Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΦΑΙΔΡΟΣ (ή περί καλού. ηθικός- ή περί του ωραίου. ηθικός)

Εισαγωγή-Μετάφραση: Ι. Θεοδωρακόπουλου
                                                      (εκδ. Κολλάρου, 1948)
(Αποσπάσματα)



(Εισαγωγικό.Ο Σωκράτης και ο νεαρός Φαίδρος ένα καλοκαιρινό μεσημέρι περιπατούν ξυπόλυτοι έξω από τα τείχη της πόλης των Αθηνών και κάθονται κάτω από ένα πλατάνι στον Ιλισσό.)




ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Kατάλαβέ με, καλέ μου φίλε. Θέλω βλέπεις όλο και κάτι να μαθαίνω. Και να σου ειπώ, τα χωράφια και τα δένδρα δεν με διδάσκουν τίποτε, μα οι άνθρωποι που είναι μέσα στην πόλη. Εσύ όμως τώρα μου φαίνεται πως ευρήκες το φάρμακο για να με κάμεις να βγω. Γιατί όπως τα πεινασμένα ζωντανά τα πάνε όπου θέλουν, αρκεί να τους κουνάνε μπροστά τους κανένα χλωρό κλαδί ή κανένα καρπό, έτσι και εσύ εμένα, κρατώντας μπροστά μου το βιβλίο με τους λόγους, φαίνεται πως θα με φέρεις γύρω σ' όλη την Αττική και όπου αλλού θέλεις. Για την ώρα όμως  ,αφού έφθασα έως εδώ, εγώ λέω να ξαπλωθώ εδώ χάμω, συ πάλιν ιδές ποια στάση σε βολεύει καλύτερα για το διάβασμα, διάλεξέ την και διάβαζε. 230d
  •  Κι εμένα δα δε μου μένει καθόλου καιρός γι’ αυτά (τους μύθους). Και η αιτία φίλε μου γι αυτό είναι τούτη: δεν μπορώ ακόμα καθώς λέει το Δελφικό ρητό να γνωρίσω τον εαυτό μου. Μου φαίνεται λοιπόν πως είναι γελοίο εν όσο δεν ξέρω ακόμα τούτο να νοιάζομαι για τα ξένα πράγματα. Γι αυτό λοιπόν τα αφήνω αυτά όπως είναι και τα παραδέχομαι όπως όλος ο κόσμος και κάνω ό,τι τώρα δα έλεγα, νοιάζομαι όχι γι’ αυτά αλλά για τον εαυτό μου, να δω μην τυχόν είμαι κανένα θηρίο πιο μπερδεμένο και πιο φουσκωμένο κι από τον Τυφώνα ή κανένα πιο ήμερο και πιο απλό ζώο που του έχει τάξει η φύση να έχει μερδικό από κάποιο θεϊκό κι απλό κλήρο. 230e 
  •  Φαίδρος αναγιγνώσκει με θαυμασμό ένα λόγο του σοφιστή Λυσία, που υποστηρίζει ότι ο νέος δεν πρέπει να χαρίζεται σε όποιον είναι ερωτευμένος μαζί του, αλλά σε όποιον δεν είναι)
  • Γιατί οι εραστές μετανοιώνουν δα για το καλό που θα κάμουν μόλις σβύσει η επιθυμία των, ενώ εκείνοι που δεν κατέχονται από έρωτα δεν θα έρθει ποτέ η στιγμή να αλλάξουν γνώμη... Γιατί και οι ίδιοι ομολογούν πως είναι πιο πολύ άρρωστοι παρά στα σωστά των και πως γνωρίζουν ότι δεν πάνε καλά στα λογικά των αλλά δεν μπορούν να συγκρατηθούν... Αν πάλι φοβάσαι το έθιμο που υπάρχει μήπως το μάθουνε οι άνθρωποι και ντροπιασθείς, τότε μάθε, φυσικό είναι εκείνοι που κατέχονται από έρωτα, νομίζοντας πως και οι άλλοι τους ζηλεύουν έτσι όπως ζηλεύονται αυτοί αναμεταξύ των, να αισθάνονται έπαρση όταν μιλάνε γι αυτό και από φιλότιμο να δείχνουν σ' όλους πως τόσοι κόποι των δεν πήγαν γι αυτούς στα χαμένα... Γιατί εκείνοι θα επαινούν ό,τι λες κι ό,τι κάνεις κι αν ακόμα τούτο είναι αντίθετο προς το καλό, από το ένα μέρος γιατί φοβούνται μη χάσουν τη φιλία σου, από τάλλο πάλι γιατί κι αυτοί έχουν θολωμένη τη γνώση τους από το πάθος. Τέτοια λοιπόν έχει να επιδείξει ο έρως. Από το ένα μέρος εκείνους που έχουν ατυχία σ' αυτά τους κάνει να βλέπουν δυσάρεστα εκείνα που στους άλλους δεν φέρνουν στενοχώρια, από το άλλο μέρος εκείνους που έχουν τύχη να επαινούν και όσα δεν αξίζουν να τα χαίρεται κανείς. Ώστε τους αγαπημένους ταιριάζει πιο πολύ να τους λυπάται κανείς παρά να τους ζηλεύει.  231-234
  • ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πράγματι υπέροχα, φίλε μου, ώστε να είμαι καταθαμπωμένος. και αυτό το έπαθα εγώ Φαίδρε, από σένα, γιατί έχοντας τα μάτια μου επάνω σου, μου φαινόσουνα πως ελαμποκοπούσες από το λόγο την ώρα που τον διάβαζες. Γιατί βρίσκοντας πως εσύ ξέρεις πιο πολλά από μένα σ' αυτά τα πράγματα, σε άκουγα με προσοχή και ακούγοντάς σε μέθυσα μαζί με σένα, θεία κεφαλή. 234 d
  •  Και ξέρω δα καλά,πως κανένα από αυτά που έχω μέσα μου δεν το βρήκα μόνος μου με το νου μου, γιατί έχω συνείδηση για την αμάθειά μου. Μένει λοιπόν ακόμα νομίζω να ειπώ από πού ακούγοντας γέμισα σα να ήμουνα πιθάρι με ξένα νάματα. Μα πάλι από νωθρότητα του νου μου και τούτο το λησμόνησα, δηλαδή πώς και από ποιους τα έχω ακουστά.235d
  • ΦΑΙΔΡΟΣ: Σου ορκίζομαι λοιπόν- σε ποιον, σε ποιον από τους θεούς θέλεις; ή θέλεις σ' αυτήν εδώ την πλατάνα; Μα την αλήθεια, αν δεν μου ειπείς το λόγο μπροστά σ' αυτήν εδώ την πλατάνα, ποτέ μου πια ούτε θα σου δείξω, ούτε θα σου φέρω είδηση για κανέναν άλλο λόγο κανενός. 236 e 
(Ο Σωκράτης αναπτύσσει τον πρώτο λόγο, υπερθεματίζοντας στα λεγόμενα του Λυσία)
  •   ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Για όλα τα πράγματα παιδί μου μια είναι η αρχή για κείνους που θέλουν να σκεφθούνε καλά. Πρέπει να γνωρίζουν καλά αυτό που είναι να εξετάσουν με τη σκέψη τους, αλλιώς χωρίς άλλο θα σφάλλουνε σε κάθε τι. Μα οι πολλοί λησμονούνε ότι δεν ξέρουν την ουσία του καθενός. Έτσι λοιπόν σα να τους ήτανε γνωστή, δεν έρχονται σε συμφωνία αναμεταξύ των για τον ορισμό της, όταν αρχίσουν τη σκέψη των και άμα προχωρήσουν το πληρώνουν κατά πως πρέπει, γιατί ούτε με τον εαυτό τους, ούτε ο ένας με τον άλλο είναι σύμφωνοι. 237c
  •  Μέσα στον καθένα μας είναι δυο δυνάμεις που μας κυβερνάνε και μας τραβάνε και που τις ακολουθάμε όπου κι αν μας πάνε. Και η μία είναι έμφυτη, η επιθυμία για τις ηδονές, η άλλη πάλι είναι επίκτητη, η σωστή γνώμη που ζητάει να φθάσει το άριστο. Και αυτές οι δυο μέσα μας άλλοτε πάνε μαζί κι άλλοτε πάλι τα βάζει η μια με την άλλη και πότε παίρνει την εξουσία η μια και πότε η άλλη. Και όταν λοιπόν η σωστή γνώμη, με οδηγό το λογικό, μας πηγαίνει προς το άριστο και παίρνει την εξουσία, αυτή την επικράτηση την λέμε σωφροσύνη. Όταν όμως μας σέρνει η επιθυμία αλίγιστα στις ηδονές και πάρει αυτή μέσα μας την αρχή, αυτό που μας κυριεύει το λέμε ακολασία. Η ακολασία όμως έχει πολλά ονόματα, γιατί είναι πολλά τα μέρη της και πολλά τα είδη της και όποιο απ' αυτά τα είδη τύχει να διαπρέψει δίνει το όνομά του σε κείνον που το έχει, όνομα ούτε όμορφο, ούτε άξιο να το έχει κανείς. Έτσι λοιπόν, όταν η επιθυμία για τα φαγητά κυριεύει το λογικό, που γυρεύει το άριστο και τις άλλες επιθυμίες, λέγεται λαιμαργία, και δίνει το ίδιο όνομα σε κείνον που την έχει. Όταν πάλι γίνει τύραννος η επιθυμία της μέθης, και οδηγεί εκείνον που έχει την ακολασία σ' αυτόν το δρόμο, είναι φανερό ποιο παρανόμι θα πάρει. Και με τάλλα δα τα συγγενικά και για τις συγγενικές επιθυμίες ονόματα είναι φανερό πως εκείνη η επιθυμία που κάθε φορά βασιλεύει πρέπει να δίνει το όνομα. και για ποια αιτία ειπώθηκαν όλα τα παρα πάνω είναι πια περίπου φανερό, μα αν το ειπέι κανείς γίνεται πάντα πιο φανερό παρά αν δεν το ειπεί. Η άλογη λοιπόν επιθυμία υπόταξε τη σωστή  γνώμη που κυνηγούσε το ορθό, παρασύρθηκε στην απόλαυση της ομορφιάς και σπρωγμένη και από τις συγγενικές της επιθυμίες στην ομορφιά που έχουν τα κορμιά, έφθασε σε μεγάλη ρώμη, ενίκησε γιατί τραβούσε εμπρός, πήρε το όνομά της από την ίδια τη ρώμη και την είπαν έρωτα. 237e-238c
  • Αυτά λοιπόν πρέπει παιδί μου να έχεις  στο νου σου και να γνωρίζεις πως η φιλία του εραστή δεν γίνεται με καλόβουλη γνώμη, αλλά για να χορτάσει όπως χορταίνει με το φαγητό. Όπως οι λύκοι αγαπάνε το αρνί, έτσι οι εραστές αγαπάν το παιδί. Αυτά είναι Φαίδρε. Άλλα πια δεν έχεις ν' ακούσεις από μένα κι ας πάρει τέλος πια ο λόγος. 241c-d
  • ΣΩ: και τι; Τον έρωτα δεν τον έχεις για παιδί της Αφροδίτης και για κάποιο θεό; - ΦΑΙ: Έτσι βέβαια λένε. ΣΩ: Δεν το λέει όμως ο Λυσίας, ούτε ο δικός σου λόγος που ειπώθηκε με το δικό μου στόμα που συ το καταμάγεψες. Αν λοιπόν είναι, όπως είναι βέβαια, ο Έρως θεός ή κάτι το θείο, τότε δεν θα είναι τίποτε το κακό. Και οι δυο όμως λόγοι που έγιναν τώρα δα, είπαν γι αυτόν πως είναι κάτι κακό. Και μ' αυτό βέβαια αμάρτησαν στον Έρωτα, μα η ανοησία τους έχει αρκετή χάρη, γιατί, ενώ δεν λένε τίποτε το σωστό και το αληθινό, δείχνουν πως κάτι είναι, αν ξεγελάσουν μερικά ανθρωπάρια και ρίξουν μέσα τους ρίζες. Εγώ λοιπόν φίλε μου έχω ανάγκη να ξαναγίνω καθαρός.242e-243a
(Ο Σωκράτης, υπακούοντας στο "δαιμόνιό" του, συνειδητοποιεί ότι πρόσβαλλε το θεό Έρωτα και πρέπει να ανασκευάσει. Η παλινωδία του  είναι ένας  ύμνος στον μετά φιλοσοφίας έρωτα, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει με ποιητικό οίστρο τη θεωρία του περί ψυχής)
  • ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Έχε λοιπόν στο νου σου όμορφο παιδί μου πως ο προηγούμενος λόγος ήτανε του Φαίδρου που είναι γιος του Πυθοκλή από το Μυρρινούντα. Αυτός όμως που θε να ειπώ τώρα είναι του Στησιχόρου που είναι γιος του Εύφημου από την Ιμέρα. Και πρέπει να λέει τα ακόλουθα. Πως "δεν είναι αληθινός ο λόγος " που λέει ότι δεν πρέπει να χαρίζεται κανείς πιο πολύ σε έναν που δεν κατέχεται από έρωτα, την ώρα που μπροστά του έχει έναν εραστή, γιατί τάχα ο ένας είναι μανιακός, ενώ ο άλλος φρόνιμος. Αν βέβαια ήταν απλό να ειπεί κανείς πως η μανία είναι κάτι κακό, τότε ο προηγούμενος λόγος θα ήταν καλά ειπωμένος. Μα εδώ τα μεγαλύτερα καλά μας έρχονται από τη μανία, που μας χαρίζεται σαν ένα θείο δώρο. Γιατί και η προφήτισσα στους Δελφούς και οι ιέρειες στη Δωδώνη όταν τις έπιασε η μανία, έκαμαν στην Ελλάδα πολλά και καλά και σε ανθρώπους και σε πόλεις, ενώ όταν ήτανε φρόνιμες έκαμαν λίγα ή και τίποτε. Και αν βέβαια αρχίσουμε να λέμε και για τη Σίβυλλα και για τους άλλους, όσοι με τη μαντική τέχνη προφήτεψαν πολλά σε πολλούς και τους έκαμαν καλό στο μέλλον τους, θα μακραίναμε το λόγο μας λέγοντας πράγματα φανερά στον καθένα.  Όμως τούτο δα αξίζει να φέρουμε για μάρτυρα πως κι από τους παλιούς εκείνοι που έβαλαν τα ονόματα στα πράγματα δεν είχαν τη μανία για κάτι άσχημο, ούτε ντροπή. Γιατί αλλιώς δεν θα σμίγανε με την κατώτερη τέχνη, μ’ αυτήν που κρίνεται το μέλλον, το ίδιο τούτο όνομα και δεν θα την έλεγαν μανική. Μα επειδή ήταν κάτι καλό όταν έρχεται δοσμένη από το θεό της βάλανε το όνομα μ’αυτή τη γνώμη. Οι σημερινοί όμως ακαλαίσθητα έβαλαν μέσα στη λέξη το ταφ και την είπανε μαντική. Γιατί και την τέχνη που έχουνε οι φρόνιμοι, δηλαδή εκείνοι που  ζητάνε να ιδούνε το μέλλον από τα πουλιά κι από τα άλλα σημάδια, επειδή αυτοί προσπορίζουνε με το λογικό στην ανθρώπινη γνώμη νόημα και πείρα, την είπανε οι αρχαίοι οιονοϊστική, αυτήν που τώρα οι νεώτεροι τη μεγαλώνουν επιδεικτικά με το ω και τη λένε οιωνιστική. Όσο λοιπόν τελειότερο και σεβαστότερο είναι η μαντική από την οιωνιστική και το όνομα από το όνομα και το πράγμα από το πράγμα , τόσο ωραιότερη είναι κατά τη μαρτυρία των παλιών η μανία από τη φρονιμάδα, γιατί εκείνη έρχεται από το θεό, ενώ τούτη είναι ανθρώπινη. Αλλά κι από αρρώστιες κι από τις πιο μεγάλες δυστυχίες που έπεσαν σε μερικές γενιές από θεϊκή οργή για κάποια προγονικά φονικά, έφερε λύτρωση η μανία που ήρθε στην ώρα της και προφήτεψε σ΄εκείνους που έπρεπε. Γιατί βρήκε καταφύγι τις προσευχές στους θεούς και τις λατρείες και μ' αυτές έφθασε στην καθαρωσύνη και στη μύηση, έκαμε καθαρό και για τώρα και για πάντα εκείνον που την είχε και σ' εκείνον που τον χτύπησε στα σωστά και τον κυρίεψε ολωσδιόλου έφερε λύτρωση από τα βάσανα που τον κρατούσανε. Τρίτη όμως θεοζαλιά και μανία είναι εκείνη που έρχεται από τις Μούσες. Άμα αυτή κυριέψει καμμιά ψυχή απαλή κι ανάγγιχχτη, την ξυπνάει και τη μεθάει για τα τραγούδια και για τάλλα είδη της ποίησης, στολίζει τα μύρια έργα των παλιών και παιδεύει τις ερχόμενες γενεές. Όποιος όμως πάει χωρίς τη μανία των Μουσών στις θύρες της ποίησης όντας της γνώμης πως τάχα με την τεχνωσύνη του θα γίνει καλός ποιητής, μένει κι αυτός ο ίδιος ασήμαντος και η ποίησή του, αυτουνού που είναι φρόνιμος, αφανίζεται από την ποίηση εκείνων που τους κυριεύει η μανία.244a-245a
  •   «Ψυχή πάσα αθάνατος. Το γαρ αεικίνητον αθάνατον. Το δ’ άλλο κινούν και υπ’ άλλου κινούμενον, παύλαν έχον κινήσεως, παύλαν έχει ζωής. Μόνον δη το αυτό κινούν, άτε ουκ απολείπον εαυτό, ου ποτε λήγει κινούμενον, αλλά και τοις άλλοις όσα κινείται τούτο πηγή και αρχή κινήσεως. Αρχή δε αγένητον   Κάθε ψυχή είναι αθάνατη. Γιατί εκείνο που πάντα κινείται είναι αθάνατο, ενώ εκείνο που κινεί κάποιο άλλο και κινείται από κάποιο άλλο, μια που έχει τέλος στην κίνησή του, έχει τέλος και στη ζωή του. Μόνο εκείνο που κινείται  μοναχό του, επειδή δεν αφήνει ποτέ τον εαυτό του, δεν παύει ποτέ να κινείται, αλλά αυτό είναι η πηγή και η αρχή και για την κίνηση των άλλων όσα κινούνται. Η αρχή όμως είναι αγέννητη.245 c-d

  • Γιατί κάθε σώμα που παίρνει την κίνηση απ' έξω είναι άψυχο, ενώ εκείνο που την έχει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι έμψυχο. γιατί αυτή δα είναι η φύση της ψυχής. Αν όμως τούτο είναι έτσι, δηλαδή αν εκείνο που κινεί τον εαυτό του δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψυχή, τότε είναι ανάγκη η ψυχή να είναι κάτι αγέννητο και αθάνατο. Όσο για την αθανασία της, αρκετά είναι αυτά. Για τη μορφή της όμως πρέπει να ειπούμε τα ακόλουθα: Τι λογής βέβαια είναι, αυτό για να φανεί θέλει δίχως άλλο θεϊκή και μακρόλογη περιγραφή. Με τι πράγμα όμως μοιάζει, αυτό για να φανεί αρκεί περιγραφή ανθρώπινη και πιο σύντομη. Με τέτοιο τρόπο λοιπόν ας μιλήσωμε. Λέμε πως μοιάζει με τη σύδετη δύναμη που έχει ένα ζευγάρι φτερωτά άλογα μαζί με τον ηνίοχο. Τα άλογα λοιπόν των θεών και οι ηνίοχοι είναι όλοι καλοί κι από καλή γενιά, ενώ στους άλλους είναι ανακατωμένα. Και πρώτα πρώτα ο δικός μας αρματηλάτης βαστάει με τα χαλινάρια ένα μονάχα ζευγάρι άλογα κι από τα άλογα αυτά το ένα είναι όμορφο κι ευγενικό κι από καλή γενιά, ενώ το άλλο είναι απ' αντίθετη κι αντίθετο. Έτσι η ηνιόχηση είναι σε μας από την ίδια τη μοίρα δύσκολη κι επίπονη. Πώς όμως ειπώθηκε το ένα θνητό και το άλλο αθάνατο ζώο πρέπει να δοκιμάσουμε να ειπούμε. Όλη η ψυχή εξουσιάζει όλο το άψυχο και διατρέχει όλο τον ουρανό, πότε με τη μια πότε με την άλλη μορφή. Κι εκείνη που είναι τέλεια και φτερωτή περνοδιαβαίνει μέσα στον αέρα κι εξουσιάζει τον κόσμο όλο. Εκείνη που θα χάσει τα φτερά της φέρνεται με βία δώθε κείθε, ως που να πιαστεί από κάτι στέρεο. Εκεί μέσα πια μένει, παίρνει γήινο σώμα που μ’ εκεινής τη δύναμη νομίζει πως κινεί το ίδιο τον εαυτό του. Κι αυτό το όλο σύδετο ψυχή και σώμα, το είπανε ζώο και του έδωσαν το παρανόμι θνητό. Σε ποιο όμως να δώσωμε το παρανόμι αθάνατο δεν έχομε ούτε ένα λόγο θεμελιωμένο με τη σκέψη μας, αλλά πλάθουμε χωρίς να ιδούμε και χωρίς να νοιώσουμε καθαρά, το θεό ένα αθάνατο ζώο που έχει και ψυχή που έχει και σώμα, μα που είναι τα δυο αυτά σ' όλους τους αιώνες σύδετα. Αυτά ως τόσο ας είναι κι ας λέγωνται όπως ο θεός θέλει. Την αιτία όμως που πέφτουνε τα φτερά που πέφτουνε από την ψυχή, πρέπει να την ιδούμε. Και είναι περίπου η ακόλουθη. Η δύναμη του φτερού είναι το φυσικό της να τραβάει το βαρύ προς τα πάνω και να το ανεβάζει ψηλά εκεί όπου κατοικεί το γένος των θεών. Κι απ' όσα είναι κατά το σώμα η ψυχή έχει μεταλάβει πιο πολύ από το θείο. και το θείο είναι όμορφο, σοφό , καλό και ό,τι άλλο όμοιο. Μ' αυτά δα πιο πολύ θρέφεται και μεγαλώνει της ψυχής το φτέρωμα, ενώ με το άσχημο και με το κακό και με τάλλα τ' αντίθετα μαραίνεται κι αφανίζεται. 246a-e
  • Η άχρωμη και άμορφη κι ανέγγιχτη ουσία που αληθινά υπάρχει, που είναι θωρητή μονάχα από τον κυβερνήτη της ψυχής, το νου, που τη ζητάει το γένος της αληθινής γνώσης, είναι σ’αυτόν εκεί τον τόπο. Η διάνοια λοιπόν του θεού επειδή τρέφεται με νου και με κατακάθαρη γνώση και η διάνοια κάθε ψυχής που της είναι γραφτό να δεχθεί εκείνο που της ταιριάζει, όταν ύστερα από μακροχρονιά ιδεί ξανά το  ον το αγαπάει, κι όταν θωρίσει τα αληθινά θρέφεται κι ευφραίνεται ως που η περιφορά να κάμει τον κύκλο της και νάρθει στο ίδιο σημείο.  Σ ' αυτό όμως το κυκλογύρισμα θωρεί και την ίδια τη δικαιοσύνη, θωρεί και τη σωφροσύνη, θωρεί και τη γνώση, όχι εκείνη που τη συνοδεύει η γένεση, ούτε εκείνη που είναι άλλη για κάθε πράγμα απ’ όσα τώρα εμείς λέμε πως υπάρχουνε, αλλά την αληθινή γνώση που είναι μέσα σ’εκείνο που αληθινά υπάρχει.247e
  • Και οι άλλες (ψυχές) λαχταράνε δα όλες γι’απάνω κι ακολουθάνε, μα τους λείπει η δύναμη κι έτσι κάνουν μαζί το γύρο μα κάτω από το θόλο του ουρανού και πατάει η μια την άλλη κι ορμούνε και βάζουνε τα δυνατά τους ποια να πρωτοπεράσει την άλλη. και γίνεται θόρυβος και άμιλλα και χύνεται ο έσχατος ιδρώτας . Κι εδώ από φταίξιμο του ηνίοχου πολλές ψυχές γίνονται ανάπηρες και πολλές σπάζουνε πολλά φτερά. Και όλες ύστερα από πολύ πόνο φεύγουνε αμύητες στη θέα του όντος κι άμα πια φύγουνε τρέφονται με παραστάσεις. Η αιτία όμως που πάνε με πολλή σπουδή να ιδούνε πού είναι το πεδίο της αλήθειας είναι πως από το λειβάδι εκεί πέρα βγαίνει η τροφή που αρμόζει στο καλύτερο μέρος της ψυχής, πως και των φτερών το φύτρωμα που φέρνουν ανάλαφρα ψηλά την ψυχή, τρέφεται μ' αυτή την τροφή. Και υπάρχει τούτος δα ο νόμος της Αδράστειας. Όποια ψυχή γίνει συνοδίτισσα θεού και θωρήσει κάτι από τα αληθινά, να μένει απείραχτη από το κακό ώς το άλλο κυκλογύρισμα. Κι αν πάντοτε μπορεί τούτο να το κάνει, πάντοτε να είναι άβλαφτη. Όταν όμως δεν ιδεί τίποτε γιατί της έλειψε η δύναμη να ακολουθήσει και από κάποια κακοτυχία γεμίσει λησμονιά και κακία και βαρύνει, κι από το βάρος ρίξει τα φτερά της και πέσει καταγής, τότε είναι νόμος αυτή η ψυχή να μη φυτευθεί στην πρώτη γέννησή της σε κανενός θηρίου σπόρο. Αλλά όποια ψυχή είδε τα πιο πολλά να φυτευθεί σε σπέρμα ενός που θα γίνει φιλόσοφος ή φίλος της ομορφιάς ή δουλευτής των Μουσών και του Έρωτος. Η δεύτερη σ’ ενός βασιλιά φιλόνομου ή που είναι καλός στον πόλεμο και ικανός να έχει την αρχή. Η τρίτη σ’ενός πολιτικού ή οργανωτού ή κανενός που ποθεί να αποκτήσει πολλά. Η τέταρτη σ’ ενός  που του αρέσει ο μόχθος της γυμναστικής ή κανενός που θα καταγίνεται με τη γιατριά του σώματος. Η πέμπτη θα κάνει ζωή μαντευτική ή ιεροτελεστική, στην έκτη θα ταιριάζει ζωή ενός ποιητή ή κανενός άλλου εικαστικού. Στην έβδομη η ζωή κανενός τεχνίτη ή γεωργού στην όγδοη κανενός σοφιστή ή δημοκόπου, στην ένατη κανενός τυράννου. Κι από αυτούς όλους όποιος κάνει δίκαια ζωή βρίσκει καλύτερη τύχη, όποιος όμως κάνει άδικη ζωή, χειρότερη. Γιατί κάθε ψυχή δεν ξαναγυρίζει εκεί οπούθε έρχεται πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, γιατί δεν φτερώνεται πριν περάσει τόσος καιρός. Εξαίρεση κάνει μονάχα η ψυχή εκείνου που φιλοσόφησε χωρίς δόλο ή εκείνου που με τη φιλοσοφία αγάπησε τα παιδιά. 248a-249a
  • Γιατί ο άνθρωπος πρέπει να καταλαβαίνει ό,τι λέγεται στη μορφή της έννοιας που βγαίνει μέσα από τις πολλές αισθήσεις και συναιρείται με το λογισμό και γίνεται ένα. Και τούτο είναι η ανάμνηση που έχουμε για κείνα που είδε κάποτε η ψυχή μας, όταν πορεύτηκε μαζί με το θεό κι όταν εσήκωσε τα μάτια της πάνω απ' αυτά που λέμε τώρα πως υπάρχουνε και ανυψώθηκε εκεί όπου είναι η αληθινή ουσία. Γι αυτό δα όπως της αξίζει φτερώνεται μονάχα η ψυχή του φιλοσόφου. Γιατί είναι πάντα με όλη της δύναμη της μνήμης της κοντά σε κείνα όπου είναι κι ο θεός και γι αυτό δα είναι θεός. Όποιος λοιπόν άνθρωπος δουλεύει ορθά μ' αυτές τις θύμησες και προσδέχεται πάντα τέλεια τις μυσταγωγίες, αυτός μονάχα γίνεται πραγματικά τέλειος. Κι όταν παρατιέται από τα ανθρώπινα σπουδάγματα και πάει κοντά στο θείο, τότε οι πολλοί κοιτάζουνε βέβαια να τον νουθετήσουνε σα να του είχανε σαλέψει, και δε βλέπουν οι πολλοί πως αυτός είναι γεμάτος από το θεό. Έτσι λοιπόν μ αυτά όλα που είπαμε φτάσαμε στην τέταρτη μανία, αυτή που όταν κανείς βλέπει την ομορφιά εδώ κάτω καθώς θυμάται την αληθινή, φτερώνεται κι ανοίγει τα φτερά του γεμάτος πόθο να πετάξει, μα δεν έχει τη δύναμη και κοιτάζει σαν το πουλί προς τα πάνω και αμελεί τα κάτω και του λένε πως είναι μανιακός. Αυτή η μανία είναι απ’ όλα τα θεϊκά δαιμονίσματα η πιο καλή, κι από την πιο καλή πηγή και για κείνον που την έχει μέσα του και για κείνον που γίνεται κοινωνός της. Κι εκείνος που έχει αυτή τη μανία, αυτός που αγαπάει την ομορφιά λέγεται εραστής. Γιατί όπως είπαμε κάθε δα ανθρώπινη ψυχή, ταγμένη από τη φύση έχει θωρήσει τα όντα. Αλλιώς δεν θα έρχονταν σ' αυτήν τη μορφή της ζωής. Μα δεν είναι εύκολο στην καθεμιά απ' αυτά εδώ να φέρνει  στη θύμησή της εκείνα. Ούτε σ' όσες για λίγο είδανε τότε τα εκεί, ούτε σ' αυτές που έπεσαν εδώ κάτω και δυστύχησαν, κι έτσι από κάποιες συντροφιές επήραν της αδικίας το δρόμο κι απολησμόνησαν τα ιερά που είδανε τότε. Μένουν λοιπόν λίγες που έχουνε μέσα τους δυνατή τη θύμηση. Αυτές λοιπόν όταν ιδούν κάποιο ομοίωμα από τα εκεί μένουν εκστατικές και δεν κυβερνούνε πια τον εαυτό τους. Μα τι είναι το πάθος που τις βρήκε δεν το ξέρουνε γιατί δεν το ξεχωρίζουνε καθαρά.  Η ομορφιά λαμποκοπούσε τότε στα μάτια μας όταν μαζί με τον πανεύτυχο χορό βλέπαμε το μακάριο όραμα και θέαμα κι ακολουθώντας εμείς το Δία κι άλλοι άλλους θεούς ετελετουργούσαμε τη μυσταγωγία που αξίζει να τη λέμε τρισμάκαρη, αυτή που τη γιορτάζαμε δα όντας εμείς ολάκεροι κι ανέπαφοι απ’όσα κακά μας περίμεναν ύστερα. Και μυηθήκαμε στ’ακέρια κι ολοκάθαρα κι ατρεμόφεγγα και πανεύτυχα οράματα και τα θωρούσαμε μέσα σε φωτοβολιά καθάρια, όντας καθαροί κι αμόλυντοι απ’ αυτό που το περιφέρνουμε τώρα μαζί μας και το λέμε σώμα κι είμαστε σαν το στρείδι με το όστρακό του δεμένοι. 249c-250c
  •  Και καθώς νιώθει μέσα της ανακατωμένα και τα δυο, πόνο και χαρά, το παράξενο τούτο πάθημα την ανησυχάει τι να κάμει δεν ξέρει και ταράζεται ,μανιάζει, και ούτε τη νύχτα μπορεί να κοιμηθεί, ούτε την ημέρα να μείνει εκεί που είναι, μα τρέχει γεμάτη πόθο όπου νομίζει πως θα ιδεί εκείνον που έχει την ομορφιά. Κι άμα τον ιδεί και χυθεί μέσα της ίμερος, ελευθερώνει τους πόρους που ήταν πριν φραγμένοι , παίρνει αναπνοή και της περνάνε οι κεντιές και οι πόνοι και καρπώνεται στη στιγμή τούτη πάλι την πιο γλυκιά ηδονή. Γι αυτό δε χωρίζεται αυτόθελά της από τον όμορφο, ούτε βάζει κανέναν άλλο πιο ψηλά απ’αυτόν αλλά και μητέρες και αδερφούς και φίλους, όλους τους λησμονάει και δεν τη νοιάζει καθόλου για την περιουσία που χάνεται από αμέλειά της, καταφρονάει όλα τα ήθη και όλους τους τρόπους τους καλούς, αυτά που πριν τα είχε καμάρι και είναι έτοιμη να γίνει δούλη σ’ εκείνον που ποθεί και να κοιμάται όσο θα την αφήνουν πιο κοντά του, γιατί εκτός που σέβεται εκείνον που έχει την ομορφιά, βρήκε και το μοναδικό γιατρό για τους πιο μεγάλους πόνους. Κι αυτό το πάθος όμορφο παιδί, που για σένα δα λέω το λόγο, οι άνθρωποι το λένε έρωτα, μα πώς το λένε οι θεοί φυσικά άμα ακούσεις θα γελάσεις γιατί είσαι νέος. Λένε δα μερικοί από τους Ομηρίδες, νομίζω δύο έπη για τον Έρωτα από τα απόκρυφα και απ’αυτά το ένα είναι πολύ αλαζονικό κι όχι πολύ μετρημένο:
Κι αυτόν βέβαια οι θνητοί τον λένε Έρωτα πτερωτό
οι αθάνατοι όμως τον λένε Πτέρωτα, γιατί είναι
στη φύση του να βγάζει φτερά. (252b-c)
  •  Και στο τέλος της ζωής, χωρίς βέβαια φτερά, μα με την ορμή που είχανε να γίνουν φτερωτοί, βγαίνουν από το σώμα κι έτσι παίρνουν όχι μικρό έπαθλο για την ερωτική μανία. Γιατί στο σκοτάδι και στην πορεία κάτω από τη γη δεν είναι νόμος να πάνε πια εκείνοι που έχουν κι όλας αρχίσει την ουράνια πορεία, αλλά να ζούνε φωτεινή ζωή και να είναι ευτυχισμένοι, περπατώντας ο ένας σιμά στον άλλο και μαζί, χάρη στον έρωτά των, να γίνουν φτερωτοί, όταν έρθει ο καιρός να γίνουν. 256e
  • Αυτή για σένα, αγαπημένε Έρωτα, όσο γίνονταν με τη δύναμή μας πιο όμορφη και πιο καλή είναι η παλινωδία που σου προσφέραμε και σου αποδώσαμε σαν χρέος και που ήταν ανάγκη προς χάρη του Φαίδρου, κοντά στάλλα να ειπωθεί και με κάποιες ποιητικές λέξεις... Κι αν με το λόγο πριν και ο Φαίδρος και εγώ είπαμε κάτι δυσάρεστο σε σένα, ρίξε το φταίξιμο στο Λυσία τον πατέρα του λόγου, σταμάτα τον να κάνει τέτοιους λόγους και στρέψε τον προς τη φιλοσοφία, όπως έχει στραφεί ο αδελφός του ο Πολέμαρχος για να μην είναι πια δίβουλος κι αυτός εδώ ο εραστής του, όπως είναι τώρα, αλλά απλά να ζει για τον έρωτα με φιλοσοφικούς λόγους. 257a-b

(Ο Σωκράτης αναζητά με διαλεκτική επιδεξιότητα την αξία της τέχνης του λόγου ως πηγή  της αλήθειας.)
  • ΦΑΙ: Προσεύχομαι μαζί σου Σωκράτη, να γίνουν αυτά, αν βέβαια είναι καλύτερα για μας. Για το λόγο σου όμως από πολλή ώρα έχω μείνει εκστατικός, πόσο ωραιότερο τον εργάσθηκες από τον προηγούμενο. Κι έτσι φοβάμαι μην ο Λυσίας μου φανεί ασήμαντος, αν βέβαια θελήσει και σ' αυτόν απέναντι να βάλει κανέναν άλλο. 257c
  • ΣΩΚ: Αληθινά όμως δεν στέκει ένας άνθρωπος που αγαπάει τις Μούσες να μην έχει ακούσει αυτά τα πράγματα. Να, λένε πως τα τζιτζίκια ήταν άνθρωποι κάποτε, προτού ακόμα να γεννηθούν οι Μούσες. Όταν όμως γεννηθήκανε οι Μούσες και πρωτοφάνηκε το τραγούδι, τόσο πια μερικοί απ’ αυτούς τότε τους ανθρώπους τα χάσανε από την τέρψη, που τραγουδώντας αμέλησαν να φάνε και να πιουν και χωρίς να το νιώσουν πεθάνανε. Απ’ αυτούς γεννήθηκε από τότε το γένος των τζιτζικιών παίρνοντας τούτο το βραβείο από τις Μούσες, δηλαδή να μην έχει αφ’ότου γεννηθεί καμιά ανάγκη για τροφή, αλλά χωρίς να τρώει και να πίνει να αρχίζει ευθύς να τραγουδάει ως που να πεθάνει κι έπειτα πηγαίνοντας στις Μούσες να τους φέρνει είδηση ποιος από τους ανθρώπους εδώ κάτω ποιαν απ’αυτές τιμάει. Και να, στην Τερψιχόρη φέρνοντας την είδηση ποιοί την ετίμησαν κάνουν προς αυτούς την αγάπη της μεγαλύτερη και στην Ερατώ εκείνους που την ετίμησαν με ερωτικά τραγούδια. Όμοια και στις άλλες κατά το είδος της τιμής που ταιριάζει στην κάθε μιά. Μα στην πρεσβύτατη, την Καλλιόπη και στην Ουρανία που έρχεται έπειτα από αυτήν, αγγέλλουν εκείνους που περνούνε τη ζωή τους με φιλοσοφία και που τιμούν εκεινών την τέχνη. Αυτές δα είναι που πιο πολύ απ' όλες τις Μούσες έχοντας να κάμουν με τον ουρανό και με τους λόγους και των θεών και των ανθρώπων, αρθρώνουνε την ομορφώτερη φωνή. Για πολλές δα λοιπόν αιτίες πρέπει να μιλούμε για κάτι και δεν πρέπει να κοιμόμαστε το μεσημέρι.- ΦΑΙ: Πρέπει λοιπόν να μιλήσουμε. - ΣΩΚ: Πρέπει λοιπόν να εξετάσουμε αυτό που τώρα δα βάλαμε θέμα μας, να εξετάσουμε το λόγο πώς είναι καλό να τον λέγει κανείς και να τον γράφει και πώς όχι. 259c-e
  • ΦΑΙ: Γι αυτό το ζήτημα αγαπημένε Σωκράτη, έχω δα ακούσει πως δεν είναι ανάγκη ένας που είναι να γίνει ρήτορας να μαθαίνει εκείνα που πραγματικά είναι δίκαια, αλλά εκείνα που θα φαίνονταν δίκαια στο πλήθος που θα κρίνει, ούτε εκείνα που πραγματικά είναι καλά ή όμορφα, αλλά εκείνα που θα φανούνε. Γιατί μ' αυτά είναι  που πείθει κανείς, και όχι με την αλήθεια. 260 a
  • ΣΩΚ: Όταν πια στα σοβαρά θα δοκίμαζα να σε πείσω συντάσσοντας κανένα λόγο ως έπαινο για το γάιδαρο ονομάζοντάς τον άλογο, και λέγοντας πως κάθε τι αξίζει το θρέμμα τούτο να το έχει κανείς και στο σπίτι και για τις εκστρατείες και χρήσιμο να πολεμάει κανείς από τη ράχη του και δυνατό να κουβαλάει τις αποσκευές και σ' άλλα πολλά ωφέλιμο...- ΦΑΙ: Τούτο θα ήτανε πια ολωσδιόλου γελοίο. -ΣΩΚ: και δεν είναι τάχα καλύτερο να είναι κανείς γελοίος και φίλος , παρά ικανός και εχθρός; -ΦΑΙ: Είναι φανερό. -ΣΩΚ: Όταν λοιπόν ο τεχνίτης στη ρητορική που δεν γνωρίζει το καλό και το κακό, παίρνοντας μια πόλη που είναι το ίδιο μ' αυτόν, την πείθει επαινώντας όχι τον ίσκιο του όνου σαν ίσκιο του αλόγου, αλλά το κακό σαν να ήταν καλό, και έχοντας σπουδάσει τις γνώμες του πλήθους τους πείσει να κάνουν το κακό αντίς το καλό, ποιον καρπό νομίζεις πως ύστερα απ' αυτά θα θερίσει η ρητορική από τη σπορά της; -ΦΑΙ: Όχι βέβαια πολύ καλό.260c
  • ΣΩΚ: Όταν κάποιος πει τη λέξη σίδερο ή ασήμι δεν πάμε με το νου μας όλοι στο ίδιο πράγμα; -ΦΑΙ: Βέβαια -ΣΩΚ:Τι γίνεται όμως όταν κάποιος πει τη λέξη δίκαιος ή καλός; Δεν πάει αλλού ο καθένας και δεν διχάζονται οι γνώμες και μεταξύ μας και μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας; -ΦΑΙ: Βεβαιότατα. -ΣΩΚ: Ώστε σ΄εκείνα συμφωνούμε, σε τούτα όμως όχι. Σε ποια λοιπόν είναι πιο εύκολο να εξαπατηθούμε και η ρητορική σε ποια έχει πιο μεγάλη ισχύ; -ΦΑΙ: Είναι φανερό ότι σ' εκείνα που έχουμε άστατη γνώμη. -ΣΩΚ: Ώστε, όποιος θάρθει να καταπιασθεί με τη ρητορική τέχνη πρέπει πρώτα βέβαια αυτά τα δυο είδη να τάχει μεθοδικά χωρίσει και να έχει νιώσει κάποιο χαρακτηριστικό του καθενός , εκεινού όπου το πλήθος αναγκαστικά ταλαντεύεται και εκεινού όπου δεν ταλανεύεται... Τί γίνεται τώρα με τον έρωτα; 263a-c
  • ΣΩΚ: Γιατί είπαμε πως ο έρως είναι μια μανία, δεν είναι έτσι; Και δυο είναι της μανίας τα είδη. Η μια έρχεται από ανθρώπινες αρρώστιες, μα η άλλη έρχεται όταν με τη βοήθεια των θεών αποτραβηχθούμε από τους συνηθισμένους θεσμούς. («Μανίας δε γε είδη δύο, την μεν υπό νοσημάτων ανθρωπίνων, την δε υπό θείας εξαλλαγής των ειωθότων νομίμων γιγνομένην».) Και τη θεϊκή τη χωρίσαμε σε τέσσερα είδη κατά τέσσερις θεούς, τη μαντική έμπνευση την αποδώσαμε στον Απόλλωνα, την τελετουργική στο Διόνυσο, την ποιητική στις Μούσες και την τέταρτη στην Αφροδίτη και τον Ερωτα και είπαμε πως η ερωτική μανία είναι η πιο καλή. 265a-b
  • ΣΩΚ: Όμως αφού αυτοί οι λόγοι έτυχε να ειπωθούν με δυο τρόπους δεν θα ήταν δυσάρεστο αν μπορούσε κανείς να καταλάβει με τους κανόνες της τέχνης την αξία των δυο αυτών τρόπων. Να αποβλέπεις με το νου σου σε μια ιδέα και να συνάζεις λογικά τα δώθε κείθε σκόρπια και να δίνεις τον ορισμό του καθενός και να φανερώνεις για τι πράγμα θα διδάξεις , όπως τώρα για τον έρωτα ορίσθηκε τι είναι, είτε καλά είτε κακά ειπώθηκε. Τη σαφήνεια τουλάχιστον και τη συνέπεια με τον εαυτό του την είχε ο λόγος εξ αιτίας αυτού. - ΦΑΙ: Και με τον άλλο τρόπο τι εννοείς Σωκράτη; - ΣΩΚ: Το να μπορείς  εξ άλλου να χωρίζεις τα είδη κατά τις αρθρώσεις, όπως είναι βαλμένες από τη φύση και να μη δοκιμάζεις να σπάσεις κανένα μέρος ακολουθώντας τον τρόπο κανενός κακού μαγείρου... Αυτούς δα τους χωρισμούς και τις ενώσεις κι εγώ ο ίδιος Φαίδρε αγαπάω για να μπορώ να μιλάω και να σκέφτομαι. Και αν καταλάβω κάποιον ικανό να βλέπει τι είναι από τη φύση του ένα και πολλά μαζί, αυτόν τον παίρνω από πίσω πάνω στα χνάρια του σαν να ήτανε χνάρια θεού. Και ιδού, και κείνους που μπορούν να κάμουν τούτο αν τους ονομάζω σωστά ή όχι, θεός ξέρει, τους λέω όμως ως τώρα διαλεκτικούς.265d-266c
  • ΣΩΚ: Αφού λοιπόν η δύναμη του λόγου είναι να οδηγεί ψυχές, εκείνος που μέλλει να γίνει ρητορικός είναι ανάγκη να γνωρίζει πόσα είδη έχει η ψυχή... Όταν πάλι μπορεί να πει ο τι λογής άνθρωπος με τι λογής λόγους πείθεται και όταν μπορεί αυτόν που έρχεται κοντά του να τον καταλάβει καλά και να ειπεί στον εαυτό του: ιδού αυτός είναι και ιδού αυτή είναι η φύση που γι αυτήν ήτανε τότε ο λόγος , τώρα είναι πραγματικά μπροστά σου, και σ' αυτήν πρέπει να προσφέρεις αυτούς εδώ ρους λόγους για να την πείσεις γι αυτά εδώ τα πράγματα. Και όταν πια κατέχει κανείς όλα αυτά κι όταν κοντά σ' αυτά μάθει πότε είναι καιρός να μιλάει και πότε να κρατιέται, και πότε χρειάζεται η συντομία του λόγου και πότε το να μιλάει κακομοίρικα και να τα μεγαλώνει και το ίδιο για κάθε άλλο είδος του λόγου που θα μάθαινε. Όταν λοιπόν νιώσει καλά πότε είναι καιρός γι αυτά και πότε δεν είναι, τότε πια η τέχνη είναι καλά και τέλεια δουλεμένη. Πριν όμως όχι. Αν όμως κανείς παραλείπει κάτι από αυτά όταν μιλάει, ή όταν διδάσκει ή όταν γράφει και ισχυρίζεται πως μιλάει με τέχνη, εκείνος που δεν τον πιστεύει έχει δίκιο.271d-b
  •  ΣΩΚ: Άκουσα λοιπόν πως γύρω εκεί στη Ναύκρατιν, στην Αίγυπτο, υπάρχει ένας από τους παλιούς θεούς του τόπου..και του ίδιου του θεού το όνομα είναι Θεύθ. Κι αυτός πρώτος βρήκε και τον αριθμό και την αρίθμηση και τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμα και το παιχνίδι με τους πεσσούς και τους κύβους και ακόμα και τα γράμματα.Και τον καιρό εκείνο ήτανε βασιλιάς σε όλη την Αίγυπτο ο Θαμούς… Και ο βασιλιάς τον ρώτησε ποια ωφέλεια έχει κανείς από την καθεμιά.. Και όταν ήρθανε στα γράμματα: «Τούτο δα το μάθημα βασιλιά μου , είπε ο Θεύθ, θα κάνει τους  Αγύπτιους πιο σοφούς και το μνημονικό τους πιο καλό γιατί για τη μνήμη και για τη σοφία βρέθηκε το φάρμακο». Ο βασιλιάς όμως είπε: «Πολύτεχνε Θεύθ, άλλος έχει τη δύναμη να γεννάει τις τέχνες κι άλλος πάλι να κρίνει πόσο θε να βλάψουν και θε να ωφελήσουν εκείνους που μέλλουν να τις μεταχειριστούν…Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν θα φέρουν λησμονιά, μια και αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ’ έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για να ξαναφέρνεις κάτι στη θύμηση. Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την αλήθεια. Γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχθούνε θάχουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους και θα έχουν γίνει αντίς σοφοί, δοκησίσοφοι.274d- 275b
  • Στους ανθρώπους εκείνου του καιρού επειδή δεν ήτανε σοφοί όπως σεις οι νέοι, με την απλότητα που είχανε τους ήταν αρκετό να ακούνε τη δρυ και το βράχο, φθάνει μονάχα να λέγανε αληθινά πράγματα. Όμως εσένα σε ενδιαφέρει ίσως ποιος τα λέει και από ποιον τόπο είναι. 275c
  •   Όποιος λοιπόν νομίζει πως μέσα στα γραμμένα αφήνει για τους κατοπινούς καμμιά τέχνη, και όποιος πάλι παραδέχεται πως από τα γραμμένα θα βγει τίποτε καθαρό και βέβαιο, θα είναι πολύ απλοϊκός, και πραγματικά δε θα ξέρει εκείνο που προμάντευσε ο Άμμωνας, αφού νομίζει πως οι γραμμένοι λόγοι είναι κάτι πιο πολύ από το να ξαναθυμίζουν τα πράγματα που λένε τα γραφτά σε εκείνον που τα ξέρει.275d
  • Γιατί αυτό το κακό , Φαίδρε, έχει το γράψιμο, και μοιάζει μα την αλήθεια με τη ζωγραφική. Κι αυτής δα τα έργα στέκονται μπροστά σου σα να είναι ζωντανά, αν όμως τα ρωτήσεις σιωπούνε με πολλή σοβαροφάνεια. Το ίδιο λοιπόν κάνουν και οι γραμμένοι λόγοι: πας να πιστέψεις πως αυτοί έχουνε νόηση και μιλάνε, αν όμως τους ρωτήσεις κάτι για κείνα που λένε, γιατί θέλεις να το καταλάβεις, δηλώνουν ένα μονάχα πράγμα, το ίδιο πάντοτε. Και όταν μια φορά γραφτεί, κυλιέται παντού κάθε λόγος, όμοια και σε κείνους που τον νιώθουν όπως και σε κείνους πάλι που καθόλου δεν τους ταιριάζει και δεν ξέρει ο ίδιος να λέγει για ποιους είναι και για ποιους δεν είναι. Και όταν τον κακομεταχειρίζονται και τον κακολογούν άδικα, πάντα έχει ανάγκη από τον πατέρα του για βοηθό. Γιατί ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να αμυνθεί ούτε να βοηθήσει τον εαυτό του.275e
  • Αλλά πολύ πιο όμορφος νομίζω γίνεται ο ζήλος γι αυτά όταν ένας χειριζόμενος τη διαλεκτική τέχνη παραλάβει καμιά ψυχή πρόσφορη και φυτέψει και σπείρει μέσα της λόγους με γνώση που νάχουν τη δύναμη να βοηθούνε και τον εαυτό τους και το φυτευτή τους και να μην είναι άκαρποι, αλλά να φέρνουν καρπούς, κι απ' αυτούς να φυτρώνουν άλλοι μέσα σ’ άλλες πάλι ψυχές και νάχουν τη δύναμη να διατηρούν αθάνατο μέσα τους το σπέρμα και να φέρνουν ευδαιμονία σ’εκείνον που τους έχει, όσο τούτο γίνεται στον άνθρωπο. 277a
  • Προτού να ξέρει κανείς την αλήθεια για κάθε πράγμα που γι αυτό μιλάει ή γράφει και να είναι σε θέση να ορίζει το καθένα χωριστά, και όταν το ορίζει να γνωρίζει πάλι να το χωρίζει κατά είδη ώς που να φτάσει σ' εκείνο που δεν χωρίζεται. Και προτού να ξέρει ό,τι αφορά τη φύση της ψυχής, να διαβλέπει με τον ίδιο τρόπο και να ανευρίσκει το είδος που ταιριάζει σε κάθε ψυχή κι έτσι να θεμελιώνει και να κανονίζει το λόγο του και σε πολύπλευρη ψυχή να δίνει πολύπλευρους και παναρμόνιους λόγους και σε απλή απλούς. Προτού λοιπόν να ξέρει όλα αυτά δεν θα μπορέσει να μεταχειριστεί με τέχνη, όσο του είναι δοσμένο από τη φύση, το γένος των λόγων, ούτε για να διδάξει κάτι, ούτε για να πείσει κανέναν σε τίποτε, όπως μας έδειξε ο μακρύς λόγος που έγινε πριν.277b-c
  • Την ξεφεύγει όποιος είναι της γνώμης ότι μέσα στο γραπτό λόγο που γίνεται για κάθε πράγμα υπάρχει δίχως άλλο και πολύ παιχνίδι και ότι ποτέ κανένας λόγος πολύ σπουδαίος με μέτρο ή δίχως μέτρο, δεν εγράφηκε ούτε ειπώθηκε, όπως οι λόγοι των ραψωδών που λέγονται δίχως αναζήτηση και χωρίς διδαχή μόνο για να πείσουν, αλλά τω όντι οι καλύτεροι απ' αυτούς έγιναν για να βοηθούν τη μνήμη εκείνων που γνωρίζουν τα πράγματα. Μέσα όμως στους λόγους που λέγονται για να διδαχθούν και να μάθουν οι άλλοι και πράγματι γράφονται μέσα στην ψυχή και καταγίνονται με τα δίκαια και τα όμορφα και τα καλά, σ' αυτούς μόνον υπάρχει ενάργεια και εντέλεια και αυτούς αξίζει να προσέχει κανείς. Και αυτούς τους λόγους πρέπει να τους έχει κανείς σαν γνήσιους γιούς του, πρώτα βέβαια το λόγο που έχει μέσα του που τον βρήκε μόνος του, έπειτα τους τυχόν έκγονους και αδερφούς αυτού, που φύτρωσαν κατ' αξίαν σε ψυχές άλλων. Τους άλλους όμως να τους αφήνει να πάνε στο καλό. Ένας τέτοιος άνθρωπος καλέ μου Φαίδρε, θα ήταν όπως εγώ κι εσύ θα ευχόμαστε να γίνουμε κι εσύ και εγώ. 277e-278b
  • Μα δεν πρέπει να προσευχηθούμε σ' αυτούς εδώ τους θεούς προτού φύγουμε;
(«Ω φίλε Παν τε και άλλοι όσοι τήδε θεοί, δοίητέ μοι καλώ γενέσθαι τάνδοθεν. Έξωθεν δε όσα έχω τοις εντός είναι μοι φίλια. Πλούσιον δε νομίζοιμι τον σοφόν. Το δε χρυσού πλήθος είη μοι όσον μήτε φέρειν μήτε άγειν δύναιτ’ άλλος ή ο σώφρων») (279c)

«Αγαπημένε μου Πάνα, και σεις οι άλλοι θεοί αυτού εδώ του τόπου, δώστε μου να γίνω όμορφος μέσα μου. Και όσα έχω έξωθέ μου να είναι φιλιωμένα με όσα έχω μέσα μου. Δώστε θεοί μου, ώστε να μου φαίνεται πλούσιος ο σοφός, και χρυσού πλήθος να έχω όσο μήτε να σηκώσει, μήτε να βαστάξει επάνω του μπορεί άλλος παρά ο γνωστικός»








      ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Θεοδωρακόπουλου ( αποσπάσματα)
  • Ο απώτερος σκοπός της πλατωνικής παιδείας, η θέα της ιδέας και η μετάληψη της ψυχής από αυτήν, αυτός είναι και το βαθύτερο θέμα του «Φαίδρου». 1
  •  Πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι η Πολιτεία του Πλάτωνος όταν ήρθε στο φως θα εγέννησε την αντιπάθεια πολλών εναντίον του, αλλά και ελάχιστοι θα κατάλαβαν το νόημά της. Η Αθηναϊκή πολιτεία ήταν τόσο νοσούσα, ώστε δεν ημπορούσε πια να ξεγερέψει. Και οι πόνοι από την ενδεχόμενη πλατωνική επέμβαση της φαίνονταν αφόρητοι. Για τούτο και έμεινε με την αρρώστια της.3
  •  Τέχνη του λόγου και έρως είναι το διπλό θέμα του διαλόγου. Παιδεία , φιλοσοφία και φιλία μεταξύ του δασκάλου και του μαθητή αναπτύσσουν το θέμα τούτο… Η παλαιά πάλη της διαλεκτικής με τη ρητορική και τη σοφιστική που άρχισε κυρίως με το « Γοργία» με το άνοιγμα της Ακαδημίας, η πάλη δηλαδή της Ακαδημίας προς τη ρητορική και τη σοφιστική, αυτή είναι που κινεί ολόκληρο το διάλογο από την αρχή ως το τέλος. Η πρόοδος όμως από το  « Γοργία» ως το «Φαίδρο» είναι ότι  ο Πλάτων έχει κατακτήσει και την ψυχολογία, τη μελέτη της ψυχής. Ο δάσκαλος πρέπει να μελετήσει καλά την ψυχή του μαθητή, και ό,τι ειπεί να είναι ομόλογο με αυτήν. Πρέπει ο λόγος και η ψυχή να αρμόζεται το ένα με το άλλο. Αλλιώς ο λόγος είναι κενός και ρητορικός.  15
  •  Ο Σωκράτης που εξέρχεται με το Φαίδρο από την Αθήνα, δεν είναι άλλος παρά ο Πλάτων ο ίδιος, αυτός που τώρα εκεί κάτω στο άλσος της Ακαδημίας μαζί με άλλους σοφούς  παιδεύει τους έφηβους της  Αθήνας, όσοι βέβαια κατόρθωσαν να σωθούν από τη ρητορική και την κοινή λογογραφία, από αυτήν που και το θεό της Ακαδημίας, όχι μόνο το παιδευτικό της έργο, τον έρωτα, τον κατεβάζει στη στάθμη της βάναυσης ηδονής και κατά βάθος τον υβρίζει. 19
  •  Πολλοί νέοι που αγάπησαν στην αρχή τη φιλοσοφία, όταν είδαν πόσο τραχύς είναι ο μόχθος της διαλεκτικής και πόσο μακρόχρονη είναι η πλατωνική παιδεία, άλλαξαν γνώμη και άφησαν την Ακαδημία, έτρεξαν προς τους λογογράφους και τους μικροτεχνίτες της γλώσσας. 20
  • Υπάρχει η γνώμη ότι ο Πλάτων μετά την έκδοση της «Πολιτείας» και την αδιάφορη ή και εχθρική υποδοχή που της έκαμε το κοινό της Αθήνας, παραιτήθηκε από την πρόθεση να αναμιχθεί στα πολιτικά και αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στο καθαρά πνευματικό του έργο. Όμως ο Πλάτων ποτέ δεν εχώρισε το πολιτικό από το πνευματικό του έργο και αυτό είναι ακριβώς το κύριο γνώρισμα της πλατωνικής παιδείας, ότι το πνεύμα και η πολιτική είναι αχώριστα. Και η Ακαδημία του Πλάτωνος ήταν ακριβώς ο όμιλος όπου πνεύμα και πολιτική, επιστήμη και ζωή είναι αχώριστα. 23
  •  Είναι πολλά τα κοινά σημεία του «Φαίδρου» με τον «Φάουστ». Όπως ο «Φαίδρος» είναι το σημείο της ακμής του αρχαίου κλασσικού λόγου, το ίδιο είναι και το έργο τούτο του Γκαίτε, το σημείο ακμής του νεώτερου ευρωπαϊκού λόγου. 30
  • Είναι πλάνη να επιχειρεί κανείς να ερμηνεύσει την εικόνα της προσωπικότητας του Πλάτωνος μόνο από μια άποψη, έστω μόνο την ποιητική-καλλιτεχνική, όπως είναι ο τελευταίος συρμός, ή μόνο από την λογική-επιστημονική, όπως ήταν μια γενεά πριν. Το πλατωνικό κείμενο και φιλοσόφημα έχει ταυτόχρονα πολλές όψεις, αισθητική, διαλεκτική, μεταφυσική, θρησκευτική, πολιτική, μαθηματική, μυθική. Ο Πλάτων δεν είναι ούτε ένας ποιητής που έγινε απλώς φιλόσοφος, ούτε ένας φιλόσοφος που έγινε απλώς ποιητής. Είναι απ’ αρχής ως το τέλος πολυδύναμη προσωπικότητα. 33
  •  Ποτέ όμως δεν πρέπει να λησμονούμε, όταν σπουδάζουμε πλατωνικά κείμενα, ότι ο Πλάτων είναι φιλόσοφος όχι με τη λόγια έννοια των μεσαιωνικών ή και των νεότερων φιλοσόφων, αλλά με την πρωταρχική  έννοια, την ελληνική, όπου ο φιλόσοφος συναναστρέφεται τους ανθρώπους άμεσα, όπως ο γιατρός τους ασθενείς του, και ταυτόχρονα είναι εγγύτατα προς τους θεούς. Για τούτο αυτός πρέπει να είναι ο νομοθέτης και κυβερνήτης της πολιτείας των ανθρώπων. Επίσης ο αρχαίος φιλόσοφος συναναστρέφεται με εσωτερικότητα και βαθύτατη φιλία την αιώνια φύση, θαυμάζει τη γόνιμη πλαστικότητά της και χαίρεται το αιώνιο κάλλος της. Μέσα όμως από όλα αυτά τα είδη των σχέσεων η άρχουσα ενέργεια του φιλοσόφου είναι η θέαση, η εσωτερική εποπτεία και όχι η τυπική λογική, που συχνά απομαραίνει και τα αντικείμενα και το υποκείμενο της γνώσης. 35
  •  Ο τέταρτος αιώνας συζητεί για την αρετή, ενώ ο πέμπτος την κάτεχε ακόμα. Απέναντι στο ανάστημα του πέμπτου αιώνα αισθάνονται τώρα οι άνθρωποι τη μικρότητά τους και την ένδειά τους, και ζητούν να την αναπληρώσουν με τη λογική. Κι εδώ όμως ο Πλάτων είναι πάνω από την εποχή του, γιατί διέγνωσε ότι μόνο με τη λογική δεν ιδρύεται η αρετή. Χρειάζεται και κάτι άλλο, ίσως μια θεία μοίρα, κι αυτήν προσπαθεί κι εδώ στο «Φαίδρο» να την αρμόσει με τη διαλεκτική. Δίχως αυτή τη συντυχιά της θείας μανίας και του λόγου δεν υπάρχει μεγάλη προσωπικότητα, ούτε αρετή, ούτε τίποτε άλλο μεγάλο. Και ο Σωκράτης, ο άνθρωπος του πέμπτου αιώνα, είναι ακριβώς ο εγγυητής αυτής της διπλής όψης που έχει η ψυχή του ανθρώπου, της μαντευτικής και της λογικής, της μυθικής και της διαλεκτικής, της ποιητικής και της διανοητικής. Οι δυο μεγάλοι φιλόσοφοι, Πλάτων και Αριστοτέλης, που ως ανδριάντες υψώνονται μέσα στον τέταρτον αιώνα, είναι πολύ πάνω από την εποχή τους και αισθάνονται πολύ μεγαλύτερη απόσταση από αυτήν παρά ό,τι έχει από την εποχή του οιοσδήποτε άλλος μεγάλος του πέμπτου και του έκτου αιώνα. Η ζωή γύρω τους είναι  διαλυμένη, η αρμογή των δυνάμεων δεν υπάρχει πια και η κλασικότητα είναι χάρισμα μόνο ολίγων εκλεκτών που ο πόνος τους είναι τόσο μεγάλος, ώστε είναι σα να γέρνουν κι αυτοί προς το λυκόφως, ωσάν μέσα τους να υπάρχει ο σπόρος για τη μετακλασική εποχή, που ακολουθεί ύστερα απ’αυτούς. Και πράγματι ο Αριστοτέλης είναι το κλασικό όριο που χωρίζει την κλασική από τη μετακλασική εποχή. 39
  •  Ο Σωκράτης και ο Φαίδρος φτάνουν τέλος στο μέρος που θέλουν. Ιδού η πλατάνα με τον πυκνό της ίσκιο και δίπλα της οι όμορφες λυγαριές με τον ανθό και την ευωδιά τους. Και κοντά εκεί η ολοκάθαρη πηγή με το δροσερό νεράκι. Και γύρω αγάλματα θεών και κόρες. Είναι  πραγματικά ιερός τόπος. Έπρεπε να είναι ιερός, γιατί εδώ τώρα μέλλει να γίνει μια μυσταγωγία, να υμνηθεί ένας θεός, και περισσότερο ακόμη, πρόκειται να υμνηθούν όλοι οι θεοί και ο υπερουράνιος τόπος, όπου εδρεύει το γένος τους, δηλαδή τώρα θα υμνηθούν οι ιδέες του Πλάτωνος. 51
  • Ο δρόμος της ελληνικής φιλοσοφίας άρχισε από τη φύση. Αυτήν εζήτησαν πρώτα να καταλάβουν οι προσωκρατικοί. Η σοφιστική έπειτα και προ παντός ο Σωκράτης έφεραν τη φιλοσοφία προς τον άνθρωπο. Αυτόν ζητάει τώρα η φιλοσοφία να καταλάβει. Ο Πλάτων όμως συνδέει την ανθρωπογνωσία του Σωκράτη με την καινούργια θεώρηση του κόσμου που είναι ταυτόχρονα αισθητική και μεταφυσική. 52
  • Η απάντηση που κατόρθωσε να δώσει ο πραγματικός Σωκράτης στο ερώτημα τι είναι δίκαιον, τι είναι αρετή, τι είναι άνθρωπος, ήταν η «έννοια». Και την ερώτηση και την απάντηση του Σωκράτη ο Πλάτων τα διατηρεί, αλλά θέτει ακόμα ένα πρόσθετο ερώτημα: τι σημαίνει να ρωτάει κανείς «τι εστιν;» Μ’ αυτή την δεύτερη ερώτηση έφθασε ο Πλάτων από τη μονοσήμαντη σωκρατική έννοια στην πολυσήμαντη ιδέα, στο αιώνιο αρχέτυπο των όντων. Από την ιδέα αυτή καταυγάζεται τώρα η ψυχή του Πλάτωνος και είναι σημαντικό ότι ο διάλογος που θα μας φανερώσει τόσο πανηγυρικά, ποιητικά και σχεδόν ιερατικά την ιδέα, γίνεται μέσα στον ανοιχτό ορίζοντα του αττικού τοπίου. Τούτο σημαίνει ότι ο άνθρωπος και το πρόβλημά του δεν είναι δυνατόν να μείνουν εκεί  όπου τα άφησε ο πραγματικός Σωκράτης. Ο Σωκράτης εχώρισε κάπως τον  άνθρωπο από τη φύση και αδιαφόρησε για τη δεύτερη. Ο Πλάτων όμως ενώνει ξανά τον άνθρωπο με τη φύση, με τον κόσμο, από την υψηλή σκοπιά της ιδέας. Δεν γυρίζει ο Πλάτων στην απλή φυσιοκρατία, αλλά από τη νοητή σκοπιά που λέγεται ιδέα, ενώνει τον άνθρωπο με τη φύση. Ο δρόμος λοιπόν προς τη φύση περνάει τώρα μέσα από την ιδέα, γιατί μόνον από αυτήν ημπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος και τον εαυτό του και τη φύση, να ιδεί την αξία τους και να πλέξει το μύθο τους. 53
  • Και στο «Φαίδρο» όπως και στο «Συμπόσιο», ο πραγματικός έρως, η βάση της παιδείας, που κατευθύνεται και κατευθύνει προς τα αντικειμενικά αγαθά, όπου δεν υπάρχει φθόνος, και αντιπροσωπεύεται από το Σωκράτη, αντιτίθεται προς το βάναυσο εγωιστικό και φθονερό έρωτα που αντιπροσωπεύουν ο Αλκιβιάδης και ο Λυσίας. 59
  • Ο «Φαίδρος» είναι πράγματι ολυμπιακό αγώνισμα του Πλάτωνος, είναι η νίκη των απολλωνείων δυνάμεων της ψυχής του, του φωτός και του νου, του ηνιόχου της ψυχής επάνω στις άλλες δαιμόνιες δυνάμεις, τις άκαμπτα διονυσιακές. 69
  • Η διαλεκτική είναι το δώρο των θεών προς τους ανθρώπους (Φιλ. 16c). Το αντίθετο της θείας αυτής τέχνης είναι η εριστική. 75
  •  Έτσι, λόγος και δαίμων, λογική και συναίσθηση συμπληρώνονται αμοιβαία, δεν εναντιώνονται η μια στην άλλη. Μαζί, και τα δυο, όπου υπάρχουν, απαρτίζουν την πλήρη προσωπικότητα, τη δαιμόνια, τη σωκρατική και πλατωνική. Τούτο είναι που δεν καταλαβαίνει πια η σύγχρονη, «διαφωτισμένη» παιδεία του καιρού μας, ότι η ψυχή έχει και βάθος εξωλογικό και ότι ίσως το βάθος αυτό αξίζει άλλο τόσο όσο και το λογικό της. Η ίδια δύναμη, αυτή είναι η γνώμη του Πλάτωνος, που είναι αρχή για όλα, η ψυχή, που έρχεται από τη μεγάλη ψυχή του παντός, του σύμπαντος, αυτή που ενώνεται με το σώμα και το διαμορφώνει και το ομορφαίνει, αυτή που ως εσωτερική κίνηση, ως διάνοια έχει τη γνώση , η ίδια είναι και μαντευτική. Μαντεύει πράγματα που ο λόγος ούτε να τα εικάσει δεν μπορεί. 98
  • Απ’ αυτόν τον έρωτα η σχέση του εγώ και του εσύ, του ώριμου και του έφηβου, θα αποκτήσει το πραγματικό πλήρωμα του πνεύματος. Και τότε θα ανοιχθεί η κατεύθυνση προς την ιδέα, προς το αντικειμενικό αγάπημα της ψυχής των ανθρώπων που θέλουν να μορφώσουν ή να μορφωθούν… Κάλλος και καλοσύνη είναι για τον Έλληνα αχώριστα. Αυτός, ο φιλόσοφος, θα είναι ο μεγάλος εραστής της νεότητας. 99
  • «Γενικά μαθαίνει κανείς μόνον απ’εκείνον που αγαπάει», λέγει ο Γκαίτε, ο οποίος κρατήθηκε πιστός, όπως σε τόσα άλλα, και σε αυτό το πλατωνικό θέμα. 100
  • Έτσι έπραξαν και οι μεγάλοι μύθοι της «Πολιτείας», του «Φαίδωνος» και του «Συμποσίου». Αποκάλυψαν το βάθος των προβλημάτων. Παράστησαν ο πρώτος τη δικαιοσύνη και αδικία, ο δεύτερος τη ζωή και το θάνατο και ο τρίτος τον έρωτα. Το ίδιο θα γίνει τώρα με το μεγάλο μύθο περί ψυχής, έρωτος και ιδέας που θα ειπεί ο Σωκράτης. Θα αποκαλυφθούν πράγματα απίθανα για την τυπική λογική. "Δεινοίς απίστευτα, «σοφοίς» όμως πιστευτά "(245c) Είναι και ο μύθος ένα είδωλο της αλήθειας, δεν είναι η ίδια η αλήθεια. Αλλά ο πλατωνικός μύθος είναι τίμιο είδωλο της αλήθειας (εικός μύθος). 104
  • Και, όπως λέγει εδώ στο Φαίδρο, η γλώσσα κάνει τη γυμνή σκέψη που γυρίζει μέσα στο νου μας κάπως αόριστη, να γίνει οριστική και σαφής. Αλλά ήδη ο Παρμενίδης αντιτάχθηκε με σφοδρότητα στην τυφλή εμπιστοσύνη προς τα ονόματα και ο λόγος του ακούγεται τώρα από τον Πλάτωνα. « Για τούτο είναι απλά ονόματα ό,τι οι θνητοί έθεσαν πιστεύοντας πως είναι αληθινά». .. Το «όνομα», γενικά το ονομάζειν, είναι όργανο. Και ο Πλάτων βλέπει το όργανο τούτο κατά το πρότυπο των οργάνων της χειρωνακτικής εργασίας. Ό,τι είναι η σαΐτα για τον υφαντή, το ίδιο είναι το όνομα για την ψυχή… Και εφόσον η δαιμονία φύσις , ο «δαίμων» είναι μεταξύ των ανθρώπων και του θεού, όπως ο έρως, το ίδιο είναι και η γλώσσα «μεταξύ», δηλαδή, ανήκει στην ενδιάμεση εκείνη σφαίρα της ζωής , όπου και όλα τα αγαθά του πολιτισμού.121
  • Ο άνθρωπος είναι απ’αρχής καλλιτέχνης με την απλή του παρουσία, εφόσον αυτή φανερώνει μια εσωτερική αρμονία και τάξη της ψυχής που εικονίζεται στο σώμα, στην κίνηση, στην ομιλία, γενικά σε όλο το φέρεσθαι. Τούτο είναι άμεσο φανέρωμα αρετής. Άμεση λοιπόν παρουσίαση της εσωτερικής ουσίας και αρετής, αισθητή, ένυλη παράσταση του εσωτερικού, τούτο είναι κατά βάθος καλλιτεχνία. 127
  •  «Όποιος μπορέσει να αναμίξει τη μουσική με τη γυμναστική, την παιδεία με την υγεία και με πολύ μέτρο να τα προσφέρει στην ψυχή, αυτόν αξίζει να τον πούμε τέλειο καλλιτέχνη και μουσουργό, πολύ περισσότερο παρά εκείνον που γνωρίζει να συντονίζει τις χορδές τη μία με την άλλη» (Πολιτεία 412α). Αυτή είναι λοιπόν η αξία της ποιητικής τέχνης κατά τον Πλάτωνα και αυτή η τέχνη δεν γίνεται ποτέ δίχως τη μανία, δίχως τον ενθουσιασμό. 132
  •  Όταν ο Πλάτων ύστερα από το «Φαίδρο» θα γράψει το «Σοφιστή» θα ορίσει εκεί τη νόηση ως «ψυχής προς εαυτήν διάλογον». Επίσης η μάθηση είναι σωτήρια κίνηση της ψυχής, δηλαδή εσωτερική κίνηση που παρακολουθεί τον εαυτό της και δεν αφήνει ποτέ τον εαυτό της.139
  •   Ο γιος  του Σισύφου και της Μερόπης, ο Γλαύκος, βρέθηκε γύρω στην αθάνατη πηγή και «κατελθών εις αυτήν αθανασίας έτυχε». Αλλά επειδή δεν μπόρεσε να δείξει την πηγή αυτή σε άλλους, ρίχτηκε στη θάλασσα και η μοίρα του είναι να περιτρέχει τους αιγιαλούς όλους και τα νησιά μια φορά το χρόνο. Ο Γλαύκος ανακάλυψε την ουσία της ψυχής, την αιωνιότητά της και συνειδητοποίησε την αλήθεια της, αλλά δεν μπόρεσε να φανερώσει την ουσία της και σ’ άλλους, έτσι έγινε θαλάσσιος δαίμων. 140
  • Δεν υπάρχει εδώ σκοτεινός μυστικισμός. Ο παλαιός ορφικός λόγος ότι η ψυχή πρέπει να ελευθερωθεί από το σώμα, γίνεται δεκτός και από τον Πλάτωνα αλλά το νόημά του αλλάζει. Ο φιλόσοφος με την απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα εννοεί ότι η ψυχή πρέπει να καταλάβει την εσωτερική της ενότητα και να στραφεί προς την κατανόηση των ιδεών. Απ’ αυτή τη λογική εσωτερίκευση της ψυχής είναι δυνατόν να αλλάξει και η ζωή της πολιτείας αν και πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει ότι το κακό ως σταθερό αντίμαχο του καλού δεν μπορεί ποτέ να καταστραφεί, να λείψει… Η ιδέα λοιπόν του καθαρμού από θρησκευτική που ήταν στον ορφισμό γίνεται τώρα φιλοσοφική, γνωστική. 143-4
  •  Στο Φαίδρο γίνεται πραγματικά η αποκατάσταση της ψυχής, εδώ αναδύεται ο Γλαύκος από τη θάλασσα και εορτάζει την ανάστασή του, ξαναβρίσκει την «αρχαία φύσιν» του δηλαδή την παλαιά του ενότητα και πληρότητα.148
  •  «Λέμε λοιπόν πως μοιάζει (η ψυχή) με τη σύδετη δύναμη που έχουν ένα ζευγάρι φτερωτά άλογα μαζί με τον ηνίοχο» (Φαίδρος, 246α).. Ό,τι ονομάζουμε προσωπικότητα δηλαδή κέντρο νοημοσύνης, συνυφασμένο με βουλητικές και επιθυμητικές δυνάμεις που το αντιμάχονται, τούτο ακριβώς θέλει ο Πλάτων να παραστήσει με την εικόνα του φτερωτού συμπλέγματος. .. Τα στοιχεία που απαρτίζουν την προσωπικότητα είναι παρόντα σε όλη τους την πληρότητα και αποτελούν ενότητα πολυδιάστατη, αλλά κυβερνημένη από την ενιαία αρχή, από το θεοείκελο ηνίοχο, δηλαδή το νου. 151
  • Ο νόμος της Αδράστειας είναι: «όποια ψυχή γίνει συνοδίτισσα θεού και θωρήσει κάτι από τα αληθινά, αυτή να μένει απείραχτη από το κακό ως το άλλο κυκλογύρισμα. Αν πάντοτε μπορεί τούτο να το κάνει, πάντοτε να μένει άβλαφτη» (248c). 167
  • Ακούγεται εδώ μέσα από τις γραμμές του Πλατωνικού λόγου ο έρως του φιλοσόφου προς  την «φιλόσοφον και ηγεμονικήν φύσιν» του Δίωνος. Ο Πλάτων μετέδωκε στον Δίωνα τον έρωτα για τη φιλοσοφία και η σχέση που γεννήθηκε μεταξύ τους ήταν όπως ακριβώς περιγράφεται εδώ. Ο Πλάτων ό,τι δέχτηκε από τον Σωκράτη το μετάδωσε στο Δίωνα….. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο μια φορά μεταχειρίζεται την ονομαστική «Ζεύς». Όλες τις άλλες φορές μεταχειρίζεται το όνομα τούτο στη γενική. 185
  • Τα τρια μέρη της ψυχής, τα δυο ιππόμορφα και το ένα με τη μορφή του ηνιόχου, πρέπει να τα κρατήσουμε καλά χωρισμένα στο νου μας, αν θέλουμε να καταλάβουμε τι θα πει ο Σωκράτης… Πρέπει να γυρίσουμε πάλι προς την «Πολιτεία», όπου ο Πλάτων έκαμε τη μεθοδική, διαλεκτική τριχοτόμηση της ψυχής σε επιθυμία, θυμό και νόηση.188
  • Το συμπέρασμα στην "Πολιτεία" είναι ότι και ο νόμος της πολιτείας και η παιδεία κατατείνουν προς τον ίδιο σκοπό: Να μην αφήνουν τους ανθρώπους αδέσμευτους έως ότου βάλουν μέσα στην ψυχή τους, ιδρύσουν μέσα τους, μια "Πολιτεία", δηλαδή μια τάξη πραγμάτων και αφού εγκαταστήσουν μέσα τους ένα φύλακα και άρχοντα, δηλαδή τον ηνίοχο, το νου, τότε πια να αφήνουν τους ανθρώπους ελεύθερους. 189
  • Πρέπει λέγει ο Σωκράτης, να ομολογηθεί ότι «μέσα στον καθένα μας υπάρχουν τα ίδια είδη, οι ίδιες δυνάμεις της ψυχής που υπάρχουν και μέσα στην πολιτεία». 190
  • Αυτός ο σκληρός αγώνας που ονομάζεται έρως, γιατί όπως γνωρίζουμε από το «Συμπόσιο»  ο έρως δεν είναι απαλός, αλλά σκληρός και αυχμηρός και ανυπόδητος. Είναι ανδρείος και σύντονος, επιθυμητής της σοφίας , δεν είναι σοφός, αλλά φιλόσοφος (Συμπόσιο, 203d). Είναι ό,τι είναι και ο ίδιος ο Σωκράτης. 192
  • «…Γιατί η όψη της ψυχής , «η της διανοίας όψις», αρχίζει να βλέπει με οξύτητα όταν πια παύει η ακμή των ματιών του σώματος» (Συμπόσιο, 219c). 200
  •  Το σύμπαν δεν είναι για τον Πλάτωνα υλικός μηχανισμός, όπως θεωρείται σήμερα. Ο κόσμος είναι για τον αρχαίο Έλληνα στον πυρήνα του πνευματικός, ενώ σήμερα τίποτε δεν είναι τόσο αντίθετο με την αυστηρή επιστημονική έρευνα, όσο να αναμίξει κανείς αισθητικές και ηθικές απόψεις με την επιστήμη. Η Αναγέννηση κατόρθωσε να ιδεί τον κόσμο ως καλλιτέχνημα, και αυτή είναι η υπεροχή της απέναντι της σημερινής, άψυχης θεωρίας του κόσμου. Η Αναγέννηση ήταν η τελευταία μεγάλη αναλαμπή του αρχαίου πνεύματος και κατάλαβε τον Πλάτωνα προς όλες τις διαστάσεις. Ο κόσμος είναι κατά τον Πλάτωνα νομοτέλεια. Η νομοτέλεια αυτή δεν είναι τυφλή, αλλά ρυθμίζεται από τον πνευματικό δεσμό της ιδέας. Ο κόσμος δεν είναι μόνο λογικός, αλλά και όμορφος (Τίμαιος, 29α). 259
  •  Αλλά και ως το τέλος του βίου του ο Πλάτων γράφει. «Τόσο όμως μπορώ να ειπώ για όλους όσοι γράφουν ή θα γράψουν και όσοι λένε πως γνωρίζουν καλά τα πράγματα που εγώ σπουδάζω είτε γιατί τα άκουσαν από μένα είτε γιατί τα βρήκαν μόνοι τους. ..Δικό μου τουλάχιστον σύγγραμμα δεν υπάρχει κανένα γι αυτό το πράγμα ούτε θα υπάρξει ποτέ, γιατί τούτο είναι όλως διόλου ανείπωτο και δεν είναι ωσάν τα θέματα των άλλων επιστημών, αλλά από την πολλήν επικοινωνία με το ίδιο το πράγμα και από τη συνάφεια μαζί του, έξαφνα σαν από μια σπίθα που ανασπίθισε, γεννιέται μέσα στην ψυχή ένα φως, που μόνο του πια θρέφει τον εαυτό του» (Πλάτωνος επιστολή, Ζ,341 cd). 279
  • Δύο λοιπόν είναι τα μεγάλα και συγκλονιστικά βιώματα της ψυχής του Πλάτωνος που τον αναγκάζουν να κρίνει με τόση αυστηρότητα όλη την πνευματική παραγωγή του λαού του, το ένα είναι αρνητικό, τραγικό, η αποσύνθεση του αιώνα του, η αρχή της παρακμής που τη ζει με ένταση προφητική, και το άλλο είναι θετικό, το βίωμα της αλήθειας, η φιλοσοφία, αυτή που ποτέ άλλοτε δεν βρέθηκε σε τόσο ύψος και σε τόση κλασικότητα όση τώρα. Η πολιτεία των Αθηναίων κατά τον αιώνα του Πλάτωνος και γενικά το ελληνικό γένος έχουν ανάγκη από αληθινή παιδεία για να μπορέσουν να σωθούν. Και δεν είναι τυχαίο ότι στον Πλάτωνα παρουσιάζεται πρώτα πρώτα η έννοια του ελληνικού γένους. 289
  • Ο διάλογος δεν έγινε ποτέ, είναι έργο του Πλάτωνος και ο φιλόσοφος τον έγραψε όταν ήταν περίπου εξήντα ετών δηλαδή τριάντα χρόνια περίπου ύστερα από το θάνατο του Σωκράτη.Ο διάλογος είναι υψηλή πλατωνική ποίηση όπου μέσα πλέκεται το δράμα που άρχισε μεταξύ Σωκράτη και σοφιστικής στην Αθήνα και συνεχίζεται τώρα στον τέταρτο αιώνα μεταξύ Πλάτωνος και ρητορικής. 291


   ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Οδός= υπεραστική οδός #  δρόμος = τόπος όπου έτρεχαν οι νέοι
συγκοριβαντιώντα = συνενθουσιασώντα
Γνώθι σ' αυτόν= επίγραμμα στο προπύλαιο του Απόλλωνος στους Δελφούς, αποδιδόμενο στον Χείλωνα ή στον Θαλή.
ιδιώτης = άμαθος, άσχετος
διάνοια= το νόημα, η έννοια 
 ρήματα = τα λεγόμενα, επιχειρήματα
χαριστέος = πρέπει να χαρίζεται
ανάρπαστος= αρπαγείσα
πνεύμα= αεράκι
εκκέκρουκάς με ελπίδος= έχασα την ελπίδα
Κορύβαντες= ιερείς της Κυβέλης ή της Ρέας στην Κρήτη και τη Φρυγία τελούντες λατρεία σε κατάσταση θείας μανίας
Ωρείθυια και Φαρμακεία = νύμφες του Ιλισσού
ερημία φίλων= δίχως φίλους
φιλόλογος= φίλος, εραστής των (ρητορικών) λόγων
«γένος μουσικόν το Λιγύων»= Ο Ερμείας σχολιάζει ότι υπήρχε ένα έθνος στη Δύση, των Λιγύων, που ήταν τόσο πολύ μουσικόφιλο, ώστε ποτέ δεν πολεμούσαν όλοι μαζί, αλλά κάποιοι πολεμούσαν και οι υπόλοιποι τους τραγουδούσαν.
παραμύθιον= παρηγορία
εν ώρα= νεότητα
οστρακίνδα= παιχνίδι. τα παιδιά χωρίζονταν σε δυο ομαδες και εχάραζαν μια γραμμή που χώριζε τις δυο ομάδες. Ένα παιδί από τη μια ομάδα, πλησίαζε και πατούσε επάνω στη γραμμή με ένα όστρακο λευκό από τη μια και μαύρο από την άλλη. Ανάλογα με το χρώμα που είχε η κάθε ομάδα, αν το όστρακο έπεφτε με τη μαύρη ή τη λευκή πλευρά προς τα πάνω, τότε έπρεπε να φύγει η ομάδα που είχε το αντίστοιχο χρώμα και η άλλη να τρέξει να την πιάσει.
μαντικόν γέ τι και η ψυχή= έχει και η ψυχή κάποια μαντική δύναμη
Στησίχορος: λυρικός ποιητής, που κατά την παράδοση τυφλώθηκε διότι σατύρισε την Ελένη και ανέκτησε την όρασή του συνθέτοντας παλινωδία: "Η φήμη αυτή δεν είναι αληθινή.ούτε στα καλοφτιασμένα πλοία εμπήκες, ούτε στης Τροίας τα κάστρα επήγες".
μυρρίνη= μυρτιά, δέντρο χθονίων θεών.
οιονοϊστική   ετυμολογικό παιχνίδι του Πλάτωνα για τη μαντική, από τις λέξεις: οίησις=γνώση και σκέψη, νους= γενική γνώση, ιστορία= πείρα
ακήρατος= καθαρός
δοξαστός= που νομίζει, δεν γνωρίζει
ίμερος=πόθος
σχολή= ελεύθερος χρόνος
τέττιγες= τζιτζίκια.  Το αρχαίο τραγούδι για τα τζιτζίκια λέει: «Μακαρίζομέν σε τέττιξ, ότι δενδρέων επ’ άκρων, ολίγην δρόσον πεπωκώς, βασιλεύς όπως αείδεις».
δεύτερος= κατώτερος (δέομαι)
ψυχαγωγία= αγωγή της ψυχής. 
είδωλον  έρωτος, αντέρωτα έχων= έχει έρωτα σαν αντανάκλαση της αγάπης του εραστού
περί όνου σκιάς=  παροιμιώδης φράση ,για ασήμαντα πράγματα
διαλεκτικός= κατά τον Πλάτωνα ταυτόσημο με το φιλόσοφος