Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Αγάπη σαν θάλασσα (παραμύθι για το χωρισμό)






Η γνωριμία

Μέρες πολλές ταξίδευε το κοπάδι με τα χελιδόνια. Είχαν συναντήσει απίστευτες δυσκολίες. Καταιγίδες, ισχυρούς ανέμους, μολυσμένη ατμόσφαιρα, κυνηγούς. Όσα γλίτωσαν ήταν τώρα πολύ ταλαιπωρημένα και πετούσαν με κόπο.
Είχε πια μπει ο Μάης όταν περνούσαν πάνω από τη Ρόδο. Η νεαρή Χελιδόνα ένιωθε πως δεν είχε πια δύναμη να συνεχίσει το ταξίδι. Άλλωστε τούτο το νησί της φαινόταν όμορφο κι ευχάριστο. Χαιρέτησε τα υπόλοιπα χελιδόνια, τους ευχήθηκε καλή τύχη και προσγειώθηκε σε μια όμορφη παραλία, πάνω σε μια φοινικιά. Το δέντρο αυτό της θύμιζε την Αίγυπτο κι αισθανόταν σαν στο σπίτι της. Ανάσανε με ανακούφιση και κοίταξε γύρω της. Λιακάδα, αμμουδιά, ήρεμη γαλάζια θάλασσα και…
…Ένας κάτασπρος Γλάρος. Πετούσε θεαματικά. Έκανε κατακόρυφες βουτιές κι εμφανιζόταν με ένα ψάρι στο στόμα. Έκανε στροφές, γύριζε ανάποδα. Άλλοτε έτρεχε με απίστευτη ταχύτητα και χανόταν στα σύννεφα κι άλλοτε έμενε εντελώς ακίνητος στον ουρανό με τα φτερά απλωμένα.
Η Χελιδόνα στεκόταν και τον κοιτούσε μαγεμένη. Ξάφνου, ξέχασε την κούρασή της, άνοιξε τις μαύρες της φτερούγες και βρέθηκε δίπλα του. Το ζευγάρι άρχισε να χορεύει αρμονικά πάνω από τη θάλασσα τόσο ταιριαστά, σαν να γνωρίζονταν από παλιά.
Από τότε έγιναν αχώριστοι. Μαζί στη θάλασσα για να τρώει ο Γλάρος ψάρια. Μαζί στη στεριά για να τρώει η  Χελιδόνα σκουληκάκια. Μαζί στον αέρα, κάνοντας φιγούρες. Μαζί στην παραλία, όπου ο Γλάρος άνοιγε τις μεγάλες λευκές του φτερούγες κι η Χελιδόνα χωνόταν και χανόταν μέσα στην αγκαλιά του.
Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν ένα συνηθισμένο ζευγάρι. Όμως τα ζώα της στεριάς και της θάλασσας τους συνήθισαν και δεν παραξενεύονταν, γιατί έβλεπαν πόσο ήταν αγαπημένοι. Μονάχα η Καλιακούδα όπου βρισκόταν κι όπου στεκόταν κουτσομπόλευε και κατηγορούσε αυτό το « άσχετο και αταίριαστο ζευγάρι».
Ο γάμος
Όταν παντρεύτηκαν, έγινε μεγάλο γλέντι. Είχαν καλεσμένους και από τη στεριά, από τη μεριά της νύφης και από τη θάλασσα, από τη μεριά του γαμπρού. Και μάλιστα βοήθησαν όλοι μαζί, ώστε να γίνει ο λαμπρότερος γάμος του κόσμου!
Πρώτοι ήρθαν οι καλεσμένοι από τη θάλασσα. Οι Γαρίδες ντυμένες στα ροζ έφεραν τα κουφέτα. Έπειτα κουτσά στραβά κατέφθασαν τα Καβούρια, κουβαλώντας το κρασί, αν και το μισό τους χύθηκε στο δρόμο. Οι Φώκιες ανέλαβαν το φαγητό. Τα Στρείδια φιλοτέχνησαν τα μαργαριταρένια κοσμήματα. Τα Χταπόδια έκαναν θαύματα ως σερβιτόροι, κουβαλώντας με δεξιοτεχνία οκτώ γεμάτους δίσκους ταυτόχρονα!
Οι καλεσμένοι από τη στεριά είχαν αναλάβει το ψυχαγωγικό μέρος. Τα Σκυλιά έπαιξαν τα όργανα και τραγούδησαν, τα Ποντίκια έφτιαξαν έξυπνες μαντινάδες και τα Αηδόνια τραγούδησαν γαμήλιες άριες.
Το νυφικό ήταν υφαντό, έργο των Αραχνών. Τα στέφανα ήταν προσφορά των Κοραλλιών. Τη νύφη χτένισαν οι Ψείρες, που ξέρουν καλά από μαλλιά. Παράνυφοι ήταν τα Σπουργίτια και κουμπάροι τα Περιστέρια.
Η τελετή άργησε να αρχίσει, διότι περίμεναν να έρθει η Καρέτα-Καρέτα που γεννούσε τα αβγά της σε μια μακρινή, έρημη ακτή. Ήταν γερόντισσα και όλοι τη σέβονταν. Όταν ήρθε κι αυτή, τότε άρχισε ο γάμος.
Περνούσαν υπέροχα και διασκέδαζαν, αν και δυο φορές κινδύνευσε να χαλάσει η γιορτή. Τη μια φορά ήταν εξαιτίας της Καλιακούδας. Από την ώρα που έκατσε στο τραπέζι είχε μια ξυνισμένη φάτσα και έλεγε και ξανάλεγε:
«Τι αταίριαστο και άσχετο ζευγάρι! Ένας Γλάρος και μια Χελιδόνα. Ένα πουλί θαλασσινό και ένα στεριανό. Ένα μόνιμο κι ένα αποδημητικό. Ένα άσπρο κι ένα μαύρο. Μμμμ να δεις που θα χωρίσουν σύντομα».
Στην αρχή κανένας δεν της έδινε σημασία. Καθώς όμως αυτή δε σταματούσε την γκρίνια, την άρπαξαν και την πέταξαν έξω από το γλέντι, γιατί τους χάλαγε το κέφι.
Το δεύτερο επεισόδιο συνέβη γύρω στα μεσάνυχτα. Την ώρα που κάποιες Γουρουνίτσες χόρευαν τσιφτετέλι, μια παρέα από Γάτες γλίστρησε ύπουλα κάτω από τα τραπέζια. Μόλις τις πήραν είδηση, επικράτησε πανικός. Κανείς δεν τις εμπιστευόταν, ούτε οι θαλασσινοί , ούτε οι στεριανοί καλεσμένοι. Τα Ψάρια άρχισαν να τρέμουν, τα Ποντίκια τρύπωσαν όπου μπορούσαν τρομαγμένα. Τελικά, τα Σκυλιά άφησαν για λίγο τα όργανα και τις κυνήγησαν μακριά.
Τότε ήταν που ήρθε το ψαράκι που το λένε Γκιζάνι, μαζί με τα πολλά παιδάκια του. Με τα απίστευτα ακροβατικά νούμερα που έκαναν μέσα σε μια μικρή λακκούβα με νερό, έφεραν πάλι το κέφι στους καλεσμένους και καταχειροκροτήθηκαν.
Σίγουρα, η πιο όμορφη στιγμή της βραδιάς ήταν ο χορός του ζευγαριού. Όταν βγήκε το φεγγάρι, ο Γλάρος και η Χελιδόνα πέταξαν αγκαλιασμένοι και άρχισαν να χορεύουν πάνω από την ασημένια θάλασσα. Σώπασαν όλοι και τους κοιτούσαν συγκινημένοι. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο φλοίσβος της θάλασσας και το απαλό  φουρφούρισμα των φτερών τους, καθώς βουτούσαν στο φεγγαρόφωτο.
Ήταν πράγματι, ένας υπέροχος γάμος κι ένα θαυμαστό ζευγάρι!

Τα παιδιά

Σύντομα γεννήθηκαν τα μωρά τους. Τρία Γλαροχελίδονα. Πουλιά παράξενα, αλλιώτικα, αλλά πανέμορφα. Έμοιαζαν με τους γονείς τους. Είχαν το σώμα τους κατάλευκο σαν του Γλάρου, αλλά με την κοιλιά μαύρη. Η ουρά τους ήταν ψαλιδωτή σαν της Χελιδόνας, μόνο που ήταν λευκή. Τα άσπρα τους φτερά είχαν το τοξωτό σχήμα των φτερών της μάνας τους, ήταν όμως μεγάλα, σαν του πατέρα τους.
Ήταν δυνατά, έξυπνα και χαριτωμένα πουλιά. Σύντομα έμαθαν να πετούν με δεξιοτεχνία και στη στεριά και στη θάλασσα. Η Χελιδόνα τα μάθαινε να τσιμπούν σκουληκάκια στο χώμα και ο Γλάρος τα εκπαίδευε να βουτούν στη θάλασσα και να αρπάζουν ψάρια.
Πέταγαν παντού. Φώλιαζαν στις πιο κρυφές παραλίες και στις σκοτεινές θαλασσινές σπηλιές. Έπαιζαν με τα κρυστάλλινα νερά, χαίρονταν τον ήλιο και τη θάλασσα. Ήταν αξιολάτρευτα και έκαναν παντού φίλους.
Τα βράδια όλη η οικογένεια συνήθιζε να στέκεται πάνω στα τείχη της παλιάς πόλης, κοιτώντας το λιμάνι. Η Χελιδόνα τους είπε πως κάθε φάρος στον κόσμο έχει το δικό του ρυθμό που αναβοσβήνει τα φώτα κι έτσι οι ναυτικοί που ταξιδεύουν τη νύχτα καταλαβαίνουν σε ποιον τόπο βρίσκονται. Έπαιζαν λοιπόν ένα παιχνίδι: προσπαθούσε ο καθένας να φανταστεί τι λένε τα φώτα των φάρων καθώς αναβοσβήνουν ρυθμικά:
«Το πλοί-ο φεύ-γει», είπε ο Γλάρος
«Εί-μαι έ-να που-λί», είπε ένα Γλαροχελίδονο
«Σε α-γα-πώ πο-λύ», είπε η Χελιδόνα
«Πει-να-ω πο-λύ», είπε το άλλο Γλαροχελίδονο
«Σκου-λή-κια τουρ-σί», είπε το τρίτο Γλαροχελίδονο και όλοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Τις νύχτες που δεν είχε φεγγάρι μαζεύονταν στην αμμουδιά. Ο Γλάρος άνοιγε τις μεγάλες του φτερούγες και μέσα κούρνιαζαν και η μητέρα και τα παιδιά. Τους έλεγε τα θαυμαστά ονόματα των αστεριών που στραφτάλιζαν στον ουρανό και τους μάθαινε να τα ξεχωρίζουν. Ονειρεύονταν μια μέρα να πετάξουν ως εκεί και να τα δουν από κοντά.


Ο χωρισμός

Μόλις ήρθε ο Σεπτέμβρης, η Χελιδόνα άρχισε να αισθάνεται άσχημα. Ήξερε πως πλησίαζε ο καιρός που θα περνούσε από κει το κοπάδι των χελιδονιών για το ταξίδι στις ζεστές χώρες. Λάτρευε την οικογένειά της, αλλά δεν αισθανόταν πια άνετα στη θάλασσα. Η υγρασία άρχισε να νοτίζει τα φτερά της και ο δροσερός αέρας την ενοχλούσε. Έχασε το κέφι της και καθόταν μελαγχολική πάνω στην αγαπημένη της φοινικιά.
Ένιωσε πως δεν μπορεί πια να ζήσει εκεί και είπε στο Γλάρο το πρόβλημά της. Αυτός έδειξε κατανόηση.
«Δε θέλω να σε βλέπω δυστυχισμένη», της είπε. «Ας φύγουμε από δω, ας πάμε στις κεντρικές περιοχές του νησιού, ίσως είναι καλύτερα για σένα εκεί».
Κι έτσι έκαναν. Όμως ο Γλάρος, σαν θαλασσοπούλι που ήταν, υπέφερε μακριά από τη θάλασσα, γι αυτό γύρισαν πάλι πίσω.
Άρχισαν να σκέφτονται μήπως ήταν λάθος που παντρεύτηκαν. Μήπως τελικά είχε δίκιο η Καλιακούδα που γκρίνιαζε. Η ιδέα αυτή όμως έφυγε γρήγορα από το μυαλό τους, καθώς κοίταζαν τα Γλαροχελίδονα που έκαναν παιχνίδια στον αφρό της θάλασσας και γέμιζαν τον αέρα με τις χαρούμενες φωνές τους. Τα παιδιά τους! Εάν δεν είχαν παντρευτεί, αυτά τα μοναδικά και αξιολάτρευτα πλάσματα δεν θα υπήρχαν!
Τον Οκτώβρη ο αγέρας έγινε πιο κρύος, σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό κι άρχισαν οι βροχές. Έτσι, ένα κρύο βράδυ, ο Γλάρος και η Χελιδόνα, πήραν τη δύσκολη απόφαση να χωρίσουν και φώναξαν τα Γλαροχελίδονα για να τους μιλήσουν.
«Παιδιά μου, είπε ο Γλάρος, η μαμά σας δεν μπορεί πια να ζήσει εδώ, γιατί  είναι συνηθισμένη στη ζέστη και τώρα που μπαίνει ο χειμώνας υποφέρει. Γι αυτό είναι καλύτερα να φύγει με τα άλλα χελιδόνια για τις ζεστές χώρες».
«Πολύ θα ήθελα να ερχόσασταν μαζί μου, είπε θλιμμένη η Χελιδόνα, αλλά το ταξίδι είναι δύσκολο κι επικίνδυνο. Είστε ακόμη μικρά και δε θα αντέξετε. Αν ήσασταν απλά χελιδόνια, τότε ίσως να ήταν δυνατόν, αλλά είστε και θαλασσοπούλια και αυτό κάνει τα πράγματα δύσκολα. Φοβάμαι πως πρέπει να φύγω μόνη μου. Ξέρω πως ο πατέρας σας θα σας φροντίζει. Κι εγώ θα έρθω την επόμενη άνοιξη».
Το κοπάδι με τα χελιδόνια πέρασε ένα πρωινό, την ώρα που στον ουρανό έβγαινε το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή. Τα μικρά και ο Γλάρος στάθηκαν στην ακτή και αποχαιρέτησαν τη Χελιδόνα.

Ανάμεσά τους θάλασσα

Η επόμενη άνοιξη ήρθε. Μα δεν ήρθε η Χελιδόνα. Τα κοπάδια με τα χελιδόνια πέρασαν κι αυτή δεν ήταν ανάμεσά τους. Τα Γλαροχελίδονα περίμεναν στο λιμάνι κάθε μέρα με λαχτάρα. Ο Γλάρος τους είπε πως η Αίγυπτος δεν είναι κοντά κι ίσως η μαμά να αργήσει. Τους εξήγησε πως είναι μια μεγάλη χώρα στα νότια, μια άλλη στεριά.
«Δηλαδή μας χωρίζει μια μεγάλη θάλασσα;», ρώτησαν τα Γλαροχελίδονα με απογοήτευση.
«Όχι, όχι! Η θάλασσα είναι… σαν την αγάπη. Βαθιά και απέραντη. Δε χωρίζει, ενώνει τα κομμάτια της στεριάς μεταξύ τους», είπε ο Γλάρος κι έστειλε τα παιδιά να πάνε να κάτσουν το καθένα σε μια βραχονησίδα. Κι έτσι όπως στέκονταν όλοι σε ξεχωριστά βράχια, σπαρμένα στη θάλασσα, άρχισαν να φωνάζουν:
Σ’ αγαπώ!       Σ’ αγαπώ!    Σ’ αγαπώ!   Σ’ αγαπώ!
Μ’ αυτό τον τρόπο τα Γλαροχελίδονα κατάλαβαν πως η θάλασσα ενώνει τις στεριές, όπως η αγάπη μπορεί και ενώνει τα πλάσματα μεταξύ τους.
Ένα πρωινό που φυσούσε δυνατός νοτιάς, ξεπρόβαλε μέσα από τα αφρισμένα κύματα η Καρέτα-Καρέτα. Ήρθε να τους χαιρετήσει γιατί σε λίγες μέρες θα έφευγε. Έπρεπε να πάει να γεννήσει τα αβγά της σε μια μακρινή παραλία, έτσι όπως συνηθίζουν να κάνουν οι θαλάσσιες χελώνες εδώ και χιλιάδες χρόνια. Τους εξήγησε πως τα χελωνάκια βγαίνουν μόνα τους από τα αβγά και μπαίνουν στη θάλασσα, ενώ αυτή συνεχίζει το μακρινό ταξίδι της στα πέλαγα.
Τα Γλαροχελίδονα θυμήθηκαν τη δικιά τους μητέρα που επίσης ταξιδεύει και έσκυψαν τα κεφαλάκια τους στενοχωρημένα. Η γριά χελώνα κατάλαβε.
«Έχω μια ιδέα, τους είπε. Θα πάω στην Αίγυπτο. Μπορείτε να με ακολουθήσετε αν θέλετε. Όμως να ξέρετε, δεν πηγαίνω κατευθείαν, κάνω ένα μεγάλο κύκλο. Πρέπει να είστε δυνατά, ώστε να αντέξετε το μεγάλο ταξίδι».
Τα πουλάκια τσίριξαν ενθουσιασμένα. Τιε επόμενες μέρες ο Γλάρος τους έκανε εντατική προπόνηση, ώστε να δυναμώσουν τα φτερά τους και να αυξηθεί η αντοχή τους. Ταυτόχρονα, τα συμβούλευε και τα προετοίμαζε για τις δυσκολίες.
Την ημέρα που έφευγαν τους έδωσε ένα από τα άσπρα φτερά του να το πάνε στη Χελιδόνα. Το δειλινό στάθηκε στο ακρωτήρι και τα κοίταζε περήφανος και συγκινημένος να απομακρύνονται ακολουθώντας την Καρέτα-Καρέτα.

Το ταξίδι ως την Αίγυπτο

Η χελώνα κολυμπούσε γρήγορα κι επιδέξια. Τα Γλαροχελίδονα πετούσαν στην αρχή φοβισμένα και διστακτικά πίσω της. Σύντομα όμως πήραν θάρρος κι άρχισαν να χαίρονται ελεύθερα τον ουρανό και τη θάλασσα. Έπαιξαν με τα δελφίνια στο Αιγαίο. Είδαν τη χελώνα να γεννάει και να θάβει τα αβγά της σε μια ακτή του Ιονίου. Συνάντησαν μια Φάλαινα ανοιχτά της Αδριατικής. Ξεκουράστηκαν στις βραχώδεις ακτές της Ιταλίας. Θαύμασαν τα τεράστια Σαλάχια στο Λιβυκό Πέλαγος. Γνώρισαν τα πολυσύχναστα λιμάνια της Τυνησίας και τους μελαχρινούς ανθρώπους της Λιβύης. πετούσαν σε κόσμους καινούργιους και υπέροχους και σκέφτονταν πόσο είναι τυχερά που γεννήθηκαν από ένα ταξιδιάρικο πουλί κι ένα δυνατό γλάρο. Είχαν τόσα να πουν στη μαμά τους όταν θα την έβρισκαν στην Αίγυπτο…
Μα δεν την βρήκαν. Μόλις τους άφησε η χελώνα στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, άρχισαν να ψάχνουν. Έψαξαν παντού. Στις πυραμίδες, στην έρημο, στα καραβάνια με τις καμήλες. Ήταν πολύ κουρασμένα, αλλά δε σταματούσαν να ψάχνουν. Όταν πια νύχτωσε, επέστρεψαν στο λιμάνι απελπισμένα. Κι εκεί, άκουσαν μια φωνή:
«Σας α- γα-πώ!»
Ήταν η Χελιδόνα που φώναζε στους ρυθμούς των φάρων!
«Εί-μα-στε ε-δώ!» απάντησαν τα Γλαροχελίδονα
Και τότε, όλη η κούραση, όλη η πίκρα, όλοι οι φόβοι που είχαν νιώσει εξαφανίστηκαν. Ευτυχία πλημμύρισε τις ψυχές τους! Οι άνθρωποι στο λιμάνι κοιτούσαν με θαυμασμό τρία παράξενα ασπρόμαυρα πουλιά κι ένα χελιδόνι να κάνουν τρέλες. Να ανεβαίνουν, να κατεβαίνουν στον ουρανό, να βουτούν στον αέρα, να κάνουν τούμπες και να πετούν ανάστροφα. Το λιμάνι είχε γεμίσει με τις τσιριχτές, χαρούμενες φωνές τους.
Το άσχημο νέο κρυβόταν κάτω από τη μαύρη φτερούγα της Χελιδόνας. Τα Γλαροχελίδονα την είδαν να κάθεται ξαφνικά στο έδαφος με ένα αίσθημα πόνου στο πρόσωπό της. Είχε το φτερό της πληγωμένο. Τους είπε πως τότε που ερχόταν στην Αίγυπτο έσμιξε με ένα κοπάδι αγριόπαπιες και εκεί τη βρήκαν τα σκάγια των κυνηγών. Γι αυτό δεν ήρθε κοντά τους την άνοιξη. Δεν μπορούσε να ταξιδέψει κι ούτε θα μπορέσει ξανά.
Όσο μιλούσε η Χελιδόνα, κρατούσε σφιχτά κάτω από την πληγωμένη της φτερούγα το λευκό φτερό του Γλάρου που της έφεραν τα παιδιά.
«Μη στενοχωριέσαι μαμά, της είπαν τα Γλαροχελίδονα και έκαναν και τα τρία μια μεγάλη αγκαλιά που την τύλιξε τρυφερά. Τώρα που εμείς ξέρουμε και μπορούμε να ταξιδεύουμε, θα πετάμε συχνά πάνω από τη θάλασσα που ενώνει τη Ρόδο και την Αίγυπτο. Θα λέμε σε σένα και στον μπαμπά όσα βλέπουμε στα ταξίδια μας και θα είναι σαν να ταξιδεύουμε όλοι μαζί».
Έτσι έγινε κι έζησαν ευτυχισμένοι.
Μαζί.
Γιατί τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει αυτούς που τους ενώνει μια αγάπη βαθιά και απέραντη σαν θάλασσα.