ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ
Η επιστροφή στον Μαρξ είναι αδύνατη, διότι, με το πρόσχημα της πιστότητας στον Μαρξ και για την πραγματοποίηση αυτής της πιστότητας, από την αρχή κιόλας παραβιάζει ουσιαστικές αρχές που είχαν τεθεί από τον ίδιο τον Μάρξ. Ο Μαρξ υπήρξε ο πρώτος που έδειξε ότι η σημασία μιας θεωρίας δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την ιστορική και κοινωνική πρακτική στην οποία αντιστοιχεί, στην οποία προεκτείνεται ή της οποίας εξυπηρετεί τη συγκάλυψη.
Ο Μαρξισμός του Μαρξ δεν ήθελε και δεν μπορούσε να είναι μια θεωρία σαν τις άλλες, αμελώντας το ρίζωμά του στην ιστορία και την ιστορική του συνήχηση. Το πρόβλημα δεν ήταν πια “να ερμηνεύσουμε αλλά να αλλάξουμε τον κόσμο” και το πλήρες νόημα της θεωρίας είναι, σύμφωνα με την ίδια τη θεωρία, αυτό που διαφαίνεται μέσα στην πρακτική την εμπνευσμένη από τη θεωρία.
Έχοντας ξεκινήσει από τον επαναστατικό μαρξισμό, φτάσαμε στο σημείο όπου έπρεπε να διαλέξουμε ανάμεσα στο να μείνουμε μαρξιστές ή στο να μείνουμε επαναστάτες.
Η πίστη σε μια ολοκληρωμένη και άπαξ δια παντός κεκτημένη αλήθεια (και επομένως επιδεκτική κατοχής από κάποιον ή κάποιους) είναι μια από τις βάσεις της ένταξης στον φασισμό και τον σταλινισμό.
Η αναγκαστικά διπλή αυταπάτη της κλειστής θεωρίας είναι ότι ο κόσμος έχει γίνει ήδη από πάντα, και ότι η σκέψη μπορεί να τον συλλάβει. Η κεντρική όμως ιδέα της επανάστασης είναι ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της ένα πραγματικό μέλλον και ότι αυτό το μέλλον δεν πρέπει μόνο να το σκεφθούμε αλλά και να το φτιάξουμε. Αυτός ο μετασχηματισμός του μαρξισμού σε ολοκληρωμένη θεωρία περιείχε τον θάνατο της αρχικής επαναστατικής του έμπνευσης.
Η ολική τάξη και η ολική αταξία δεν αποτελούν συνιστώσες του πραγματικού, αλλά οριακές έννοιες που αφαιρούμε από αυτό και μάλλον καθαρές κατασκευές, οι οποίες λαμβανόμενες απόλυτα, γίνονται μη νόμιμες και ασυνάρτητες. Ανήκουν σ’αυτή τη μυθική προέκταση του κόσμου που δημιουργήθηκε από τη φιλοσοφία εδώ και εικοσιπέντε αιώνες και από την οποία πρέπει να απαλλαγούμε, αν θέλουμε να παύσουμε να εισάγουμε στο αντικείμενο της σκέψης μας τα ίδια μας τα φαντάσματα.
Αυτό που εμείς ονομάζουμε επαναστατική πολιτική είναι μια πράξη που τάσσει ως αντικείμενο στον εαυτό της την οργάνωση και τον προσανατολισμό της κοινωνίας με σκοπό την αυτονομία όλων, και αναγνωρίζει ότι αυτή προϋποθέτει ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που δεν θα είναι κι αυτός δυνατός παρά μέσα από την εκδίπλωση της αυτόνομης δραστηριότητας των ανθρώπων.
Δεν έχει κανένα νόημα να ενδιαφερόμαστε για ένα παιδί, έναν άρρωστο, μια ομάδα ή μια κοινωνία, αν δεν βλέπουμε μέσα τους, πρώτα και πάνω απ’ όλα, τη ζωή, την ικανότητά της να θεμελιώνεται στον εαυτό της, την αυτο-παραγωγή και την αυτο-οργάνωση.
Κι όταν ακούμε “ψυχαναλυτές” μιας ορισμένης τάσης να χαρακτηρίζουν νευρωτικούς χοντρικά όλους τους επαναστάτες, δεν μπορούμε παρά να χαρούμε που δεν έχουμε την “υγεία” τους των Σουπερμάρκετ...Η νεύρωση και η τρέλα του Ροβεσπιέρου ή του Μπωντλαίρ υπήρξαν πιο γόνιμες για την ανθρωπότητα από την “υγεία” του τάδε μαγαζάτορα της εποχής.
Αυτό που θέλω είναι η κοινωνία να πάψει πια να είναι μια οικογένεια, ψεύτικη επί πλέον μέχρι γελοίου, για να αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας, ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτόνομων ενηλίκων. Νάναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι η κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια, είναι η εξουσία όλων.
Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ’αυτήν το μελόδραμα, την ψεύτικη τραγωδία.
Κι αν η ανθρωπότητα εξαφανιστεί μια μέρα κάτω από τις υδρογονοβόμβες αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία, το ονομάζω μαλακία.
Το κοινωνικό-ιστορικό είναι το ανώνυμο συλλογικό, το ανθρώπινο-απρόσωπο που γεμίζει κάθε δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, αλλά και που τον περιβάλλει επίσης, που εγκλείει κάθε κοινωνία ανάμεσα στις άλλες και τις εγγράφει όλες μαζί σε μια συνέχεια, όπου κατά κάποιο τρόπο είναι παρόντες αυτοί που δεν υπάρχουν πια, αυτοί που βρίσκονται αλλού κι ακόμα αυτοί που πρόκειται να γεννηθούν. Είναι, από την μια μεριά, δεδομένες δομές, θεσμοί και έργα “υλοποιημένα” είτε είναι υλικά είτε όχι. Και από την άλλη αυτό που δομεί, θεσμίζει, υλοποιεί.
Ο θεσμός , μόλις τεθεί, φαίνεται να αυτονομείται, διαθέτει δική του αδράνεια και λογική, ξεπερνά στην επιβίωση και στα αποτελέσματά του, τη λειτουργία του, τους “σκοπούς” του και τους “λόγους υπάρξεώς” του. Οι προδηλότητες αντιστρέφονται. Αυτό που στην αρχή μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα σύνολο θεσμών στην υπηρεσία της κοινωνίας γίνεται μια κοινωνία στην υπηρεσία των θεσμών.
Θα υπάρχει πάντα απόσταση ανάμεσα στη θεσμίζουσα κοινωνία και σ’αυτό που κάθε στιγμή είναι θεσμισμένο – κι αυτή η απόσταση δεν είναι ένα αρνητικό ή μια έλλειψη, είναι μια από τις εκφράσεις της δημιουργικότητας της ιστορίας, αυτό που την εμποδίζει να παγιωθεί για πάντα μέσα στην “επιτέλους ανακαλυφθείσα μορφή” των κοινωνικών σχέσεων και των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων.
Ο θεσμός είναι ένα συμβολικό δίκτυο, κοινωνικά κυρωμένο, μέσα στο οποίο συνδυάζονται, σε μεταβαλλόμενες αναλογίες και σχέση, μια λειτουργική με μια φαντασιακή συνιστώσα. Η ξένωση είναι η αυτονόμηση και η δεσπόζουσα θέση της φαντασιακής στιγμής μέσα στον θεσμό, που συνεπιφέρει την αυτονόμηση και τη δεσπόζουσα θέση του θεσμού ως προς την κοινωνία.
Οι νόμοι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αν δεν “χρησιμοποιήσουν” τις αυταπάτες των ατόμων.
Η δημιουργία προϋποθέτει, το ίδιο όπως και η ξένωση, την ικανότητα να προσφέρουμε στον εαυτό μας κάτι που δεν υπάρχει( που δεν δίδεται μέσα στην αντίληψη, ή που δεν δίδεται μέσα στις συμβολικές αλυσώσεις τής ήδη συγκροτημένης ορθολογικής σκέψης)
Το ουσιώδες τής δημιουργίας δεν είναι “ανακάλυψη”, αλλά συγκρότηση του καινούργιου. Η τέχνη δεν ανακαλύπτει, συγκροτεί… Η ανάδυση νέων θεσμών και νέων τρόπων ζωής, δεν είναι μια “ανακάλυψη”, είναι μια ενεργός συγκρότηση.
Έξω από οριακές περιπτώσεις, ένα συμβάν δεν είναι τραυματικό παρά ως “βιωμένο ως τέτοιο” από το άτομο, αυτή δε η φράση στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει: διότι το άτομο αποδίδει στο τραυματικό συμβάν μια δεδομένη σημασία η οποία δεν είναι η “κανονική” του σημασία, ή που εν πάση περιπτώσει δεν επιβάλλεται αναπόφευκτα ως τέτοια… Το τραυματικό συμβάν είναι πραγματικό ως συμβάν και φαντασιακό ως τραυματικό.
Έρχεται μια στιγμή που το υποκείμενο...ξεθάβει το κεντρικό σημαίνον τής νεύρωσής του και το παρατηρεί επιτέλους στη συμπτωματικότητα, τη φτώχεια και την ασημαντότητά του. Κατά τον ίδιο τρόπο...το εσωτερικό της κοινωνίας τής γίνεται εξωτερικό και τούτο ,στο βαθμό που σημαίνει την αυτοσχετικοποίηση της κοινωνίας, τη θέση σε απόσταση και την κριτική (στα γεγονότα και στις πράξεις) του θεσμισμένου, είναι η πρώτη ανάδυση της αυτονομίας, το πρώτο ράγισμα του [θεσμισμένου]φαντασιακού.
ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΙΣΗ
Η κληρονομημένη λογική-οντολογία είναι γερά εδραιωμένη μέσα στην ίδια τη θέσμιση της κοινωνικο-ιστορικής ζωής… Ο πυρήνας της είναι η ταυτιστική ή συνολιστική λογική και αυτή ακριβώς η λογική βασιλεύει κυρίαρχα και αναπόδραστα σε δυο θεσμούς χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει κοινωνική ζωή: στο θεσμό του λέγειν (ανεξάλειπτη συνιστώσα της γλώσσας και του κοινωνικού παριστάνειν), τον θεσμό του τεύχειν (ανεξάλειπτη συνιστώσα του κοινωνικού πράττειν)
Η ιστορία δίδεται άμεσα ως διαδοχή. Τι διαθέτει η κληρονομημένη σκέψη για να σκεφθεί μια διαδοχή; Τα σχήματα της αιτιότητας, του τελικού σκοπού ή της λογικής συνέπειας.
Σαν τέτοιο χρόνο, χρόνο της αλλοίωσης-ετερότητας, πρέπει να σκεφθούμε την ιστορία.
Ή ο χρόνος δεν είναι τίποτα, παράδοξη ψυχολογική αυταπάτη που μεταμφιέζει την ουσιώδη χρονικότητα μιας σχέσης διατάξεως, ή ο χρόνος είναι αυτό ακριβώς, η εκδήλωση του ότι άλλο πράγμα από αυτό που είναι δημιουργείται, και δημιουργείται ως καινούργιο ή άλλο και όχι απλώς ως συνέπεια ή διαφορετικό αντίτυπο του αυτού.
Κάθε κοινωνία υπάρχει θεσμίζοντας τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο και αυτοθεσμιζόμενη ως τμήμα αυτού του κόσμου. Αυτής της θέσμισης, του κόσμου και της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία, η θέσμιση του χρόνου είναι πάντοτε μια ουσιαστική συνιστώσα.
Πρέπει απλώς να υποδείξουμε μερικές από τις όψεις που εμφανίζουν την αδυνατότητα της κληρονομημένης σκέψης να σκεφθεί πραγματικά τον χρόνο, ένα χρόνο ουσιαστικά άλλο από τον χώρο.
Τόπος είναι ακριβώς αυτό, ότι υπάρχει ταυτότητα του διαφορετικού, συνανήκειν του πολλαπλού, συνοχή των αποστάσεων...Και βέβαια, αντίστροφα, ο χρόνος, ως “διάταξη των διαδοχών”, μοιάζει ν’απαιτείται -και μέσα σ’αυτό το σύστημα αναφοράς, δεν απαιτείται παρά – για να επιτρέπει τη διαφορά του ταυτού προς τον εαυτό του: το ίδιο πράγμα δεν είναι πια εντελώς το ίδιο, έστω κι αν δεν έχει υποστεί καμιά “αλλοίωση”, από μόνο το γεγονός ότι βρίσκεται μέσα σε άλλο χρόνο.
Είναι ανάγκη ζωής ή θανάτου για την κληρονομημένη σκέψη να εξαλείψει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την ίδια την ιστορία – όπως να εξαλείψει την κοινωνία ή τη φαντασία και το φαντασιακό. Ό,τι μπόρεσε να ειπωθεί το αληθινό και γόνιμο από τους πιο μεγάλους, ειπώθηκε πάντοτε εναντίον αυτού που σκέπτονταν για το είναι και το νοήσιμο, όχι δυνάμει αυτού ή σε συμφωνία με αυτό. Και ασφαλώς ,και μέσα σ’αυτό το εναντίον, εκφράζεται ακόμα το μεγαλείο τους.
Η κοινωνία, και κάθε κοινωνία, είναι “κατά πρώτο λόγο” θέσμιση μιας υπόρρητης χρονικότητας.
Με το να τα ξεριζώνει βίαια από τη μονήρη τους τρέλα, από την πρωταρχική τους παράσταση-πόθο-αίσθημα αχρονικότητας, ανετερότητας κι αργότερα παντοδυναμίας, με το να τους επιβάλλει, θεσμίζοντάς τα ως κοινωνικά άτομα, την αναγνώριση του άλλου, τη διαφορά, τον περιορισμό,τον θάνατο, η κοινωνία τούς εξοικονομεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, ένα αντιστάθμισμα μέσα από αυτή την έσχατη εξάρνηση του χρόνου και της ετερότητας. Υποχρεώνοντάς τα να ενταχθούν θέλοντας και μη (ή επί ποινή ψυχώσεως) μέσα στη ροή του θεσμισμένου χρόνου, η κοινωνία προσφέρει ταυτόχρονα στα υποκείμενα τα μέσα που τους επιτρέπουν να αμύνονται εξουδετερώνοντάς τον, παριστάνοντάς τον σαν να ρέει πάντα στις ίδιες όχθες…
Το κοινωνικό φτιάχνεται και δεν μπορεί να φτιαχτεί παρά ως ιστορία. Το κοινωνικό φτιάχνεται ως ιστορικότητα… Το ιστορικό φτιάχνεται και δεν μπορεί να φτιαχτεί παρά ως κοινωνικό.
Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι πάντοτε αναγκαστικά και θέσμιση του λέγειν, μέσα και χάρη στο οποίο εκδιπλώνεται η συνολιστική-ταυτιστική λογική...δεν μπορούμε ούτε να σκεφθούμε ούτε να μιλήσουμε εγκαταλείποντας τελείως την ταυτιστική λογική, δεν μπορούμε να την αμφισβητήσουμε παρά χρησιμοποιώντας την, ν’αμφιβάλλουμε γι’αυτή παρά επιβεβαιώνοντάς την εν μέρει.
Η φυσική περιοδικότητα ορισμένων φαινομένων παρέχει ένα στήριγμα στη συνολιστική και μετρήσιμη επισήμανση του θεσμισμένου χρόνου.
Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι θέσμιση ενός κόσμου σημασιών.
Το άνευ ύλης αισθητό είναι ακριβώς αυτό που ο Αριστοτέλης δίνει για ορισμό του φαντάσματος, της “εικόνας”.
Ομιλώ, είμαι μέσα στα σημεία, σημαίνει κατά γράμμα ότι βλέπω σε αυτό που είναι αυτό που δεν είναι.
Η διαδικασία τής κοινωνικής θέσμισης του ατόμου, δηλαδή του εκκοινωνισμού τής ψυχής, αποτελεί ενιαία διαδικασία ψυχογένεσης ή ιδιογένεσης και κοινωνιογένεσης ή κοινογένεσης. Είναι μια ιστορία τής ψυχής κατά τη διάρκεια της οποίας η ψυχή αλλοιώνεται και ανοίγεται στον κοινωνικο-ιστορικό κόσμο μέσω επίσης της ίδιας της της εργασίας και της ίδιας της της δημιουργικότητας και μια ιστορία επιβολής στην ψυχή από την κοινωνία ενός τρόπου του είναι που η ψυχή δεν θα μπορούσε ποτέ από μόνη της να τον κάνει να αναδυθεί και ο οποίος κατασκευάζει-δημιουργεί το κοινωνικό άτομο. Η κοινή κατάληξη των δυο αυτών ιστοριών είναι η ανάδυση του κοινωνικού ατόμου ως συνύπαρξης, πάντα αδύνατης και πάντα πραγματοποιημένης ενός κόσμου ιδίου ή ιδιωτικού και ενός κόσμου κοινού ή δημοσίου.
Η επιβολή του εκκοινωνισμού στην ψυχή είναι ουσιαστικά επιβολή του χωρισμού. Ισοδυναμεί για την ψυχική μονάδα με μια βίαιη ρήξη που προκύπτει αναγκαστικά από τη “σχέση”της με τους άλλους… Αν γίνεται το νεογέννητο κοινωνικό άτομο, αυτό συμβαίνει στο μέτρο που υφίσταται αυτή τη ρήξη και που κατορθώνει να την ξεπεράσει και να επιβιώσει- πράγμα που μυστηριωδώς συμβαίνει σχεδόν πάντοτε. Πράγματι, όταν κοιτάζουμε από πιο κοντά αυτή τη διαδικασία, αυτό που μας κάνει να απορούμε είναι πολύ περισσότερο η σπανιότητα αυτών των αποτυχιών από την ύπαρξή τους.
Η κοινωνική θέσμιση του ατόμου τού εξασφαλίζει μια μοναδική ταυτότητα, το θέτει σαν “κάποιον” αναγνωρισμένο από τους άλλους, του εξοικονομεί ικανοποιήσεις, έστω (ή κυρίως) στο φαντασιακό επίπεδο, του παρουσιάζει έναν κόσμο όπου τα πάντα μπορούν ν’αναφερθούν σε μια σημασία.
Ενέργειες, αντιδράσεις,αποτελέσματα πάντοτε κατασκευαζόμενα μέσα στη φαντασία τού υποκειμένου και από αυτή, όχι μόνο στον βαθμό που ο άλλος είναι πάντοτε φαντασιακός, αλλά και στον βαθμό που συνεπάγονται τη φαντασιακή απόδοση σ’αυτόν “ηδονών” και “απαρεσκειών” που “προξενούνται” από τις φαντασιακές καταστάσεις του υποκειμένου και στις οποίες ο άλλος υποτίθεται ότι αντιδρά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Μόνο αν αγνοούμε τελείως τι είναι ψυχή και τι είναι κοινωνία είναι δυνατό να παραγνωρίσουμε ότι το κοινωνικό άτομο δεν φυτρώνει σαν ένα φυτό, αλλά δημιουργείται-κατασκευάζεται από την κοινωνία, και τούτο πάντοτε μέσα από μια βίαιη ρήξη αυτού που ήταν η πρώτη κατάσταση της ψυχής και οι απαιτήσεις της.
Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο σημασιών. Διότι το ίδιο είναι, αν πούμε ότι η κοινωνία θεσμίζει κάθε φορά τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο ή ότι θεσμίζει έναν κόσμο σημασιών, ότι θεσμίζει τον εαυτό της με τη θέσμιση που πραγματοποιεί του δικού της κόσμου σημασιών, σχετικά με τον οποίο και μόνο υπάρχει και μπορεί να υπάρξει κόσμος γι αυτήν.
Αυτή η θέσμιση επιτελείται άδηλα, δεν επιδιώκεται ως τέτοια από κανένα, πραγματοποιείται μέσω της επιδίωξης ενός απροσδιόριστου αριθμού ιδιαίτερων σκοπών.
Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να συσχετίσουμε τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες με ένα “υποκείμενο” κατασκευασμένο επίτηδες ως “φορέα” τους -είτε αυτό το “υποκείμενο” το ονομάζουν “συνείδηση τής ομάδας”, “συλλογικό ασυνείδητο” ή όπως θέλει κανείς.
Οι σημασίες δεν είναι προφανώς αυτό που τα άτομα, συνειδητά ή ασυνείδητα, έχουν ως παραστάσεις ή αυτό που σκέπτονται. Είναι αυτό μέσω και βάσει του οποίου τα άτομα διαμορφώνονται ως κοινωνικά άτομα, που μπορούν έτσι να συμμετέχουν στο κοινωνικό πράττειν και παριστάνειν/λέγειν, να έχουν παραστάσεις, να δρουν και να σκέπτονται με τρόπο συμβιβαστό, συνεκτικό και συγκλίνοντα, έστω και αν αυτός είναι ανταγωνιστικός.
Η εγκαθίδρυση μιας ιστορίας όπου η κοινωνία όχι μόνο γνωρίζει τον εαυτό της , αλλά κάνει τον εαυτό της ως ρητά αυτοθεσμιζόμενο, συνεπάγεται μια ριζική καταστροφή του γνωστού θεσμού της κοινωνίας, μέχρι τις ανυποψίαστες γωνιές του, που δεν μπορεί να είναι παρά ως θέση/δημιουργία όχι μόνο νέων θεσμών αλλά ενός νέου τρόπου του αυτοθεσμίζεσθαι και μιας νέας σχέσης της κοινωνίας και των ανθρώπων προς τη θέσμιση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου