Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ :"... Κι εγώ κομμάτι αμμουδιάς"


 http://www.aplotaria.gr/eat-esa-chatoglou/


                                                           Η σιδερένια πόρτα του ΕΑΤ – ΕΣΑ
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά 
 Γ.Σεφέρης

 
Ήτανε γίγαντας ο κυρ Βασίλης. Όχι επειδή ήμουν μικρή κι έτσι μου φάνταζε. Ήταν στ’ αλήθεια. Θεόρατος, με όλα τα χαρακτηριστικά του μεγάλα. Πανύψηλος, με μεγάλα άκρα, μεγάλο κεφάλι, μεγάλα γαλάζια μάτια κι ένα τεράστιο στόμα.
Όταν τον γνώρισα ήταν τσακισμένος, σακατεμένος από τα βασανιστήρια. Του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη, τα άκρα, τη μύτη, είχε σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, περπατούσε δύσκολα, καμπούριαζε, ο πατέρας μου έλεγε πως ήταν αγνώριστος ο Βασίλης, ο μισός πια και παραμορφωμένος. Εγώ πάντως τον έβλεπα γίγαντα.
Οι δικοί μου μιλούσαν συχνά γι’ αυτόν, για τις μάχες που έδωσε στα βουνά ενάντια στο γερμανικό, στον ιταλικό και τον εγχώριο φασισμό. Παλικάρι ακούραστο, ανίκητο, ηγέτης σκληρός, καβάλα στο άλογό του μπορούσε να τα βάλει με στρατό ολόκληρο. Στη χούντα τον έπιασαν κι εξάντλησαν επάνω του όλη τη λίστα των βασανιστηρίων. Βράχος ο Βασίλης. Στο τέλος, κουρέλι πια, τον πέταξαν έξω από την Μπουμπουλίνας, δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν πάνω σ’ αυτό το κορμί. Μισοπεθαμένος πήγε στη Μόσχα κι εκεί τον νεκρανάστησαν.
Ήταν ακόμη χούντα και παρανομία όταν ήρθε σπίτι μας να κρυφτεί, μιας και δεν έπαψαν να τον κυνηγούν και να τον παρακολουθούν. Με πολλούς κινδύνους έφερε μαζί του κάτι βιβλία και ζήτησε από τη μάνα μου να τα κρύψει. Οι γονείς μου ήταν αγράμματοι, σπάνια έβλεπα βιβλία εκτός από τα σχολικά, κι αυτό με έκανε να τον λατρέψω. Κάποια μέρα, η μάνα μου τρομοκρατημένη, πήγε στην αυλή, άνοιξε το καπάκι τής αποχέτευσης και τα πέταξε μέσα.
Τον κυρ Βασίλη δεν τον ξανάδα. Όμως δεν έπαψα ποτέ να ακούω να μιλούν γι’ αυτόν με δέος και θαυμασμό. Κι ανάμεσα στα άλλα, κάτι ψιθύριζαν για έναν έρωτα ναυαγισμένο, εκεί, στου βουνού τα μετερίζια, για μια συντρόφισσα που τον απέρριψε, ενώ αυτός ποτέ δεν έπαψε να την αγαπά.
Τη γνώρισα. Κρυβόταν κι αυτή σπίτι μας έναν καιρό. Κορίτσι μπήκε στις φυλακές Αβέρωφ και βγήκε γυναίκα, με μάτια θλιμμένα, φορτωμένη μια μοναξιά. Σε όλη της τη ζωή.
Κι ο κυρ Βασίλης το ίδιο, μόνος πάντα. Μια μέρα μού τραγούδησε. Δεν ξέχασα ποτέ το τραγούδι του, το τραγουδώ ακόμη, κι ας μην το άκουσα ποτέ άλλοτε. Το τραγουδώ και κλαίω. Γιατί κι εκείνος βούρκωνε καθώς τόλεγε. Ο Βασίλης, ο σκληρός, ο αλύγιστος, ο γίγαντας.

Θάλασσας κύμα μοιάζεις
κι εγώ κομμάτι αμμουδιάς
κι εγώ κομμάτι αμμουδιάς.
Θέλω να σε ξεχάσω
μα την καρδιά μου πάντα πονάς
μα την καρδιά μου πάντα πονάς.
Κλάψε φτωχή μου καρδιά
κλάψε να βρεις γιατρειά
ντροπή δεν είναι στον άντρα
να κλαίει γι αγάπη παλιά.