Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: ΦΑΙΔΩΝ (ή περί ψυχής. ηθικός) - η τελευταία μέρα του Σωκράτη


Μετάφραση: Ε. Παπανούτσος
εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1939
(αποσπάσματα)





ΕΧΕΚΡΑΤΗΣ: Ήσο ο ίδιος, Φαίδων, κοντά εις τον Σωκράτη την ημέρα που ήπιε το δηλητήριον μέσα εις την φυλακήν ή τα ήκουσες αυτά από κανέναν άλλον;
ΦΑΙΔΩΝ: Ήμουν παρών ο ίδιος, Εχεκράτη.
 Έβλεπα, Εχεκράτη, έναν άνθρωπο ο οποίος και εις την συμπεριφοράν και εις τους λόγους του εφαίνετο ευτυχής. Με τόσην γαλήνην και ευγένειαν επλησίαζε τον θάνατον, ώστε είχα την εντύπωσιν ότι και εις τον Άδην όπου επήγαινε αυτός ο άνθρωπος, τον κατηύθυνε μια θεία θέλησις και ότι άμα έφθανεν εκεί θα ήτο ευτυχής τόσον όσον ουδείς άλλος υπήρξε ποτέ.57a-58e
·         ΕΧΕΚ: Και ποίοι ήσαν εκείνοι που ευρίσκοντο τότε κοντά εις τον Σωκράτη;
ΦΑΙ:.. Ο Πλάτων νομίζω ήτο άρρωστος. 59b
·         ΦΑΙΔ: Μόλις εφθάσαμε εξήλθεν από την φυλακήν ο θυρωρός, ο εντεταλμένος ν’ ανοίγει την θύραν εις τους επισκέπτας, επλησίασε και μας είπε να περιμένουμε έξω λίγο να μη εισέλθουμε δε παρά μόνον όταν αυτός μας φωνάξει. «Διότι αυτή την στιγμήν , είπε, απαλλάσσουν οι Ένδεκα τον Σωκράτη από τα δεσμά του και του αναγγέλλουν ότι σήμερον θα είναι το τέλος του». Χωρίς να περιμένουμε πολύ ήλθε πάλι και μας εκάλεσε να εισέλθουμε. Εισερχόμεθα λοιπόν και βλέπομεν μαζί με τον Σωκράτη που μόλις προ ολίγου τον είχον λύσει, την Ξανθίππην (την γνωρίζεις δα) η οποία εκρατούσε το μικρό τους παιδί και εκάθητο κοντά του. Η Ξανθίππη μόλις μας είδε άρχισε να καταράται και να λέγει όσα συνηθίζουν δα εις τοιαύτας στιγμάς οι γυναίκες: «Να Σωκράτη σήμερα είναι η τελευταία φορά που θα κουβεντιάσουν μαζί σου οι αγαπημένοι σου και συ μ’ αυτούς». Ο Σωκράτης έρριξε μια ματιά προς τον Κρίτωνα: « Κρίτων, είπε, ας την οδηγήσει κανείς στο σπίτι». Και καθώς την έσυραν μερικοί από τους ανθρώπους του Κρίτωνος, εκείνη εξεφώνιζε και κτυπιότανε.59e-60a
 
·         ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Τι αλλόκοτον πράγμα φαίνεται να είναι φίλοι μου αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν ευχάριστον. Είναι περίεργος πολύ η σχέσις του προς αυτό που νομίζεται αντίθετό του,  προς το λυπηρόν. Και τα δυο ποτέ δεν θέλουν να έρχονται ταυτοχρόνως εις τον άνθρωπον, όταν δε κανείς κυνηγήσει και πιάσει το ένα είναι σχεδόν ηναγκασμένος να πιάσει πάντοτε και το άλλο, σαν να είναι τα δυο αυτά πράγματα δεμένα από μιαν και την αυτήν κορυφήν. Μου φαίνεται ότι εάν το είχε προσέξει αυτό ο Αίσωπος θα είχε συνθέσει ένα μύθο: ότι ο θεός βλέπων την πάλην των και θέλων να τα συμβιβάσει επειδή δεν ηδύνατο να τα ειρηνεύσει κατ’ άλλον τρόπον εκόλλησε μαζί τας κεφαλάς των. Και δια τούτο εις όποιον έρχεται το ένα, ακολουθεί έπειτα και το άλλο. Αυτήν ακριβώς την εντύπωσιν έχω τώρα κι εγώ, Επειδή εξ αιτίας του δεσίματος ήτο εις το σκέλος μου ο πόνος, φαίνεται ότι έρχεται τώρα ως ακολουθία του το ευχάριστον. 60b-c
·         ΣΩΚΡ: Πολλές φορές εις την παρελθούσαν ζωή μου είδα το ίδιο όνειρον, με διαφόρους βέβαια εικόνας εκάστοτε, αλλά πάντοτε με την ιδίαν προτροπήν: «Σωκράτη, μου έλεγε, να κάμεις μουσικήν, αυτή πρέπει να είναι η εργασία σου». [«Ώ Σώκρατες, μουσικήν ποίει και εργάζου»]… Δεν είναι αλήθεια μεγίστη μουσική η φιλοσοφία; Και με αυτήν ακριβώς δεν ασχολούμην εγώ; 60e-61
·         ΚΡΙΤΩΝ: Εδώ και τόση ώρα μου λέγει αυτός που πρόκειται να σου δώσει το δηλητήριο ότι πρέπει να σου ειπώ να συζητής όσο το δυνατόν ολιγότερο. Διότι, όπως λέγει, θερμαίνεται κανείς περισσότερο όσο συζητεί, ενώ πρέπει να μη εμποδίζει κανείς με αυτόν τον τρόπο την επίδραση του δηλητήριου. Ειδ’ άλλως όσοι κάνουν έτσι αναγκάζονται, λέγει, να πιούν δυο και τρείς φοράς το κώνειον.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Άφησέ τον να λέγει. Ό,τι έχει να κάμει εκείνος είναι να ετοιμάζεται να μου δώσει δηλητήριο και δυο φορές ακόμη και τρεις εάν παραστεί ανάγκη.
ΚΡΙΤ: Ώ, ήμουν βέβαιος για την απάντηση. Αλλά ο ευλογημένος με ενοχλεί τόσην ώρα.
·         ΣΩΚΡ: Υπάρχει ίσως κάτι σαν μονοπάτι που αποτελεί δι ημάς μιαν ευτυχή διέξοδον όταν εις την έρευναν προχωρούμεν με το λογικόν. Και το μονοπάτι τούτο είναι η ιδέα ότι έως ότου έχομεν το σώμα και η ψυχή μας είναι ανακατωμένη με αυτό το κακό, ποτέ δεν θα αποκτήσουμε αρκετά εκείνο που επιθυμούμε. Κι αυτό είναι λέγομεν το αληθές. Διότι όχι μόνον το σώμα μας γεννά μυρίας ασχολίας εξ αιτίας της τροφής που του χρειάζεται, αλλ’ ακόμη, αν το εύρουν ασθένειαι, μας εμποδίζουν να θηρεύουμε την πραγματικότητα. Με έρωτας και επιθυμίας και με φόβους και με φανταστικάς εικόνας κάθε λογής και με αναριθμήτους ανοησίας μας γεμίζει εις τόσον βαθμόν, ώστε πραγματικά (είναι κάτι δα που λέγεται αλήθεια συχνά) εξ αιτίας του σώματος καμμίαν ποτέ ορθή σκέψιν δεν είμεθα εις θέσιν να σχηματίσωμεν δια τίποτε. Και να! Πολέμους και επαναστάσεις και μάχας τι άλλο τα προκαλεί, παρά το σώμα και αι επιθυμίαι του. Διότι όλοι οι πόλεμοι γίνονται δια την απόκτησιν υλικών αγαθών. Και τα υλικά αγαθά αναγκαζόμεθα να τα’ αποκτώμεν δια το σώμα, εφόσον είμεθα δούλοι εις την υπηρεσίαν του. Δι όλα αυτά τούτο επίσης είναι που δεν μας αφήνει καιρό δια να αφιερωθώμεν εις την φιλοσοφίαν… Διότι εάν μαζί με το σώμα δεν είναι δυνατόν να έχουμε καθαράν γνώση τότε από τα δυο το ένα: ή είναι αδύνατον εντελώς να αποκτήσουμε τη γνώση ή μόνο όταν αποθάνουμε θα ημπορέσουμε. 66b-67a
·         ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Όταν αποθάνουν οι άνθρωποι υπάρχουν αι ψυχαί των εις τον Άδην ή όχι;
[Το επιχείρημα των εναντίων]Είναι άραγε αναγκαίο εις όσα υπάρχει κάτι αντίθετο, τούτο από πουθενά αλλού να μη γίνεται παρά από το αντίθετό του, π.χ. όταν γίνεται κάτι μεγαλύτερο δεν είναι ανάγκη από μικρότερο που ήτο πρωτύτερα να γίνεται έπειτα μεγαλύτερο; - Ναι. …Έχομεν λοιπόν αυτή την γενική αρχή, ότι όλα τα πράγματα έτσι γίνονται, τα αντίθετα εκ των αντιθέτων…
 Και εις κάθε ζεύγος αντιθέτων υπάρχει μια γένεσις από τον ένα όρο εις τον άλλο και μια άλλη με την αντίστροφον διεύθυνση… Λέγω λοιπόν: ο ένας όρος της αντιθέσεως είναι ο ύπνος, ο άλλος η εγρήγορσις. Από τον ύπνο γίνεται η εγρήγορσις και από την εγρήγορσιν ο ύπνος… Δεν ομολογείς ότι το αντίθετον της ζωής είναι ο θάνατος, και το ένα γίνεται εκ του άλλου;
… Και εάν απέθνησκον μεν όλα όσα έλαβον το χάρισμα της ζωής, μετά δε τον θάνατόν των έμενον τα νεκρά εις αυτό το σχήμα και δεν ανέζων πάλι, δεν θα συνέβαινε κατ’ ανάγκην τούτο, ότι εις το τέλος όλα θα ήσαν νεκρά και τίποτε ζωντανόν;70-72
·        [Tο επιχείρημα της αναμνήσεως] Πριν ν’ αρχίσουμε να βλέπουμε και να ακούμε και να αντιλαμβανόμαστε δια των άλλων αισθήσεων είναι ανάγκη να έχουμε κάπου λάβει γνώσιν (της εννοίας) της ισότητος, δια να είμεθα εις θέση κατόπιν να ανάγουμε τα εκ των αισθήσεων ίσα εις αυτήν (την ιδανικήν) ισότητα… Το επιχείρημά μας εξ ίσου αφορά το ίσον, όπως και το ωραίον καθ’ εαυτό και το αγαθόν καθ’ εαυτό και το δίκαιον και το όσιον και εν γένει, κατά την διατύπωσιν την οποίαν συνηθίζω, όλα εκείνα τα οποία ονομάζουμε με το χαρακτηριστικό όρο «αυτό το οποίο είναι» [«αυτό ό έστι»].
Αφού δε συμβαίνει την γνώσιν την οποίαν είχομεν αποκτήσει πριν γεννηθώμεν να την χάνουμε μόλις ερχόμεθα εις τον κόσμον, αφού δε μεταχειρισθούμε τας αισθήσεις εις την αντίληψιν των εν λόγω αντικειμένων ν’ αποκτώμεν εκ νέου τας γνώσεις τας οποίας είχομεν κάποτε εις προγενέστερον χρόνον, δεν συμπεραίνομεν εκ τούτου ότι αυτό που ονομάζομεν μάθησιν είναι η εκ νέου απόκτησις μιας οικείας γνώσεως; Και εάν ονομάσουμε τούτο ανάμνηση δεν θα ήτο η ονομασία αυτή ορθή;…
Εάν μεν υπάρχουν όσα πάντοτε θρυλούμε, έν (απόλυτο) Ωραίον, έν (απόλυτο) Αγαθόν και παν ό,τι έχει αυτού του είδους την πραγματικότητα, και εάν εις αυτήν αναφέρουμε τα αντικείμενα των αισθήσεών μας, ανακαλύπτοντες ότι αυτή υπήρχε από πριν και ήτο κάποτε ιδική μας, και τέλος εάν προς εκείνη την πραγματικότητα εξομοιώνουμε τα αντικείμενα αυτά, έπεται κατά αναγκαιότητα ότι όπως (αι ιδέαι) αυταί έτσι ακριβώς και η ψυχή μας προϋπήρχε και πριν ημείς έλθωμεν εις τον κόσμον. 75-76
·         ΚΕΒΗΣ: Έστω λοιπόν Σωκράτη, προσπάθησε να μας μεταπείσεις σα να μας κατέχει πράγματι ο φόβος αυτός. Μάλλον δε σα να μη φοβούμεθα ημείς, αλλά σα να υπάρχει μέσα και εις η μας ένα παιδί που φοβείται αυτά τα πράγματα: αυτό λοιπόν το παιδί προσπάθησε να το μεταπείσεις να μη φοβήται το θάνατον όπως τα σκιάχτρα. [«μη δεδιέναι τον θάνατον ώσπερ τα μορμολύκεια»]77d
·         ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Όταν  η ψυχή βρίσκεται εις τοιαύτη κατάστασιν απέρχεται εις το όμοιόν της το αόρατον, εις το θείον και αθάνατον και σοφόν, όπου όταν φθάσει θα είναι ευδαίμων, απαλλαγμένη από περιπλανήσεις, παραλογισμούς, φόβους, έρωτας αγρίους και άλλα ανθρώπινα κακά, και, όπως λέγεται δια τους μεμυημένους, περνά τον υπόλοιπο χρόνο πράγματι με τους θεούς.81a
Εκείνων οι οποίοι ήσαν επιρρεπείς εις την γαστριμαργίαν, την αναισχυντίαν και την φιλοποσία, ανίκανοι να χαλιναγωγούν τα πάθη των, είναι φυσικό να ενδύονται αι ψυχαί τα μορφάς των όνων και των τοιούτων θηρίων…Αι ψυχαί εκείνων οι οποίοι κατά τη ζωή των είχον υπέρ παν άλλο εκτιμήσει τας αδικίας και τας τυραννίδας και τας αρπαγάς, μεταβαίνουν εις μορφάς λύκων, ιεράκων και ικτίνων.81e
Γνωρίζουν, επαναλαμβάνω, οι φιλομαθείς ότι, όταν παραλάβει η φιλοσοφία την ψυχήν των εις τοιαύτην κατάστασιν, την παρηγορεί γλυκά και προσπαθεί να λύσει τα δεσμά της με τον εξής τρόπο. Της δεικνύει ότι με απάτην γεμάτη είναι η έρευνα δια των οφθαλμών , με απάτην επίσης η έρευνα δια των ώτων και των άλλων αισθήσεων. Την πείθει λοιπόν να απομακρύνεται αυτών εκτός μόνον εάν αναγκάζεται να χρησιμοποιεί τα όργανα αυτά και τη συμβουλεύει να περισυλλέγεται και να συγκεντρώνεται εις τον εαυτό της, να μη δίδει εμπιστοσύνη εις τίποτε άλλο παρά μόνο εις τον ίδιο τον εαυτό της και να νομίζει ότι κατέχει την αλήθεια μόνο όταν αυτή καθ εαυτή νοεί τα όντα αυτά καθ' εαυτά, ενώ εάν εξετάζει δι άλλων μέσων οτιδήποτε είναι διάφορον εις διαφόρους περιπτώσεις, ποτέ να μη πιστεύει ότι φθάνει στην αλήθεια. Τα αντικείμενα αυτού του είδους είναι αισθητά και ορατά, ό,τι δε η ιδία θεάται είναι νοητόν και αόρατον. 83a-b
Επειδή λοιπόν  η ψυχή του αληθούς φιλοσόφου νομίζει ότι δεν πρέπει να εναντιώνεται εις την λύτρωση αυτή απέχει από τας ηδονάς και τα επιθυμίας , τας λύπας και τους φόβους τόσον όσο της είναι δυνατόν, με τη σκέψη ότι όταν κανείς δοκιμάσει σφοδράν ηδονή ή λύπη ή φόβο ή επιθυμία, εκείνο που παθαίνει δεν είναι τόσο τα δεινά που ημπορεί να νομίζει ότι θα πάθει εις αυτάς τα περιπτώσεις, πχ. να ασθενήσει ή να σπαταλήσει τον πλούτον του δια τας επιθυμίας του, αλλά το κακό εκείνο που είναι από όλα μέγιστον και έσχατον αυτό παθαίνει χωρίς μάλιστα να το λογαριάζει… ότι η ψυχή κάθε ανθρώπου μαζί με τη σφοδρά ηδονή ή λύπη που αισθάνεται δια κάτι τι αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι το κατ εξοχήν αντικείμενο του πάθους της είναι εναργέστατον και αληθέστατον , ενώ πράγματι δεν είναι.83b-c
Οι άνθρωποι με το φόβο που έχουν του θανάτου, συκοφαντούν ακόμη και τους κύκνους και λέγουν ότι από τη λύπη τους τραγουδούν θρηνούντες για τον θάνατό τους, χωρίς να συλλογίζονται ότι κανένα όρνεο δεν τραγουδεί όταν πεινά ή κρυώνει ή αισθάνεται καμμία άλλη λύπη, ούτε αυτή ακόμη η αηδών και η χελιδών και ο αγριοπετεινός [έποψ]που κατά την παράδοση τραγουδούν από λύπη και είναι θρήνος το τραγούδι των. Μόλα ταύτα ούτε αυτά μου φαίνεται ότι τραγουδούν από λύπη ούτε οι κύκνοι, αλλά έχω τη γνώμη ότι αυτοί ως πτηνά του Απόλλωνος, έχουν μαντική ικανότητα και επειδή γνωρίζουν από πριν τα αγαθά που τους περιμένουν εις τον Άδη, τραγουδούν και διασκεδάζουν την ημέρα εκείνη πολύ περισσότερο παρ΄όσο προηγουμένως εις την ζωήν των.85 α
Πρέπει να προσπαθήσει κανείς να επιτύχει έν από τα τρία: ή να μάθει (την αλήθεια), όπου ημπορεί, ή να την εύρει μόνος του, ή, τέλος, εάν ούτε το πρώτο είναι δυνατό ούτε το δεύτερο, να πάρει από τας παραδόσεις της ανθρωπίνης κληρονομίας την ωραιοτάτην και την ολιγότερο από κάθε άλλη αμφισβητήσιμο, και επάνω εις αυτήν, όπως επάνω εις μια σχεδία, να επιχειρήσει να διαπλεύσει τη ζωή έστω και με κίνδυνο, εφόσον δεν δύναται να τη διατρέξει με μεγαλυτέραν ασφάλεια και ολιγότερους κινδύνους επί στερεωτέρου οχήματος – εννοώ μια θεία αποκάλυψιν.85c-d
·         Πρώτο να προσέξουμε μήπως πάθουμε ένα πάθημα. Να μη γίνουμε μισόλογοι όπως εκείνοι οι οποίοι γίνονται μισάνθρωποι. διότι δεν υπάρχει κακό που ημπορεί να πάθει κανείς μεγαλύτερο από τούτο: να μισήσει τους συλλογισμούς. Με τον ίδιο τρόπο γίνεται και η μισολογία και η μισανθρωπία. Η μισανθρωπία μας καταλαμβάνει όταν πιστεύουμε κάποιον χωρίς τέχνη [ σφόδρα τινί πιστεύσαι άνευ τέχνης]  και νομίσουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι τελείως ειλικρινής και υγιής και αξιόπιστος, ολίγον δε αργότερο ευρίσκουμε τούτον πονηρόν και αναξιόπιστον… Διότι εάν βέβαια τους μετεχειρίζετο με τέχνη και όπως αρμόζει  θα διεπίστωνε ότι οι μεν τελείως χρηστοί, όπως και οι τελείως πονηροί είναι πάρα πολύ ολίγοι, οι δε ενδιάμεσοι τύποι πλείστοι.89 d-e
… Διατρέχω τον κίνδυνο αυτή τη στιγμή να χαρακτηριστώ ότι απέναντι αυτού (του θανάτου) δεν φέρομαι σαν φιλόσοφος, αλλά, καθώς ακριβώς συμβαίνει με τους πάρα πολύ αμόρφωτους ανθρώπους , σαν φιλόνικος. Το ξέρετε δα ότι οι άνθρωποι αυτοί όταν συζητούν δια κάτι τι, δεν ενδιαφέρονται να εξακριβωθεί πώς έχει πράγματι το ζήτημα δια το οποίον γίνεται λόγος, αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να σχηματίσουν οι παρευρισκόμενοι τη γνώμη ότι είναι ορθή η άποψη την οποία οι ίδιοι υποστηρίζουν.91 α
Ώστε, καθώς βλέπετε, Σιμμία και Κέβη,  με αυτή την προετοιμασία έρχομαι να επαναλάβω τη συζήτηση. Εσείς πάλι, εάν θέλετε να με ακούσετε, αφού ενδιαφερθείτε ολίγον δια το Σωκράτη, πολύ δε περισσότερο δια την αλήθεια, εάν μεν σας δίδω πράγματι την εντύπωση ότι λέγω την αλήθεια, συμφωνήσετε μαζί μου, ει δε μη, αντιταχθείτε εις τα λεγόμενά μου με όλα τα επιχειρήματά σας. Προσέξτε μήπως με το ζήλο μου εξαπατήσω και εμέ τον ίδιο και εσάς, και φύγω σαν τη μέλισσα αφήνοντας πίσω μου το κεντρί.91 c
Όταν ήμουν νέος, Κέβη, ήτο καταπληκτική η επιθυμία που είχον, ν' αποκτήσω την σοφία εκείνη την οποία όπως είναι γνωστό ονομάζουν περί φύσεως ιστορία, διότι μου εφαίνετο εξαισία η γνώσις αυτή, να γνωρίζεις τας αιτίας εκάστου, δια τί δηλαδή έκαστον πράγμα γίνεται και δια τί χάνεται και δια τί υπάρχει. (96α) Αίφνης όταν κάποτε ήκουσα κάποιον να αναγινώσκει από ένα βιβλίο, καθώς έλεγε του Αναξαγόρα, ο οποίος εδίδασκε ότι ο νους είναι εκείνος που θέτει τα πάντα εις τάξιν και είναι αίτιος όλων, ηυχαριστήθην που ήκουσα αυτήν την αιτίαν και επίστευσα ότι είναι κατά τινα τρόπον ορθόν να θεωρήσουμε το νου αίτιον πάντων. (97c) Ε λοιπόν φίλε μου αυτή την εξαισία ελπίδα γρήγορα την απεχαιρέτησα όταν προχωρών και αναγνώσκων είδα έναν άνθρωπο ο οποίος διόλου δεν μεταχειρίζεται τον νου, ούτε εις αυτόν ανάγει τας επί μέρους αιτίας της τάξεως των πραγμάτων, αλλά ως αιτίας αναφέρει αέρας και αιθέρας και ύδατα και άλλα πολλά και αλλόκοτα.(98c) Θα προσπαθήσω λοιπόν να σου εκθέσω το είδος της αιτίας εις την σύλληψιν του οποίου έφθασα με τόσους κόπους και έρχομαι πάλιν εις εκείνα τα πολυθρύλητα και αρχίζω από εκείνα λαμβάνων ως βάσιν ότι υπάρχει κάτι Ωραίον αυτό καθαυτό και Αγαθόν και Μέγα και όλα τα άλλα... Είναι λοιπόν δι εμέ φανερόν ότι εάν ένα άλλο πράγμα είναι ωραίον εκτός από το Ωραίον αυτό καθαυτό , είναι ωραίον όχι από καμμίαν άλλη αιτία, παρά διότι μετέχει εκείνου του (απολύτου) Ωραίου.(100 b-c) Είναι επομένως και δια του ιδανικού Μεγέθους μεγάλα τα μεγάλα και μεγαλύτερα τα μεγαλύτερα και δια της ιδανικής Μικρότητος μικρότερα τα μικρότερα. (101 α)
·         Ομοίως  και το πυρ, όταν πλησιάσει εις αυτό το ψυχρόν ή θα αποχωρήσει αλλού ή θα εξαφανισθεί. Ουδέποτε όμως θα τολμήσει αφού δεχθεί την ψυχρότητα, να εξακολουθήσει να είναι ό,τι ήτο πριν, δηλαδή πυρ και συγχρόνως ψυχρόν.( 103 d)Είναι φανερό ότι όχι μόνο εκείνα τα εναντία δεν δέχονται το έν το άλλο, αλλά και όσα χωρίς να είναι εναντία προς άλληλα, έχουν πάντοτε ουσιώδεις ιδιότητας εναντίας προς αλλήλας. Ουδέ ταύτα καθώς φαίνεται δέχονται την ιδέαν εκείνην η οποία είναι εναντία προς την υπάρχουσαν εις αυτά, αλλά μόλις αυτή επέλθει ή εξαφανίζονται ή παραχωρούν τη θέση των. Ή θα ομολογήσουμε ότι τα τρία και θα χαθούν και ό,τι δήποτε άλλο θα πάθουν προτού να υπομείνουν, ενώ ακόμη είναι τρία, να γίνουν άρτια; Εν τούτοις, δεν είναι η δυάς εναντίον προς την τριάδα. Επομένως όχι μόνο τα είδη τα εναντία δεν ανέχονται να πλησιάσει το έν το άλλο αλλά και κάποια άλλα ακόμη δεν ανέχονται να τα πλησιάσουν τα εναντία (104 b-c) Εις τα τρία ουδέποτε θα έλθει η ιδέα του αρτίου. Τα τρία θα είναι άμοιρα του αρτίου. Επομένως και ανάρτιος η τριάς [«ανάρτιος άρα η τριάς»] 104e
Τι είναι εκείνο το οποίον όταν ενυπάρξει μέσα εις ένα σώμα γίνεται αιτία να είναι το σώμα τούτο ζωντανό;- Αυτό είναι η Ψυχή. -Επομένως, εις ό,τιδήποτε πάρει εις την κατοχή της η ψυχή πάντοτε έρχεται εις αυτό φέρουσα ζωήν; - Μάλιστα. – Υπάρχει δε κάτι το οποίον είναι εναντίον προς τη ζωή ή δεν υπάρχει; - Υπάρχει, ο θάνατος. – Δεν είναι λοιπόν αληθές ότι η ψυχή ουδέποτε θα δεχθεί το εναντίον προς εκείνο, το οποίον αυτή φέρει πάντοτε μαζί της, σύμφωνα με εκείνα επί των οποίων έχομεν μείνει σύμφωνοι προηγουμένως;.. Τι έχομεν να συμπεράνωμεν απ’ αυτό; Το μη δεχόμενον την ιδέαν του αρτίου τι το ονομάζαμε τώρα δα; - Ανάρτιον. – Το δε μη δεχόμενον το Δίκαιον; Και το μη δεχόμενον το Μουσικόν; - Το δεύτερο άμουσο, είπε, και το πρώτο άδικον. – Καλώς. Και τώρα: ό,τι δεν είναι δυνατόν να δεχθεί τον θάνατον πώς θα το ονομάζομεν; - Αθάνατον, είπε. –Δεν αληθεύει λοιπόν ότι η ψυχή δεν δέχεται τον θάνατον;105 c-d
·         Το εξής όμως, φίλοι μου, είπεν ο Σωκράτης, είναι ορθόν να σκεφθήτε, ότι, εάν όντως η ψυχή είναι αθάνατος έχει βέβαια ανάγκην φροντίδος όχι μόνον δια τον χρόνον τούτον που ονομάζομεν ζωήν αλλά δι ολόκληρον τον χρόνον. Και τώρα πλέον θα σας φανεί δεινός ο κίνδυνος δι εκείνον ο οποίος θα παραμελήσει την ψυχήν του.  Διότι εάν μεν ο θάνατος ήτο απαλλαγή από τα πάντα, θα ήσαν παρ’ ελπίδα καλότυχοι οι κακοί, αφού με τον θάνατον θα απηλλάσσοντο ταυτοχρόνως και από το σώμα των και, μαζί με την ψυχήν των, από την κακίαν των. Τώρα όμως, αφού φαίνεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος, δεν είναι δυνατόν να υπάρχει δι αυτήν καμμία άλλη αποφυγή των κακών ουδέ σωτηρία, παρά μόνον μία: να γίνει όσον ημπορεί καλύτερη και φρονιμώτερη. Διότι η ψυχή έρχεται εις τον Άδην μη έχουσα τίποτε άλλο εκτός από την ηθική της μόρφωσιν και τον τρόπο της ζωής της [«παιδείας τε και τροφής»], αυτά δε είναι εκείνα τα οποία κατά την παράδοσιν ωφελούν ή βλάπτουν τον αποθανόντα ευθύς μόλις αρχίσει η πορεία του εκεί κάτω. 107 c-d


ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΩΡΕΣ
(Αφηγείται ο ΦΑΙΔΩΝ)
 Και σεις μεν, είπε ο Σωκράτης, Σιμμία και Κέβη και οι άλλοι, θα ξεκινήσετε κάποτε, αργότερα δια την πορείαν αυτήν, έκαστος δια λογαριασμόν του. Εμέ όμως όπως θα έλεγεν ένας ήρως τραγωδίας, τώρα κιόλας η ειμαρμένη με καλεί. Πλησιάζει θαρρώ η ώρα να διεθυνθώ προς το λουτρόν. Διότι μου φαίνεται είναι καλύτερον να πίω το φάρμακον αφού πρώτα λουσθώ και έτσι να μη βάλω εις ενόχλησιν τας γυναίκας να λούσουν ένα νεκρόν... - Με ποίον τρόπον όμως (είπεν ο Κρίτων) θέλεις να γίνει η ταφή σου; - Όπως σας αρέσει, απήντησεν ο Σωκράτης, εάν , Κρίτων, με πιάσετε και δεν σας ξεφύγω. Και εις τους λόγους τούτους εγέλασε ήσυχα και έρρριψε το βλέμμα προς ημάς.(115 ).

Μη βιάζεσαι λοιπόν, (είπε ο Κρίτων), διότι υπάρχει ακόμη καιρός. Και ο Σωκράτης. «Πολύ φυσικόν βέβαια είναι είπε, να κάνουν αυτά εκείνοι τους οποίους εσύ λέγεις, διότι νομίζουν ότι πράττοντες αυτά έχουν να κερδίσουν κάτι. Δι εμέ όμως δεν είναι εύλογον να κάμω το ίδιον. Διότι νομίζω ότι, εάν πίω ολίγον αργότερον το δηλητήριον δεν έχω να κερδίσω τίποτε άλλο παρά να γίνω γελοίος εις τον ίδιον τον εαυτόν μου ορεγόμενος με τόσην λαιμαργίαν τη ζωή και προσπαθών να αποταμιεύσω, ενώ τίποτε πλέον δεν μένει. Εμπρός λοιπόν, είπε, πήγαινε, υπάκουε και μην κάνεις διαφορετικά».
Και ο Κρίτων έπειτα από τους λόγους τούτους ένευσεν εις τον υπηρέτην του, ο οποίος εστέκετο εκεί κοντά. Και ο υπηρέτης εξήλθε και αφού έμεινεν έξω αρκετήν ώραν επέστρεψεν οδηγών τον άνθρωπον ο οποίος έμελλε να δώσει το δηλητήριον και ο οποίος το έφερε τριμμένο μέσα εις ένα κύπελλο. Μόλις δε ο Σωκράτης είδε τον άνθρωπον «Λοιπόν φίλτατε, είπε, εσύ που είσαι ειδικός εις αυτά ειπέ μου τι πρέπει να κάμω; - Τίποτε άλλο, απήντησεν εκείνος, παρά αφού πιης το δηλητήριον να περιπατείς τριγύρω έως ότου αισθανθείς βάρος εις τα σκέλη , έπειτα να εξαπλωθείς. Έτσι αυτό θα φέρει το αποτέλεσμά του». Και ταυτοχρόνως έτεινε το κύπελλον προς τον Σωκράτη. Και αυτός αφού το έλαβε, τελείως γαλήνιος, Εχεκράτη, χωρίς ούτε να τρέμει ούτε να αλλοιωθούν το χρώμα ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αλλά κατά την συνήθειάν του αφού εκοίταξε χαμηλά με βλέμμα ταύρου τον άνθρωπον, ηρώτησε « Τι λέγεις; Να κάμω σπονδήν από το ποτόν αυτό προς τιμήν θεού τινος, επιτρέπεται ή όχι; Τόσον μόνον , Σωκράτη, τρίβομεν, απήντησεν εκείνος, όσον νομίζομεν ότι πρέπει κανείς να πιει. – Καταλαβαίνω, είπεν ο Σωκράτης. Αλλά τουλάχιστον επιτρέπεται ή μάλλον επιβάλλεται, νομίζω, να υποβάλει κανείς την ευχήν εις τους θεούς, η μετοίκησις από εδώ εκεί κάτω να γίνει ευτυχής. Αυτή λοιπόν την ευχή κάνω και εγώ και είθε έτσι να γίνει». Και μόλις είπεν αυτά, δίχως να σταματήσει καθόλου, ήπιε μέχρι τέλους το δηλητήριον με μεγάλην ευκολίαν και χωρίς δυστροπίαν.
Ο Απολλόδωρος δε και πρωτύτερα δεν έπαυε να δακρύει τότε όμως πλέον εξέσπασεν εις τέτοιους βρυχηθμούς οδύνης και αγανακτήσεως, ώστε όλους τους παρόντας μας συνέτριψε, πλην εννοείται του ιδίου του Σωκράτους. Εκείνος δε «Τι είναι αυτά που κάνετε ώ θαυμάσιοι; Είπε. Εγώ εν τούτοις απέπεμψα τας γυναίκας δι αυτό κυρίως, δια να μη πέσουν εις τέτοια σφάλματα. Διότι έχω ακούσει ότι πρέπει κανείς να αποθνήσκει μακαριζόμενος. Ησυχάζετε λοιπόν και μείνετε σταθεροί» Και ημείς όταν ακούσαμε αυτά τα λόγια  εντραπήκαμε και συνεκρατήσαμε τα δάκρυά μας.
Ο δε Σωκράτης περιεφέρετο όταν καθώς είπε ησθάνθη βάρος εις τα σκέλη. Εξηπλώθη τότε ύπτιος, διότι αυτό είχε συμβουλεύσει ο άνθρωπος. Ταυτοχρόνως ο άνθρωπος αυτός αγγίζων δια των χειρών εξήταζε κατά χρονικά διαστήματα τους πόδας και τα σκέλη του Σωκράτους. Έπειτα αφού επίεσε δυνατά το πόδι του, τον ηρώτησεν εάν αισθάνεται. Εκείνος δε είπεν όχι. Μετά ταύτα επίεσε τας κνήμας και καθώς έτσι ανήρχετο, μας εδείκνυε ότι ήρχιζε να παγώνει και να μη λυγίζει πλέον. Και εξηκολούθει να τον εξετάζει δια της αφής και είπεν ότι όταν αυτό φθάσει εις την καρδίαν του, τότε θα τελειώσει. Ήδη είχαν αρχίσει να παγώνουν σχεδόν τα κατά το υπογάστριον μέρη του σώματός του, όταν ο Σωκράτης αφού εξεσκέπασε το πρόσωπόν του, διότι είχε καλυφθεί, είπε τας λέξεις αυτάς, που ήσαν οι τελευταίοι του λόγοι:
                «Κρίτων, είπε, εις τον Ασκληπιόν οφείλομεν ένα πετεινόν. Πληρώσετε λοιπόν το χρέος μου και μη αμελήσετε». «-Αυτό είπεν ο Κρίτων θα γίνει. Αλλά κοίταξε μήπως έχεις να παραγγείλεις και τίποτε άλλο». Εις την ερώτησιν αυτήν του Κρίτωνος, ουδέν πλέον απήντησε. Αλλ’ ολίγον αργότερα εκινήθη και ο άνθρωπος τον εξεσκέπασε. Και εκείνος είχε στηλωμένα τα μάτια. Ιδών δε τούτο ο Κρίτων, του έκλεισε το στόμα και τα μάτια.
Αυτό ήτο, Εχεκράτη, το τέλος του συντρόφου μας, ενός ανθρώπου δια τον οποίον ημπορούμεν να είπωμεν ότι ήτο ο καλύτερος από όλους όσους τότε ημείς εγνωρίσαμεν, και  επί πλέον ο σοφότερος και ο δικαιότερος.(116e- 118)