Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η Αλεπού και τα σταφύλια



(Κουκλοθεατρικό, βασισμένο σε μύθους του Αισώπου)


 Πρόσωπα: Πουλί, Αλεπού, κυρ Μήτσος, Γυναίκα του

 ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
(Μια ψηλή κληματαριά με σταφύλια. Ένα πουλί τσιμπολογάει πάνω της και μια αλεπού παλεύει από κάτω μα δε φτάνει.)
ΠΟΥΛΙ: Μμμμ, νόστιμα σταφύλια!
ΑΛΕΠΟΥ:(μουρμουρίζει) Αχ… είναι ε; Νόστιμα, αλλά…αχ… τόσο ψηλά…
ΠΟΥΛΙ: Τι τρέχει κυρα Αλεπού; Δε τα φτάνεις;
ΑΛΕΠΟΥ: Τι λες εκεί; Μια χαρά τα φτάνω. Απλώς δεν πεινάω..
ΠΟΥΛΙ: Α, έτσι; Κρίμα, γιατί είναι τα ωραιότερα σταφύλια που έχω φάει…
ΑΛΕΠΟΥ: Μπα, δε φαίνονται καθόλου καλά.. Άγουρα είναι!
ΠΟΥΛΙΑ: Ε κυρα Αλεπού, επειδή δεν τα φτάνεις βρίσκεις δικαιολογίες.
ΑΛΕΠΟΥ: Παλιόπουλο, θα σου δείξω εγώ να με ειρωνεύεσαι.. Ξού! Ξού!
ΠΟΥΛΙ: Τσιου! Η αλεπού δε φτάνει τα σταφύλια! Η αλεπού δε φτάνει τα σταφύλια! Τσιου!
(φεύγει)
ΑΛΕΠΟΥ: Ξού, ξού ! Αχ… πεινάω τόσο πολύ. ( Πηδάει να φτάσει τα σταφύλια, μάταια) Αχ…  Πρέπει να βρω οπωσδήποτε κάτι να φάω. Η κοιλίτσα μου παίζει τούμπανο και φλογέρα μαζί! Αχά! Τι βλέπω; Έρχεται ο κυρ Μήτσος με ένα κάρο φορτωμένο σταφύλια! Η τύχη μου άνοιξε. Ζήτω!  Στάσου να κρυφτώ.
(Κρύβεται, περνά ο κυρ Μήτσος με το κάρο, και ενώ αυτός μονολογεί και πάει, η Αλεπού ορμάει από πίσω και αρπάζει τα σταφύλια, τα οποία είναι σκεπασμένα με ένα τσουβάλι)
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Αχ, τι δύσκολη μέρα. Κουραστικό πράμα αυτός ο τρύγος. Αλλά, ευτυχώς, είχαμε πολλά σταφύλια. Καλή σοδειά φέτος. Σε τρεις μέρες θάχω τρυγήσει όλα τα αμπέλια. Θα φτιάξουμε και κρασί, και θα περισσέψει και για ξύδι, θα φυλάξουμε και μούστο για κουλούρια…Η γυναίκα μου θα τρελαθεί από τη χαρά της.
(Ο κυρ Μήτσος φεύγει  και η αλεπού μασουλάει τα σταφύλια )
ΑΛΕΠΟΥ: Μιαμ… Τι νόστιμα! Θα τρώω όλη μέρα σταφύλια. Ο κυρ Μήτσος δούλεψε για μένα! Χε χε!...

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Ο κυρ Μήτσος φτάνει σπίτι. Η γυναίκα του έρχεται να βοηθήσει στο ξεφόρτωμα)
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Έλα γυναίκα, έλα να δεις πόσα σταφύλια τρύγησα σήμερα!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Καλώς τον άντρα μου! Στάσου να σε βοηθήσω να ξεφορτώσεις. Μπα; Τι είναι αυτό; Πούναι τα σταφύλια άντρα μου; Μονάχα το τσουβάλι είναι εδώ!
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Ε; τι; Πώς; Πού είναι τα σταφύλια;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Μήπως μπεκρόπινες στο καφενείο όλη μέρα και μου λες παραμύθια πως τρύγησες;
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Μα τι λες γυναίκα; Με καρβούνιασε ο ήλιος όλη μέρα στα αμπέλια… Πιάστηκε η μέση μου.. Το κάρο ήταν γεμάτο, στο ορκίζομαι! Εγώ, με τα χέρια μου το γέμισα!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Λόγια μεθυσμένου! Ψευτιές για να δικαιολογηθείς.  Αμ εγώ δεν τα τρώω αυτά, τεμπελχανά! Σα δε ντρέπεσαι!
(Η γυναίκα φεύγει και ο κυρ Μήτσος μονολογεί)
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Δεν καταλαβαίνω τίποτα! Πού πήγαν τα σταφύλια; Πάει όλος ο κόπος μου! Θα τρελαθώ! Μήπως γλίστρησαν κι έπεσαν; Μήπως δεν τα είχα βάλει καλά στο κάρο; Μήπως όταν έπαιρνα την ανηφόρα; Μυστήρια πράματα…. ( Ξύνει το κεφάλι του, κοιτάζει πάνω κάτω, μέσα έξω το κάρο)

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

(Η αλεπού στη θέση της περιμένει την επόμενη μέρα ξανά. Το πουλί μασουλά σταφύλια πάνω στην κληματαριά)
ΠΟΥΛΙ: Τι νέα κυρα Αλεπού; Τα βλέπεις ακόμα άγουρα τα σταφύλια;
ΑΛΕΠΟΥ: Μμ, σαχλαμάρες. Έχω μυαλό εγώ, και βρήκα να φάω τα καλύτερα.
ΠΟΥΛΙ: Τι σκάρωσες πάλι κυρα Πονήρω;
ΑΛΕΠΟΥ: Α, να έρχεται ο κυρ Μήτσος. Ξου, φεύγα εσύ παλιόπουλο. Ξού!
ΠΟΥΛΙ: Τσιουυυυυυ! Η Αλεπού! Τσιου! Προσοχή! Τσιουυυυυ!
(Το πουλί φεύγει, η Αλεπού κρύβεται. Ο κυρ Μήτσος περνά, του αρπάζει πάλι τα σταφύλια, ενώ αυτός μονολογεί )
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Α, ένα πουλί. Ξού, μη μου φας τα σταφύλια μου! Σήμερα τα προσέχω σαν τα μάτια μου. Ούτε μια ρόγα δε θα χάσω. Όχι σα χτες, που πήγα άδειος σπίτι… Σήμερα φόρτωσα πιο πολλά. Η γυναίκα μου θα ενθουσιαστεί σίγουρα και θα ξεχάσει τη χθεσινή ατυχία…
(Φεύγει και η αλεπού μασουλά τα σταφύλια που έκλεψε)
ΑΛΕΠΟΥ: Μιαμμμμ. Ο κυρ Μήτσος έχει τα καλύτερα σταφύλια! Και τι καλά που δουλεύει για μένα! Τόσα πολλά σταφύλια! Τρέλα είναι! Χι χι χι!

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

(Ο κυρ Μήτσος φτάνει σπίτι. Η γυναίκα έρχεται να βοηθήσει)
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Ε γυναίκα, σήμερα δεν έχεις παράπονο, σούφερα το κάρο γεμάτο!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Χμ… αυτό το λες εσύ γεμάτο; Πάλι το τσουβάλι έβγαλες βόλτα;
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Ω! Μα… τι στο καλό; Δεν καταλαβαίνω…
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εγώ όμως καταλαβαίνω. Τεμπέλιαζες, μπεκρόπινες και μου τσαμπουνάς παραμύθια..
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Σου ορκίζομαι γυναίκα, τρυγούσα ασταμάτητα όλη μέρα! Έχω μαζέψει τα μισά αμπέλια! Ψόφησα στην κούραση! Τα φόρτωσα καλά στο κάρο να μην πέσουν, δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει… Πίστεψέ με.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Χμ, λοιπόν, κάτι παράξενο γίνεται εδώ. Έχω ένα σχέδιο για να βρούμε τι συμβαίνει. Άκου.. Αύριο θάρθω κι εγώ μαζί σου και …ψψψψ… ( του λέει το σχέδιο στο αυτί)
ΚΥΡ ΜΗΤΣΟΣ: Καλό σχέδιο γυναίκα. Αύριο θα καταλάβουμε τι γίνεται.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ

ΑΛΕΠΟΥ: Πω πω, έχω σκάσει να τρώω σταφύλια. Θα κλέψω και σήμερα από τον κυρ Μήτσο και μετά φτάνει πια. Ουφ, χόρτασα! Α νάτον, έρχεται!
(Περνά το κάρο, κάτω από το τσουβάλι είναι κρυμμένη η γυναίκα του κυρ Μήτσου. Όταν η αλεπού πάει να πάρει τα σταφύλια, την αρπάζει από την ουρά.)
ΓΥΝΑΙΚΑ: Α, ώστε εσύ κυρα Πονήρω είσαι ο κλέφτης! Τώρα θα δεις. Θα σου δώσω εγώ ένα μάθημα να το θυμάσαι!
ΑΛΕΠΟΥ: Μη!Άσε κάτω την ουρά μου! Μη! Βοήθεια! Αχ, πονάω! Άσε με! Α! ( Η ουρά της μένει στα χέρια της γυναίκας!) Σε παρακαλώ, δώσε μου πίσω την ουρά μου!
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εσύ δώσε μας πίσω τα σταφύλια που έκλεψες.
ΑΛΕΠΟΥ: Μα… τα έφαγα…
ΓΥΝΑΙΚΑ:  Ε, τότε, ξέχνα την την ουρά σου! Να μάθεις άλλη φορά να κλέβεις τον κόπο των άλλων.. Πάμε άντρα μου!
ΑΛΕΠΟΥ: Σε παρακαλώ, δώσε μου πίσω την ουρά μου! Μη φεύγεις!
( Το κάρο με τους χωρικούς φεύγει και η αλεπού κλαψουρίζει. Έρχεται και το πουλί)
ΑΛΕΠΟΥ: Η ουρίτσα μου! Αχ, πάει η φουντωτή ουρίτσα μου! Τι συμφορά! Τα σταφύλια μου βγήκαν ξυνά…! Κλαψψψ!
ΠΟΥΛΙ: Μπα μπα, τι βλέπω κυρα Αλεπού; Πού είναι η ουρά σου; Τσιου! Κολοβή! Κολοβήηη!
ΑΛΕΠΟΥ: Βούλωσέ το παλιόπουλο. Κι αν θες να ξέρεις, είναι η μόδα αυτή. Ναι. Είναι στη μόδα οι αλεπούδες να μην έχουν ουρά!
ΠΟΥΛΙ: Χα χα ! Πάλι βρήκες δικαιολογία κυρα Αλεπού!  Τσιου! Αλεπού κολοβή, παλαβή και ζαβή! Αλεπού κολοβή, παλαβή και ζαβή!
ΑΛΕΠΟΥ: Ξού, χάσου από μπροστά μου παλιόπουλο! Ξού!
ΠΟΥΛΙ: Εγώ θα χαθώ, αλλά χάθηκε και η ουρίτσα σου. Κι αυτό το μάθημα θα το θυμάσαι για πάντα! Αλεπού κολοβή, παλαβή και ζαβή!
ΑΛΕΠΟΥ: Αν σε πιάσω κακομοίρη μου, θα σε μαδήσω, θα σε τηγανίσω, θα σε βράσω στο ξύδι, θα σε ψήσω με κρεμμύδια, θα σε….
( Το πουλί γελά και της ξεφεύγει, ενώ αυτή παλεύει να το πιάσει)