Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2011

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: 1) Τα σκανταλιάρικα καλικαντζαράκια, 2)Οι Καλικαντζαροι ξανάρχονται!


(βασισμένα σε λαϊκούς μύθους)


1.Τα σκανταλιάρικα καλικαντζαράκια

Πρόσωπα: Καρκαντζόλης, Βουρβούλακας, Γέρος, Γριά

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
(Στο βάθος της Γης. Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το μεγάλο κορμό που στηρίζει τη Γη. Ο κορμός είναι έτοιμος να κοπεί. Τραγουδούν πριονίζοντας.)
Χρίτσι χρίτσι χρίτσι χριτς
Το δέντρο κόβουμε της Γης
Για να τσακιστεί να πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!

Ένα χρόνο στο πριόνι
Με το μέτωπο να ιδρώνει
Σε λιγάκι όμως θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!

Στη δουλειά καλλικαντζάροι
Λίγο ακόμα και τουμπάρει
Και η Γη τότε θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μωρέ Καρκαντζόλη, κουράστηκα. Και πείνασα κιόλας. Δε σταματάμε λίγο; Ουφ!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Αχ βρε Βουρβούλακα, ο νους σου είναι συνέχεια στο φαΐ. Κοίταξε, κοντεύουμε να τελειώσουμε. Βάλε με το νου σου τι γλέντι θα κάνουμε όταν κόψουμε τον κορμό και το δέντρο που στηρίζει τη Γη γκρεμιστεί και γκρεμιστεί και η Γη… Φαντάζεσαι; Όλα θα γίνουν ρημάδια! Άνθρωποι, σπίτια,  ζώα, αυτοκίνητα… όλα κάτω! Άντε λοιπόν, πριόνιζε και μη μιλάς.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Δε μου λες, μαζί με τα σπίτια θα γκρεμιστούν και φραντζόλες και μπριζόλες;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Σταμάτα πια με το φαΐ! Φαταούλα! Ω! Για στάσου! Κάτι ακούγεται! Σσσς… Τργούδια, έρχονται από πάνω από τη Γη. Κάτι μου θυμίζουν αυτά τα τραγούδια…
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μπα, δεν είναι τίποτα. Είναι τα παιδιά που τραγουδούν τα κάλαντα για τα Χριστούγεννα, ακούς και τα τρίγωνα;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Καλά λες! Κάλαντα είναι! Στη Γη έχουν Χριστούγεννα Βουρβούλακα! Είναι οι μέρες που κάνουμε σκανταλιές και τρελαίνουμε τους ανθρώπους!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Καλά λες Καρκαντζόλη! Είναι οι γιορτές με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: ΄Αντε πάλι στο φαΐ!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Εγώ φεύγω, τα παρατάω! Πάω να φάω γλυκά. Θα συνεχίσω μετά το πριόνισμα. Μιαμ μιαμ….
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Στάσου να ρίξουμε το δέντρο ντε. Λίγο ακόμα θέλουμε.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μα τι λες Καρκαντζόλη! Να ρίξω τώρα τη Γη, να σκορπιστούν οι κουραμπιέδες μου; Όχι, θα ρίξουμε τη Γη μετά, αφού φάω και χορτάσω γλυκά.
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Καλά, εντάξει. Θα ανέβουμε πάνω στη Γη να κάνουμε τις σκανταλιές μας. Αλλά να ξέρεις, πρέπει να γυρίσουμε γρήγορα, όταν έρθει η γιορτή των Φώτων εμείς πρέπει να είμαστε κάτω , στα πριόνια μας, εντάξει;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Κουραμπιεδάκια μου, σας έρχομαι!!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ:  Ε! Πού πας; Στάσου ντε! Περίμενέ με!

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
( Εσωτερικό κουζίνας σπιτιού με υλικά για τα χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα.)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Λοιπόν Βουρβούλακα, εδώ μένουν ένας γέρος και μια γριά. Θα σπάσουμε πολλή πλάκα μαζί τους!
(τραγουδούν και χορεύουν)
Ήρθε η ώρα κι η στιγμή
Για τις πλάκες τις τρελές
Για ζημιές και συμφορές
Γλέντια, γέλια και  χαρές!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Καρκαντζόλη, θα πάμε μετά και στο φούρνο;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Μα τι λες; Ξέχασες τι πάθαμε πέρσυ; Έφαγες πενήντα φρατζόλες ψωμί, εκατόν πενήντα κουλούρια, ογδόντα τσουρέκια και ένα ταψί μελομακάρονα. Και μετά δεν μπορούσες να σηκωθείς , έπεσες τέζα και αναγκάστηκα να σε κουβαλήσω στην πλάτη μου. Όχι, στο φούρνο δεν πάμε. Εδώ θα γλεντήσουμε! Α, να , έρχεται ο γέρος. Έλα, θα του παίξουμε τη μαγική μουσική για να χορεύει ασταμάτητα μέχρι να πέσει κάτω.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ε ρε γέλια που θα κάνουμε..
( Οι καλικάντζαροι κρύβονται και μπαίνει ο γέρος κουβαλώντας ξύλα)
ΓΕΡΟΣ: Έλα γριά! Έφερα τα ξύλα για το φούρνο! Ουφ, κοψομεσιάστηκα ο καψερός.  Αχ, τα ποδαράκια μου δε με βαστούν. ( ακούγεται η μαγική μουσική κι ο γέρος αρχίζει να χορεύει) Μα… τι γίνεται; Αχ, τι στο καλό; Τα πόδια μου χορεύουν μονάχα τους.  Ω, πώς πονάω.. μα δεν μπορώ να σταματήσω. ( μπαίνει η γριά)
ΓΡΙΑ: Μπα, τι βλέπω, το ρίξαμε στο χορό γέρο; Σα δε ντρέπεσαι, στην ηλικία σου να χορεύεις σαν παιδαρέλι.
( Η μουσική σταματά, σταματά και ο γέρος λαχανιασμένος)
ΓΕΡΟΣ: Αχου! Τι ήταν αυτό γριά; Χόρευα δίχως να το θέλω, τα πόδια μου δεν με υπάκουαν.
ΓΡΙΑ: Άσε τις δικαιολογίες. Όταν σου ζητάω εγώ να χορέψουμε στο πανηγύρι εσύ μου λες πως πονάν τα πόδια σου και τώρα…
ΓΕΡΟΣ: Μα δε με πιστεύεις που σου λέω; Τα πόδια μου χόρευαν μόνα τους.
ΓΡΙΑ: Καλά, καλά, άντε πάμε να φέρουμε και τα ταψιά. Όλα τα υλικά τα έχω εδώ έτοιμα. Άντε για να αρχίσω το ζύμωμα.
(Οι γέροι βγαίνουν.  Οι καλικάντζαροι εμφανίζονται και τραγουδούν  ενώ αρχίζουν το καταστροφικό τους παιχνίδι. Αλεύρι, λάδι, κατσαρολικά, όλα άνω κάτω)
Ήρθε η ώρα κι η στιγμή
Για τις πλάκες τις τρελές
Για ζημιές και συμφορές
Γλέντια, γέλια και  χαρές!
(Μπαίνει ο γέρος με ένα ταψί και οι καλικάντζαροι κρύβονται)
ΓΕΡΟΣ: Ω συμφορά! Τι έγινε εδώ;  Αμάν ! Καταστροφή!
(μπαίνει η Γριά με ένα ταψί)
ΓΡΙΑ : Ιιιιι! Συμφορά! Βρε γέρο, τι έκανες; Κουζουλάθηκες; Τάχασες τα λογικά σου εντελώς;
ΓΕΡΟΣ: Μα, τι λες γριά; Δεν τάκανα εγώ αυτά.
ΓΡΙΑ: Ε , τότε ποιος; Μονάχα τους τα αλεύρια σηκώθηκαν και χόρεψαν;  Μωρέ μπας και μέθυσες και κάνεις τρέλες;
ΓΕΡΟΣ: Μα δεν τάκανα εγώ σου λέω! Έτσι τα βρήκα. Μήπως άφησες κανένα παράθυρο ανοιχτό και φύσηξε ο αγέρας;
ΓΡΙΑ: Άσε τις ψευτιές ξεμωραμένε! Εξ αιτίας σου δε θα φτιάξουμε φέτος γλυκά. Θα περάσουμε τα Χριστούγεννα δίχως τσουρέκια και κουραμπιέδες.. Αχ, τι συμφορά!
(Η γριά βγαίνει και ο γέρος ξωπίσω της)
ΓΕΡΟΣ: Μα σου ορκίζομαι ,δεν τάκανα εγώ…έτσι τα βρήκα.
( Οι καλικάντζαροι εμφανίζονται γελώντας)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Πολλή πλάκα είχε!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ:  Ναι. Όμως άκουσες Καρκαντζόλη; Η Γριά είπε ότι δε θα φτιάξουν γλυκά, επειδή σκορπίσαμε τα υλικά. Αυτό είναι τρομερό!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Εμένα δε με νοιάζει! Εγώ έσπασα πολλή πλάκα! Έλα, πάμε και σε άλλο σπίτι να κάνουμε πλάκες!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μα για στάσου, περίμενε, κάτι θα έχει να φάω, δεν μπορεί. Να, ένα πιθάρι.  Θάχει μέσα φαΐ. (Χώνει το κεφάλι στο πιθάρι και σφηνώνει). Ωχ, Καρκαντζόλη, βοήθεια, σφήνωσα! Δεν μπορώ να βγω!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Να τι παθαίνεις από τη λαιμαργία σου!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Βόηθα με ντε να βγω!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Έρχονται οι γέροι! Φεύγω! Καλή τύχη πεινάλα!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μη μ’ αφήνεις Καρκαντζόλη! Βοήθεια!
(Μπαίνουν οι γέροι)
ΓΡΙΑ: Στρώσου γέρο στη δουλειά και καθάριζε ό,τι έκανες εδώ μέσα!
ΓΕΡΟΣ: Μα πόσες φορές θα σου πω, δεν τάκανα εγώ… Α! Κοίτα κει! Τι είναι τούτο στο πιθάρι;
ΓΡΙΑ: Ένας καλικάντζαρος! Α, ώστε εσύ πουλάκι μου τάκανες όλα!
ΓΕΡΟΣ: Νάτος ο ένοχος! Τώρα θα τα πληρώσεις όλα!
(Παίρνουν ένα ξύλο, μια κουτάλα και αρχίζουν να βαράνε το Βουρβούλακα που φωνάζει)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μηηη! Μηηηη! Ωχ, η ουρίτσα μου! Ωχ, το ποπουδάκι μου! Ωχ, τα ποδαράκια μου!
ΓΡΙΑ: Να για να μάθεις να κοροϊδεύεις γέρους ανθρώπους!
ΓΕΡΟΣ: Να, για να μάθεις να κάνεις ζημιές στα ξένα σπίτια!
ΓΡΙΑ: Πάρε μια για τα τσουρέκια που μου χάλασες. Πάρε κι αυτή για τα μελομακάρονα! Να και μια για του κουραμπιέδες.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Αχ ο κακομοίρης, ήθελα να φάω γλυκά, όχι ξύλο!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Κάτω από τη Γη, το δέντρο έχει γίνει ξανά ακέραιο. Οι καλικάντζαροι με τα πριόνια τσακώνονται)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Ορίστε, κοίτα! Ο κορμός είναι πάλι ολόκληρος. Πάει χαμένη η δουλειά ενός χρόνου εξ αιτίας σου. Γιατί ήθελες να παρατήσουμε το πριόνισμα και να πας να φας .
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Σταμάτα, ζητάς και τα ρέστα. Με παράτησες να φάω όλο το ξύλο μόνος μου και μιλάς τώρα. Ωχ, πονάω παντού!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Εσύ φταις, γιατί έχωσες τη μούρη σου στο πιθάρι, φαταούλα! Εγώ σου φταίω τώρα;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Δε λες καλά που έσπασε το πιθάρι και μπόρεσα και τόσκασα; Ακόμα θα με βαρούσαν οι γέροι… Αχ, μανούλα μου…
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Άσε τις κλάψες και πριόνιζε.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μα σου λέω πονάω!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ:  Πριόνιζε για να γκρεμίσουμε τη Γη, να γκρεμιστούν και οι γέροι που σε έδειραν.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Καλά λες. Αλλά, μήπως να πάω να φάω κάτι πρώτα;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Πριόνιζε, μη φας κι άλλο ξύλο από μένα αυτή τη φορά! Τραγούδα κιόλας για να βρούμε το ρυθμό μας.
(τραγουδούν  και πριονίζουν απρόθυμα και άκεφα)
Χρίτσι χριτσι χριτσι χριτς
Το δέντρο κόβουμε της Γης
Για να τσακιστεί να πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει

Ένα χρόνο στο πριόνι
Με το μέτωπο να ιδρώνει
Πού θα πάει, δε θα πέσει;
Γιατί έτσι μας αρέσει

Στη δουλειά καλικαντζάροι
Και του χρόνου θα τουμπάρει
Και η Γη τότε θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει.



 ***

2.Οι Καλικάντζαροι ξανάρχονται!


Πρόσωπα:
 6 καλικάντζαροι: Καρκαντζόλης, Μαντρακούκος, Τσιλικροτός,Βουρβούλακας,Σκαλαπούνταρος και η Βερβελούδα          
 Γέρος, Γριά, Κορίτσι

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ : Στα έγκατα της Γης
(Στο βάθος της Γης, oι καλικάντζαροι πριονίζουν το μεγάλο κορμό που στηρίζει τη Γη. Ο κορμός λίγο θέλει για να πέσει.  Ο Σκαλαπούνταρος κοιμάται του καλού καιρού. Οι άλλοι τραγουδούν πριονίζοντας. Η Βερβελούδα κουνά τα φτερά της και τους κάνει αέρα.)

Χρίτσι χρίτσι χρίτσι χριτς
Το δέντρο κόβουμε της Γης
Για να τσακιστεί να πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!

Ένα χρόνο στο πριόνι
Με το μέτωπο να ιδρώνει
Σε λιγάκι όμως θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!

Στη δουλειά καλικαντζάροι
Λίγο ακόμα και τουμπάρει
Τότε η Γη κάτω θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ:  Βερβελούδα, κούνα τα φτερά σου πιο πολύ, δε βλέπεις; Ιδρώσαμε! Ουφ!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ναι, ουφ, ψοφήσαμε στην κούραση… Λίγο αέρα!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Μα, κάνω ό,τι μπορώ. Δεν έχω σταματήσει να σας αερίζω… Αλλά κι εμένα τα φτερά μου κουράστηκαν και δεν έχουν πια τόση δύναμη…
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Μα κι εσύ βρε Βερβελούδα, να έχεις φτερά! ( γέλια) Άκου φτερά αντί για χέρια! (γέλια)
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Μα, γιατί κοροϊδεύεις Μαντρακούκο, αφού η μητέρα μου ήταν νυχτερίδα, γεννήθηκα με φτερά.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Και μήπως είναι το μόνο παράξενο πάνω σου;  Έχεις και αυτά τα πράσινα μαλλιά!
ΟΛΟΙ: Πράσινα μαλλιά! Χα χα χα!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Και αυτό σας πειράζει;  Σταματήστε πια να με κοροϊδεύετε! Δε σας έχω κάνει τίποτα κακό.
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Πώς δε μας έχεις κάνει! Είσαι αλλιώτικη! Δε μας μοιάζεις!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Και είναι κακό αυτό Τσιλικροτέ ; Δηλαδή, τι κακό έχει να είσαι αλλιώτικος;
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Έχει… έχει…  εεε… Βοήθα βρε Καρκαντζόλη, πες, τι κακό έχει να είσαι αλλιώτικος;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Ο αλλιώτικος χαλάει την ομάδα!
ΟΛΟΙ: Ναι, σωστά, αυτό!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Όλοι μας έχουμε χέρια, εσύ έχεις φτερά. Όλοι μας έχουμε μαύρα μαλλιά εσύ έχεις πράσινα. Έχουμε κέρατα, ενώ εσύ δεν έχεις!
 Όλοι μας είμαστε αγόρια εσύ είσαι κορίτσι! Ε, μας χαλάς την ομάδα, κατάλαβες;
ΟΛΟΙ: Ναι, ναι, χαλάς την ομάδα!
(Ακούγεται θορυβώδες γουργουρητό)
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Ε, παιδιά, σταματήστε, κάτι άκουσα! Κάτι τρομερό, σα θηρίο!
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Ναι, κι εγώ , εδώ δίπλα ακούστηκε, μα… τι ήταν;;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Χα, χα! Η κοιλιά του Βουρβούλακα ήταν! Ακόμη δε μάθατε το γουργουρητό  του Βουρβούλακα;
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Αμάν μωρέ Βουρβούλακα, μας τρόμαξες! Να γουργουρίζεις πιο ευγενικά άλλη φορά!
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Μας κοψοχόλιασες Βουρβούλακα!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Δεν τόξερα, να βάλω και βιολί στην κοιλιά μου να γουργουρίζει με μουσική! 
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Εντάξει, βιολί να μη βάλεις, αλλά, βρε αδερφέ, εσύ βαράς ντενεκέδες! (γέλια)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ:  Τι θέλετε  να κάνω; Πείνασα! Πριονίζουμε από το πρωί και δεν έχουμε φάει τίποτε!
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Τίποτε; Τα ογδόντα σκουλήκια και τα δέκα φίδια  που έφαγες το πρωί, είναι τίποτε; Οι σαράντα σαρανταποδαρούσες και τα είκοσι σαμιαμίδια, είναι τίποτε;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ε… αυτά ήταν το πρωί, τώρα μεσημέριασε. Δεν είναι ώρα για γεύμα, ε; Τι λες Καρκαντζόλη;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Αχ βρε Βουρβούλακα, ο νους σου είναι συνέχεια στο φαΐ. Κοίταξε, κοντεύουμε να τελειώσουμε. Βάλε με το νου σου τι γλέντι θα κάνουμε όταν κόψουμε τον κορμό που στηρίζει τη Γη… Φαντάζεσαι; Όλα θα γίνουν ρημάδια! Άνθρωποι, σπίτια,  ζώα, αυτοκίνητα… όλα κάτω! Άντε λοιπόν, πριόνιζε και μη μιλάς.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μα τι μου λες; Αν  μαζί με τα σπίτια  γκρεμιστούν και οι φραντζόλες; Και οι μπριζόλες;
ΟΛΟΙ: Α! Σταμάτα πια με το φαΐ Βουρβούλακα! ( του δίνουν και καμιά καρπαζιά)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ:  Για σταθείτε! Κάτι ακούγεται! Σσσς… Τραγούδια, έρχονται από πάνω από τη Γη. Κάτι μου θυμίζουν αυτά τα τραγούδια…
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ:  Είναι τα παιδιά που τραγουδούν τα κάλαντα για τα Χριστούγεννα. Δεν ακούς και τα τρίγωνα;
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Έχεις δίκιο Τσιλικροτέ ! Κάλαντα είναι! Έφτασαν κιόλας τα Χριστούγεννα, οι μέρες που κάνουμε σκανταλιές και τρελαίνουμε τους ανθρώπους!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ:  Είναι οι γιορτές με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα!
ΟΛΟΙ: ΄Αντε πάλι το φαΐ! (σφαλιάρες)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Εγώ φεύγω, τα παρατάω! Πάω να φάω γλυκά. Θα συνεχίσω μετά το πριόνισμα. Μιαμ μιαμ….
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Στάσου να ρίξουμε το δέντρο ντε. Λίγο ακόμα θέλουμε…
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μα τι λες Καρκαντζόλη! Να ρίξω τώρα τη Γη, να σκορπιστούν οι κουραμπιέδες μου; Όχι, θα ρίξουμε τη Γη μετά, αφού φάω και χορτάσω γλυκά. Μίλα κι εσύ βρε Μαντρακούκο! Πες κάτι.
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Έλα Καρκαντζόλη, πάμε να διασκεδάσουμε λίγο. Ένα χρόνο έχουμε να ανέβουμε στη Γη. Το αποτελειώνουμε μετά το δέντρο.
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Καρκαντζόλη, μην ξεχνάς ότι  πρέπει να προλάβουμε όσο τα νερά είναι αβάφτιστα να κάνουμε τις ζημιές μας. Γιατί όταν έρθουν τα Φώτα θα γυρίσουμε άρον άρον εδώ κάτω.
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Καλά, καλά, εντάξει. Θα ανέβουμε πάνω στη Γη να κάνουμε τις σκανταλιές μας. Αλλά μόνο για δώδεκα μέρες, μετά, πριόνισμα πάλι, εντάξει;
ΟΛΟΙ: Ναι!! Ζήτω!!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Κουραμπιεδάκια μου, σας έρχομαι!!’
(Ετοιμάζονται όλοι να φύγουν, όταν τους σταματά ένα δυνατό ροχαλητό)
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Αχου! Ξεχάσαμε τον Σκαλαπούνταρο!
ΟΛΟΙ: Ξύπνα Σκαλαπούνταρε! ( Τον σκουντούν, μα τίποτα)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Αφού το ξέρετε, δεν πρόκειται να ξυπνήσει παρά μόνο το βράδυ, λίγο πριν πέσει για ύπνο! Ελάτε, πάμε, μην αργούμε!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Βουρβούλακα, σταμάτα! Δε γίνεται να τον αφήσουμε εδώ , θα χάσει το γλέντι και θα θυμώσει. Ελάτε, πιάστε χέρια πόδια να τον πάρουμε σηκωτό. Άντε, βοηθήστε παιδιά!
ΟΛΟΙ: Έλα, δώστου, σήκω… Ώχ!
(Τους πέφτει. Ροχαλίζει και παραμιλά.)
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Χρρρ… Σαλαμάντρες… ταραντούλες…
 ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Μήπως να τον αφήσουμε βρε παιδιά; Δεν ακούτε; Έχει παρέα τις σαλαμάντρες…
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Όχι  Μαντρακούκο,  πρέπει να τον πάρουμε μαζί. Θα λείψουμε δώδεκα μέρες . Όταν ξυπνήσει και δει ότι είναι μόνος του, τι θα πει; Ότι τον παρατήσαμε;
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ:  Δεν είναι σωστό.
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ:  Καλά,  άντε, βάλτε ένα χεράκι, θα τα καταφέρουμε. Έλα, Βουρβούλακα,, πιάσε μαζί μου τα χέρια, κι εσείς τα πόδια. Ένα- Δύο, ώωωπ!
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Κουκουβάγιες και καβούρια… χρρρρ
 (Με δυσκολία και γλιστρήματα τον μεταφέρουν τελικά. Η Βερβελούδα κάνει να τους ακολουθήσει)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Ε, εσύ πού πας Βερβελούδα; Για πού τόβαλες; Αφού το ξέρεις ότι δεν σε παίρνουμε μαζί μας στη Γη.
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Μη με αφήνετε μόνη μου, πάρτε με, δεν θα σας είμαι εμπόδιο… Εδώ κάνατε τόσο κόπο να πάρετε τον κοιμισμένο Σκαλαπούνταρο!
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Μα τι λες; Να πάρουμε μαζί μας ένα κορίτσι;
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Με φτερά και πράσινα μαλλιά; ( γέλια)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Είσαι πολύ συναισθηματική Βερβελούδα και θα μας χαλάσεις το γλέντι. Εσένα δε σου αρέσουν οι φασαρίες και οι ζαβολιές και θα μας τη σπας!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Υπόσχομαι να μην ανακατευτώ στο γλέντι σας, μόνο να βλέπω από μακριά, πάρτε με, μη με αφήσετε πάλι μόνη…
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ωχου, πάμε βρε παιδιά, αρκετά ασχοληθήκαμε με την πρασινομάλλλα  φτερού! (γέλια)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Η ομάδα να παρουσιαστεί:
Βουρβούλακας;
-Παρών!
Μαντρακούκος;
-Παρών!
Τσιλικροτός;
-Παρών!
Σκαλαπούνταρος;
-χρρρρρρρρρρρ
καλά… Έτοιμοι; Φύγαμε!
(Φεύγουν τραγουδώντας)

Γιο χο χο, γιο χο χο
πάμε όλοι μια και δυο
 Ήρθε η ώρα κι η στιγμή
Για τις πλάκες τις τρελές
Για ζημιές και συμφορές

Είμαστε τρελοπαρέα
και γι αυτό περνάμε ωραία!
Πειραχτήρια, διαβολάκια
Με ουρά και κερατάκια!

ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: (μόνη) Πάλι τα ίδια. Κάθε χρόνο φεύγουν χωρίς εμένα.  Πώς βαριέμαι μόνη μου εδώ κάτω . Μα… για στάσου! Θα πάω κρυφά! Ναι, θα τους ακολουθήσω χωρίς να με καταλάβουν. Θα πετώ από πάνω τους και αυτοί δεν θα με δουν! Έφυγα!




ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ- Στο σπίτι των γερόντων

( Εσωτερικό κουζίνας σπιτιού με υλικά για τα χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα.Οι καλικάντζαροι , εκτός από τον Σκαλαπούνταρο , ξεπροβάλλουν από πόρτες και παράθυρα. Η Βερβελούδα  κρύβεται πάνω στο ταβάνι και παρακολουθεί)
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ:  Ελάτε, εδώ νομίζω είναι μια χαρά. Βλέπω μαύρα ρούχα, μπαστούνια και γυαλιά, φαίνεται πως μένουν γερόντια εδώ μέσα.  Θα σπάσουμε πολλή πλάκα μαζί τους!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μετά όμως θα πάμε και στο φούρνο έτσι Καρκαντζόλη;
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Μα τι λες Βουρβούλακα; Ξέχασες τι πάθαμε πέρσι; Έφαγες πενήντα φρατζόλες ψωμί, εκατόν πενήντα κουλούρια, ογδόντα τσουρέκια , ένα ταψί μελομακάρονα και μια πιατέλα κουραμπιέδες.  Και μετά δεν μπορούσες να σηκωθείς , έπεσες τέζα και αναγκάστηκα να σε κουβαλήσω στην πλάτη μου. Όχι, στο φούρνο δεν πρόκειται να πάμε!
(Ακούγεται ο Σκαλαπούνταρος από έξω)
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Κουρκουμπίνια και λουστρίνια… χρρρρ
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Το Σκαλαπούνταρο τι θα τον κάνουμε;Θα τον ξυπνήσουμε;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Εγώ σας είπα να μην τον πάρουμε. Είναι σκέτος μπελάς!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Θα τον αφήσουμε έξω να ροχαλίζει.  Όταν τελειώσουμε το γλέντι , τότε τον παίρνουμε.
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ:  Ελάτε λοιπόν! Ας μη χάνουμε  χρόνο! Πιάστε τα όργανα για τη μαγική μουσική.
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ : Κάνε υπομονή Μαντρακούκο, πρέπει πρώτα  να έρθουν οι γέροι για να τους παιδέψουμε. Ε ρε γλέντια που θα κάνουμε!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ε ρε φαΐ που θα καταβροχθίσουμε!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Σσσς, έρχονται, κρυφτείτε!

( Οι καλικάντζαροι κρύβονται και μπαίνει ο γέρος κουβαλώντας ξύλα)
ΓΕΡΟΣ: Έλα γριά! Έφερα τα ξύλα για το φούρνο! Ουφ, κοψομεσιάστηκα ο καψερός.  Αχ, τα ποδαράκια μου δε με βαστούν.
(Αρχίζουν τα μαγικά)
ΓΕΡΟΣ:  Αμάν, τι γίνεται; Η κατσαρόλα και η κουτάλα χορεύουν και κρατούν το ρυθμό.  Παναγιά μου! Το αλεύρι σηκώνεται μόνο του και… χύνεται!! Αχ, Βαγγελίστρα μου! Τι βλέπουν τα μάτια μου; Τα αβγά, τα αβγά χοροπηδούν και κάνουν κο  κο κο ! ( Ο γέρος κυνηγά να πιάσει τα αβγά από δω κι από κει) Το γάλα, όχι, το γάλα, μη,  η καρδάρα με το γάλα αρχίζει να χορεύει.  Η στάχτη από το τζάκι, ουφ! σκορπίστηκε, γκουχου γκουχου!
( Ακούγεται μια μαγική μουσική κι ο γέρος αρχίζει να χορεύει και να κάνει φιγούρες, κολοτούμπες. ) Μα… τι γίνεται; Αχ, τι στο καλό; Τα πόδια μου χορεύουν μονάχα τους.  Ω, πώς πονάω.. μα δεν μπορώ να σταματήσω. Αιιιι! Οιιιι! Ιχου!!!
 ( Όταν μπαίνει η γριά, η μουσική σταματά και ο γέρος είναι πεσμένος στο πάτωμα.)
ΓΡΙΑ: Μπα, τι βλέπω, το ρίξαμε στο χορό γέρο; Σα δε ντρέπεσαι, στην ηλικία σου να χορεύεις σαν παιδαρέλι. Μα, τι έκανες εδώ, όλα άνω κάτω; Μέθυσες;
ΓΕΡΟΣ: Αχού! Τι ήταν αυτό γριά; Χόρευα δίχως να το θέλω, τα πόδια μου σου λέω, πήγαιναν μονάχα τους.
ΓΡΙΑ: Άσε τις δικαιολογίες. Όταν σου ζητάω εγώ να χορέψουμε στο πανηγύρι εσύ μου λες πως πονάν τα πόδια σου και τώρα κοπάνισες τα ούζα και ήρθες στο κέφι καθώς φαίνεται.
ΓΕΡΟΣ:  Μα δεν ήπια ούζα. Πίστεψέ με γυναίκα,  μια παράξενη, μια μαγική μουσική ήταν…
ΓΡΙΑ: Για μωρό με πέρασες; Μου λες παραμύθια και θες να σε πιστέψω;
( Η μαγική μουσική ξαναρχινά και τώρα χορεύουν και τα δυο γερόντια άθελά τους)
ΓΡΙΑ: Ιχού!! Παναγιά μου! Τι είναι αυτά; Από κορίτσι έχω να χορέψω έτσι! Ουχ η μέση μου!
ΓΕΡΟΣ:  Τώρα με πιστεύεις;; Δε σου τάλεγα;
ΓΡΙΑ: Ιφού! Τα ποδαράκια μου! Δεν αντέχω, λιποθυμωωωω!
ΓΕΡΟΣ: Ααχχ, κι εγωωω!
(Οι γέροι πέφτουν λιπόθυμοι κάτω.  Οι καλικάντζαροι εμφανίζονται και τραγουδούν  ενώ αρχίζουν το καταστροφικό τους παιχνίδι. Αλεύρι, λάδι, στάχτη,  κατσαρολικά, όλα άνω κάτω)
Γιο χο χο, γιο χο χο
πάμε όλοι μια και δυο
 Ήρθε η ώρα κι η στιγμή
Για τις πλάκες τις τρελές
Για ζημιές και συμφορές

Είμαστε τρελοπαρέα
και γι αυτό περνάμε ωραία!
Πειραχτήρια, διαβολάκια
Με ουρά και κερατάκια!

(Σηκώνεται ο γέρος και οι καλικάντζαροι κρύβονται)
ΓΕΡΟΣ: Ω  Θεούλη μου, το κεφάλι μου γυρίζει. Αμάν, συμφορά! Τι έγινε εδώ;  Αχ! Καταστροφή!
(Σηκώνεται και η γριά)
ΓΡΙΑ : Τι… τι συμβαίνει; Πού είμαι; Τι γίνεται γέρο; Αχού!! Τι είναι αυτά; Ιιιιι! Συμφορά! Τι πάθαμε γέρο μου; Να δεις που είναι δουλειά καλικαντζάρων αυτή.
ΓΕΡΟΣ: Μπα τους κωλοβελόνηδες, τρομάρα να τους έρθει, τι ζημιές μας έκαναν!
ΓΡΙΑ:  Άμα τα πιάσω στα χέρια μου…
ΓΕΡΟΣ: Τα παλιοσκαντζάρια, θα τους τσακίσω τα πόδια!
ΓΡΙΑ: Αχ, δεν πρόκειται να κάνουμε τούτα τα Χριστούγεννα γλυκά. Πάνε όλα τα υλικά μας, σκορπίσανε. Κακό που πάθαμε Παναγιά μου Δέσποινα!
ΓΕΡΟΣ:  ΄Ελα, σήκω γριά, πάμε να πιάσουμε τις σκούπες να καθαρίσουμε.
(Οι γέροι βγαίνουν αγκομαχώντας. Οι καλικάντζαροι εμφανίζονται ξεκαρδισμένοι στα γέλια)
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Ζήτω! Τα ξεπατώσαμε τα γερόντια!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Πολλή πλάκα είχε! Είδατε το γέρο που χόρευε σα μπαλαρίνα;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ:  Ναι. Όμως άκουσες Καρκαντζόλη; Η γριά είπε ότι δε θα φτιάξουν γλυκά, επειδή σκορπίσαμε τα υλικά. Αυτό είναι τρομερό!
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Και τι μας νοιάζει; Εμείς το γλεντήσαμε!  Ελάτε, πάμε και σε άλλο σπίτι να κάνουμε γλέντια!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μα για σταθείτε, περιμένετέ με, κάτι θα έχει να φάω, δεν μπορεί. Να, ένα πιθάρι.  Θάχει μέσα φαΐ. (Χώνει το κεφάλι στο πιθάρι και σφηνώνει). Ωχ, Καρκαντζόλη, Τσιλικοτέ,  Μαντρακούκο!  Βοήθεια παιδιά, σφήνωσα! Δεν μπορώ να βγω!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Να τι παθαίνεις από τη λαιμαργία σου!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Βοηθάτε με ντε να βγω!
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Αμάν, σύρμα! Έρχονται οι γέροι!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Φύγαμε ! Βιαστείτε!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μη μ’ αφήνετε βρε παιδιά!  Καρκαντζόλη! Τσιλικροτέ! Μαντρακούκο! Βοήθεια!
(Οι καλικάντζαροι φεύγουν τρέχοντας. Μπαίνουν οι γέροι)
ΓΕΡΟΣ:  Πώ πω ζημιές!
ΓΡΙΑ: Πω πω χαλασμός!
ΓΕΡΟΣ: Θα κάνουμε μια μέρα να τα καθαρίσουμε όλα αυτά!
ΓΡΙΑ: Μπα! Κοίτα κει! Τι είναι τούτο το πράμα μέσα στο πιθάρι;
ΓΕΡΟΣ: Ένας καλικάντζαρος! Α, ώστε εσύ πουλάκι μου τάκανες όλα! Τώρα θα  πληρώσεις για όσα τράβηξα! Θα σου κάμω τον πισινό κόκκινο από το ξύλο παλιοκαρκάντζι!
(Παίρνουν ένα μπλάστη, μια κουτάλα και αρχίζουν να βαράνε το Βουρβούλακα που φωνάζει με το κεφάλι χωμένο μέσα στο πιθάρι)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Μηηη! Μηηηη! Ωχ, η ουρίτσα μου! Ωχ, το ποπουδάκι μου! Ωχ, τα ποδαράκια μου!
ΓΡΙΑ: Να, για να μάθεις να κοροϊδεύεις γέρους ανθρώπους! παλιοκαλκαντζόνι!
ΓΕΡΟΣ: Να, για να μάθεις να κάνεις ζημιές στα ξένα σπίτια!
ΓΡΙΑ: Πάρε μια για τα τσουρέκια που μου χάλασες. Πάρε κι αυτή για τα μελομακάρονα! Να και μια για του κουραμπιέδες.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Αχού  ο καψερός, ήθελα να φάω τα  γλυκά, όχι το ξύλο!
( κάπου βρίσκει και χώνεται)
ΓΕΡΟΣ: Πού πήγε ο κωλοβελόνης; Πού τρύπωσε τρομάρα του;
(ψάχνουν γύρω τριγύρω, δημιουργώντας αγωνία)
ΓΕΡΟΣ: Μα, άνοιξε η γη και το κατάπιε το ρημαδιασμένο;
ΓΡΙΑ:  Φτάνει γέρο, το πήρε  το μάθημά του! Ας ξανατολμήσει  να μπει  στο σπίτι μας! Ο βερζεβούλης!
ΓΕΡΟΣ: Πανάθεμά τους του κωλοβελόνηδες! Πάμε να δούμε μήπως έχουν κάνει και τίποτε άλλες ζημιές .
ΓΡΙΑ: Μαγαρισμένα ξωτικά, μας χάλασαν τα Χριστούγεννα…
(Οι γέροντες φεύγουν αγκομαχώντας . Ο Βουρβούλακας κλαψουρίζει τρίβοντας τον πισινό του. Μπαίνει η Βερβελούδα)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Αουυυυ! Τι έπαθα μανούλα μου!!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ:  Βουρβούλακα! Ε, μ’ ακούς;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: ( μυξιάρικα) Ποιος είναι; Όχι άλλο ξύλο, σας παρακαλώ!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Σσσς, θα σε βγάλω από δω μέσα.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ποια είσαι;
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ:  Η Βερβελούδα είμαι!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Βερβελούδα; Πώς βρέθηκες εδώ; Αφού σε αφήσαμε κάτω…
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ : Σώπα κι άκου με! Δεν έχω χέρια να σπάσω το πιθάρι. Έχω όμως ένα σχέδιο. Άκου με προσεκτικά.  Κάνε τρια βήματα μπρος… Τρία είπα, όχι πέντε. Κάνε τώρα δυο πίσω. Τώρα δυο βήματα αριστερά, όχι, εκεί είναι το δεξιά. Γύρνα από την άλλη τώρα και κάνε τέσσερα βήματα. Στάσου, εγώ θα μετρώ γιατί εσύ τα μπερδεύεις.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ναι, δεν είμαι καλός στα μαθηματικά…
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. (Ο Βουρβούλακας ακολουθεί τις οδηγίες  τρεκλίζοντας από δω κι από κει ) Ωραία, στόπ! Τώρα βρίσκεσαι μπροστά στον τοίχο. Βάρα μια γερή κουτουλιά  να σπάσει το πιθάρι.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Το πιθάρι θα σπάσει ή το κεφάλι μου;
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Σσς, άκου τι σου λέω! Κουτούλα ! Πιο δυνατά! Ακόμη πιο δυνατά!
(Το πιθάρι σπάει μετά από δυο τρεις κουτουλιές)
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Λυτρώθηκα! Ουφ! Επιτέλους, κόντευα να σκάσω! Βερβελούδα σε ευχαριστώ! Μα, πώς βρέθηκες εδώ;
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Άσε τώρα τα λόγια και πάμε να φύγουμε πριν έρθουν οι γέροι.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: (καθώς βγαίνουν στην πόρτα)  Βερβελούδα,είσαι θαρραλέα και έξυπνη. Μου έσωσες τη ζωή.
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Πάμε, βιάσου! Ωχ, κοίτα, είναι και ο Σκαλαπούνταρος εδώ έξω!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Κοιμάται ακόμα. Τον παράτησαν κι αυτόν όπως κι εμένα οι δειλοί. Ωραίοι φίλοι να σου πετύχουν…
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Κρύψου, κάποιος έρχεται !
(Κρύβονται. Μπαίνει ένα κορίτσι)
ΚΟΡΙΤΣΙ: Παππού, γιαγιά! Πού είστε; Πω πω, τι γίνεται εδώ μέσα; Παππού, γιαγιά!
(Τότε είναι που ξυπνά ο Σκαλαπούνταρος. Κοιτά το κορίτσι και το ερωτεύεται αμέσως. Παραμιλά,  τούτη τη φορά από έρωτα)
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Ω! Ξυπνώ , ξυπνώ και τι να δω;; Νεράιδα και αερικό, είναι η κόρη που αγαπώ…
ΚΟΡΙΤΣΙ: Αχ, με τρόμαξες! Τι είσαι εσύ; Τι κάνεις εδώ;
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: ( γονατιστός) Όμορφη κόρη, όμορφη κόρη! με έχεις κάνει σαν βαπόρι!
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα… τι λες; Παπού, γιαγιά! Βοήθεια!
(Το κορίτσι βγαίνει για να ψάξει τους γέρους. Ξετρυπώνουν ο Βουρβούλακας και η Βερβελούδα.)
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Έλα, γρήγορα μαζί μας Σκαλαπούνταρε!
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Όμορφη κόρη, όμορφη κόρη, για σε λαλούνε όλοι οι κοκόροι!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Άσε βρε ερωτοβαρεμένε τα στιχάκια και πάμε να φύγουμε γιατί θα γίνει και σένα κόκκινος ο πισινός σου από το ξύλο άμα σε δουν οι γέροι!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Τράβα τον Βουρβούλακα, τράβα τον με το ζόρι,  είναι στον κόσμο του!
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Όμορφη κόρη, όμορφη κόρη, για σε…
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: … λαλούνε όλοι οι κοκόροι. Το μάθαμε χαζο Σκαλαπούνταρε, άντε κουνήσου! Ή που θα κοιμάσαι ή που θα ερωτεύεσαι τρομάρα σου!
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: … για σε χορεύουν όλοι οι μαστόροι!
ΒΕΡΒΕΛΟΥΔΑ: Τράβα τον γρήγορα Βουρβούλακα!
(Ο Βουρβούλακας τον τραβά και η Βερβελούδα εμψυχώνει κουνώντας τα φτερά της. Μπαίνουν οι γέροι και το κορίτσι)
ΚΟΡΙΤΣΙ: Α, ώστε αυτοί σας έκαναν όλη αυτή την αναστάτωση, όλο αυτό το κακό; Οι καλικάντζαροι;
ΓΡΙΑ: Ναι, σου λέω, αλλά έννοια σου, βρήκαμε έναν και τον περιποιηθήκαμε για τα καλά. Είχε το κεφάλι χωμένο στο πιθάρι κι εμείς του κάναμε τον πισινό  κόκκινο στο ξύλο!
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα, αυτός που είδα πριν λίγο δεν είχε πιθάρι στο κεφάλι, ούτε δαρμένος ήταν,  μια χαρά μου φάνηκε, απλά μιλούσε περίεργα, σαν κοιμισμένος.
ΓΕΡΟΣ: Έχει γούστο να ήταν κι άλλος.  Μπα, τα ζωντόβολα!
ΓΡΙΑ:  Μα έτσι, παρέα πάνε αυτοί πάντα. Αμ δεν θα τον βρούμε να τον ξυλοφορτώσουμε και δαύτον; ( ψάχνουν ένα γύρω)
ΓΕΡΟΣ: Πούστε μωρέ παλιοσκαντζάρια; Πούστε μωρέ κωλοβελόνηδες;
ΚΟΡΙΤΣΙ: Μπα,  δε φαίνεται κανείς . Θα έφυγαν.
ΓΡΙΑ: Εμ βέβαια, έκαναν τις ζημιές τους και την κοπάνισαν οι βερζεβούληδες.
ΚΟΡΙΤΣΙ: Ελάτε, θα σας βοηθήσω να μαζέψουμε όλο αυτό το κακό.
(μαζεύουν και οι γέροι μουρμουράνε)
ΓΕΡΟΣ: Αχ, τι ήταν κι αυτό που πάθαμε!
ΓΡΙΑ: Μαύρα Χριστούγεννα θα κάνουμε. Ωχ, τα πόδια μου
ΓΕΡΟΣ: Ωχ, η μέση μου…


ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ- Πίσω στα έγκατα της Γης
( Το δέντρο που άφησαν έχει γίνει πάλι ολόκληρο. Ακούγονται τρία λαλήματα κοκόρου. Με το τρίτο μπαίνουν ο Καρκαντζόλης, ο Τσιλικροτός και ο Μαντρακούκος, τραγουδώντας ένα παραδοσιακό τραγούδι των καλικαντζάρων)
Φεύγετε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του
Μας άγιασε, μας έβρεξε
και μάς, μας εκατέκαψε…
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Ουφ! Ίσα που προλάβαμε να κατέβουμε με το τρίτο λάλημα του πετεινού!
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Μα πόσο γρήγορα ήρθαν τα Φώτα! Για πότε πέρασαν 12 μέρες, ούτε που το κατάλαβα! Ωραία περάσαμε!
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Μεγάλα γλέντια! Τους τρελάναμε τους ανθρώπους!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Ε! Παιδιά! Κοιτάξτε! Ο κορμός είναι πάλι ολόκληρος! Συμφορά μας!
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Αμάν! Πάει χαμένη η δουλειά ενός χρόνου!
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Κι όλα αυτά εξ αιτίας του Βουρβούλακα που ήθελε να παρατήσουμε το πριόνισμα  στη μέση για να φάει.
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Τι να κάνει άραγε ο καημένος ο Βουρβούλακας ; Τον αφήσαμε χωμένο στο πιθάρι και φύγαμε. Θα τον ξυλοφορτώσανε οι γέροι.
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ:  Ωχ! Ξεχάσαμε και τον Σκαλαπούνταρο  βρε παιδιά!  Τον παρατήσαμε κοιμισμένο.
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ:  Έχει γούστο να τον πιάσανε κι αυτόν οι γέροι .
(μπαίνει ο Βουρβούλακας, η Βερβελούδα και ο Σκαλαπούνταρος)
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Όμορφη κόρη, όμορφη κόρη, για σένα σκάνε όλοι οι σπόροι!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ:  Εδώ είμαστε! Σωθήκαμε, και όχι χάρη σε σας βέβαια!
( Οι άλλοι κάνουν χαρές που τους βλέπουν και αγκαλιές)
ΚΑΡΚΑΝΖΟΛΗΣ:  Συγγνώμη Βουρβούλακα, που φοβηθήκαμε και το βάλαμε στα πόδια.
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ευτυχώς όμως που κάποιος δε φοβήθηκε και δεν το έβαλε στα πόδια..
ΜΑΝΤΡΑΚΟΥΚΟΣ: Ποιος;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Η Βερβελούδα!
ΟΛΟΙ: Η Βερβελούδα;;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Ναι, ήταν κρυμμένη στο ταβάνι στο σπίτι των γέρων.  Αυτή με βοήθησε να γλυτώσω, αφού έφαγα το ξύλο της χρονιάς μου, και αυτή βοήθησε να φέρουμε και τον βαρεμένο το  Σκαλαπούνταρο.
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ:  Βαπόρι και σπόροι και μαστόροι! Για σένα ψάλλουνε όμορφη κόρη!
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Σταμάτα Σκαλαπούνταρε!
ΤΣΙΛΙΚΡΟΤΟΣ: Μα τι έπαθε αυτός;
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Άστον αυτόν, ερωτοχτυπήθηκε! Μην αλλάζετε θέμα, δε φερθήκατε καλά.
ΦΡΑΠ. ΜΑΝΤΡΑΚ. ΚΑΡΚΑΝ. : Σου ζητάμε συγγνώμη Βουρβούλακα…
ΒΟΥΡΒΟΥΛΑΚΑΣ: Και όλοι μαζί να ζητήσουμε συγγνώμη που αδικήσαμε τη Βερβελούδα.  Είναι αλλιώτικη από μας, και ευτυχώς, γιατί έχει θάρρος και φιλότιμο! Όχι σα μερικούς μερικούς…
ΟΛΟΙ: Συγγνώμη Βερβελούδα…
ΣΚΑΛΑΠΟΥΝΤΑΡΟΣ: Όμορφη κόρη, όμορφη κόρη…
ΟΛΟΙ: ( του κλείνουν το στόμα) Σταμάτα Σκαλαπούνταρε!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ:  Ό,τι έγινε έγινε, παιδιά, πίσω στη δουλειά. Βλέπεις Βουρβούλακα, ο κορμός ξανάγινε ολόκληρος.  Πρέπει πάλι να ξαναρχίσουμε από την αρχή το πριόνισμα.  Όλη η ομάδα έτοιμη;
Καρκαντζόλης, παρών! (παίρνει πριόνι)
Μαντρακούκος;
_ Παρών! ( και παίρνει το πριόνι)
Τσιλικροτός;
-Παρών! ( παίρνει πριόνι)
Βουρβούλακας;
- Παρών! (παίρνει πριόνι)
Βερβελούδα;
-Παρούσα! ( και ανοίγει τα φτερά)
Σκαλαπούνταρος;
- όμορφη κόρη, όμορφη κόρη, θα σε πάρω και με το ζόρι
ΟΛΟΙ: Σταμάτα Σκαλαπούνταρε!
ΚΑΡΚΑΝΤΖΟΛΗΣ: Πάμε παιδιά!

(Όλοι μαζί τραγουδούν  και πριονίζουν. Η Βερβελούδα κάνει αέρα με τα φτερά της)

Χρίτσι χρίτσι χρίτσι χριτς
Το δέντρο κόβουμε της Γης
Για να τσακιστεί να πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!

Ένα χρόνο στο πριόνι
Με το μέτωπο να ιδρώνει
Σε λιγάκι όμως θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!

Στη δουλειά καλλικαντζάροι
Λίγο ακόμα και τουμπάρει
Τότε η Γη κάτω θα πέσει
Γιατί έτσι μας αρέσει!