Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ: Περικλέους Επιτάφιος



Μετάφραση- επιλεγόμενα:  Ι.Θ. Κακριδή
(4η εκδ.1958-  11η εκδ. Εστία, 2000)

34.  Τον ίδιο χειμώνα οι Αθηναίοι κρατώντας την προγονική συνήθεια οργάνωσαν με δημόσια φροντίδα  την τελετή τη ταφής γι’ αυτούς που σκοτώθηκαν πρώτοι σε τούτον τον πόλεμο, με τέτοιον τρόπο. Κάνουν μιαν εξέδρα, και πριν από δυο μέρες εκθέτουν τα κόκαλα των νεκρών. και φέρνει καθένας στον δικό του αν θελήσει κάτι. και όταν έρθει η ώρα να τους  βγάλουν, σέρνουν αμάξια θήκες κυπαρισσένιες, μια για κάθε φυλή. Του καθενός τα κόκαλα βρίσκονται μέσα στη θήκη της φυλής που ανήκε. Και είναι ένα φέρετρο, που το κουβαλούν στρωμένο άδειο, των εξαφανισμένων, αυτών που έτυχε να μην τους βρουν να τους σηκώσουν. Στην κηδεία παίρνει μέρος όποιος θέλει και από τους ντόπιους και από του ξένους. Και είναι και γυναίκες μπροστά, οι συγγένισσες, που κλαίνε πάνω στον τάφο. Πάνε λοιπόν και τους βάζουν στο δημόσιο νεκροταφείο, που βρίσκεται στην πιο ωραία συνοικία έξω από την πόλη. Σ’ αυτό θάβουν κάθε φορά τους νεκρούς του πολέμου, εξόν από όσους έπεσαν στο Μαραθώνα. Εκείνων η παλικαριά έκριναν ότι στάθηκε απαρομοίαστη κι έτσι τους έκαναν στο ίδιο μέρος και τον τάφο. Κι όταν τους σκεπάσει η γη, ένας που τον ξέρουν για μυαλωμένο πολύ κι έχει και ξεχωριστή επιβολή  στους άλλους τον έχει ορίσει η πολιτεία και μιλεί πάνω σ’ αυτούς λέγοντας τον έπαινο που τους ταιριάζει. Έπειτα φεύγουν. Με τέτοιο τρόπο κάνουν την ταφή. Και όσο βάστηξε ο πόλεμος, κάθε φορά που τους τύχαινε, κρατούσαν τη συνήθεια αυτή. Για τους πρώτους λοιπόν τούτους όρισαν να μιλήσει ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου. Και όταν έφτασε η ώρα προχώρησε από τον τάφο σε ένα βήμα που το είχαν κάνει ψηλό, για να μπορεί να ακούγεται όσο γινόταν πιο μακριά στο μαζεμένο πλήθος και έλεγε κάπου τέτοια:
35.   Οι περισσότεροι από όσους έχουν εδώ μιλήσει ως τώρα επαινούν αυτόν που όρισε το λόγο τούτο κοντά στην άλλη συνηθισμένη τελετή, γιατί βρίσκουν πως είναι ωραίο να μιλούμε έτσι για τους νεκρούς που θάβουμε από τους πολέμους. Εγώ θα ήμουν της γνώμης ότι σε ανθρώπους που στάθηκαν γενναίοι με έργα, με έργα είναι αρκετό να εκφραστούν και οι τιμές, όπως αυτά που και τώρα βλέπετε πως ετοιμάστηκαν με δημόσια φροντίδα γύρω από την ταφή αυτή. Όχι να κρεμιέται κανείς για να πιστέψει στις παλικαριές πολλών από έναν άνθρωπο μόνο, καλά κακά μιλήσει. Γιατί είναι δύσκολο να πει κανείς ό,τι πρέπει, εκεί που και το να στερεωθεί στους άλλους η πίστη στην αλήθεια θέλει κόπο πολύ. Γιατί όποιος από δική του πείρα κατέχει τα πράγματα και τα ακούει με ευμένεια, μπορεί και να νομίζει ότι παρουσιάζονται κατώτερα κάπως, μπροστά σ’ αυτά που θέλει και ξέρει. Όποιος πάλι δεν τα γνώρισε, θα θαρρεί πως μερικά είναι και υπερβολικά, από ζήλια, αν τυχόν ακούσει κάτι πάνω από τη δύναμή του. Γιατί τόσο μόνο βαστάει ο άνθρωπος να του λένε καλό γι’ άλλους , όσο νομίζει και για τον εαυτό του πως είναι ικανός να κάνει κάτι από όσα άκουσε. Για ό,τι από αυτά πάει πιο πάνω, αμέσως τους πιάνει η ζήλια, κι ούτε και το πιστεύουν. Όμως μια και έφτασαν οι παλιοί να παραδεχτούν γι αυτά πως έτσι είναι καλά, πρέπει κι εγώ τώρα να κρατήσω τη συνήθεια και να δοκιμάσω να πετύχω καθενός από σας την επιθυμία και τη γνώμη όσο μπορώ πιο πολύ.
36.   Θ’ αρχίσω από του προγόνους πρώτα. Δίκιο γι’ αυτούς και μαζί ταιριάζει τέτοιες ώρες να τους δίνουμε την τιμή αυτή της θύμησης. Γιατί έζησαν οι ίδιοι πάντα μια γενιά μετά την άλλη στη χώρα αυτή και με την παλικαριά τους μας την παράδωσαν ως τώρα λεύτερη. Και αξίζουν και εκείνοι να τους δοξάζουμε και ακόμα πιο πολύ οι πατέρες μας. Γιατί αυτοί, πάνω σ’ εκείνα που δέχτηκαν, απόχτησαν και αφήκαν σε μας τους τωρινούς και όσην ακόμα αρχή έχουμε, όχι χωρίς κόπο. Όσα τέλος έγιναν πέρα από αυτή, αυτά τα μεγαλώσαμε οι ίδιοι εμείς εδώ που βρισκόμαστε λίγο πολύ στην ώριμη ηλικία ακόμα. Φροντίσαμε για την πόλη μας να έχει σε όλα και για τον πόλεμο και για την ειρήνη, απόλυτη αυτάρκεια. Ωστόσο εγώ τα έργα μας τα πολεμικά, που μ’ αυτά αποχτήθηκε το ένα και το άλλο ή αν κάποτε οι ίδιοι εμείς είτε οι πατέρες μας αποκρούσαμε τμε καρδιά έναν πόλεμο βαρβαρικό ή ελληνικό που ερχόταν πάνω μας, αυτά, επειδή δεν θέλω να πολυλογώ σε ανθρώπους που τα ξέρουν, θα τα αφήσω. Ποιος εστάθηκε ο δρόμος μας για να φτάσουμε σ’ εκείνα και με ποια πολιτεία και από ποιους τρόπους ζωής έγιναν μεγάλα, αυτά θα δείξω πρώτα και ύστερα θα έρθω και στων νεκρών εδώ τον έπαινο. Έχω τη γνώμη ότι σε μια στιγμή τέτοια δε θα ήταν αταίριαστο να ειπωθούν τα πράγματα αυτά και ακόμα ότι θα έχουν να κερδίσουν όλοι όσοι είναι μαζεμένοι εδώ, και οι ντόπιοι και οι ξένοι, αν το ακούσουν.
37.  Το πολίτευμα που έχουμε δε γυρεύει να πάρει τους νόμους του από τους ξένους. Πιο πολύ είμαστε εμείς το παράδειγμα σε μερικούς παρά που ξεσηκώνουμε ό,τι κάνουν οι άλλοι. Το όνομά του , επειδή δε ζούμε στηριγμένοι πάνω στους λίγους παρά στους περισσότερους, είναι κυριαρχία του δήμου, δημοκρατία. Ωστόσο οι νόμοι, όταν είναι για τις ιδιωτικές τους διαφορές, δίνουν σε όλους τα ίδια δικαιώματα. Όσο πάλι για την προσωπική επιβολή, κατά που βλέπουν τον καθένα να προκόβει σε κάτι, όχι από τη σειρά ,όσο γιατί είναι ικανός, γι’ αυτό τον προτιμούν να πάρει μέρος στα δημόσια πράγματα. Ούτε πάλι κανένας από φτώχια , κι όταν ακόμα έχει να κάνει κάτι καλό στην πόλη μας, βρίσκεται εμποδισμένος, επειδή του λείπει η κοινωνική επιβολή. Και δεν είναι μόνο στη δημόσια ζωή μας που ζούμε λεύτερα. Είναι και που δεν κοιτάζουμε υποψιασμένοι ο ένα τον άλλο στις καθημερινές μας δουλειές. Δε θυμώνουμε με το γείτονά μας, αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του κι ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου, πράγμα που αν δε βλάφτει, όμως στενοχωρεί τον άλλο. Κι ενώ στην ιδιωτική μας ζωή περνούμε απείραχτα μεταξύ μας, σαν πολίτες είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους και σε όσους και άγραφοι που είναι, όμως φέρνουν ντροπή ομολογημένη.
38.   Ωστόσο και από τους κόπους φροντίσαμε να βρούμε όσο γινόταν πιο πολλές ξεκούρασες στο πνεύμα, με το να κρατούμε τη συνήθεια να κάνουμε αγώνες και θυσίες όλο το χρόνο μια πάνω στην άλλη, έπειτα και περιποιημένα σπιτικά για τον εαυτό του καθένας. Η ευχαρίστηση που μας δίνουν αυτά κάθε μέρα διώχνει μακριά τη στενοχώρια. Κι ακόμα μας έρχονται, έτσι μεγάλη που είναι η πόλη μας, από την πάσα γη τα πάντα, και φτάνουμε τα αγαθά που γίνονται εδώ να μην τα χαιρόμαστε καθόλου σαν πιο δικά μας απ’ ό, τι και των άλλων ανθρώπων.
39.   Και στη μελέτη των πολεμικών ξεχωρίζουμε από τους αντιπάλους μας σ’ αυτά τα σημεία. Πρώτα πρώτα που την πόλη μας την κρατούμε ανοιχτή σε όλους και δεν διώχνουμε ποτέ ξένο κανένα, για να τον εμποδίσουμε να μάθει ή να ιδεί κάτι, που αν δεν το κρύβαμε και το έβλεπε κάποιος από τους εχτρούς μας θα μπορούσε τάχα να ωφεληθεί. Γιατί εμείς την πίστη μας τη στηρίζουμε όχι στις ετοιμασίες τόσο και στα ξεγελάσματα, όσο στην ψυχική από μας τους ίδιους δύναμη, όταν είναι να ενεργήσουμε. Ύστερα στην ανατροφή εκείνοι από παιδιά ακόμα με άσκηση σκληρή κυνηγούν να φανούν άντρες. Εμείς περνούμε τη ζωή μας ανέγνοιαστα κι όμως τραβούμε σε ίδια μεγάλους κινδύνους χωρίς καθόλου πιο μικρήν ορμή. Απόδειξη: οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν στη χώρα μας με όλους μαζί τους συμμάχους των, ποτέ μοναχοί. Αντίθετα εμείς μπαίνουμε και πολεμούμε στων άλλων μόνοι και τις πιο πολλές φορές νικούμε χωρίς δυσκολία στην ξένη χώρα αυτούς που υπερασπίζονται τα ίδια τους τα σπίτια. Και ούτε κανείς εχτρός ποτέ  ως τώρα αντίκρισε τη δύναμή μας συγκεντρωμένη, αφού εμείς την ίδια ώρα και για το ναυτικό φροντίζουμε και στη στεριά στέλνουμε σε πολλές μεριές στρατό από μας τους ίδιους. Όταν τώρα χτυπηθούν κάπου με ένα μέρος από μας, αν νικήσουν μερικούς, καμαρώνουν και λένε ότι μας έδιωξαν όλους. Αν νικηθούν, πως βρέθηκαν από εμάς όλους νικημένοι. Μια φορά, αν εμείς θέλουμε να παίρνουμε πάνω μας τον κίντυνο ζώντας οκνά πιο πολύ παρά σε μελέτη επίπονη, με μιαν  αντρεία, που δε μας την επιβάλλουν τόσο οι νόμοι, όσο μας τη δίνουν οι τρόποι που ζούμε, τότε έχουμε ένα κέρδος παραπάνω εμείς: και που δεν κουραζόμαστε από πριν για τις άσκημες ώρες που είναι να έρθουν και που δεν δειχνόμαστε, όταν βρεθούμε μέσα σε αυτές, λιγότερο τολμηροί από εκείνους που βασανίζονται αδιάκοπα- και αξίζει κανείς την πόλη μας να τη θαυμάζει και γι’ αυτά και γι’ άλλα ακόμα.
40.  Αγαπούμε το ωραίο και μένουμε απλοί. Αγαπούμε τη θεωρία και δεν καταντούμε νωθροί. Ο πλούτος στέκει για μας πιο πολύ αφορμή για κάποιο έργο παρά για παινεψιές και λόγια. Και τη φτώχια του να την παραδεχτεί κανείς δεν είναι ντροπή. Πιο ντροπή είναι να μην κοιτάξει δουλεύοντας να την ξεφύγει. Και είμαστε οι ίδιοι που φροντίζουμε και για τα δικά μας και για τα πολιτικά μαζί πράγματα, κι ενώ καθένας μας κοιτάζει τη δουλειά του, άλλος άλλη, δεν κατέχουμε γι αυτό λιγότερο τα πολιτικά. Γιατί είμαστε οι μόνοι που όποιον δεν παίρνει καθόλου μέρος σ’ αυτά τον θαρρούμε έναν άνθρωπο όχι ήσυχο, μόνο άχρηστο, κι ακόμα που ή παίρνουμε οι ίδιοι την απόφαση που ταιριάζει ή τουλάχιστο φτάνουμε σε μια σωστή κρίση για τα πράγματα. Γιατί δεν πιστεύουμε πως τα λόγια φέρνουν βλάβη στα έργα. Να μη διδαχτούμε πρώτα με το λόγο, πριν φτάσουμε να ενεργήσουμε όσα πρέπει, αυτό είναι που θαρρούμε πιο βλαβερό. Γιατί κι αυτό το ξεχωριστό έχουμε αλήθεια, ώστε οι ίδιοι εμείς και τόλμη πολλή να έχουμε και μαζί να συλλογιόμαστε καλά καλά ό,τι είναι να πάρουμε πάνω μας. Στους άλλους η άγνοια φέρνει την αποκοτιά, η συλλογή το δισταγμό. Ωστόσο θα ήταν δίκιο την πιο μεγάλη δύναμη στην ψυχή να κριθούν πως την έχουν αυτοί που ξέρουν ολοκάθαρα και ποια πράγματα είναι φοβερά και ποια ευχάριστα και όμως δεν ζητούν γι αυτό να αποτραβηχτούν από τους κινδύνους. Και στην καλή διάθεση απέναντι στους άλλους  δεν έχουμε την ίδια γνώμη με τον πολύ κόσμο. Τους φίλους μας ζητάμε να τους κερδίσουμε με το να κάνουμε εμείς καλό, όχι οι άλλοι σε μας. Κι είναι πιο σίγουρο εκείνος που κάνει το καλό ότι θα κοιτάξει τη χάρη που του χρωστούν να την κρατήσει με τη συμπάθεια που θα δείχνει σ’ αυτόν που ωφέλησε. Αντίθετα εκείνος που χρωστάει κάτι πίσω δεν είναι τόσο πρόθυμος, γιατί ξέρει πως είναι να δείξει καλοσύνη όχι για μια χάρη που θέλει να κάνει, παρά σαν ένα χρέος που ξοφλάει. Και μόνο εμείς κάνουμε άφοβα το καλό στον ένα και στον άλλο, πιο πολύ γιατί έχουμε την πίστη πως είμαστε άνθρωποι λεύτεροι , παρά γιατί λογαριάζουμε το συμφέρο μας.

41.  Με δυο λόγια: λέω πως η πόλη μας στο σύνολό της πρώτα είναι το σχολείο της Ελλάδας. Έπειτα ο κάθε άνδρας από μας  θα μπορούσε μου φαίνεται ο ίδιος σε ένα πλήθος φανερώματα της ζωής και με την πιο μεγάλη ευστροφία μαζί και χάρη να παρουσιάσει τον εαυτό του αύταρκο. Ότι αυτά δεν είναι παινεψιές και λόγια της στιγμής παρά αλήθεια πραγματική, το φανερώνει της πόλης μας η ίδια η δύναμη, που την αποκτήσαμε από τέτοιους τρόπους ζωής. Γιατί είναι η μόνη από τις τωρινές, που στην ώρα της δοκιμασίας δείχνεται ανώτερη από τη φήμη της. Η μόνη που ούτε στον εχτρό που ήρθε να τη χτυπήσει δίνει να θυμώσει, από τι ανθρώπους κακοπαθεί, ούτε στον υπήκοο να παραπονεθεί ότι τον εξουσιάζουν ανάξιοι. Έτσι που παρουσιάσαμε τη δύναμή μας με μεγάλες φανερές απόδειξες κι αλήθεια όχι δίχως μάρτυρες και οι τωρινοί και οι κατοπινοί άνθρωποι θα μας αντικρίσουν με θαυμασμό. Δεν έχουμε καθόλου ανάγκη ούτε από έναν Όμηρο για να μας παινέσει, ούτε από κανέναν άλλο, που θα μας δώσει μιας στιγμής χαρά με τα ωραία του λόγια, όμως τη γνώμη που θα γεννηθεί για τα έργα μας θα έρθει ύστερα να τη ζημιώσει η αλήθεια. Εμείς την κάθε θάλασσα και στεριά την αναγκάσαμε να ανοίξει δρόμο στην τόλμη μας και σε κάθε τόπο στήσαμε μαζί μνημεία αθάνατα και για τα κακά και για τα καλά που μας έτυχαν. Για μια τέτοια πόλη αυτοί εδώ έχοντας την αξίωση να μην τους τη στερήσουν πολέμησαν και σκοτώθηκαν όπως εταίριαζε στη σειρά τους. Από όσους πάλι μένουν είναι φυσικό κάθε ένας να θέλει να υποφέρει ό,τιδήποτε για χάρη της.
42.  Γι αυτό και μίλησα πολύ για την πόλη μας. Ήθελα πρώτα να δείξω ότι δεν αγωνιζόμαστε για πράγματα το ίδιο μεγάλα εμείς και όσοι δεν έχουν τίποτε όμοιο με αυτά εδώ. Ύστερα και τον έπαινο γι αυτούς που μιλώ τώρα να τον παρουσιάσω αποδειγμένο και φανερό. Κι αλήθεια, από αυτόν τον πιο μεγάλο μέρος το έχω κιόλας πει. Γιατί αυτών εδώ και των ομοίων τους οι παλικαριές, αυτές είναι που στόλισαν την όλη με όσα εγώ είπα υμνώντας την. και δεν είναι πολλοί οι Έλληνες που αν ζύγιζες τα έργα τους με ό,τι ειπώθηκε γι αυτά θα τα έβρισκες να ισοζυγιάζουν, όπως σ’ αυτούς εδώ. Το τέλος αυτών εδώ τώρα μπορεί να ήρθε να φανερώσει την παλικαριά τους πρώτο, μπορεί και να τη σφραγίσει τελευταίο- και τη μια και την άλλη δείχνει πιστεύω πως εστάθηκαν άντρες αληθινοί. Γιατί και σε κείνους ακόμα που παρουσιάζονται στ’ άλλα κάπως κακοί, είναι δίκαιο η παλικαριά που θα δείξουν πολεμώντας για την πατρίδα να πάρει την πρώτη θέση. Γιατί με το καλό που έκαναν έσβησαν όλως διόλου το κακό κι έτσι ωφέλησαν πιο πολύ στην κοινή προσπάθεια παρά που έβλαψαν ένας ένας σαν άτομο. Από αυτούς τώρα εδώ ούτε πλούσιος κανείς εδείλιασε προτιμώντας να εξακολουθήσει να χαίρεται τα καλά του, ούτε φτωχός ζήτησε να αναβάλει το κακό που φοβόταν με την ελπίδα για τη φτώχια του, ότι θα μπορούσε ξεφεύγοντας για την ώρα να βρεθεί μια μέρα πλούσιος. Πιο ποθητό από αυτά λογιάριασαν πως είναι να εκδικηθούν τους εχτρούς. Μαζί πίστεψαν ότι αυτός είναι ο πιο λαμπρός κίνδυνος και έτσι θέλησαν παίρνοντάς τον απάνω τους αυτούς να τους εκδικηθούν, τα άλλα να τα επιθυμούν. Αν κατορθώσουν κάτι, αυτό τους έμενε κρυμμένο, κι έτσι το εμπιστεύτηκαν στην ελπίδα. Όμως στην πράξη πάνω γι αυτό που έβλεπαν πια μπροστά τους είχαν την αξίωση να στηριχτούν στον ίδιο τον εαυτό τους. και καθώς βρέθηκαν μέσα στον κίνδυνο, νόμισαν πιο ωραίο να αντισταθούν και να πάθουν παρά υποχωρώντας να γλιτώσουν κι έτσι από τη μια ξέφυγαν την καταλαλιά και την ντροπή της, από την άλλη το έργο που είχαν να κάμουν το πήραν πάνω τους πληρώνοντάς το με τη ζωή τους και πάνω στην κρίσιμη ώρα , τη στιγμή ακριβώς που παιζόταν η τύχη τους εγλύτωσαν όχι από το φόβο! – πιο πολύ από την ιδέα ότι θα μπορούσαν να φοβηθούν.
43.  Αυτοί εδώ στάθηκαν τέτοιοι όπως ταίριαζε στην πόλη που τους ανάθρεψε. Όσοι πάλι μένουμε πρέπει να αξιώσουμε από τον εαυτό μας, το φρόνημά μας μπροστά στους εχτρούς να μην το κρατήσουμε καθόλου πιο άτολμο κι ας το ευχόμαστε περισσότερο ασκόνταφτο. Και να μη στοχάζεστε με το λογικό μόνο την ωφέλειά του. Γι αυτήν μιλώντας κανείς σε σας, που και μοναχοί σας δεν την ξέρετε λιγότερο, θα μπορούσε να μακρύνει λέγοντας, πόσα καλά έχει το να αντιστέκεται κανείς στον εχτρό. Πιο πολύ τη δύναμη της πόλης μας θωρείτε την κάθε μέρα στα έργα της  κι αγαπήστε την σαν εραστές. Και όταν σας φανεί μεγάλη, στοχαστείτε ότι αυτά τα απόχτησαν άντρες που τολμούσαν και ήξεραν το σωστό και ένιωθαν  ντροπή μέσα τους, όταν ήταν να ενεργήσουν. Και αν καμιά φορά δοκιμάζοντας κάτι τύχαινε να μην πετύχουν, όμως είχαν την αξίωση να μη στερήσουν γι αυτό την πόλη από την παλικαριά τους με κανένα τρόπο. Απεναντίας την ξόδευαν σαν την πιο ωραία κοινή εισφορά τους σ’ αυτή. Γιατί τη στιγμή που πρόσφερναν τη ζωή τους όλοι μαζί, έπαιρναν τον έπαινο τον αγέραστο χωριστά καθένας και τον τάφο περίλαμπρο, όχι εκεί που κείτονται τόσο, παρά εκεί που η δόξα τους μένει για να μνημονεύεται αιώνια σε κάθε ευκαιρία που δίνεται, είτε στο λόγο, είτε στην πράξη. Γιατί των ανθρώπων των ξεχωριστών τάφος είναι η γη ολόκληρη. Και δε φανερώνει το όνομά τους μιας στήλης η επιγραφή στην πατρική τους χώρα μόνο. Και στα ξένα μέρη σε καθενός την ψυχή μέσα φωλιάζει άγραφη η θύμηση όχι τόσο για το έργο που έκαμαν. Πιο πολύ για το φρόνημά τους. Αυτοί εδώ ας σας σταθούν τώρα παράδειγμα. Στοχαστείτε πως ευτυχία θα πει λευτεριά, λευτεριά θα πει ψυχή δυνατή και μη δειλιάζετε μπροστά στους κινδύνους του πολέμου. Γιατί δεν θα είχαν και τόσο δίκιο να αψηφούν τη ζωή τους όσοι δυστυχούν και δεν έχουν τίποτα καλό να περιμένουν. Δίκιο θα είχαν αυτοί που είναι φόβος να βρεθούν με αναποδογυρισμένη την καλή τους τύχη για την πιο πέρα ζωή, σε μια στιγμή που η μεταβολή θα είναι πάρα πολύ μεγάλη, αν τυχόν σκοντάψουν. Γιατί τον άντρα που έχει φρόνημα τον πονεί πιο πολύ η ταπείνωση που κλείνει το δείλιασμα παρά ο θάνατος που έρχεται άνιωστος μέσα στη δύναμη και στην κοινή ελπίδα.
44.  Γι αυτό το λόγο και στους γονείς αυτών εδώ, όσοι είστε μπροστά, δε σας κλαίω τόσο. Πιο πολύ θέλω να σας παρηγορήσω. Το ξέρουν ότι τη ζωή τους είχαν να την περάσουν μέσα σε όλο και καινούργιες αλλαγές της τύχης. Ευτυχία ωστόσο είναι τούτο, σε όσους λάχει ο πιο τιμημένος είτε καθώς σ’ αυτούς εδώ θάνατος, είτε καθώς σε σας καημός, και σε όσους το τέλος της ζωής μετρήθηκε ίσια ίσια με το τέλος της ευτυχίας τους. Είναι δύσκολο, το ξέρω, να σας κάνω να με πιστέψετε γι αυτούς που και πολλές φορές μάλιστα θα σας δίνονται αφορμές να τους θυμάστε στων άλλων τις ευτυχίες, που μια φορά σας έκαναν και σας να ευφραίνεστε. Και λύπη δεν είναι όταν κανενός του λείπουν αγαθά που δεν τα έχει δοκιμάσει άλλοτε, παρά όταν συνηθίσει κάτι και ύστερα το χάσει.  Ωστόσο πρέπει να κρατηθείτε καρτερικοί και με την ελπίδα γι άλλους γιους όσοι είστε ακόμα νέοι και μπορείτε να κάνετε παιδιά. Γιατί και στην ιδιωτική ζωή όσοι γεννηθούν αργότερα θα κάνουν μερικούς να ξεχάσουν εκείνους που έλειψαν και στην πόλη θα ωφελήσει αυτό διπλά, ότι δεν θα ερημώνεται και που θα κρατιέται ασφαλισμένη. Γιατί δεν μπορεί να αποφασίζουν για τα δημόσια πράγματα δίκια και όμοια όσοι δεν έχουν παιδιά κι αυτοί να δώσουν και έτσι δεν βρίσκονται στον ίδιο με τους άλλους κίντυνο. Όσοι πάλι είστε περασμένοι στα χρόνια, το πιο μεγάλο μέρος της ζωής σας , που το περάσατε ευτυχισμένοι, να το θαρρείτε κέρδος, και αυτό που μένει πως θα είναι μικρό, και να ελαφρώνετε τον πόνο σας με αυτών εδώ τη δόξα. Γιατί η αίσθηση της τιμής είναι το μόνο που δε γερνάει και όταν έρθουν τα ενωφέλευτα τα γερατιά, εκείνο που φέρνει πιο πολλή χαρά δεν είναι να κερδίζει κανείς χρήματα, όπως λένε μερικοί. Είναι να τον τιμούν.
45.  Στους γιους πάλι, όσοι είστε αυτών εδώ μπροστά, ή στ’ αδέλφια βλέπω τον αγώνα που παίρνετε πάνω σας μεγάλο. Γιατί αυτόν που δε ζει συνηθίζει κάθε άνθρωπος να τον παινάει. Και με πολλή δυσκολία, αν δείξετε παλικαριά  ξεχωριστή, θα μπορούσε να σας κρίνουν – όμοιους όχι!-  λίγο χειρότερους. Γιατί ανάμεσα στους ζωντανούς κοιτάζουν όλοι τον αντίμαχό τους με ζήλια, ενώ ό,τι δεν τους φράζει το  δρόμο φτάνουν να το τιμούν με μιαν εύνοια ασυναγώνιστη. Κι αν ακόμα πρέπει να πως και για των γυναικών κάτι την αρετή, όσες θα απομείνουν τώρα χήρες, φτάνει μια σύντομη παραίνεση, για να δείξω ό,τι χρειάζεται. Να μη φανείτε κατώτερες από τη γυναίκια φύση σας, μεγάλη σε σας η δόξα, το ίδιο και σε όποια το όνομά της θα ακουστεί όσο γίνεται πιο λίγο μέσα στους άντρες, είτε για καλό είτε για κακό.
46.  Είπα κι εγώ με το λόγο μου, καθώς όριζε ο νόμος, όσα είχα που να ταιριάζουν. Με έργα πάλι αυτούς που θάβουμε από τη μια τους ετιμήσαμε κιόλας, από την άλλη τα παιδιά τους από εδώ κι εμπρός θα τα αναθρέψει η πόλη με δημόσια φροντίδα ως που να μεγαλώσουν, ορίζοντας έτσι για βραβείο σε τέτοιους αγώνες και γι αυτούς εδώ και για όσους μένουν στη ζωή ένα στεφάνι ωφέλιμο. Γιατί της παλικαριάς έπαθλα όπου έχουν οριστεί πολύ μεγάλα, εκεί ζουν και οι πιο καλοί πολίτες. Τώρα αφού αποκλάψει καθένας το δικό του, γυρνάτε στα σπίτια σας.
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ
  • Όταν ο Θουκυδίδης πέθανε, λίγο ύστερα από τα 400 πΧ, το μοναδικό έργο της ζωής του, η ιστορία του πολέμου ανάμεσα στους Αθηναίους και τους Πελοποννησίους, δεν είχε ακόμα προφτάσει να τελειώσει. Ο θάνατος βρήκε τον αθηναίο ιστορικό να εκθέτει τα περιστατικά του 411 μόλις, κι έτσι το τελευταίο μέρος του πολέμου που βάστηξε ως  το 404 έμεινε να το συμπληρώσουν άλλοι. Ωστόσο ο Θουκυδίδης είχε αρχίσει να γράφει πριν τριάντα ολόκληρα χρόνια, από την πρώτη ώρα που άναψε ο πόλεμος – άνοιξη του 431- επειδή πρόβλεπε ότι η σύγκρουση αυτή ανάμεσα στους Έλληνες θα σταθεί πολύ μεγάλη, άξια να την ιστορήσει κανείς, πιο πολύ από κάθε περασμένη. Και δεν ήταν άλλες ασχολίες που τον έκαναν να προχωρεί έτσι αργά. Γιατί από το 424, που βρέθηκε στρατηγός με μια μοίρα του αθηναϊκού στόλου στη Μακεδονία και δεν κατόρθωσε να σώσει την Αμφίπολη από τα χέρια του Βρασίδα, ο Θουκυδίδης ζει είκοσι χρόνια εξορισμένος από την Αθήνα, το πιο πολύ στα χρήματα που είχε στη Θράκη, χωρίς πολιτική δράση καμιά, με μοναδικό σκοπό της ζωής του να δώσει την ιστορία του πελοποννησιακού πολέμου.43
  • Οι δυσκολίες από την πρώτη στιγμή ως την τελευταία μένουν μεγάλες, και οι εξωτερικές και οι εσωτερικές. Το υλικό της ιστορίας όπου δε βρέθηκε ο ίδιος μπροστά, ο Θουκυδίδης είναι αναγκασμένος να το μαζεύει ταξιδεύοντας σε διάφορα μέρη, για να μελετήσει τους τόπους και να γνωρίσει τις πολιτείες που πήραν μέρος στον πόλεμο, για να χρησιμοποιήσει όσο του επιτρέπουν, τα δημόσια αρχεία τους, και ακόμα για να βρεθεί ανάμεσα στους ανθρώπους, όσο μπορεί πιο πολλούς και πιο αξιόπιστους μάρτυρες να του ιστορήσουν τα περιστατικά του πολέμου, εκστρατείες, πολιορκίες ,μάχες κλπ. Ακόμα βρίσκεται στην ανάγκη να συγκεντρώσει και να συμπληρώσει το υλικό που του χρειάζεται και με αλληλογραφία, προπαντός από κει που δεν μπορεί ο ίδιος να πάει να το μαζέψει, από την Αθήνα που κρατεί κλεισμένες τις πύλες της στον εξόριστο, και από κάθε πόλη που ζει κάτω από την αθηναϊκή επιβολή. 44
  • Η συγγραφή όμως αργεί και γιατί ο Θουκυδίδης έχει να αγωνιστεί να εξαφανίσει τον εαυτό του πίσω από το έργο του.45
  • Από τον Επιτάφιο του Θουκυδίδη είναι ζήτημα αν και δυο φράσεις ανήκουν στο λόγο που είπε πραγματικά ο Περικλής του 431. Πίσω από αυτόν βρίσκεται κρυμμένος και μιλεί ο ίδιος ο Θουκυδίδης σε καιρούς δικούς του και με σκοπούς δικούς του.52
  • Και έρχεται ξαφνικά μια μέρα κι ο Αθηναίος που κάποτε είχε πιστέψει αδίσταχτα στην υπεροχή της πατρίδας του, γυρίζει γέρος σε μιαν Αθήνα νικημένη, για να ιδεί τα τείχη της γκρεμισμένα, το λιμάνι έρημο και την Ακρόπολη πάνω να την πατούν αγέρωχοι Σπαρτιάτες.53
  • Να μπορέσει να πιστοποιήσει τους σταθμούς που προχώρησε η σκέψη του Θουκυδίδη μέσα στα χρόνια που έγραφε, είναι ένα χρέος της φιλολογικής ερμηνείας από τα πιο μεγάλα. Όχι μόνο γιατί μια τέτοια πιστοποίηση ρίχνει φως δυνατό πάνω στο ίδιο το έργο και αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε τώρα καλύτερα. Όχι μόνο γιατί με τον τρόπο αυτό γνωρίζουμε την ιστορία της ψυχής ενός ανθρώπου που μας είναι ασύγκριτα πιο πολύτιμη από την ιστορία της εξωτερικής του ζωής (πότε γεννήθηκε, πότε πέθανε, τι έγραψε κτλ): όποιος δοκιμάσει να ξαναπάρει τον πονεμένο δρόμο που τράβηξε η ψυχή ενός μεγάλου ανθρώπου και να ξαναχαρεί τη δύναμή της, που κατορθώνει στον πόνο της να δώσει μιαν έκφραση τόσο αισιόδοξη, όσο είναι ένα έργο που χαρίζεται στους ανθρώπους σαν ένα κτήμα ες αεί, αυτός βοηθεί και τη δική του ψυχή να κερδίσει το δικό της αγώνα. 54.
  • Η πιο μεγάλη δοκιμασία του Θουκυδίδη στάθηκε αλήθεια η ήττα του 404. Και δεν ήταν μόνο που οι Αθηναίοι είχαν χάσει τον πόλεμο. Ήταν και που είχαν πάψει να πιστεύουν στην ίδια τους την πόλη. Σε μιαν Αθήνα νικημένη και ταπεινωμένη ήταν το μόνο φυσικό να ξαναγυρίζουν στην αρχή του πολέμου και να ρωτιούνται, αν άξιζε να τον προκαλέσουν με την αλύγιστη στάση τους. 56
  • Και στο Θουκυδίδη ο κλονισμός από την ήττα στάθηκε είπαμε μεγάλος, μα η δική του ψυχή ήταν πολύ δυνατή και δε λύγισε. Δεν αρνήθηκε αυτός ούτε την παλιά Αθήνα και την ηγεμονία της , ούτε το μεγάλο της τέκνο. Καθώς στεκόταν τώρα στο τέλος του πολέμου, άρχισε να βλέπει σαν πιο καθαρά όχι μόνο την αρχή και τη συνέχειά του. Πίσω από τις φαινομενικές του αφορμές, πολύ πιο πίσω από αυτές είδε τα πραγματικά του αίτια. Τώρα καταλάβαινε πως τον πόλεμο δεν τον προκάλεσαν ένα δυο τυχαίες αφορμές, το μεγαρικό ψήφισμα ή οι προστριβές των αντιπάλων για την Ποτείδαια και την Κέρκυρα, όπως είχε πιστέψει μαζί με τον άλλο κόσμο και ο ίδιος άλλοτε. Τον προκάλεσε η βαθιά, αγεφύρωτη αντίθεση ανάμεσα στις δυο πολιτείες. Κι ήταν η Σπάρτη που φοβόταν την αντίπαλη πόλη που όλο και μεγάλωνε από τα περσικά και δώθε, γι’ αυτό και θέλησε να την αφανίσει. Μαζί και οι δυο να κυβερνήσουν την Ελλάδα ήταν αδύνατο, η σύγκρουση ερχόταν λοιπόν σαν κάτι μοιραίο έτσι κι αλλιώς θα ξεσπούσε μια μέρα.57
  • Αν εχάθηκε ο πόλεμος εχάθηκε γιατί ο Περικλής πέθανε πολύ γρήγορα, χωρίς να αφήσει κανέναν πολιτικό αντάξιό του, έναν που να κυβερνάει σαν πρώτος ανήρ το πλήθος, όχι να κολακεύει τις αδυναμίες του και να αφήνει να τον τραβάει όπου ήθελε εκείνο. Αυτή την πίστη ο Θουκυδίδης γυρισμένος στην Αθήνα νιώθει χρέος να τη μεταδώσει σε μια γενιά, που κρίνει στενόκαρδα από τα αποτελέσματα και δε βλέπει ό,τι και όπως αυτός βλέπει κι έτσι έφτασε να αρνηθεί το μεγάλο έργο των πατέρων της. Για να μεταδώσει όμως την πίστη του αυτή θα χρειαστεί να αναθεωρήσει το έργο του συστηματικά, ξεχωριστά το πρώτο του μέρος. Γιατί τα πραγματικά αίτια του πολέμου, όπως τα βλέπει τώρα, πρέπει να δοθούν στην αρχή της ιστορίας, πλάι στις εξωτερικές αφορμές. Ακόμη η υπεράσπιση της αθηναϊκής ηγεμονίας και της πολιτικής του πολέμου να ακουστεί από το στόμα του ίδιου του Περικλή, που στάθηκε ο πιο μεγάλος εκπρόσωπος της εποχής. Και ο Περικλής είχε πεθάνει από τον τρίτο κιόλας χρόνο του πολέμου.58
  • Με τον Επιτάφιο ο Θουκυδίδης θέλησε να δώσει την εικόνα του πολιτισμού της περίκλειας Αθήνας σε ολόκληρο το πλάτος και την πληρότητα. Καταλληλότερο πρόσωπου που στο στόμα του να βάλει την εικόνα αυτή, δεν είχε άλλο από τον Περικλή, την πιο μεγάλη ίσως πνευματική μορφή μέσα στους Έλληνες πολιτικούς όλων των καιρών.61
  • Ο λόγος του Περικλή παρουσιάζεται εξωτερικά σαν επιτάφιος των νεκρών του 431. Πραγματικά, όπως συχνά ειπώθηκε, ο Θουκυδίδης έγραψε τον επιτάφιο της αθηναϊκής πολιτείας στην πιο κλασική της μορφή… Έτσι που παρουσιάζεται στον Επιτάφιο εξάπαντος δεν είναι η πραγματική Αθήνα. Είναι ο μύθος της, όπως τον εζωντάνεψε ο πόνος μιας ψυχής μεγάλης. Με το φυσικό της θάνατο η Αθήνα του 5ου αιώνα αφήνει όλες της τις αδυναμίες, για να περάσει τέλεια στην αθανασία του μύθου. 64
  • Τη διαφορά της ιωνικής και της δωρικής ψυχής δεν τη βρίσκουμε μοναχά εδώ να τονίζεται. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης βάζει στο πρώτο του βιβλίο τους Κορινθίους για να ξεσηκώσουν τη Σπάρτη να αποφασίσει τον πόλεμο, να εξαίρουν τις ψυχικές ικανότητες του Αθηναίου σε ρητήν αντίθεση με του Σπαρτιάτη (1,70,2-4): « οι Αθηναίοι νεωτεριστές και γρήγοροι για να σκεφτούν κάτι και για να βγάλουν πέρα στην πράξη ό,τι αποφάσισαν. Οι Σπαρτιάτες μοναχά για να κρατήσουν ό,τι έχουν, και να μην πάρουν καμιά πιο κάτω απόφαση, και στην πράξη να μη φτάσουν ούτε σε ό,τι είναι ανάγκη. Και πάλι εκείνοι τολμούν και πέρα από ό,τι μπορούν και τραβούν στον κίνδυνο πέρα από. ό,τι ένας μετρημένος νους θα άφηνε, και δε χάνουν ποτέ την ελπίδα στις δύσκολες ώρες. Τούτοι συνηθίζουν να κάνουν πάντα πιο λίγο από ό,τι μπορούν και να μην εμπιστεύονται ούτε σε όσα ένας μετρημένος νους παρουσιάζει για βέβαια, και να φαντάζονται ότι δε θα γλυτώσουν ποτέ από τις δύσκολες ώρες. Κι ακόμα εκείνοι ακούραστοι, τούτοι αναβλητικοί, εκείνοι όλη την ώρα έξω από την πόλη τους, τούτοι αδιάκοπα χωμένοι μέσα στη δική τους…» 70-71
  • Ο χαρακτηρισμός όμως του Περικλή στον Επιτάφιο ξεχωρίζει και από των Κορινθίων και από τους άλλους σε κάτι βασικό. Εδώ δεν έχουμε τον Αθηναίο να αντιτάζεται στο Δωριέα με τις χαρακτηριστικές, όμως αναγκαστικά περιορισμένες ιδιότητες της φυλής του. Τον Ίωνα και τη μονομέρειά του έχει φτάσει να τα ξεπεράσει ο Αθηναίος του Θουκυδίδη για να κερδίσει μέσα του έναν κόσμο τέλειο, πλασμένο από τις πιο αντιθετικές ικανότητες ενός Ίωνα μαζί κι ενός Δωριέα, το ίδιο όπως είδαμε την αθηναϊκή πολιτεία να έχει ξεπεράσει τη μονομέρεια της δημοκρατίας, για να υψωθεί σε μια σύνθεση πιο ολοκληρωμένη. Το ίδιο πώς η αττική τραγωδία ή και ο Παρθενώνας πάνω στην Ακρόπολη συνταιριάζουν αρμονικά ιωνικά μαζί και χωρικά στοιχεία. 71
  •  Η μοναδική αυτή ακεραίωση του Αθηναίου, καθώς σωστά παρατήρησαν, δεν μπορεί βέβαια να ταιριάσει με την εικόνα του ανθρώπου όπως τη δίνει ο Ηρόδοτος με το στόμα ενός παλιού Αθηναίου, από τους πιο σοφούς, του Σόλωνα (1,32) : «Όλα μαζί τα καλά να τα έχει κανείς, έτσι άνθρωπος που γεννήθηκε, είναι αδύνατο, το ίδιο όπως και καμιά χώρα δε φτάνει να δίνει στον εαυτό της όλα όσα έχει ανάγκη. Αν έχει το ένα, της λείπει το άλλο. Όποια τώρα έχει τα πιο πολλά, αυτή είναι η πιο καλή. Έτσι και ο ένας άνθρωπος δεν έχει καθόλου αυτάρκεια. Έχει τούτο, θα του λείπει εκείνο…». Σε συνειδητήν  αντίθεση με τη μετρημένη αυτή σοφία, που αντλεί από την πείρα της ζωής και κρατεί το θνητό στα στενά μέσα σύνορα που του όρισε ένας φθονερός θεός, υψώνεται στον Επιτάφιο ο λαμπρός μύθος του ανθρώπου και της πολιτείας με την απόλυτη αυτάρκεια και ευδαιμονία, τόσο που να μην έχει ανάγκη καμιά ούτε από την άλλη γη και τους ανθρώπους της – ούτε και από τον ουρανό. Η λέξη «θεός» δεν ακούγεται ούτε μια φορά στον Επιτάφιο. 73
  • Να έχεις ένα τόσο καθαρό μάτι για να βλέπεις τους ανθρώπους ως τα μύχια της ψυχής τους και την ίδια στιγμή να κλείνεις τόσην αγνότητα ψυχής, ώστε να μπορείς να ξεπερνάς τους ανθρώπους για να φτάσεις ως τον ά ν θ ρ ω π ο, στην πείρα και στην γνώση να είσαι τόσο γέρος, στην πίστη και στην αγάπη τόσο νέος, είναι κι αυτό μια αντινομική σύνθεση, που μόνο ένας μεγάλος μπορεί να τη ζήσει σε τόσην ένταση. Πόσο δυνατά πρέπει να χτυπούσε η καρδιά αυτή για να βαστάξει τόσο πόνο! Στ’ ατέλειωτα χρόνια της εξορίας να κρατήσει το μύθο της αθηναϊκής πολιτείας, όχι αυτής που ήταν πραγματικά – αυτής που είχε ο δικός της πόθος αναστήσει, και ύστερα το όραμα αυτό να το υψώσει μπροστά στους Αθηναίους του 400, που η συφορά τους είχε καταντήσει δειλούς και άπιστους – να το κρατήσει υψωμένο μπροστά στις ατέλειωτες γενιές των ανθρώπων πάνω στη γη, ακόμα κι όταν η ίδια από αιώνες πολλούς θα είχε πάψει να χτυπάει! 76