Κυριακή, 15 Αυγούστου 2021

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ: Αναζητώντας το χαμένο χρόνο - τόμος 1: Από τη μεριά του Σουάν

 

Εκδόσεις:  Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2017, 

 Μεταφραση: Π. Ζάννας, Επιμέλεια: Π. Πούλος



Εικονογραφημένο στις Εκδόσεις: Γνώση 2011, από τον Stephane Heuet


·         Ίσως η ακινησία που’ χουν τα πράγματα τριγύρω μας να τους επιβάλλεται απ’ τη βεβαιότητά μας πως είναι αυτά κι όχι άλλα, απ’ την ακινησία της σκέψης μας απέναντί τους. (15)

·         Η συνήθεια! Τα ρυθμίζει όλα επιδέξια, σιγά σιγά όμως – κι αφήνει στην αρχή τη σκέψη μας να υποφέρει για βδομάδες σε μια κατάσταση προσωρινότητας-, αλλά η σκέψη μας μολαταύτα την αποδέχεται με χαρά, γιατί, χωρίς τη συνήθεια και με τα δικά της μόνο μέσα, η σκέψη μας θα ήταν ανίκανη να κάνει για μας κατοικήσιμο ένα σπίτι. (18)


·         Έστειλε να φέρουν ένα απ’ αυτά τα κοντόχοντρα γλυκά που ονομάζονται Μικρές Μαντλέν και φαίνονται σαν να’ χουν χυθεί στην αυλακωτή φόρμα μιας αχιβάδας. Και σε λίγο, μηχανικά, εξουθενωμένος από την πληχτική μέρα και την προοπτική ενός θλιβερού αύριο, έφερνα στα χείλη μου μια κουταλιά τσάι όπου είχα αφήσει να μουλιάσει ένα κομμάτι μαντλέν. Αλλά τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε ξαφνικά κάνει τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντάς με με μια πολύτιμη ουσία: ή μάλλον η ουσία αυτή δεν ήταν μέσα μου, ήμουν εγώ. (48)

·         Σκληρή αβεβαιότητα, κάθε φορά που η σκέψη νιώθει πως την ξεπερνά ο ίδιος ο εαυτός της. Όταν αυτός, ο ερευνητής είναι ταυτόχρονα κι όλη η σκοτεινή χώρα που πρέπει να ερευνήσει κι όπου όλα του τα εφόδια δεν τον βοηθούν σε τίποτα. Να ερευνήσει; Όχι μόνο: να δημιουργήσει. (48)

·         Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι, αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές, αλλά πιο μακρόβιες, πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές, η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα, σαν τις ψυχές, για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ έλα αυτά τα ερείπια, να βαστούν χωρίς να λυγίζουν, πάνω στη μικρή σχεδόν άυλη σταγόνα τους, το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης. (50)



·         …ένα κτίσμα που βρισκόταν, θα λέγαμε σε ένα χώρο με τέσσερις διαστάσεις- η τέταρτη όντας η διάσταση του Χρόνου-, αναπτύσσοντας μέσα στους αιώνες το σκαρί του που, από δοκάρι σε δοκάρι, από παρεκκλήσι σε παρεκκλήσι, φαινόταν να νικάει και να διασχίζει όχι μόνο λίγα μέτρα απόσταση, αλλά διαδοχικές εποχές, απ’ όπου έβγαινε νικηφόρο… (61)

·         Όταν έβλεπα ένα εξωτερικό αντικείμενο, η συνείδηση ότι το έβλεπα στεκόταν ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ αυτό, το περιχαράκωνε μ’ ένα στενό διανοητικό σιρίτι που μ’ εμπόδιζε ν’ αγγίξω ποτέ άμεσα την ύλη του… (80)

·         …βρισκόμασταν ακόμα κοντά στην ηλικία όπου πιστεύει κανείς πως δημιουργεί ό,τι ονοματίζει. (86)

·         Μόλις πρόφερε μια κουβέντα, την άκουγε με τη σκέψη αυτών στους οποίους την είχε πει…(105)

·         Γι’ αυτό η μεριά της Μεζεγκλίζ και η μεριά του Γκερμάντ μένουν για μένα στενά δεμένες με πολλά μικρά γεγονότα αυτής της ζωής που, απ’ όλες όσες ζούμε παράλληλα, είναι η πιο γεμάτη απρόοπτα, η πιο πλούσια σε επεισόδια, δηλαδή της διανοητικής ζωής. Η ζωή αυτή εξελίσσεται ίσως μέσα μας ανεπαίσθητα και τις αλήθειες που άλλαξαν για μας το νόημά της και την όψη της, που μας άνοιξαν καινούργιους δρόμους, ετοιμαζόμαστε από καιρό να τις ανακαλύψουμε, δίχως όμως να το ξέρουμε. Και για μας χρονολογούνται μόνο από τη μέρα απ’ τη στιγμή που μας έγιναν ορατές. (164)

·         Επειδή πίστευα στα πράγματα, στους ανθρώπους, καθώς περιφερόμουνα σ’ αυτές τις δυο μεριές, γι’ αυτό ακριβώς τα πράγματα κι οι άνθρωποι που μου γνώρισαν είναι τα μόνα που λογαριάζω ακόμα σοβαρά και που με κάνουν ακόμα να χαίρομαι. Είτε γιατί η δημιουργική πίστη στέρεψε πια μέσα μου, είτε γιατί η πραγματικότητα διαμορφώνεται μόνο στη μνήμη, τα λουλούδια που μου δείχνουν τώρα για πρώτη φορά δεν μου φαίνονται σαν αληθινά λουλούδια. (164)

·         Κι επειδή ,ωστόσο, υπάρχει κάτι το ατομικό στους τόπους, όταν με πιάνει η επιθυμία να ξαναδώ τη μεριά του Γκερμάντ, δεν θα την ικανοποιούσα αν με οδηγούσαν στην άκρη ενός ποταμού, όπου θα υπήρχαν το ίδιο όμορφα ή κι ομορφότερα νούφαρα απ’ ό,τι στη Βιβόν, όπως και δεν θα επιθυμούσα το βράδυ επιστρέφοντας -την ώρα που ξυπνούσε μέσα μου αυτό το άγχος που αργότερα μετατοπίζεται στον έρωτα και μπορεί να γίνει αχώριστο μαζί του για πάντα- νάρθει να μου πει καληνύχτα μια μητέρα πιο όμορφη και πιο έξυπνη από τη δική μου. (165)

·         Την προηγούμενη χρονιά, σε κάποια βραδινή συγκέντρωση, είχε ακούσει ένα μουσικό έργο για βιολί και πιάνο. Στην αρχή είχε γευτεί μόνο την υλική ποιότητα των ήχων που κυλούσαν απ’ τα μουσικά όργανα… Έτσι, μόλις είχε σβήσει η γλυκιά εντύπωση που είχε νιώσει ο Σουάν, η μνήμη του τού είχε προσφέρει την ίδια στιγμή μια μεταγραφή περιληπτική και προσωρινή, μα που πάνω της είχε ρίξει μια ματιά, ενώ το κομμάτι συνεχιζόταν, έτσι που, όταν η ίδια εντύπωση ξαφνικά ξαναφάνηκε, δεν ήταν πια ασύλληπτη. Αναπαράσταινε μέσα τη την έκτασή της, τις συμμετρικές ομάδες της, τη γραφή της, την εκφραστική της αξία. Είχε μπροστά του αυτό που δεν είναι πια καθαρή μουσική, αλλ’ είναι σχέδιο, αρχιτεκτονική, σκέψη και που επιτρέπει την ανάμνηση της μουσικής…Είχε νιώσει γι’ αυτή τη φράση κάτι σαν έναν άγνωστο έρωτα. (186-7)

 Έτσι, σ’ αυτά τα τμήματα του ψυχικού κόσμου του Σουάν, όπου η μικρή φράση είχε σβήσει τη φροντίδα για υλικά συμφέροντα, καθώς και τις κοινές σε όλους ανθρώπινες αντιλήψεις, είχε αφήσει ένα κενό, μια λευκή θέση, όπου ήταν ελεύθερος να γράψει το όνομα της Οντέτ. Ύστερα, σ’ ό,τι κάπως ασήμαντο και απογοητευτικό μπορούσε να χει η αγάπη της Οντέτ, η μικρή φράση ερχόταν να προσθέσει, να ενώσει την ουσία της, τη γεμάτη μυστήριο. (210)

Και πριν ο Σουάν προλάβει να καταλάβει και να σκεφτεί: «Είναι η μικρή φράση της σονάτας του Βεντέιγ, να μην ακούσω!», όλες οι αναμνήσεις του απ’ τον καιρό που η Οντέτ τον αγαπούσε και που είχε κατορθώσει ως τώρα να τις κρατήσει αθέατες στα βάθη του είναι του, ξεγελασμένες απ’ την ξαφνική αυτή ακτίνα του καιρού της αγάπης που νόμισαν πως ξαναγύρισε, είχαν ξυπνήσει και, φτερουγίζοντας, είχαν ανέβει να του τραγουδήσουν απεγνωσμένα, χωρίς οίκτο για την τωρινή του δυστυχία, τις ξεχασμένες επωδούς της ευτυχίας. (300).

«Και να σκεφτείς πως άσκοπα ξόδεψα χρόνια της ζωής μου, πως θέλησα να πεθάνω, πως είχα τον πιο μεγάλο μου έρωτα για μια γυναίκα που δεν μου άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος μου:» (330)

·         Όπως το κοινό δεν γνωρίζει από τη γοητεία, τη χάρη, τις μορφές της φύσης παρά μόνον ό,τι ανακάλυψε στις κοινοτυπίες μιας τέχνης που αφομοίωσε σιγά σιγά, ενώ αντίθετα ένας πρωτότυπος καλλιτέχνης ξεκινάει με την απόρριψη αυτών των κοινών τόπων… (190)

·         Επειδή ήταν υποχρεωμένη για να παρηγοριέται που δεν ήταν απόλυτα ίση με τους άλλους Γκερμάντ, να λέει συνεχώς στον εαυτό της πως τους έβλεπε σπάνια από αδιαλλαξία στις αρχές της και περηφάνια, η σκέψη αυτή είχε τελικά διαμορφώσει το σώμα της και του είχε δώσει ένα κάποιο μεγαλείο, που το θεωρούσαν οι μικροαστές σημάδι ράτσας κι αναστάτωνε μ’ έναν στιγμιαίο πόθο το κουρασμένο μάτι των ανδρών του κύκλου. (287)

·         Δεν γνωρίζουμε την ευτυχία μας. Δεν είμαστε ποτέ τόσο δυστυχισμένοι όσο νομίζουμε… Δεν γνωρίζουμε τη δυστυχία μας,  δεν είμαστε ποτέ τόσο ευτυχισμένοι όσο νομίζουμε. (308)

·         Γιατί αυτό που νομίζουμε πως είναι η αγάπη μας, η ζήλια μας, δεν είναι το ίδιο συνεχές κι αδιαίρετο πάθος. Αποτελείται από άπειρο αριθμό διαδοχικές αγάπες, από διαφορετικές ζήλιες, οι οποίες είναι εφήμερες, αλλά που με το αδιάσπαστο πλήθος τους δίνουν την εντύπωση της συνέχειας, την αυταπάτη της ενότητας. (322)

·         Γιατί συχνά βρίσκεις μέσα σε μια μέρα να’ χει χάσει το δρόμο της κάποια μέρα άλλης εποχής, που σε κάνει να ζεις μέσα σ’ εκείνη, ν’ αναπολείς αμέσως, να λαχταράς τις χαρακτηριστικές της απολαύσεις και διακόπτει τα όνειρα που έκανες, παρεμβάλλοντας νωρίτερα ή αργότερα απ’ τη σειρά του αυτό το φύλλο το βγαλμένο από άλλο κεφάλαιο, μέσα στο αλλαγμένο καλαντάρι της Ευτυχίας (336)

·         Ακόμα κι από απλή ρεαλιστική άποψη, οι τόποι που λαχταρούμε κρατούν κάθε στιγμή πολύ μεγαλύτερη θέση στην αληθινή ζωή μας από τον τόπο όπου βρισκόμαστε πραγματικά (339)

·         Και πάλι, ακόμα κι από την άποψη αυτή την καθαρά ποσοτική, στη ζωή μας οι μέρες δεν είναι ίσες μεταξύ τους. Για να περνούν τις μέρες, οι κάπως νευρικές φύσεις, όπως ήταν η δική μου, διαθέτουν, όπως τα αυτοκίνητα, διαφορετικές «ταχύτητες». Υπάρχουν μέρες ανηφορικές και δύσκολες, που χρειάζεσαι άπειρο χρόνο για να τις διαβείς, και μέρες κατηφορικές που τις κατεβαίνεις τρέχοντας και τραγουδώντας. (339)

·         Όταν όμως χάνεται μια πίστη, επιζεί όλο και πιο έντονη, για να σκεπάσει την έλλειψη της δύναμης που χάσαμε μη μπορώντας πια να δώσουμε αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια, μια φετιχιστική προσήλωση στα παλιά, που τα ζωντάνευε η πίστη, λες και σ’ αυτά κι όχι μέσα μας κατοικούσε το θείο, λες κι η τωρινή μας απιστία είχε μιαν αιτία συμπτωματική, το θάνατο των θεών. (368)

·         …την αντίφαση που υπάρχει όταν αναζητάς στην πραγματικότητα τις εικόνες της μνήμης, απ’ τις οποίες θα λείπει πάντα η γοητεία που προέρχεται απ’ την ίδια τη μνήμη, κι απ΄το γεγονός ότι δεν τις συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας. (369)

·         Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο του χώρου, όπου τους τοποθετούμε για μεγαλύτερη ευκολία. Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας. Η ανάμνηση ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε. Τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα, αλίμονο!, σαν τα χρόνια. (379)

 

 

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2021

ΕΥΡΥΠΙΔΗΣ -αποσπάσματα από τραγωδίες του

 










 

 

ΕΛΕΝΗ


2013-σκηνοθεσία Α.Μιχόπουλος

(Μια… αθωωτική εκδοχή ( κατά τον Στησίχορο) του μύθου για την ωραία Ελένη. Ο Πάρης πήρε στην Τροία ένα ομοίωμά της, ενώ η ίδια βρίσκεται στην Αίγυπτο, όπου ο βασιλιάς Θεοκλύμενος την ποθεί. Την αρπάζει με δόλο ο Μενέλαος όταν ναυαγεί εκεί.

 Ίσως αυτή η υπόθεση ήταν πρόσφορη για τα φιλειρηνικά αισθήματα του Ευρυπίδη εν καιρώ πολέμου με τη Σπάρτη, πατρίδα της Ελένης. Διδάχτηκε δε το 412, ένα χρόνο μετά τη συντριβή των Αθηναίων στη Σικελία)

 Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989

ΕΛΕΝΗ

Κι αφήνει ο Πάρης τα μαντριά της Ίδης

Και πάει στη Σπάρτη, για να πάρει εμένα.

Πεισματωμένη η Ήρα για την ήττα

εξανεμίζει την παντρειά του Πάρη.

Πλάθει ένα πλάσμα απ’ τον αιθέρα, το ίδιο

μ’ εμένα κι απαράλλαχτο, του βάζει

πνοή ζωής, κι αυτό στου Πρίαμου δίνει

το γιο. Το πήρε αυτός και φανταζόταν

 πως είχε τάχα εμένα. Πλάνα ιδέα!

 

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Γι’ αυτή δεν πολεμούσαμε στην Τροία;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όχι. Οι θεοί μας είχανε γελάσει. Κρατούσαμε στα χέρια μια νεφέλη

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Τι λες;Για μια νεφέλη οι τόσοι αγώνες!


ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Ναι, σκλάβος είμαι, ευγενικιά όμως να’ χω

ψυχή. Ψυχή ελεύθερου, κι ας μην έχω

και τ’ όνομα. Αντίς δυο κακά, μόνο ένα

Με λένε που με λένε δούλο, ας είναι

ελεύθερη τουλάχιστο η ψυχή μου…

 

ΕΛΕΝΗ

Κι εσύ, Αφροδίτη, που ο δικός μου γάμος

του κάλλους το βραβείο σου’χει χαρίσει,

της Διώνης κόρη, μη μ’ αποτελειώσεις…

Γιατί να’ σαι έτσι

αχόρταγη, κακό να κάνεις πάντα

με πόθους , ξεγελάσματα και δόλους

Με φίλτρα που τα σπίτια με αίμα βάφουν;

Μέτρο σωστό αν κρατούσες, για τον κόσμο

η πιο γλυκιά θεότητα εσύ θα’ σουν.

 

ΧΟΡΟΣ

Τι’ ναι θεός, τι δεν είναι θεός, τι στη μέση των δυο;

Ποιος θα μπορέσει θνητός, που το ερεύνησε χρόνια, να πει

ότι βρήκε την άκρη

όταν μια δω και μια κει

βλέπει τα θεία να πηγαίνουν

και να πηδούνε ξανά

πίσω, παράλογα, ανέλπιστα;

 

Άμυαλοι αυτοί που ζητούν να κερδίσουνε δόξα κι αξία

Μες στους πολέμους, με τ΄άρματα στην ταραχή των μαχών,

προσπαθώντας ανόητα

στις συμφορές των θνητών

έτσι να βάλουνε τέρμα.

Στο αίμα τη λύση αν ζητάς,

θάχεις ατέλειωτο πόλεμο.

 

2021-σκηνοθεσία Β.Παπαβασιλείου. ΚΘΒΕ

                        Μετάφραση Ανδρέα Χ. Ζούλα. Βλ. classicaldrama.gr


ΕΛΕΝΗ (31-41)

Κι η Ήρα, μ΄οργή που δεν νίκησε τις θεές

Χαλά το γάμο μου με τον Αλέξανδρο

Και δίνει όχι εμέν΄, αλλά ομοίωμά μου,

Είδωλο ζωντανό που’ φιαξ’ απ’ αιθέρα,

Στο γιο του βασιλιά Πριάμου. Και θαρρεί πως μ’ έχει,

 πίστη σφαλερή, γιατί δεν μ΄έχει. Και του Διός

οι βουλές, άλλα σ’ αυτά τα δεινά ρίξαν.

Πόλεμο σήκωσ’ ανάμεσα στην Ελλάδα

Και στους δόλιους τους Φρύγες, κι απ’ των ανθρώπων

 το πλήθος να ξαλαφρώσει τη μάνα γη

Και ν’ αναδείξει τον κράτιστο Έλληνα.

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ (417-420)

Τρανός σαν κακοπάθει, σ’ αμηχανία

Πέφτει χειρότερη απ’ τον πάντα δύστυχο.

 

(449)

Ναυαγός ήρθα, ξένος, που δεν τον πειράζουν.

 

ΑΓΓΕΛΟΣ (703-8) :Κεια δεν είν’ η φταίχτρα των δεινών στην Τροία;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Όχι, είχαμ’ εξαπατηθεί απ’ τους θεούς.Έχοντας στα χέρια ομοίωμα νεφών φριχτό.

ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ: Τι λες;Και για’ να σύννεφο πάθαμε τόσα πολλά;

ΜΕΝΕΛΑΟΣ: Ήρας έργ’ αυτά κι αμάχης των τριών θεών.

 

ΑΓΓΕΛΟΣ (711-9)

Κόρη μου, πώς είν’ ο θεός κάτι περίεργο

Κι άπιαστ’. Εύκολα τα πάντ’ ανακατεύει.

‘δώθε κείθε γυρνώντας.κι άλλος υποφέρει

Κι άλλος χωρίς πόνο πάλι αφανίζεται,

Μη έχοντας ποτέ του τύχη σταθερή.

Συ δα κι ο άντρας σου είχατε βάσανα,

Συ με τα λόγια κι αυτός πόλεμο θέλοντας.

Κι όσο προσπαθούσε, δεν είχε τίποτα

Κι άκοπα έχει πια την πάσα ευτυχία.

(728-733)

Κι εμένα πια, μια και γεννήθηκα δούλος,

Ας με λογαριάζουν με τους καλόγνωμους

Δούλους, στ’ όνομα μη όντας ελεύθερος,

Μα στο νου. Κάλλιο τούτο, παρά δυο κακά,

Ένας ‘γω, να’ χω και κακόψυχος να’μαι

Και ν’ ακούω τους άλλους δούλο να με λεν.

 

(744-757)

Θα γίνει αυτό βασιλιά. Αλλά οι μάντεις

Ξέρω πως είναι φαύλοι κι όλο ψέματα.

Δεν είν’ αξιόπιστοι ούτε φωτιάς θυσίας,

Ούτε πουλιών οι χρησμοί. Και κουταμάρα

Να λες πως τα πετεινά φελάν’ τους θνητούς

Κι ο Κάλχας δεν είπ’ ούτ’ έδειξε στο στρατό,

αν κι έβλεπε φίλους να πέφτουν για ‘ναν ίσκιο,

ούτ’ ο Έλενος, μ’ άδικ’ αφανίστηκ’ η πόλη.

Θα πεις. Επειδή δεν το βουλήθηκ΄ο θεός;

Ε, τι πάμε στους μάντεις; Απ’ τους θεούς πρέπει

Μ’ ευχές να ζητούμ’ αγαθά κι άσ’τις μαντείες

Για δόλωμα βρέθηκαν αυτές για τον κόσμο

Κι ουδείς ακαμάτης πλούτισε με χρησμούς.

Άριστος μάντης ο νους κ’ η ορθή κρίση.

 

ΕΛΕΝΗ (903-908)

Ο θεός μισεί τη βία κι ό,τι έχουμε

Προστάζει να τα’ αποκτούμ’ όχι μ’ αρπαγές.

Ας πάει στο καλ΄΄ο ο άδικος πλούτος.

Κοινός δα όλου του κόσμ’ είν’ ο ουρανός

Κ’ η γη, και πρέπει τα σπίτια να πλουτίζουμε

 μη έχοντας ξένα ούτ’ αρπαγμένα με βία.

 

ΧΟΡΟΣ (1030-1)

Κανείς ποτέ δεν ευτύχησ’ αδικώντας

Στο δίκιο κάθ’ ελπίδα για σωτηρία

 

ΕΛΕΝΗ (1097-1105)

Κι εσύ, που με το γάμο μου νίκησες,

Κόρη Διώνης Κύπρι, μη μ’αφανίσεις.

Φτάν’ η ντροπή που μου φόρτωσες ως τώρα,

Δόντας τα’ όνομ’ όχι το σώμα, στους βαρβάρους.

Να πεθάν’ άσε μ’ , αν θες να με σκοτώσεις

Στην πατρική γη. Τι άπληστ’ είσαι συμφορών,

Έρωτες, απάτες και δίλιες επινοήσεις

Μπλέκοντας και φονικές γητειές στα σπίτια;

Αν ήσουν μετρημένη’ η πιο γλυκιά των θεών

Θα’ σον για τους ανθρώπους. Αλήθεια λέω.

 

ΧΟΡΟΣ (1137-1143)

Τι θεός, τι μη θεός, τι ανάμεσα

Ποιος που ερεύνησε θα πει

Πως βρήκε τα’ απώτατο πέρας

Βλέποντας πράξεις θεών

Πότ’ έτσι και πότε αλλιώς

Και πάλλι σ’ αντίθετες

Να γυρνούν άξαφνες τύχες;

 

(1151-1157)

Άφρονες όσοι τη δόξα με πόλεμο

Και μάχες αντρειωμένων

κτάτε, θαρρώντας πάθη θνη-

των ότι θα πάψετε.

Τι αν το κρίνει αυτό μάχη

αιματηρή, η έρις

δεν θα λείψει απ’ τους ανθρώπους.

 

 

ΟΙ ΒΑΚΧΕΣ

2018- σκηνοθεσία Θ.Τερζόπουλου

(Ο θεός Διόνυσος τιμωρεί τους Θηβαίους που τον αμφισβητούν. Θέτει εκτός ελέγχου σε θεία μανία τις γυναίκες, η βασίλισσα Αγαύη σκοτώνει εν αγνοία της το γιο της βασιλιά Πενθέα και τον διαμελίζουν)

 Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ

Με τους θεούς δεν κάνουμε ξυπνάδες

Όσα παλιά, πατροπαράδοτα όσα

βρήκαμε, αυτά κανείς δε θα τα ρίξει

λογισμός λεπτεπίλεπτης σοφίας

 

Πολίτης κακός γίνεται εκείνος που ευγλωττία

έχει και τόλμη, αλλά μυαλό δεν έχει.

 

Το ερωτικό ξεγλίστρημα οι γυναίκες

δεν το μαθαίνουν απ’ το Βάκχο. Το έχει

φυσικό αυτή που πέφτει. Η φρόνιμη όμως

και στις βακχείες φυλάει τη φρονιμάδα

 

ΧΟΡΟΣ

Της ανεμυαλιάς της άνομης, της γλώσσας

της απύλωτης το τέρμα η δυστυχία

 

Η ζωή περνά γοργά, κι όταν μεγάλα

πάντα κυνηγάς, με δυσκολία σηκώνεις

τα καθημερινά

 

Την ταπεινοσύνη

Δεν τη δέρνουν άγριες πίκρες

Να ζητώ

δε μου αρέσει τη σοφία που προκαλεί.

Τα’ άλλα, εκείνα τα μεγάλα, τα λαμπρά

θέλω εγώ. Που σ’ οδηγούνε

στα όμορφα όλα. Μέρα νύχτα αγνή ζωή

να περνώ, κι από συνήθειες

άνομες μακριά, τους θεούς

να δοξάζω.

  

 Μετάφραση Ανδρέα Χ. Ζούλα. Βλ. classicaldrama.gr


ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ  (200-3)

Τίποτα των θεών μας δεν αθετούμε.

Πατροπαράδοτες αρχές μας, που από παιδιά

πιστεύουμε, λόγος κανείς δεν τις καταλεί,

ούτε κι αν σ' έκλαμψη του νου τη σοφία βρεις.

(270-1)

Ο θρασύς και δυνατός στα λόγια άνθρωπος

κακός πολίτης γίνεται χωρίς μυαλό.

(314-18)

Δε θ' αναγκάσει ο Διόνυσος να σωφρονούν

οι γυναίκες στον έρωτα, μα στη φύση

πως υπάρχει σ' όλα πάντοτ' η φρόνηση

αυτό πρέπει να κοιτάς. και στη βακχεία

γυναίκα φρόνιμη δε θα διαφθαρεί.


ΧΟΡΟΣ (386-401)

Αχάλινων στομάτων

κι άνομης αφροσύνης

το τέλος δυστυχία.

ενώ με την ήσυχη

ζωή και η φρόνηση

αδιατάραχτη μένει και

σπίτια στεριώνει. μακριά

δα κι αν στον αιθέρα μένον-

τας, θωρούν τα εγκόσμια οι θεοί.

Το δε σοφό άσοφο,

ανθρώπιν' αν δεν φρονεί

Λίγ' η ζωή κι επίμονα

τα μεγάλα αν επιζητάς

δεν χαίρεσ' αυτά που' χεις. Α-

φρόνων καμώματ'αυτά και

μικρόψυχων, για' μεναν,ανθρώπων.

(416-431)

Ο θεός,Διός ο γιος

ευφραίνεται με γλέντια

κι αγαπά την ολβοδότρ' Ει-

ρήνη, κουροτρόφο θεά.

Κι ίσα όπως στον πλούσιο

χαρίζει και στον φτωχούλη

γλύκ΄άλυπη του κρασιού.

μα μισεί όποιον δεν ζητά

μέρα και λατρεμένη νύχτα,

να χαίρεται τη ζήση

σοφό' ν' αποφεύγεις νου και λογική

πολύξερων ανθρώπων.

Ό,τι ο λαός το πιο απλοϊκό πιστεύει και τη-

ρεί, κείνο θα δεχόμουν.


ΔΙΟΝΥΣΟΣ: (506 )Δε νογάς τι ζεις, τι πράττεις και τι είσαι.

 ΠΕΝΘΕΥΣ: Πενθεύς, Αγαύης γιος,μ' Εχίονα γονιό.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Άξιος της δυστυχίας τ' ονόματός σου.


ΧΟΡΟΣ(1005-10)

Σοφίες δε ζητώ.χαίρομαι ζητών-

τας τ' άλλα, τα μεγάλα κι ολοφάνερα. ν'άγω

στο καλό τον βίο μου

νυχτόμερα εξα-

γνισμένα να ευσεβώ και τ' άνομα

διώχνοντας να τιμάω τους θεούς.




H ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ

2017- σκηνοθεσία Αιμ.Χειλάκης, Μ. Δούνιας

 

( Ο Αγαμέμνων φέρνει  την κόρη του Ιφιγένεια στην Αυλίδα, πως τάχα θα την παντρέψει με τον Αχιλλέα, στην πραγματικότητα όμως για να τη θυσιάσει και να μπορέσουν, σύμφωνα με το χρησμό, να αποπλεύσουν τα καράβια των Αργείων για την Τροία. Η θεά Άρτεμις θα την αρπάξει για τη χώρα των Ταύρων)

                          Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

(στιχομυθία με γέρο αγγελιοφόρο που του ζητά να μεταφέρει γράμμα που αναιρεί την απόφασή του να θυσιάσει την κόρη του)

Ζηλεύω κι εσέ

γέρο, κι όσους ακίνδυνη πάντα περνούν

τη ζωή τους, χωρίς να τους ξέρουν, χωρίς

να μιλούνε γι’ αυτούς. Όσοι θέση κατέχουν τρανή

αξιοζήλευτοι τόσο δεν είναι

 

ΓΕΡΟΣ

Η ομορφιά της ζωής είναι ωστόσο σ΄αυτά

 

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ

Ομορφιά που σαλεύει

Και τ΄αξίωμα ευχάριστο, αλλά,

όταν γίνεται μπόδιο, σε θλίβει

Τη ζωή του τρανού

μια αστοχιά σ΄ένα χρέος ιερό

τη γυρίζει ανωκάτω, άλλες πάλι φορές

 του λαού τη χαλούν και τη λιώνουν κακόβουλες γνώμες.

 

 

ΧΟΡΟΣ

Καλότυχοι είναι οι άνθρωποι που τις χαρές

της Αφροδίτης

με μέτρο και συγκράτηση τις δοκιμάζουν, κι έτσι

σε απανεμιά

τα φρενιασμένου φέρνουνε κεντριά της

Ο χρυσομάλλης Έρωτας

σηκώνει και τεντώνει δυο τόξα του πόθου. Το ένα

φέρνει της ζήσης την καλοτυχιά,

τ΄άλλο την αναστάτωση

Πανώρια Κύπρη, κάμε αυτό το δεύτερο να μείνει

απ’ το δικό μου θάλαμο μακριά

Θέλω η αγάπη που ξυπνώ στους άλλους μέτρια να’ ναι

Και της δικής μου της καρδιάς

οι πόθοι νάναι αγνοί. Ζητώ

μερίδιο από τον Έρωτα, μα το περίσσιο ας λείπει.

 

 

ΑΧΙΛΛΕΑΣ

Περήφανη ψηλά η ψυχή μου ορμάει

Στις δυστυχίες ωστόσο, με το μέτρο

ξέρω ν’ αγανακτώ και πάλι το ίδιο

στις ευτυχίες να χαίρομαι. Κανόνα

σωστό ακλουθούν όσοι άνθρωποι μου μοιάζουν:

στοχαστικά περνούνε τη ζωή τους.

Είναι στιγμές που είναι γλυκό να λείπει

παραπανίσια φρόνηση, άλλες πάλι

που ο στοχασμός μας χρειάζεται. Κοντά

σε θεοφοβούμενο άνθρωπο, το Χείρωνα,

εγώ έχω ανατραφεί, κι έτσι έχω μάθει

τρόπους απλούς. Καλά αν θα κυβερνούνε

οι Ατρείδες θα υπακούω, αν όμως όχι,

δεν θα υπακούω.


 ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ

Ο όχλος φοβερό κακό


ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Βάσανα που έχει, βάσανα

το γένος των εφήμερων,

Κι είναι πικρό στον άνθρωπο τη μοίρα του να ξέρει.

 

Πιο ακριβή η ζωή ενός άντρα κι από μύριων γυναικών

 

Το σωστό, να κυβερνούν

Έλληνες βαρβάρους κι όχι βάρβαροι τους Έλληνες

Γιατί οι βάρβαροι είναι δούλοι, κι οι Έλληνες ελεύθεροι.


                                                                   


                                       ΜΕΛΑΝΙΠΠΗ Η ΣΟΦΗ


 Μετάφραση  Ι.Θ. Κακριδή "Από τον κόσμο των αρχαίων" τ. 4ος, Σκηνική Τέχνη των Ελλήνων, εκδ. Εστίας, 1989

(Η Μελανίππη προσπαθεί να πείσει τον πατέρα της Αίολο, να μη θανατώσει τα μωρά που γέννησε από το - παράνομο! - σμίξιμό της με τον Ποσειδώνα)

Είμαι γυναίκα εγώ, μα έχω και νου που κόβει

κι ουδέ από φυσικού μου είμαι άμυαλη, να ξέρεις,

κι ακόμα, τόσα που' χω ακούσει από πατέρα

κι από γερόντους, το μυαλό μου έχει πλουτύνει.


Φτερά έχουν οι αμαρτίες, θαρρείτε, κι έτσι

πηδούν και φτάνουν στους θεούς, και κάποιος

μέσα στου Δία τις γράφει τα τεφτέρια;

Θαρρείτε πως μετά τ' ανοίγει εμπρός του

ο Δίας και κρίνει τους θνητούς; Μα τότε

δε θά' φτανε ο ουρανός μιαν άκρη άλλη

τις ανομίες μας όλες στο κοντύλι

να τις περάσει ο Δίας! Κι ουδέ κι ατός του 

θα πρόφταινε ποτέ  να λογαριάζει

και σ' έναν έναν άνθρωπο να στέλνει

την άξια παιδωμή! Η Δικαιοσύνη

ε δ ώ μας κρίνει , εδώ κοντά μας κάπου

φτάνει να' χουμε μάτια να τη βρούμε!


                               Η   ΑΝΤΙΟΠΗ

Μετάφραση  Ι.Θ. Κακριδή ό.π

( Ο Ζήθος και ο Αμφίονας, τέκνα παράνομου σμίξιμου της Αντιόπης με τον Δία, έχουν διαφορετική στάση ζωής.  Ο πρώτος είναι της δουλειάς και του κάματου, κι ο δεύτερος της μουσικής και της φιλοσοφίας)

ΖΗΘΟΣ

Παράτα τα τραγούδια! Άκουσέ με! Πάρε δούλεψε

τη μουσική των αρμάτων, αν μυαλωμένο

να σε πούνε θέλεις. Ακόμα, τη γης σκάψε,

όργωσέ τη, για τα κοπάδια' γνοιάσου

κι άφησε γι' άλλους τα κομψά

παιχνίδια του μυαλού - ξον αν γυρεύεις

να δεις το σπιτικό σου να απομένει άδειο!


ΑΜΦΙΟΝΑΣ

Το αδύναμο κορμί, γυναίκας που θυμίζει,

δεν έκανες καλά να μου κατηγορήσεις,

τι αν το μυαλό δουλεύει, έχει πιο δύναμη

από το σιδερένιο ετούτο μπράτσο σου!


                                Ο ΚΡΕΣΦΟΝΤΗΣ

Μετάφραση  Ι.Θ. Κακριδή ό.π.

(Ο Ευριπίδης έγραψε την τραγωδία στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Στο χορικό αυτό εκφράζει τα φιλειρηνικά του συναισθήματα, με έναν προφητικό λόγο, καθώς πράγματι δεν χάρηκε την ειρήνη, αφού πέθανε αυτοεξόριστος όταν ο πόλεμος έληξε)

Ειρήνη εσύ βαθύπλουτη,

απ' τους μακάριους τους θεούς η πιο όμορφη,

 καημό που νιώθω, έτσι που αργείς να φτάσεις!

Τα γερατειά φοβούμαι μη με ρίξουν κάτω

-καημοί και βάσανα-

και δεν προφτάσω να χαρώ τα ροδοκάλλια

της νιότης σου και τα γλυκά τραγούδια του χορού

και τις ξεφάντωσες και τα στεφάνια

Γύρνα ξανά, κυρά μου , στην πατρίδα μας

τη μισητή απ' τα σπίτια μας αμάχη διώξε

διώξε τη μανιασμένη τη διχόνοια,

που άλλη χαρά απ' το ακονισμένο σίδερο δεν ξέρει!

ΑΛΚΗΣΤΗ

2017- σκηνοθεσία Κατερίνα.Ευαγγελάτου


(Η Άλκηστη, γυναίκα του βασιλιά της Θεσσαλίας Άδμητου, δέχεται να πεθάνει στη θέση του άντρα της. Θα τη σώσει την τελευταία στιγμή ο Ηρακλής)

                             Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989

ΧΟΡΟΣ

Α, ποτέ δε θα πω πως του γάμου οι χαρές

Ξεπερνούν τα φαρμάκια που αυτός μας ποτίζει.

 

ΗΡΑΚΛΗΣ

 Όλοι οι άνθρωποι μια μέρα θα πεθάνουν.

Κανείς θνητός δεν ξέρει αν αύριο θάναι

ζωντανός. Μες στα σκότη προχωρούνε

τα βήματα της τύχης. Δεν το βρίσκει

καμιά σοφία, κανείς δεν το διδάσκει.

Μάθε τα αυτά από μένα, κι έτσι, ευφραίνου

και πίνε. Τη ζωή της κάθε μέρας

πες τη δική σου. Τ΄άλλα είναι της τύχης.

Τίμα την Αφροδίτη, η πιο γλυκιά’ ναι

θεότητα και θέλει το καλό μας…

Αν με ρωτάς εμένα, όλων εκείνων

των σοβαρών και των κατσουφιασμένων

η ζωή είναι συμφορά, ζωή δεν είναι.

 

ΚΟΡΥΦΑΙΑ

( κλείνει την τραγωδία αυτή, αλλά και άλλες του Ευρυπίδη, με τους ίδιους ακριβώς ανάπαιστους)

Πλήθος παίρνουν μορφές τα θεΐκά

Και πολλά κι απρομάντευτα φέρνουν σε τέρμα οι θεοί

Ό,τι πρόσμενες μένει ανεκτέλεστο, ενώ

Στο αναπάντεχο δίνει μια λύση ο θεός.

 

 

ΑΝΤΡΟΜΑΧΗ

2011- σκηνοθεσία Γ.Νικολαΐδης


( Η Ερμιόνη, γυναίκα του βασιλιά Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα, θέλει να σκοτώσει την Ανδρομάχη, σκλάβα, γυναίκα του νεκρού Έκτορα, γιατί ο βασιλιάς έκανε με αυτήν παιδί ενώ η ίδια είναι στείρα. Ο Μενέλαος ήρθε να στηρίξει την κόρη του Ερμιόνη.)

                              Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989 

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

Αλλά είναι φοβερό. Για το φαρμάκι

των ερπετών στον άνθρωπο έχει δώσει

βοτάνια κάποιος θεός. Δε βρέθηκε όμως

καμιά γιατρειά για την κακιά γυναίκα

που μήτε οχιά μήτε φωτιά τη φτάνει

είμαστε φοβερή πληγή στον κόσμο.

 

ΜΕΝΕΛΑΟΣ

Διπλός ερωτικός δεσμός ποτέ δε θα μ’ αρέσει

Ούτε κι αδέρφια από δυο μάνες.

Μίση γεννούν, μαλώματα σπιτιών και στενοχώριες

Στον άντρα μια συντρόφισσα να φτάνει θέλω εγώ

Ένας και μια, κι όχι άλλος

Παρόμοια κι ένα βασιλιά καλύτερα από δυο

σηκώνεις μες στην πολιτεία

Οι δυο είναι δυο φορτία, πηγή διχόνοιας για τον κόσμο

Συχνά κι οι Μούσες προκαλούν έχθρες βαριές σε δυο

συνθέτες ενός ύμνου.

 

ΟΙ ΙΚΕΤΙΣΣΕΣ

2019-σκηνοθεσία Στ.Λιβαθινός

( Οι μανάδες των νεκρών αρχηγών του Άργους μάταια ζητούν από τους νικητές Θηβαίους και τον  βασιλιά τους Κρέοντα, τους νεκρούς τους για να τους θάψουν. Ο Βασιλιάς της Αθήνας Θησέας θα κάνει νικηφόρο πόλεμο  και θα φέρει πίσω τους νεκρούς).

                          Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989 


ΚΗΡΥΚΑΣ

(Στιχομυθία του Θησέα με τον κήρυκα που έστειλε ο Κρέοντας)

Ποιος είναι εδώ της χώρας ο μονάρχης;

Σε ποιον να πω το μήνυμα του Κρέοντα;


ΘΗΣΕΑΣ

Και πρώτα πρώτα ξένε, άρχισες λάθος

το λόγο σου ,αν ζητάς εδώ μονάρχη

Ελεύθερη είναι η πόλη μας, δεν είναι

στο χέρι ενός. Ο λαός κυρίαρχος, δίνει

την αρχή σε πολίτες για ένα χρόνο

Προνόμιο δεν υπάρχει για τον πλούσιο

Δικαιώματα έχει τα ίδια κι ο φτωχός.


ΚΗΡΥΚΑΣ

Ο λόγος σου ζαριά που εμένα δίνει

την πρωτιά. Γιατί η πόλη που με στέλνει

έχει έ ν α ν άνδρα αφέντη, όχι τον όχλο.

Δεν την αποκοιμίζει αυτή κανένας

με λόγια, κι έτσι για δικό του κέρδος

 να τη γυρνά μια δώθε και μια κείθε.

Την καλοπιάνει τούτος, τη γλυκαίνει

για μια στιγμή, και βλάβη ύστερα φέρνει

Μα με καινούργιες ζαβολιές σκεπάζει

το πρώτο του το λάθος και ξεφεύγει.

Πώς δα ο λαός, που ορθή δεν έχει κρίση,

ορθά μπορεί να κυβερνά την πόλη;

Δίνει ο καιρός τη μάθηση, όχι η βιάση.

Κι αν μόρφωση έχει ένας φτωχός ξωμάχος

Πώς να κοιτάζει τα κοινά, που η έγνοια

της βαριάς του δουλειάς δεν τον αφήνει;

Πικρό για τους αρχόντους όταν ένας

Φτωχός που πρώτα τίποτα δεν ήταν’

τυλίξει το λαό με ρητορείες

Και πάρει αυτός την εξουσία στα χέρια.

 

ΘΗΣΕΑΣ

…Απ το μονάρχη πιο βαριά δεν είναι

Συμφορά σε μια πόλη. Τέτοιο κράτος,

Πρώτα, δεν έχει νόμους ίσους για όλους

Ένας κρατά στο χέρι του το νόμο

κι αφέντης είναι. Ισότητα καμία.

Ενώ γραμμένοι νόμοι όταν υπάρχουν

δικαιώματα ίσα έχουν φτωχοί και πλούσιοι…

 .........

(έχοντας φέρει πίσω τους νεκρούς)

Αφήστε τώρα να σκεπαστούν με χώμα οι πεθαμένοι

Και το κάθε στοιχείο να ξαναπάει

απ’ όπου ήρθε στο φως, να πάει το πνεύμα

 στον ουρανό και το κορμί στη γη.

Το σώμα είναι δικό μας μόνον όσο

μέσα σ’ αυτό η ζωή να κατοικήσει

Κι ύστερα πρέπει να το πάρει εκείνη

που τόπλασε.

 

 

ΟΙ ΤΡΩΑΔΙΤΙΣΣΕΣ

2020-σκηνοθεσία Γ.Παρασκευόπουλος


(Οι γυναίκες της Τροίας, περιμένουν να παραδοθούν στους νικητές Αχαιούς. Μεταξύ τους η  βασίλισσα Εκάβη και η γυναίκα του Έκτορα Ανδρομάχη)

                              Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989

ΕΚΑΒΗ

Θάνατος και ζωή δεν είναι το ίδιο

Αυτός μηδέν, μα η άλλη κρύβει ελπίδες.

 

ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ

 Ανυπαρξία και θάνατος είναι ένα

Κι έτσι, από μια ζωή γεμάτη πίκρες

 Ανώτερο το θάνατο εγώ κρίνω.

Δε νιώθεις το κακό, δεν έχεις πόνο.

Μα απ’ τα’ αγαθά στη δυστυχία σαν πέσεις

θυμάται τα παλιά η ψυχή και κλαίει.

 

ΕΚΑΒΗ

Βάθρο της γης, που η ίδια και έδρα σου είναι

δυσκολομάντευτο αίνιγμα εσύ, Δία

Ό,τι και να’ σαι, αλύγιστος της φύσης

νόμος ή νους θνητών, σε προσκυνώ.

Γιατί ένα δρόμο αθόρυβο ακλουθώντας

τα΄ανθρώπινα όλα δίκια εσύ ρυθμίζεις.

...........................


Καλότυχο ποτέ μην πεις κανέναν,

το τέλος της ζωής του πριν να δεις.

 

(στην Ελένη, που προσπαθεί να δικαιολογηθεί, λέγοντας πως η Αφροδίτη/Κύπρη  έφταιγε για όλα, επειδή την έταξε στον Πάρη)

 

Ο γιος μου ήταν ωραίος και, σαν τον είδες

Έγινε ο νους σου Κύπρη. Όλες τις τρέλλες

Τις ονομάζουν οι άνθρωποι Αφροδίτη

Αφροδίτη-αφροσύνη. δες πώς μοιάζουν!

 

( Ετοιμάζοντας την ταφή του νεκρού εγγονού της Αστυάνακτα)

Σύρτε, θάψτε το εσείς στον κρύο του τάφο

Το νεκροστόλισμα έγινε, όσο πρέπει

Λίγο τους γνοιάζει τους νεκρούς αν πλούσια

θα τους προσφέρουν δώρα. Αυτά είναι λέω

των ζωντανών ανόητες ξιπασιές.

 

 

Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΤΑΥΡΩΝ

2015-σκηνοθεσία Θ.Μοσχόπουλου


(Η θεά Άρτεμις άρπαξε την Ιφιγένεια που πήγαινε για σφάγιο και την πήγε ιέρεια στο ναό της στη χώρα των Ταύρων, να ετοιμάζει για θυσία τους ξένους που έρχονται. Όταν έρχεται ο αδερφός της Ορέστης, γίνεται η αναγνώριση και καταφέρνουν να δραπετεύσουν μαζί)

                                  Μετάφραση Θρασύβουλος Σταύρου, εκδ. Εστία,1989

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ

Μ’ έβαλε εδώ για ιέρεια του ναού της.

Με τα έθιμα-χαρές της θεάς- βαδίζω

Μιας γιορτής που είναι μόνο τα’ όνομά της

ωραίο, όσο για τα’ άλλα πια… σωπαίνω.

Τη θεά φοβούμαι…

 

Της θεάς μας οι ξυπνάδες δε μου αρέσουν.

Αν με τα χέρια ένας θνητός αγγίξει

φόνου αίμα ή και λεχώνα ή πεθαμένον,

τον διώχνει, ως μολυσμένο, από το βωμό της

Κι αυτή θυσίες ανθρώπων την ευφραίνουν.

 

ΟΡΕΣΤΗΣ

Μα κι οι θεοί, που αυτούς σοφούς τους λένε

ψεύτες σαν τα πετούμενα όνειρα είναι.

Και μες στα θεία και μες στ’ ανθρώπινα όλα

πολύ θολούρα.

 

ΧΟΡΟΣ

Κάλλιο να μου δινε η μοίρα

Τη δυστυχία να την είχα από πάντα. Βαστάς

αν η ζωή σου περνά αποξαρχής μες στα βάσανα.

Πραγματική συμφορά η αλλαγή΄ ναι της τύχης.

Είναι βαρύ

από χαρούμενες μέρες να πέφτεις σε λύπες.