Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Εγιρδίρ- Νησί της μικρασιατικής Σπάρτης Πισιδίας ( μικρή λαογραφική μελέτη - 1997)



Ο πατέρας μου μας έλεγε ότι γεννήθηκε σε ένα νησί πάνω στα βουνά κι εμείς γελούσαμε. Ποτέ δεν τον πιστέψαμε. Όταν έκανα την εργασία, ως φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, αυτός δεν ζούσε πια. 
Δυσκολεύτηκα πολύ να βρω στοιχεία την εποχή εκείνη (1997) για το Νησί. Σήμερα πια το Εγιρδίρ είναι τουριστικό μέρος και εύκολα μπορεί κανείς να βρει στοιχεία στο διαδίκτυο. Ίσως κάποια από αυτά που καταγράφω να είναι παρωχημένα. Όμως οι πληροφορίες από τις συνεντεύξεις των Νησλήδων δεν χάνουν την αξία τους.

ΓΕΝΙΚΑ



Επάνω στα χιονισμένα και απρόσιτα όρη του Ταύρου, στην Κεντρική και Νότια Μικρά Ασία, απλώνεται η Πισιδία. Και εκεί, μέσα στην παγωμένη αγκαλιά των βουνών, η πανέμορφη λίμνη του Εγιρδίρ φιλοξενεί στο νοτιοδυτικό της άκρο το Νησί, το Nis Aya.


ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΓΥΡΩ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Το σχήμα της λίμνης μοιάζει με τον αριθμό 8. Το επάνω τμήμα της, το μικρότερο, είναι η λίμνη Hoyran gol (χοριάν γκιόλ=χώρια λίμνη ή Φοριάν= Βόρεια λίμνη ή Απολλωνιάς κατά τους Νησλήδες, τους κάτοικους του Νησιού). Από αυτήν πηγάζουν τα νερά που περνούν στο μεγαλύτερο τμήμα, τη Υesil  gol (Γεσίλ γκιολ= Πράσινη λίμνη)
Το μήκος της λίμνης είναι 35 χιλιόμετρα και το πλάτος της αλλού είναι 7, αλλού 15 χιλιόμετρα. Το νερό της ήταν καθαρό και πόσιμο. Το 1909 μια επιτροπή από άγγλους ειδικούς διαπίστωσε πως το βάθος της ήταν μέχρι 36 μέτρα. Σήμερα όμως έχει μειωθεί.
Γύρω από τη λίμνη υπήρχαν 32 τούρκικα χωριά, πολλά από τα οποία είχαν ελληνικά ονόματα. Στη νοτιοδυτική όχθη της λίμνης είναι ακόμη χτισμένη σε υψόμετρο 940 μέτρων η πόλη του Εγιρδίρ (Egridir). Αποτελεί προεξοχή του όρους Σιβρί-νταγ. Κατοικείτο από Τούρκους . Άλλοι υποστηρίζουν πως η ονομασία της πόλης προέρχεται από παραφθορά της ελληνικής λέξης «ακρωτήρι». Κατά άλλους προέρχεται από την τουρκική λέξη «Egri-dir», που σημαίνει          « είναι λοξό», καθώς η χερσόνησος έχει την άκρη της λοξή.


ΤΟ ΝΗΣΙ – ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

Στην κοινότητα του Εγιρδίρ υπάγονται και τα δυο νησιά της λίμνης.  Το ένα νησάκι, το μικρό, έκτασης περίπου 10 στρεμμάτων, απέχει 1/3 του χιλιομέτρου από το Εγιρδίρ. Λεγόταν DjanAda (Ντζαν αντά= Νησί της ψυχής).Ήταν σχεδόν ακατοίκητο, πλούσιο σε βλάστηση, κυρίως αμυγδαλιές, που όμως καταστράφηκαν από τις πλημμύρες. Παλαιά ήταν ιδιοκτησία Τούρκου τσιφλικά, του Ιλάνογλου ( ή Ελένογλου) και αργότερα, μέχρι το 1919, ανήκε στον παπα-Γρηγόρη, τον τελευταίο παπά του Νησιού, του Nis Ada.
Λίγο πιο πέρα, ½ χιλιόμετρο από το  Εγιρδίρ, βρίσκεται το Νησί, ή Nis Ada, έκτασης 100 στρεμμάτων. Μετά την έξωση των Ελλήνων ονομάστηκε Yesil ada(Γεσίλ αντά= πράσινο νησί).
Τα δυο νησιά ήταν κάποτε ενωμένα με την πόλη του Εγιρδίρ με ένα στενό δρόμο. Όμως τα νερά τον παρέσυραν σιγά σιγά και τον σκέπασαν, ίσως εξ αιτίας των πηγών που τροφοδοτούσαν τη λίμνη. Κάποιοι πιστεύουν πως ο τούρκος τσιφλικάς Ιλάνογλου γκρέμισε ο ίδιος ένα μέρος του στενού που χώριζε τη μεγάλη από τη μικρή λίμνη, έτσι ώστε να αποκλείσει το νησάκι του και να το κάνει πιο ασφαλές.
Οι Έλληνες χριστιανοί, οι Νησλήδες, κατοικούσαν στο Nis Ada,  το μεγαλύτερο, το Νησί. Οι πίνακες της αρχιεπισκοπής αναφέρουν περίπου 125 οικογένειες. Υπολογίζονται 600-800 κάτοικοι. Ίσως το Νησί να ήταν κάποτε εγκαταλειμμένο  και να κατέφυγαν εδώ Έλληνες φυγάδες από διάφορα μέρη. Μια τέτοια περίπτωση ανέφερε ο κ. Η. Καπλάνογλου για τον προπάππο του, ο οποίος κατέφυγε εδώ από την Κω, διότι ένας καυγάς με έναν Τούρκο, κατέληξε στον φόνο του Τούρκου.
Στο βιβλίο του “Discoveries in Asia Minor” (1834) o Arundell αναφέρει ότι ήσαν εγκατεστημένοι και Ελληνοκύπριοι.
Επειδή αρχικά ο πληθυσμός ήταν αραιός, για να μην εμποδίζονται οι μεταξύ τους γάμοι, οι λιγοστοί κάτοικοι είχαν αναθέσει το ρόλο του κουμπάρου αποκλειστικά σε δυο οικογένειες, ώστε να μπορούν οι υπόλοιπες να συνάπτουν γάμους.
Αναφέρεται και μια άλλη περίπτωση… ενσωμάτωσης νέων μελών στον πληθυσμό. Στο Ακ Πουνάρ (Βρύση) κάθε 15 Αυγούστου γινόταν μεγάλο παζάρι (Γιουνάρ μπαζάρ), όπου πουλούσαν από καρφίτσες μέχρι ανθρώπους! Εκεί λοιπόν οι Νησλήδες αγόρασαν 3 παιδιά, 2 Ελληνόπουλα και ένα αρμένικης καταγωγής, που οι τσέτες πιθανόν είχαν σκοτώσει τους δικούς τους. Έφεραν τα παιδιά στο Νησί και τα αρραβώνιασαν αμέσως. Αυτή ήταν μια συνήθεια, να αρραβωνιάζουν τα παιδιά από μικρά. Όταν μάλιστα οι γέννες της χρονιάς έδιναν περισσότερα αγόρια, ή το αντίθετο, τότε κατέφευγαν σε συμπεθεριό με τα γύρω χωριά.


ΔΙΟΙΚΗΣΗ- ΣΠΑΡΤΗ (ΣΠΑΡΤΑ)

Η λίμνη του Εγιρδίρ απέχει από τη Σπάρτη περίπου 35 χιλιόμετρα, στα Βορειο-ανατολικά. Σήμερα οδικώς η απόσταση διανύεται σε μια ώρα το πολύ.Το Νησί υπαγόταν διοικητικά στην περιοχή της Σπάρτης, μιας από τις 5 που συγκροτούσαν το βιλαέτι (νομό) του Ικονίου. ( Οι άλλες ήταν: της Νίγδης, του Πολυδωρίου, της Ατταλείας και του Ικονίου). Και τα δυο νησιά ανήκαν στην κοινότητα του Εγιρδίρ και οι χριστιανοί αντιπροσωπεύονταν στο δωδεκαμελές αιρετό Συμβούλιο της πόλης με ένα σύμβουλο (itare Azasi = επαρχιακός σύμβουλος). Στη θέση αυτή χρημάτισε ο κ. Φυντάνογλου.
Λόγω της μεγαλύτερης ικανότητάς τους από τους 11 Τούρκους συναδέλφους τους οι χριστιανοί  «ιταρέ αζασί» αναλάμβαναν τις σοβαρότερες υποθέσεις της κοινότητας με τη συμφωνία ή και την εξουσιοδότηση του ίδιου του Τούρκου καϊμακάμη.
Στην πραγματικότητα το Νησί και η Σπάρτη αποτελούσαν μια κοινότητα με οικονομικούς, θρησκευτικούς και πολιτιστικούς δεσμούς και οι δάσκαλοι ήταν Σπαρτακλήδες. Προξενήματα, γάμοι και κουμπαριές δυνάμωναν τις σχέσεις των δυο κοινωτήτων, κάτι που συνεχίστηκε και στην Ελλάδα. Το σχολείο του Νησιού υπαγόταν επίσης στη σχολική εφορία της Σπάρτης, η οποία και όριζε τα βιβλία που έρχονταν από τη Σμύρνη.
Πολλοί Σπαρτακλήδες επισκέπτονταν το Νησί στο πανηγύρι των Αγίων Αναργύρων. Οι Νησλήδες έκαναν τα ψώνια τους στο Εγιρδίρ, όπου οι Σπααρτακλήδες είχαν τα καταστήματά τους, είτε από την ίδια τη Σπάρτη, καθώς το Νησί δεν είχε κανένα εμπορικό. Αλλά και η αγορά της Σπάρτης πλημμύριζε από τα ψάρια της λίμνης του Εγιρδίρ. Οι μάστορες – χτίστες, μαραγκοί κλπ -  που έμεναν στο Νησί συχνά αναζητούσαν δουλειά στη Σπάρτη.
Κοινή υπήρξε επίσης και η θρησκευτική οργάνωση Νησιού και Σπάρτης. Το Νησί υπαγόταν στη Μητρόπολη της Πισιδίας που είχε έδρα στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Σπάρτης. Ο Μητροπολίτης μάλιστα επισκεπτόταν συχνά το Νησί για να επιλύσει τις διαφορές ανάμεσα στους χριστιανούς, σύμφωνα με το δικαίωμά του της δικαιοπραξίας.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η περιοχή της Πισιδίας κατοικήθηκε από μη ινδοευρωπαϊκούς λαούς από της αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Ακολούθησαν οι ινδοευρωπαίοι Λουίτες και Χετταίοι. Ο αποικισμός των Ελλήνων στην Πισιδία πρέπει να άρχισε πριν το 1000 π.Χ, συνεχίστηκε με τα μεταναστευτικά κύματα του 8ου και 5ου αιώνα και οριστικοποιήθηκε με τους αποίκους που ακολούθησαν το Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του. Σημαντική επίδραση έχουν δεχτεί οι Πισίδες από τους Λακεδαιμόνιους Δωριείς, οι οποίοι ήδη από τη 2η χιλιετηρίδα πέρασαν από την Παμφυλία στην Πισιδία.
Το Νησί ακολουθεί την πολυκύμαντη ιστορία της Πισιδίας. Τα δικά του ίχνη στην πορεία της είναι επίσης σημαντικά και ενδιαφέροντα, έστω κι αν δεν σημειώνεται στους χάρτες, έστω  κι αν δεν είναι παρά λίγα στρέμματα γης. Την πόλη του Εγιρδίρ πολλοί την ταυτίζουν με την αρχαία Πρόσταινα , μια εξαιρετικά οχυρωμένη πόλη, χτισμένη, κατά τον Πτολεμαίο, πάνω στη λίμνη που έφερε το όνομά της. Τη γνώμη αυτή στηρίζουν, εκτός των άλλων αρχαιολογικών και ιστορικών επιχειρημάτων, και με την ανακάλυψη εδώ ενός νομίσματος με την επιγραφή στη μια όψη ΠΟΛΙC  και στην άλλη ΠΡΟΣΤΑΝΝΕΩΝ.
Για τη Βυζαντινή εποχή παίρνουμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες από το έργο του ιστορικού Ιωάννη Κίνναμου, που υπήρξε γραμματέας του αυτοκράτορος Μανουήλ Α΄Κομνηνού (1143-1180). Αναφέρει πως σε μια επιχείρησή του εναντίον των Τούρκων ο αυτοκράτορας εγκατέστησε το στρατό του στη λίμνη, την οποία μάλιστα ονομάζει ΠΑΣΓΟΥΣΗ. Επειδή τα δυο νησιά της είχαν γύρω φυσική τάφρο το νερό της λίμνης, διέθεταν δε και παλιά φρούρια, ο αυτοκράτορας θέλησε να γίνει κύριός τους. Οι  Έλληνες όμως κάτοικοι αρνήθηκαν, εξαιτίας της πολύχρονης συναναστροφής τους με τους Τούρκους, να παραδοθούν. Ο αυτοκράτορας τότε ένωσε βάρκες και πλοία μεταξύ τους καρφώνοντας ξύλα και έστησε πάνω τους τις πολιορκητικές του μηχανές. Έτσι τελικά κυρίευσε την περιοχή.
Πολλά χρόνια αργότερα περνούν από εδώ τα στρατεύματα των Μογγόλων με αρχηγό τον Τιμούρ Λαν ( Τιμούρ ο κουτσός)ή Ταμερλάνο, μετά τη νίκη τους εναντίον των Οσμανλήδων του Βαγιαζήτ Α΄το 1402 στην Άγκυρα. Κατά τον Μ. Θαβωρίτη πιθανό σ’ αυτή την εποχή να αναφέρεται μια παράδοση που αφορά τη δημιουργία του τούρκικου μαχαλά στο Νησί. Ο Ταμερλάνος θεωρείτο προστάτης των Τούρκων μικροηγεμόνων και ευσεβής μουσουλμάνος. Στην είδηση του ερχομού του λοιπόν οι ΄Ελληνες κάτοικοι του Νησιού έκαναν συμφωνία με τους Τούρκους του Εγιρδίρ για να τους προστατεύσουν σε περίπτωση διωγμού. Ως αντάλλαγμα τους παραχωρούσαν τη μισή έκταση του Νησιού και 100 από τα 300 σπίτια του. Οι Τούρκοι δέχτηκαν και οι Έλληνες τους χάρισαν επί πλέον την εκκλησία της Αγίας Ευδοκίας που τη μετέτρεψαν σε τζαμί.
Υπάρχει όμως και άλλη παράδοση σχετικά με τον τούρκικο μαχαλά, όπως την ανέφερε ο κ. Χατζηλιάσογλου. Οι χριστιανοί έβγαιναν με τις βάρκες τους στο Εγιρδίρ και οι Τούρκοι τους χλεύαζαν και τους πετροβολούσαν. Γι αυτό πήραν στο Νησί τους Τούρκους εργάτες, με τους οποίους συνεργάζονταν και τους παραχώρησαν τα σπίτια και την εκκλησία, ώστε η παρουσία τους να τους προστατεύσει από τους ομοεθνείς τους.
Μετά την άλωση της Πόλης το 1453 ο μικρασιατικός πληθυσμός των χριστιανών Ελλήνων υφίσταται τη μανία του κατακτητή: βίαιοι εξισλαμισμοί, λεηλασίες, σφαγές. Οι Έλληνες της Πισιδίας δεν υπέστησαν τόσες περιπέτειες, καθώς η περιοχή τους, ορεινή και απρόσιτη, δεν είχε στρατηγικό ενδιαφέρον για τους Τούρκους. Διατήρησαν το θρησκευτικό τους φρόνημα και τις παραδόσεις τους, έτσι ώστε, μετά τους πρώτους αιώνες της παρακμής, ανασυντάσσουν τις δυνάμεις τους και χτίζουν ένα σημαντικό πολιτισμό, ιδιαίτερα μετά το 18ο αιώνα.
Στην αρχή του 20ου αιώνα ξεκινά η αφαίμαξη του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής της Πισιδίας. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους το 1912 και 1913 πολλοί Έλληνες μετακινήθηκαν στη Σμύρνη ή στην Ελλάδα. Στις 20 Ιουλίου 1914, Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος, γίνεται γενική επιστράτευση των ανδρών από 20-45 ετών. Στις 20 Σεπτέμβρη του 1914 έγινε ένας φοβερός σεισμός με χιλιάδες νεκρούς σε όλη την περιοχή και, φυσικά, πολλούς μετανάστες.
Το 1919 γίνονται οι απάνθρωπες και φρικτές σφαγές από τους τσέτες, μια παρακρατική οργάνωση των Τούρκων. Μια συγκλονιστική μαρτυρία αναφέρει ο πρωτοπρεσβύτερος Παπαϊωακείμ Πεσμαζόγλου, ο τελευταίος ιερέας της Σπάρτης, στις «Αναμνήσεις» του: Από τα γύρω αιματωβαμμένα χωριά είχαν συγκεντρωθεί 5000 γυναικόπαιδα κυρίως στο Νησί ( κατά πάσα πιθανότητα εννοεί το μικρό, ακατοίκητο Djan Ada). Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες και καθημερινά πέθαιναν 10-15 άτομα. Μάταια προσπάθησε ο ιερέας να δώσει λύση στο πρόβλημα παρακαλώντας τον Τούρκο εφέ να αφήσει 1500 άτομα να φιλοξενηθούν στη Σπάρτη, ώστε να αραιώσει το εξαθλιωμένο πλήθος και να επιζήσουν όσοι ήταν δυνατό.
Το 1920 ξεκινούν εκτοπισμοί από την κυβέρνηση των Τούρκων, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η ενίσχυση του προελαύνοντος ελληνικού στρατού από τους ντόπιους. Με αυτό το πρώτο κύμα έφυγε και ο τελευταίος παπάς του Νησιού, ο Παπαγρηγόρης, με την οικογένειά του, που σώθηκαν χάρη στη βοήθεια του φίλου του Καϊμακάμη. Το 1921 εκτοπίζονται όλοι οι άντρες ηλικίας 14-70 ετών στα βάθη της Μικράς Ασίας. Τον Οκτώβριο εκτοπίζονται και παιδιά 13 ετών! Με τη μεσολάβηση αμερικανών τα αγόρια αυτά κρατήθηκαν στο ορφανοτροφείο του Ζιντζή Ντερέ( ψιλό ρέμα) κοντά στην Καισάρεια και έτσι γλύτωσαν. Πολλοί μάλιστα από αυτούς, μεγάλοι πια, θυμούνται τα αμερικανικά τραγούδια που μάθαιναν.
Προτού υπογραφεί η ανταλλαγή πληθυσμών ήρθε η διαταγή να εγκαταλείψουν το Νησί και τα εναπομείναντα γυναικόπαιδα. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1922 οι Νησλήδες ενώνονται με τους υπόλοιπους Πισιδιώτες – 7000 συνολικά – και πεζοπορούν 100 χιλιόμετρα μέσα στις χαράδρες του Τσιμπούκ Μπογάζ, αντιμέτωποι με το κρύο, την πείνα, τις αρρώστιες, τους ληστές.  Με επικεφαλής τον Παπαϊωακείμ, προστάτη και οδηγό τους, φτάνουν στην Αττάλεια, όπου παρέμειναν μέχρι να έρθουν τα ελληνικά πλοία να τους πάρουν. Βιώνοντας απίστευτες τραγωδίες θα φτάσουν στην Ελλάδα, όπου οι περιπέτειες συνεχίστηκαν για το σμίξιμο με τους χαμένους, για τη στέγη, τη δουλειά, την επιβίωση.

ΤΟ ΚΛΙΜΑ

Η περιοχή της λίμνης βρίσκεται στην αγκαλιά του επιβλητικού Ταύρου (Τορός Ντάγ- υψόμετρο 3.585 μ.), του οποίου ο όγκος καλύπτει ολόκληρο το νότιο τμήμα της Πισιδίας, την Παμφυλία, τη Λυκαονία και την Κιλικία. Άφθονες βροχοπτώσεις, πολλά νερά, πλημμύρες, χειμώνας βαρύς και μακρύς με θερμοκρασία 10-15 υπό το μηδέν.  Όταν η λίμνη πάγωνε τότε οι κάτοικοι του Νησιού, αλλά και ξένοι, έκαναν παγοδρομίες. Οι ντόπιοι μάλιστα είχαν αυτοσχέδια έλκηθρα με τα οποία γλιστρούσαν στην παγωμένη επιφάνεια.   Ήταν τα λεγόμενα «τανσίζ άτι» = άψυχα άλογα ή μπουζ ατι= παγάλογα.
Οι Νησλήδες θυμούνται την περίπτωση ενός γέροντα πρόσφυγα, ο οποίος πέθανε το χειμώνα της πορείας στην προσφυγιά και δεν είχαν χώμα να τον θάψουν! Έσπασαν κομμάτια πάγου και με αυτά τον σκέπασαν.
Το καλοκαίρι ήταν δροσερό και ευχάριστο. Τότε το Νησί ήταν – και είναι ακόμη – θαυμάσιο παραθεριστικό κέντρο.


ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΖΩΗ

Η θρησκεία, η Ορθοδοξία, υπήρξε για τους Έλληνες της Μ. Ασίας η άσβεστη φλόγα που διατηρούσε θερμή την επαφή τους με την πατρίδα, η αλυσίδα που τους ένωνε μεταξύ τους στην απέραντη γη της Ανατολίας. Οι Νησλήδες μιλούν ακόμη και σήμερα με καμάρι μαζί και καημό για τις εκκλησίες τους.
Σύμφωνα με ένα παλιό θρύλο, στα πολύ παλιά χρόνια, ίσως στο Βυζάντιο, στο Νησί υπήρχαν 7 μοναστήρια. Το έλεγαν μάλιστα και «Νησί των καλογέρων». Κάποιοι Νησλήδες λένε πως υπήρχαν 12 εκκλησίες στον τόπο τους. Ως το 1922 πάντως ήσαν 4 εκκλησίες στο Νησί: η Αγία Ευδοκία (Ευδοξία) του 14ου-15ου αιώνος, που, όπως αναφέρθηκε παραχώρησαν οι χριστιανοί στους Τούρκους και αυτοί τη μετέτρεψαν σε τζαμί. Υπήρχε επίσης το παρεκκλήσι του Αγίου Ευστρατίου, που λειτουργούσε εκτάκτως ή μια φορά το χρόνο και το οποίο κατεδαφίστηκε.
Ο Άγιος Στέφανος ήταν βυζαντινή εκκλησία και μάλιστα διατηρούσε εξαίρετα ψηφιδωτά. Επίσης κατεδαφίστηκε. Επικοινωνούσε με την Αγία Ευδοκία υπογείως, κατάλοιπο ίσως  της εποχής των διωγμών. Την περιοχή πίσω από την εκκλησία την έλεγαν «μαναστήρ αρκασή»= το πίσω μέρος του μοναστηριού, γεγονός που ίσως παραπέμπει στον προαναφερθέντα θρύλο.
Η μεγαλύτερη εκκλησία του Νησιού, το καμάρι των Νησλήδων, ήταν μια τρισυπόστατη: των Αγίων Θεοδώρων, των Εισοδίων της Θεοτόκου και των Αγίων Αναργύρων. Διατηρήθηκε μόνο η τελευταία της ονομασία, αυτή που αναφέρεται και στην ονομασία του Συλλόγου των Νησλήδων της Νίκαιας « Οι άγιοι Ανάργυροι». Εδώ γινόταν κάθε χρόνο μια μεγάλη πανήγυρις, όπου συνέρρεαν πλήθη από όλη την Τουρκία. Ακόμη και Τούρκοι έρχονταν εδώ ευλαβικά και έκαναν προσφορές. Η φήμη για τη δύναμη της εκκλησίας αυτής ήταν βαθιά ριζωμένη στις ψυχές όλων. Αναφέρουν μάλιστα και ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο: Κάποια Ανάσταση περίμεναν έξω από την εκκλησία Έλληνες και Τούρκοι για να πάρουν κόκκινα αυγά από το δίσκο. Κάποιος τούρκος άπιστος βλασφήμησε και έπεσε αμέσως ξερός κάτω!
Ένας Τούρκος ερευνητής από την Άγκυρα έστειλε γράμμα στην Ένωση των Σπαρταλήδων για να τους προσκαλέσει σε ένα συμπόσιο στο Γιάλοβατς (Αντιόχεια) με θέμα: «Ο χριστιανισμός και οι χριστιανοί  της Ανατολίας» για τον Ιούλιο του 1997.  Στο γράμμα του αναφέρει την πληροφορία πως κάθε Ιούλιο οι χριστιανοί από τις γύρω περιοχές έρχονταν στο Νησί για να επισκεφθούν την εκκλησία και έπειτα έφευγαν με καΐκια βορειοανατολικά της λίμνης, προς τις σπηλιές για να γίνουν Χατζήδες. Προφανώς σε αυτό κάνει λάθος, αφού Χατζήδες γίνονταν όσοι επισκέπτονταν τα Ιεροσόλυμα. Ίσως να πρόκειται για τα θεωρούμενα αγιασμένα νερά αυτής της περιοχής. Στο ίδιο γράμμα μιλά και για μια σπηλιά της Παναγίας δυτικά της λίμνης, από όπου έτρεχε νερό από μια πέτρα σε σχήμα στήθους.
Στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων φυλασσόταν ένας πολύτιμος χρυσοκέντητος επιτάφιος, δώρο των τσάρων της Ρωσίας. Αυτόν κατάφεραν να τον μεταφέρουν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες στο διωγμό του 1921. Τον τύλιξε στον κόρφο της μια γυναίκα και έτσι τον γλύτωσε από τους Τούρκους «προστάτες» που τους συνόδευαν. Ήταν στολισμένος με πολύτιμα πετράδια, από τα οποία όμως πολλά χάθηκαν διότι λέγεται πως τα έβαζαν κρυφά στο στόμα τους κάποιοι που έσκυβαν να προσκυνήσουν. Τον επιτάφιο αυτό οι Νησλήδες αρνήθηκαν να τον παραδώσουν στο Βυζαντινό Μουσείο και τον κράτησαν κοντά τους, κρίκο ζωντανό που τους συνδέει με τις μακρινές πατρίδες. Τον πρόσφεραν στην Μητρόπολη της Νίκαιας όπου και εκτίθεται στο Μουσείο.
Δυστυχώς δεν ευτύχησε να διασωθεί ένα χειρόγραφο ευαγγέλιο του Νησιού σε περγαμηνή. Αυτό το λήστεψαν οι Τούρκοι, μαζί με ό,τι άλλο μπόρεσαν να αρπάξουν από τους πρόσφυγες στήνοντάς τους παγίδα στην τοποθεσία Κίρκ- γκιοζ = σαράντα μάτια, κατά την πορεία της προσφυγιάς.
Άλλα πολύτιμα αντικείμενα – πολυελαίους, κειμήλια, κηροπήγια – οι χριστιανοί τα έθαψαν πριν φύγουν από το Νησί. Λέγεται μάλιστα πως πολλά από αυτά οι Τούρκοι τα ανακάλυψαν γκρεμίζοντας σπίτια και εκκλησίες γι’ αυτό το λόγο.
Στην ανατολική πλευρά της λίμνης, 30 χιλ. από το Εγιρδίρ υπήρχε ένα χωριό με την ονομασία «Παύλος», την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Εδώ υπήρξαν πιθανόν οι πρώτοι οπαδοί του Αποστόλου Παύλου στην περιοδεία του της περιοχής της Αντιοχείας, όπου ήρθε να διδάξει τους Εβραίους, οι οποίοι όμως τον έδιωξαν. Λένε πως υπήρχε στο χωριό αυτό ένας βράχος με τρεχούμενο νερό που θεωρείτο αγίασμα.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Μέχρι την τελευταία καταστροφή στο Νησί λειτουργούσε Δημοτικό σχολείο με 130 μαθητές περίπου. Στεγαζόταν σε ένα μεγάλο επιβλητικό κτίριο με αυλή 400 τμ. Ήταν διώροφο με μαρμάρινη σκάλα και είσοδο. Είχε ανεγερθεί το 1910 στη θέση του παλιού κτιρίου. Εδώ, εκτός από τις αίθουσες διδασκαλίας υπήρχαν και δωμάτια για τους δασκάλους που έρχονταν από τη Σπάρτη κυρίως, καθώς και ξενώνες για τους επισκέπτες που συνέρρεαν στη γιορτή των Αγίων Αναργύρων. Είχε ετήσιο προϋπολογισμό 25 χρυσές λίρες Τουρκίας.
Τα μαθήματα διδάσκονταν μόνο στην ελληνική. Ο Σωτήρης Ουλκέρογλου, ο τελευταίος δάσκαλος, δίδασκε κρυφά ως ξένη γλώσσα τα γαλλικά. Όταν το 1918 οι Τούρκοι το ανακάλυψαν, έκλεισαν το σχολείο. Ο κ. Σ.Σεραφειμίδης που πήγε στο προνήπιο του Νησιού, θυμάται τη δασκάλα τους να διδάσκει: Είχε ένα πίνακα με διάφορες εικόνες και τους ρωτούσε στα τούρκικα   :«Άλμαγια νεσίλ τεϊολά ουρούμτζαντάν?» = το μήλο πώς λέγεται ελληνικά; Ο ίδιος θυμάται πως τα ελληνικά τα μάθαιναν κρυφά στο υπόγειο. Σύμφωνα όμως με πληροφορίες του κ. Σαπουντζάκη τα μαθήματα διδάσκονταν μόνο στην ελληνική. Όσοι μαθητές ήθελαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους πήγαιναν στο τουρκικό γυμνάσιο του Εγιρδίρ, το Ρουστιέ, ή στο Σχολαρχείο της Σπάρτης ή του Ακ Σεχίρ. Για ανώτερες σπουδές πήγαιναν στο Σουλτανιέ του Ικονίου.

ΟΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Οι Νησλήδες ήσαν έμποροι και βιομήχανοι κυρίως. Ίσως από την ανασφάλεια, τον κίνδυνο του διωγμού, ίσως από το εξαίρετο επιχειρηματικό τους πνεύμα, δεν στράφηκαν στη γη και τα τσιφλίκια, αλλά προτίμησαν το εμπόριο και τα γράμματα. Είχαν 3-4 εργοστάσια ταπητουργίας και  καταστήματα στην πόλη του Εγιρδίρ. Κάθε πρωί ξεκινούσαν με τις βάρκες τους από το Νησί και γύριζαν το βράδυ. Η διαδρομή ήταν μισή ώρα, αλλά σε εποχή τρικυμίας διαρκούσε και μια ώρα.
Οι Νησλήδες δεν ήσαν μόνο δεινοί έμποροι, αλλά και τίμιοι. Γι αυτό τους προτιμούσαν όχι μόνο οι Έλληνες της περιοχής, αλλά και οι Τούρκοι, διότι οι ομοεθνείς τους είχαν φήμη κερδοσκόπων. Χαρακτηριστικό προϊόν της περιοχής ήταν το ροδέλαιο. Στις αρχές του αιών η παραγωγή του στη Σπάρτη γενικότερα είχε μεγάλη ανάπτυξη και ήταν πολύ επικερδής. Η μια οκά στοίχιζε περίπου 85,5 λίρες. Υπήρχαν και Νησλήδες παραγωγοί  ροδέλαιου, όπως ο Κυριάκος Χατόγλου και ο Χατζηχαραλάμπους. Οι ροδώνες τους βρίσκονταν στην ανατολική όχθη της λίμνης σε απόσταση 15 χιλιομέτρων, εκεί όπου βρίσκονταν και τα αμπέλια τους.
Το Νησί είχε επίσης πολλούς καλούς μαστόρους – χτίστες, μαραγκούς- που περιόδευαν στις γύρω περιοχές στη διάρκεια του καλοκαιριού και επέστρεφαν το χειμώνα. Ο πατέρας του κ. Σεραφειμίδη ήταν τσαγκάρης στο Νησία και αναφέρει χαρακτηριστικά πως τα παπούτσια ήταν τόσο γερά τότε που με τις επιδιορθώσεις άντεχαν και 10 χρόνια!
Η υφαντουργία άνθισε εξαιρετικά σε όλη την Πισιδία. Κι εδώ, στο Νησί, υπήρχε ένας αργαλειός σε κάθε σπίτι και κάθε γυναίκα ασχολούνταν με αυτή την τέχνη όχι όμως για εμπορικούς λόγους. Το εμπόριο του είδους αυτού το είχε βασικά η Σπάρτη με τις περίφημες ταπητουργίες της.
Το ψάρεμα στη λίμνη ήταν άλλη μια δραστηριότητα των Νησλήδων, κυρίως όμως για προσωπική χρήση, διότι το εμπόριο το είχαν σ’ αυτό το είδος οι Τούρκοι. Όλοι ψάρευαν με αγκίστρι και ψωμί για δόλωμα. Αναφέρεται βέβαια ο Σπάρταλης Γιάννης Κιουρκτσόγλου, που θέλησε – ατυχώς- να ασχοληθεί επαγγελματικά. Νοίκιασε από το τούρκικο δημόσιο για 4 χρόνια το δικαίωμα αλιείας στη λίμνη Horian – το βόρειο τμήμα δηλαδή. Όμως οι καιρικές συνθήκες που πάγωσαν τη λίμνη τον οδήγησαν σε αποτυχία. Ο κ.Σεραφειμίδης θυμάται πως δυο φορές το χρόνο γινόταν δημοπρασία για τη μεγάλη ψαριά. Συγκέντρωναν τα ψάρια σε ένα στενό μέρος της λίμνης και εκεί τα έπιαναν εύκολα. Τα είδη των ψαριών ήσαν πολλά: Το «σαζάνι», το αγαπημένο τους ψάρι, παχύ και μεγαλόσωμο, το μαγείρευαν γεμιστό με ρύζι στο φούρνο ή το πάστωναν. Τα «σιράζ μπαλούκ» που γίνονταν κυρίως παστά. Τα «μουρινέ μπαλούκ» , μικρά και λεπτά, τα «τσιτσέκ μπαλούκ»=λουλουδόψαρα, ήταν πιο σπάνια, με κοντό πλακουτσωτό κεφάλι. Τα «κελτέν», τα «κουλαχλού», τα» ερέζ μπαλούκ», τα «καβίνια». Σήμερα έχουν μείνει λίγα σαζάνια μόνο και γαρίδες στη λίμνη. Κι αυτό γιατί οι Τούρκοι έριξαν ένα γόνο λαβράκι που έφαγε όλα τα άλλα ψάρια.
Με την καλλιέργεια της γης ασχολήθηκαν οι Τούρκοι, που είχαν τα κτήματά τους κυρίως στην ανατολική ακτή της λίμνης. Έτσι κάπως ήταν μοιρασμένοι οι ρόλοι στην κοινωνική ζωή και η οικονομία θύμιζε την παλιά μορφή της ανταλλακτικής. Όταν το χειμώνα μαζεύονταν στο Νησί όλοι οι περιοδεύοντες μάστορες και τεχνίτες συγκέντρωναν στις αποθήκες τους προμήθειες του χειμώνα σε τρόφιμα. Αν τύχαινε όμως και τους τελείωναν νωρίτερα δε δίσταζαν να ζητήσουν από τον Τούρκο κτηματία δανεική τροφή κι αυτός ευχαρίστως τους έδινε, διότι ήξερε πως θα έρθει η σειρά του να χρειαστεί την τέχνη τους για κάποια δουλειά. Έτσι αρμονικές υπήρξαν οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων στο Νησί και δεν κλονίστηκαν ποτέ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μιας οικογένειας Τούρκων που συνόδευσαν τους Έλληνες φίλους τους στην προσφυγική πεζοπορία τους ως τη θάλασσα!

                          
ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Στο νότιο τμήμα του Νησιού ήταν χτισμένος ο μικρός τούρκικος μαχαλάς, με σπίτια που παραχωρήθηκαν από τους ίδιους τους Έλληνες. Συνεχίζοντας ανατολικά είναι τα σπίτι των χριστιανών. Η αρχιτεκτονική των σπιτιών γινόταν με βασικά κριτήρια την προστασία από τις καιρικές συνθήκες και την εθιμική συγκέντρωση σε αυτό όλης της οικογένειας. Το σπίτι περνούσε στα αγόρια. Αρχηγοί της οικογένειας οι γέροντες και γύρω τους συσπειρωμένοι οι απόγονοι: τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δισέγγονα. Μαζί οι νύφες και οι γαμπροί. Δυο τρεις τέσσερις γενιές στο ίδιο σπίτι.
Τα παιδιά ήσαν πολλά. Κανείς δεν έκανε κάτω από τρια. Ο Κυριάκος Χατόγλου για παράδειγμα, ο Κυριάκ Εφέντης και η Γεσθημανή το γένος Κοτσαηβάζογλου, είχαν 14 παιδιά. Είναι επίσης χαρακτηριστική η περίπτωση των διαδοχικών γάμων με τους οποίους αντιμετώπιζαν το πρόβλημα της χηρείας και επομένως της λειψής οικογένειας. Ένα παράδειγμα: Ο δεύτερος γιος του Κυριάκου Χατόγλου, ο Σάββας, παντρεύτηκε την Αναστασία και  έκαναν ένα παιδί, τον Βασίλη. Η σύζυγος πέθανε νέα και ο Σάββας παντρεύτηκε τη Φροσύνα με την οποία έκαναν τον Παύλο. Πρόσφυγες πια στη Μακεδονία, ο Σάββας πεθαίνει από τις κακουχίες και η Φροσύνα παντρεύεται τον Παναγιώτη με τον οποίο κάνουν δυο παιδιά, τον Αποστόλη και τη Χρυσάνθη. Παρά τις όποιες μεταβολές όλοι συγκατοικούσαν.
Τα σπίτια ήταν όλα διώροφα.  Άλλα από πλήνθους και ξύλα , άλλα από πέτρα και ξύλα, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη. Το κάτω σπίτι (αλτέβ) χρησίμευε σταν αποθήκη-ψυγείο για τις χειμερινές προμήθειες. Ξηροί καρποί και φρούτα, κρέατα καβουρτνισμένα στο λίπος, ψάρια παστά, βαρέλια για ούζο και κρασί, πετιμέζι, ψωμιά και παξιμάδια και, φυσικά, καυσόξυλα. Η αποθήκη χτιζόταν με πέτρες αρκετά υπερυψωμένη ώστε να προστατεύεται από τις πλημμύρες. Το δάπεδό της ήταν από πατημένο χώμα. Οι τοίχοι χωρίζονταν σε 2-3 οριζόντιες ζώνες από ξύλινα δοκάρια, τα σινάζια ή ουσάκ. Πρόκειται για μια παραδοσιακή αντισεισμική κατασκευή. Το αλτέβ είχε μικρά σχετικά παράθυρα και η πόρτα – μεγάλη και ξύλινη – από την οποία μια επίσης ξύλινη εσωτερική σκάλα οδηγούσε στον πάνω όροφο, το κυρίως σπίτι.
Αυτό ήταν ξύλινο. Υλικό εύκολο και φθηνό. Το προμηθεύονταν από τα απέραντα δάση του Ταύρου. Περίφημοι ήταν οι στύρακες, δέντρα που από την αρχαιότητα ακόμη χρησίμευαν για την κατασκευή ακοντίων. Σανίδες στενόμακρες, βαλμένες οριζόντια, η μια πλάι στην άλλη, τοποθετημένες πάνω σε κάθετα δοκάρια. Τα παράθυρα μεγάλα, μακρόστενα και πολλά, ξύλινα επίσης , υποδέχονταν τον ευεργετικό ήλιο. Συνήθως ο όροφος αυτός προεξείχε ολόκληρος από την πλευρά της πρόσοψης του σπιτιού. Δεν έλειπαν και τα ξύλινα, μικρά σαχνισιά. Το πάτωμα ήταν ξύλινο επίσης.
 Η οροφή, το ντάμι, εσωτερικά φτιαχνόταν από χοντρά δοκάρια που ντύνονταν με στενόμακρους πήχεις (μπαγνταζί) κάθετους στα δοκάρια. Πολλοί διακοσμούσαν το ξύλινο αυτό ταβάνι με ανάγλυφα σχέδια, που απεικόνιζαν αρχαίους αμφορείς. Καθισμένοι σε μια τάβλα, ακόνιζαν το σουγιά τους σε μια λαδωμένη πέτρα και σκάλιζαν τα σχέδια. Άλλοτε το ξύλινο ταβάνι σουβαντίζονταν. Εξωτερικά η οροφή ήταν από βυζντινό κεραμίδι ή λαμαρίνα ή και τα δυο για την προστασία από το ψύχος. Καμινάδες δεν υπήρχαν γιατί τα τζάκια ήταν πολυτέλεια. Η θέρμανση γινόταν με ένα μεγάλο μπρούτζινο μαγκάλι, όπου έκαιγαν ξύλα ή κάρβουνα. Τα μαγκάλια χρησιμοποιούνται ακόμη στο Νησί.
Στον όροφο του κυρίως σπιτιού ήταν τα υπνοδωμάτια και ο μουσαφίρ οντάς. Το αποχωρητήριο ήταν έξω ,στην αυλή. Υπήρχε δοχείο μέσα στο σπίτι για όσους ήταν ανήμποροι.
Τα έπιπλα ήταν λιγοστά. Υπήρχαν σκαμνάκια, όμως όλοι έτρωγαν καθισμένοι χάμω γύρω από το στρογγυλό σοφρά, που ήταν χαμηλός, ως 30 πόντους περίπου. Σκεύη δε χρειάζονταν πολλά, διότι έτρωγαν όλοι από μια κοινή γαβάθα ή από το σινί. Σ’ αυτό έτρωγαν το μοσχοβολιστό χαλβά, που ήταν η εύκολη λύση για να γιορτάσουν κάποιο γεγονός ή να κεράσουν κάποιο καλεσμένο. Οι επισκέψεις ήσαν  συχνές, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Μεγάλη γιορτή με τραπέζωμα γινόταν επίσης όταν κάποιος γυρνούσε από τα Ιεροσόλυμα, όταν γινόταν Χατζής.

ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Οι διατροφικές συνήθειες φυσικά εξαρτιόνταν από τις καιρικές συνθήκες του τόπου και την οικονομική κατάσταση του καθενός. Τα όσπρια ήταν φθηνή, θρεπτική και εύκολη στη διατήρησή της τροφή. Τα μαγείρευαν συχνά. Τα συνδύαζαν μάλιστα με ρύζι, ανακατεμένα. Φακές, φασόλια, ρεβίθια, κουκιά. Το κρέας και τα προϊόντα του μαγειρεύονταν σε διάφορες μορφές: καπαμά (ψημένο σε καλά κλειστή κατσαρόλα), κεμπάπ (ψητό αρνί), παστουρμάς (ηλιοψημένο κρέας μοσχαριού, ή σπάνια καμήλας, με τσιμένι και σκόρδο), γιουβαρλάκια, σουτζουκάκια με κύμινο. Τον κιμά τον κομμάτιαζαν μόνοι, δεν υπήρχε μηχάνημα, με δυο μαχαίρια σταυρωτά.
Η λίμνη τους έδινε άφθονα ψάρια. Τα μαγείρευαν ή τα έκαναν παστά. Πάστωναν επίσης το χαβιάρι τους. Είχαν όλα τα γαλακτοκομικά. Έκαναν το «αριάνι», ένα δροσιστικό ρόφημα από γιαούρτι και νερό, με λίγο αλάτι και κομμάτια αγγούρι. Λαχανικά και φρούτα δε στερούνταν όλο το χρόνο. Κι αυτό χάρις στις αποξηράνσεις ή στο πάστωμα. Αποξήραιναν σε αρμαθιές στον ήλιο τα πάντα: μπάμιες, κολοκύθια, σύκα, σταφίδες, βερίκοκα. Πάστωναν αμπελόφυλλα για να κάνουν τους ντολμάδες ή λαχανόφυλλα για τους σαρμάδες. Με ρύζι και ή χωρίς κιμά γέμιζαν πολλά λαχανικά.
Εξαιρετικά νόστιμες ήταν οι πίτες τους: τα πισία (τηγανιτές από ζυμάρι και γέμιση τυρί ή κιμά και κρεμμύδι), ο σαμσάς ( απλωμένο φύλλο, το έπλαθαν σε τριγωνικό σχήμα, το γέμιζαν με κιμά και κρεμμύδι και το έψηναν στα κάρβουνα).  Δεν έλειπαν τα πικάντικα τουρσιά, που μαζί με τα παστά ψάρια ήταν μεζές εξαίρετος για το ούζο: μελιτζάνες , ντομάτες άγουρες, πιπεριές, λάχανο, κουνουπίδι. Τα ζεμάτιζαν, τα αλάτιζαν και τα έβαζαν σε ξύδι και αλάτι μέσα σε κιούπια.
Έφτιαχναν χυλοπίτες, εργασία που σήμαινε γιορτή και αναστάτωση μαζί για όλο το σπίτι. Αλεύρι με αυγά και γάλα. Άνοιγαν φύλλα λεπτά και έκοβαν μικρά κομματάκια που τα στέγνωναν στον ήλιο. Επίσης θορυβώδης ήταν η κατασκευή τραχανά. Ξινός πάντα, με γιαούρτι και αλεύρι. Τον ζύμωναν, τον έτριβαν, τον άπλωναν να στεγνώσει. Με χτυποκάρδι πάντα μήπως βρέξει και τα καταστρέψει όλα. Τον τραχανά τον έκαναν νόστιμη σούπα, με ντομάτα και τηγανητούς κύβους ψωμιού.
Το πλιγούρι –λεπτοκομμένο σιτάρι- ήταν τροφή αγαπητή και πολύ συνηθισμένη. Το έτρωγαν είτε χυλό, είτε το χρησιμοποιούσαν ως γέμιση για άλλα φαγητά. Το κουσκούς, σαν χοντροκομμένος τραχανάς, φτιαγμένο με αλεύρι, αυγά και γάλα, μαγειρευόταν επίσης σαν σούπα. Από σιτάρι μαλακό έφτιαχναν το νισεστέ. Έβρεχαν το σιτάρι και το μούσκευαν δεκαπέντε μέρες, αλλάζοντας νερό. Το πατούσαν έπειτα και έβγαζε το άμυλο. Άπλωναν τον πολτό που απέμενε στον ήλιο να στεγνώσει. Γινόταν σαν απαλή, λευκή πούδρα. Κατόπιν τον έβαζαν πάλι στο νερό, όπου επέπλεαν τα φλούδια του σιταριού και έτσι καθάριζε η σκόνη. Το στέγνωναν και πάλι στον ήλιο. Ο νισεστές ήταν χρήσιμος για πολλά πράγματα. Για να πήζουν οι σούπες, για κρέμες και ρυζόγαλο, για χαλβά, όταν δεν είχαν σιμιγδάλι («νισεστέ χάλβασι»).
Το ελαιόλαδο ήταν δυσεύρετο, γι αυτό χρησιμοποιούσαν παντού βούτυρο. Και το λεμόνι ήταν σπάνιο. Το αντικαθιστούσαν με ξύδι ή με το «λεμόντοζου», ένα είδος κιτρικού άλατος. Με αυτό έκαναν και ρόφημα λεμονάδας.
Τα γλυκά ήταν πολλά με πρώτο και καλύτερο το χαλβά. Φθηνό και εύκολο γλύκισμα. Καβούρντιζαν στο τηγάνι το σιμιγδάλι, ή το αλεύρι με βούτυρο, πρόσθεταν καθαρισμένα αμύγδαλα. Όταν ξάνθαινε, πρόσθεταν σιρόπι και πασπάλιζαν με κανέλα. Πρόχειρες και απλές ήταν οι τηγανίτες, από αλεύρι και νερό, αλειμμένες με πετιμέζι. Περισσότερο πολύπλοκα και ακριβά ήταν άλλα γλυκά: ο μπακλαβάς, το σαραγλί, το καταΐφι.
Βασικό ποτό ήταν το ούζο, αλλά και το μαύρο κρασί από τα αμπέλια τους με τα ονομαστά σταφύλια , στην περιοχή Τσινάρ (πλατάνι) ανατολικά της λίμνης.  Στις 6 Αυγούστου, γιορτή της Μεταμορφώσεως , γιόρταζαν τον τρύγο. Φόρτωναν τις βάρκες με τρόφιμα και περνούσαν απέναντι. Έτρωγαν και έπιναν το χωνευτικό νερό που έτρεχε κρουσταλλένιο από το βουνό.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΖΩΗ

Τα δυο νησιά σήμερα έχουν ενωθεί με μια στενή οδό με την πόλη του Εγιρδίρ, είτε με επιχωματώσεις, είτε επειδή κατέβηκε η στάθμη του νερού. Η έκταση του Νησιού αυξήθηκε από 100 σε 150 περίπου στρέμματα λόγω της μείωσης των νερών. Το Νησί αξιοποιήθηκε τουριστικά και σε αυτό ζουν περιστασιακά σχεδόν 2000 Τούρκοι. Υπάρχουν αξιοποιημένες παραλίες, πανσιόν και ξενοδοχεία. Αποτελεί την κοινότητα με το όνομα Yesil Ada = πράσινο νησί και κονοτάρχης είναι ο Αϊρουλάχ Χοπάνογλου.
Τα σπίτια των Ελλήνων κατοικήθηκαν από ανταλλάξιμους Τούρκους, οι οποίοι όμως δεν τα φρόντισαν και τα περισσότερα είναι ερειπωμένα. Κάποια ωστόσο αναπαλαιώνονται για τουριστικούς λόγους. Το κτίριο του σχολείου γκρεμίστηκε, το ίδιο και οι εκκλησίες , καθώς οι Τούρκοι γύρευαν κρυμμένους θησαυρούς. Σε άθλια κατάσταση είναι η εκκλησία των Αγίων Αναργύρων. Από την τουρκική πλευρά ωστόσο δόθηκε, μετά από επίμονες παρακλήσεις των Νησλήδων, υπόσχεση πως θα την αναπαλαιώσουν για να γίνει Μουσείο.
Οι Έλληνες Νησλήδες επεσκέφθηκαν κατά καιρούς ομαδικά ή ατομικά τον τόπο τους, παρά τις αντίξοες γενικά συνθήκες. Μερικοί μάλιστα φιλοξενήθηκαν στα παλιά τους σπίτια. Πάντοτε τυγχάνουν εγκάρδιας υποδοχής από τους Τούρκους κατοίκους. Ο Χατζηλιάσογλου είναι ο πιο τακτικός επισκέπτης, αφού πηγαίνει κάθε χρόνο σχεδόν. ΄Εχει δημιουργήσει φιλικούς δεσμούς με πολλούς κατοίκους. Έχει τακτική επαφή με τα ανίψια του  Ντεμιρέλ που κατοικούν στο Εγιρδίρ. Πρόσφατα τηλεφώνησαν στο Σύλλογο των Νησλήδων και παραπονούνταν για την απουσία του. Όλοι οι Τούρκοι της περιοχής τον φιλοξενούν και τον εξυπηρετούν συγκινημένοι. Τον χαιρετούν με τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό: όσοι είναι κάτω από 30 χρόνων του φιλούν το χέρι τρεις φορές. Οι μεγαλύτεροι τον ασπάζονται στα μάγουλα. Κάποιοι αναρωτιούνται: «Γιατί δεν επιστρέφετε να ζήσουμε όπως πρώτα εδώ;»
Οι Έλληνες του Νησιού μετά από απίστευτες περιπέτειες έφτασαν στην Ελλάδα. Εδώ ρίζωσαν ξανά. Και ρίζωσαν αγωνιστικά, όχι μοιρολατρικά. Μπορεί να άφησαν πίσω τις υλικές περιουσίες τους, μα έφεραν και αυτοί , όπως οι χιλιάδες μικρασιάτες πρόσφυγες, τις τέχνες και τον πολιτισμό τους. Πολλοί συνέχισαν με επιτυχία τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Μα πάνω απ’ όλα παρέμειναν αλληλέγγυοι και ενωμένοι στον αγώνα τους για την επιβίωση. Όλοι μαζί έχτισαν τα σπίτια τους στη Νίκαια, ο καθένας πήγαινε και βοηθούσε στο χτίσιμο του σπιτιού του άλλου. Σκόρπισαν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, που δεν τους δέχτηκε και τόσο ευχάριστα… Στέριωσαν, πρόκοψαν. Μα δεν λησμόνησαν. Ίδρυσαν το 1926 στη Νίκαια το Σύλλογό τους: «Σύλλογος Νησιού Εγιρδίρ Πισιδίας – Οι Άγιοι Ανάργυροι». Πρώτος  πρόεδρος ήταν ο Ιορδάνης Καπλανίδης. Στα γραφεία τους συγκεντρωμένοι οι φιλόξενοι και ευγενικοί Νησλήδες θυμούνται και προσπαθούν να διατηρήσουν άσβεστη τη φλόγα, έτσι, από χρέος. Και όλα δείχνουν πως θα τα καταφέρουν. όταν βλέπει κανείς αιωνόβιους γέροντες να χορεύουν μαζί με τα εγγόνια και δισέγγονά τους στους ανυπέρβλητους μικρασιατικούς ρυθμούς. Αυτό συνέβη στη γιορτή της Ενώσεως Σπάρτης, στις 11/5/1997, όπου τιμήθηκαν οι επιζώντες Πισιδιώτες και όχι μόνο.

*
1)Γραπτές πηγές:
  • Μ. Θαβωρίτη «Μνήμες Μ. Ασίας», Αθήνα, 1972
  • Β.Η.Βογιατζόγλου: «Η Σπάρτη της Μ.Ασίας», σύμμεικτα λαογραφικά, Αθήνα, 1992
  • Β.Η.Βογιατζόγλου «Η Πισιδία της Μ. Ασίας», Αθήνα 1978
  • Β.Η.Βογιατζόγλου: «Οι γειτονιές των απίστων», Φιλιππότης, 1995
  • Πρωτοπρεσβύτερου Παπαϊωακείμ Πεσμαζόγλου: «Αναμνήσεις από την πατρίδα μου Σπάρτη Μ. Ασίας.1990
  • Χ.Σαπουνζάκη: «Η ελληνική παιδεία στη Σπάρτη-Πισιδίας, 1983
2) Προφορικές πηγές : από Νησλήδες και  τους απογόνους τους.

*
 Μπορείτε επίσης να δειτε:
http://nisipisidias.blogspot.de/2014/11/blog-post_14.html

https://youtu.be/mCwARDXK1JQ
http://anemourion.blogspot.gr/2015/08/blog-post_25.html