακών, αλλά ότι έχει θέσει τέρμα και σε κάποια άλλα, για τον απλό λόγο πως βαθμιαία έγιναν πολύ βαρετά. Παίρνει για παράδειγμα την πρακτική  του καψίματος των μαγισσών, ισχυριζόμενος ότι δεν σταμάτησε για νομικούς, ηθικούς ή θρησκευτικούς λόγους, αλλά απλώς επειδή είχε γίνει τόσο βαρετό, ώστε οι άνθρωποι έλεγαν: « Αν δεις μια να καίγεται, τα έχεις δει όλα». 22
·         Ο Φερνάντο Πεσόα περιέγραψε κάτι τέτοιο « σα να υποφέρεις χωρίς να υποφέρεις, να θέλεις χωρίς να επιθυμείς, να σκέφτεσαι χωρίς λόγο». Και, όπως θα δούμε στην ανάλυση του Χάιντεγκερ για τη φαινομενολογία της βαρεμάρας, αυτή η εμπειρία μπορεί να ανοίξει ένα δρόμο προς τη φιλοσοφία.
Από τη βαρεμάρα λείπει η γοητεία της μελαγχολίας- μια γοητεία που έχει να κάνει με την παραδοσιακή σχέση της μελαγχολίας με τη σοφία, την ευαισθησία και την ομορφιά. Γι’ αυτό το λόγο, η βαρεμάρα είναι λιγότερο ελκυστική στους ευαίσθητους. Της λείπει επίσης η σοβαρότητα της κατάθλιψης κι έτσι είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα για τους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους. 26
·         Ο Ρόμπερτ Νίσμπετ θεωρεί δεδομένο ότι ο θεός έδιωξε τον Αδάμ και την Εύα από τον Παράδεισο για να τους σώσει από τη βαρεμάρα, η οποία θα τους έπληττε με το πέρασμα του χρόνου. 28
·         Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι συγκεκριμένες μορφές βαρεμάρας υπάρχουν αφότου ξεκίνησε ο χρόνος, ανάμεσά τους αυτή στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα ως «καταστασιακή» βαρεμάρα, δηλαδή μια βαρεμάρα που έχει να κάνει με κάτι ιδιαίτερο σε μια δεδομένη κατάσταση. Ενώ η υπαρξιακή βαρεμάρα εμφανίζεται σαν ένα φαινόμενο της νεωτερικότητας. 28
·         Πριν από το ρομαντισμό έμοιαζε να είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο, άξιο μόνο για τους μοναχούς και τους ευγενείς. Για πολύ καιρό η βαρεμάρα ήταν σύμβολο της κοινωνικής θέσης, αποτελούσε δηλαδή προνόμιο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνίας, αφότου αυτά ήταν τα μόνα τα οποία είχαν την υλική βάση που απαιτείται για τη βαρεμάρα. Καθώς η βαρεμάρα εξαπλώθηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα έχασε την αποκλειστικότητά της. 30
·         Ο άνθρωπος περίπου δυο αιώνες πριν  άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως ιδιαίτερο όν το οποίο πρέπει να πραγματώσει τον εαυτό του οπότε είναι λογικό η καθημερινή του ζωή να του φαίνεται τώρα πια σαν φυλακή. Η βαρεμάρα δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία. Κι αυτή είναι μια επιθυμία για αισθητηριακά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα είναι το μόνο πράγμα που έχει «ενδιαφέρον». Ότι η ζωή σε μεγάλο βαθμό είναι βαρετή, αποδεικνύεται από τη μεγάλη έμφαση που δίνουμε στην αυθεντικότητα και την καινοτομία. Σήμερα δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στο κατά πόσο κάτι είναι «ενδιαφέρον» από το αν έχει οποιαδήποτε «αξία».37-38
·         Η έλλειψη νοήματος είναι βαρετή. Και η βαρεμάρα μπορεί να περιγραφεί μεταφορικά σαν ένα ακυρωμένο νόημα. Μπορούμε να κατανοήσουμε τη βαρεμάρα σαν μια δυσανεξία που μας δείχνει ότι η ανάγκη για νόημα δεν έχει ικανοποιηθεί. Προκειμένου να πάψει αυτή η δυσανεξία, επιτιθέμεθα μάλλον στα συμπτώματα παρά στην ίδια την αρρώστια και αναζητούμε κάθε είδους υποκατάστατο. Μια κοινωνία που λειτουργεί καλά, ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει νόημα στον κόσμο. Αυτή που λειτουργεί άσχημα, δεν το κάνει. 43
·         Με το Ρομαντισμό υπάρχει μια έντονη επικέντρωση στον εαυτό που απειλείται διαρκώς από την έλλειψη νοήματος. Η ανάπτυξη της βαρεμάρας συνδέεται με την ανάπτυξη του μηδενισμού… Η βαρεμάρα και ο μηδενισμός συγκλίνουν ως προς το θάνατο του θεού… Εν τη απουσία του θεού ο άνθρωπος  αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του κέντρου βάρους του νοήματος- αλλά αυτός είναι ένας ρόλος που μπορεί να παίξει μόνο σε περιορισμένο βαθμό. 47
·         Ο κόσμος γίνεται βαρετός όταν τα πάντα είναι διαφανή. Να γιατί μερικοί άνθρωποι διψούν γι’ αυτό που είναι ριψοκίνδυνο και σοκαριστικό. Αντικαθιστούν το μη διαφανές με το ακραίο. 53
·         Αυτό που έχει η βαρεμάρα είναι ότι δίνει ένα είδος προοπτικής στην ύπαρξη, όταν κανείς αντιλαμβάνεται πως είναι εντελώς ασήμαντος μέσα σ’ ένα τόσο τεράστιο πλαίσιο. Ο Τζόζεφ Μπρόντσκι θεωρεί  ότι  «η βαρεμάρα μιλά τη γλώσσα του σήμερα και σου δίνει το πιο σημαντικό μάθημα της ζωής σου… ότι είσαι τελείως ασήμαντος». 56
·         Ο Φλομπέρ διακρίνει μεταξύ «κοινής βαρεμάρας» και «σύγχρονης βαρεμάρας», η οποία, μιλώντας γενικά, αντιστοιχεί στη δική μας διάκριση μεταξύ καταστασιακής και υπαρξιακής βαρεμάρας… Ένας τρόπος διάκρισης μπορούμε να πούμε πως έχει να κάνει με το ότι  ενώ η καταστασιακή βαρεμάρα εμπεριέχει μια λαχτάρα για κάτι συγκεκριμένο που επιθυμείται, η υπαρξιακή βαρεμάρα εμπεριέχει μια λαχτάρα για οτιδήποτε. Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι η καταστασιακή και η υπαρξιακή βαρεμάρα έχουν διαφορετικούς συμβολικούς τρόπους έκφρασης, ή μάλλον πως ενώ η καταστασιακή βαρεμάρα εκφράζεται μέσω του χασμουρητού, του στριφογυρίσματος σε μια καρέκλα, του τεντώματος των χεριών και των ποδιών κλπ, η βαθιά υπαρξιακή βαρεμάρα λίγο πολύ στερείται εκφραστικών μέσων. 60
·         Η προεξάρχουσα θέση της ακηδίας μεταξύ των αμαρτιών δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι άλλες αμαρτίες πηγάζουν απ΄αυτήν, αλλά και στο ότι εμπεριέχει μια απόρριψη- η μάλλον μια αποστροφή- του θεού και της δημιουργίας του. 74
·         Προκειμένου να αποφύγει τη βαρεμάρα, ο άνθρωπος ανάγει τα πάντα στη διασκέδαση ή καταφεύγει σε διάφορες μορφές μυστικισμού. 93
·         Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι πλέον ικανό να ικανοποιείται μόνο του και πρέπει να αναζητά βοήθεια από την τεχνολογία ώστε να φτάσει στην κορύφωση. Υπάρχει μια κοινή παρεξήγηση ότι η τεχνολογία είναι εξωτερική ως προς εμάς, ότι άνθρωπος και τεχνολογία μπορούν να είναι χώρια. Ο άνθρωπος, το τεχνολογικό αντικείμενο και ο έξω κόσμος , συνιστούν ένα συνεχές. Συνδέουμε αυθορμήτως τον εαυτό μας με τον κόσμο μέσω των τεχνολογικών αντικειμένων. 130
·         Όπως ευφυώς  το έθεσε ο Κάρλ Κράους: «Το πραγματικό θαύμα της τεχνολογίας είναι ότι καταστρέφει με ειλικρίνεια αυτό που καλείται να αναπληρώσει». 133
·         Θα ισχυριστώ ότι η βαρεμάρα μπορεί να είναι ένα συναίσθημα, αλλά μπορεί να είναι και μια διάθεση. Είναι συναίσθημα όταν κάποιος βαριέται κάτι συγκεκριμένο και είναι διάθεση όταν ο κόσμος καθ’ εαυτόν είναι βαρετός. Μπορούμε να πούμε ότι η καταστασιακή βαρεμάρα είναι συχνά συναίσθημα, ενώ η υπαρξιακή βαρεμάρα είναι πάντοτε διάθεση.167
·         Για τον Χάιντεγκερ, η βαρεμάρα είναι μια προνομιακή, θεμελιώδης διάθεση, γιατί μας οδηγεί άμεσα στην ουσία του σύνθετου προβλήματος του Είναι και του χρόνου. 175
·         Όπως λέει ο Τζόζεφ Μπρόντσκι, η βαρεμάρα «αντιπροσωπεύει έναν καθαρό, αμιγή χρόνο, σε όλο του το περιττό, μονότονο μεγαλείο».192
·         Στη βαρεμάρα βιώνουμε την πραγματικότητα της ανυπαρξίας, ή μάλλον την ανυπαρξία της πραγματικότητας. 195
·         Χωρίς την ικανότητα να αντέξει κανείς ένα συγκεκριμένο βαθμό βαρεμάρας, θα ζήσει μια δυστυχισμένη ζωή, αφού θα πρέπει να βιώνει τη ζωή ως μια συνεχή φυγή από τη βαρεμάρα. Έτσι όλα τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να βαριούνται. Το να δραστηριοποιείς συνεχώς ένα παιδί σημαίνει ότι αγνοείς ένα ουσιαστικό μέρος της παιδικής ανατροφής. 214
·         Υποπτεύομαι ότι μεγάλο μέρος του μεταφυσικού μας πόνου, η απώλεια της εμπειρίας που περιέγραψα προηγουμένως, έχει να κάνει με τη χαμένη παιδική ηλικία. Αυτό τουλάχιστον είναι που μας έρχεται αμέσως στο μυαλό. Όπως λέει και ο Κίρκεγκορ: «Η παρούσα δυστυχία μου οφείλεται στο ότι ζηλεύω το παρελθόν μου»… Αρνούμαστε να αποδεχτούμε ότι πρέπει σταδιακά να εγκαταλείψουμε το μαγικό  κόσμο της παιδικής ηλικίας, όπου τα περισσότερα πράγματα είναι καινούργια και ενδιαφέροντα. Για άλλη μια φορά ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ωριμότητα, σε μια αιώνια εφηβεία – και η εφηβεία είναι γεμάτη βαρεμάρα. Αφότου η παιδική ηλικία έχει χαθεί για τα καλά, είναι πιο ελπιδοφόρο το να κινηθούμε προς την ωριμότητα.226
·          Το να ωριμάσεις σημαίνει να αποδεχτείς  ότι  η ζωή δεν μπορεί να παραμείνει στη διευρυμένη σφαίρα της παιδικής ηλικίας, ότι η ζωή σε κάποιο βαθμό είναι βαρετή, αλλά ταυτοχρόνως να αντιληφθείς ότι αυτό δεν κάνει τη ζωή αβίωτη. Κάτι τέτοιο, σαφώς, δεν επιλύει τίποτα, αλλάζει όμως τη φύση του προβλήματος. 229

1 σχόλιο: