Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ (σκόρπιοι στίχοι)

 



Ό,τι ωραίο είναι ολόκληρο…

Κομμάτια,όσα και αν είναι, του ολόκληρου,

δεν κάνουν το ωραίο”

(Κ.Τσάτσος)


Κι όμως...


Μια δύναμη περιγελάστρα, ή κάποια θεία χάρη

Σου κάρφωσεν αλύπητα και χέρια και βουλή,

Δειλέ,κακογεράματε και οκνέ και μαραζιάρη


(Ασάλευτη Ζωή

Στον αμαρτωλό)



Την πράξη μην κοιτάζης,δεν της μοιάζω, τη γνώμη κοίτα


(Παθητικά Κρυφομιλήματα.. Πράξη και Γνώμη)


Κι όλο η πομπή ετοιμάζεται κι ακόμα δεν αρχίζει,

και είν’η γλυκειά κ’η ανήσυχη στιγμή τής έγνοιας, η ώρα

η ζωντανή που ολογυρνάς και καρτεράς και ψάχνεις

και ψάχνεσαι και χαίρεσαι και δε σου δίνεται άλλη

φορά σαν τούτη να χαρής, γιατί’είσαι ευτυχισμένος

(όχι την ώρα που αποχτάς) την ώρα που προσμένεις.


(Η Φλογέρα του Βασιλιά.Ζ΄)


Ό,τι στοχάζομαι είμαι, όχι ό,τι κάνω


(Δεκατετράστιχα

αρ 3)


Ταράζω και μολεύω, κλέφτω, σφάζω,

τον ίδιο εμένα

τής ζωής μου μη σε πλανά ο καθρέφτης,

στην άβυσσο του νού μου καθρεφτίσου,

ο αργός, ο λάγνος, ο φονιάς, ο κλέφτης…

- Σώπα! Λυπήσου.


(Παθητικά Κρυφομιλήματα.. Πράξη και Γνώμη)



Έχω κι εγώ τις πίκρες μου και τα σαράκια μου, έχω

τις έγνοιες μου και τους καημούς που καίνε και λιγνεύουν,

τις νύχτες μου αξημέρωτες, έχω τους λογισμούς μου

που αινίγματ’αξεδιάλυτα μέσα τους παραδέρνου

και που όσα δείχνει κι όσα κλει σκληρά και μαύρα ο κόσμος

μέσα τους ξαναδείχνονται και ξανακλειένται χίλιες

φορές πιο μαύρα, πιο σκληρά ξαναδομένα, οϊμένα!

(Η Φλογέρα του Βασιλιά. Ε΄)


Μέσα μου κάποια βάθια, πάθια, αγκάθια,

μέσα μου… ώ δυστυχιά μου! ώ δυστυχιά!


(Οι Καημοί τής Λιμνοθάλασσας.

Παραμιλητό)


Τους μεγάλους τους θανάτους εγώ ξέρω

πως τους δίνουν οι μικρές οι μαχαιριές.

(Η Πολιτεία και η Μοναξιά.

Είπε ο Χαλασμός)


Λιώμα. Σακάτικα

χέρια και πόδια

κ’ είμαι σα λείψανο

κ’ είμαι για ξόδια


(Παθητικά Κρυφομιλήματα)


Θέλω από μέσα μου να φύγω, θέλω να τραβήξω

σ’όποια και σ’όσα έξω από μένα υπάρχουν κι είναι ο κόσμος


(Βωμοί

Το Αεροπλάνο)


Με πας,καράβι, δαίμονα του πέλαου, Φαντασία


(Η φλογέρα του Βασιλιά.Α΄)


Παιδιάτικη ψυχή σε μια γυναίκεια σάρκα


(Οι Καημοί τής Λιμνοθάλασσας)


Με φιλεί τής Άνοιξης το στόμα!


(Δεκατετράστιχα.

αρ.88)


Από τα δάκρυα τού φτωχού μεστή βαριά είν’η στάμνα


(Η Φλογέρα του Βασιλιά. ΙΑ΄)


Το πέρασμα, το πέρασμα, το πέρασμά σου!

Δεν έχει χτες, μήτε αύριο το πέρασμά σου


(Ασάλευτη Ζωή.)


Δεν μπορώ να φανταστώ και στον αιώνα

μια στιγμή που να μη σε ξέρη…


(Δειλοί και Σκληροί Στίχοι).


Απάνου από τα χρόνια σου να υπάρχης, και μαζί

μεστή και απ’όλα σου τα χρόνια η σκέψη να σε ζη

και η νιότη που δεν την κρατάς πια μεσ’στην αγκαλιά σου

και ξένη σα γονατιστή να στέκεται μπροστά σου


(Ο κύκλος των Τετραστίχων)


Αγάπησα. Έτσι θ’αγαπάν

τη χλόη τ’αρχαία συντρίμμια


(Βωμοί)


Φοβάμαι, κράτα

μ’από το χέρι

πάλε,ποιος ξέρει

γερατιά, νιάτα,

κι όλα χαμένα.

Φοβάμαι.Οιμένα!

Κοντά μου στέκα

πάλε, γυναίκα.

(Παθητικά Κρυφομιλήματα)

(Στο σπίτι τής οδού Ασκληπιού)


Στα χέρια σου αλαφροκρατάς τής μοίρας το δεφτέρι

και την αιωνιότητα σε μια στιγμή δεμένη


(Βωμοί.

Ύμνος)


Κακοκατάντησε η καρδιά του ανθρώπου.Κρίμα.Κρίμα.


(Η Φλογέρα του Βασιλιά.

Πρόλογος)


Όλες τις αγάπες τις αγάπησα

για να γείρω πια δεν έχω τίποτ’αλλο

από το χώμα


(Δειλοί και Σκληροί Στίχοι)


Μεσ’στα αιμοστάλαχτα

μιας οργισμένης δύσης


(Δειλοί και Σκληροί Στίχοι.

Μυστική παράκληση)


Κι αν πίκρα καίγεσαι, δείχνεσαι γαλήνη

(Δειλοί και Σκληροί Στίχοι)


Α!μείνετε ασυγκίνητα και πια μη σας μολέψη

μια ακάθαρτη αγκαλιά!

Οι πόνοι που πονέσατε τη δίψα ας τη στερέψη

για τα γλυκά φιλιά


(Δειλοί και Σκληροί Στίχοι.

Γαλήνιος Ύμνος)


Διαλεμένη εσύ και σύμμετρη

μουσική των αγαλμάτων!


(Βωμοί)


Για τίποτε δεν τρέπομαι, τίποτε δε σωπαίνω,

τίποτε δεν καταφρονώ, τι όλα με νόημα, ίδια


(Βωμοί

Γυναίκες)


Τον πόνο σου εδώ πέρα μη τον παρατάς,

Με μια φροντίδα μυστική ταξίδεψέ τον,

Όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά.

Και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον

Εκεί στη χώρα την κατάνακρη του αμίλητου.

Στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του,

Κι ‘ ανίσως δε βαστάξουνε τα μάτια του και κλείσουνε,

Κλείσε κ’εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του


(Ασάλευτη Ζωή. Εκατό Φωνές)


Και μέσα μου καημός ξανθός λόγια ξανθά γυρεύει


(Βωμοί

Το ανέβασμα στο βράχο)


Για μας δεν είναι άλλη ζωή, δεν είναι κόσμος άλλος

παρά η ζωή που βλέπουμε κι ο κόσμος που πατούμε


(Τα Μάτια τής Ψυχής μου.

Τάφοι του Κεραμεικού)


Για τόχει γράψει η Μοίρα,

γιά τόγραψε το χέρι μου. Σα Μοίρα είναι και κείνο.

(Η Φλογέρα του Βασιλιά. Θ΄)


Σήμερα και ποιος θα το πιστέψη;

τα λουλούδια κλαίγανε μαζί μου.

Τα λουλούδια είν’από σκέψη

από μοσκοβόλημα η ψυχή μου


(Παθητικά Κρυφομιλήματα

Σήμερα τα λούλουδα)


Αζώητη ζωή ψόφια


(Βωμοί)


Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ’στη Χώρα.

Στην εκκλησιά, στον κλίβανο, στο σπίτι, στ’αργαστήρι,

παντού,στο κάστρο, στην καρδιά, τ’αποκαΐδια, οι στάχτες.


Κ’η φούχτα κάποιου ζυμωτή λίγο σιτάρι αν κλείση

δε βρίσκει την πυρή ψυχή ψωμί για να το κάμη.


(Η Φλογέρα του Βασιλιά.

Πρόλογος)


Όλο ένα φως που μάχεται μια μέρα για να γένη

Κι όλο στον όρθρο μένει.


(Ασάλευτη Ζωή)


Δε γνωρίζει από γεράματα η ψυχή,

δεν υπάρχεις ό,τι χρόνος λέγεσαι,

στων πνευμάτων την περιοχή.

Φλόγα, καις δεν καίγεσαι


(Ο κύκλος των Τετραστίχων)


Το πιοτό θέλω το μοιρογραφτό χωρίς

τον κεραστή. Το χάρισμα κι ας λείπη ο χαριστής.

Θέλω τα ρόδα του απριλιού να μυριστώ

δε συλλογιέμαι τον απρίλη…

...Θέλω να πιω, να πιω,να πιω

σ΄όποιο ποτήρι.


(Τα παράκαιρα.

Το πιοτό και το ποτήρι)


Τα πάντα υπάρχουν από τη στιγμή

που βλέπονται σε νου τρανού καθρέφτη

(Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας)


Από τη μια ματιά που ρίχνεις μη ζητάς βοήθεια

για να συλλάβης την αλήθεια ξεμοναχιασμένη,

ό,τι είναι αλήθεια, αλήθεια σου, πάντα δεν είν’η αλήθεια,

τι εκείνη είν’απ’αλήθειες πλήθια, εκείνη η μια πλασμένη.


(Οι νύχτες του Φήμιου)


Είδε καθείς τ’απόξω μας,κανείς τα βάθη.


(Ασάλευτη Ζωή)


Βάλε μ’εδώ, να γύρω εδώ, ταχιά,σαν ξημερώση

να φύγω με τους γέρανους και με τα χελιδόνια


(Η Φλογέρα του Βασιλιά Η’)


Ό,τι ήμουν πριν ακάτεχος,

Βοήθα να ξαναγίνω

Τώρα εσύ πάλι κάνε με

Σαν παιδί και σαν κρίνο


(Ίαμβοι και Ανάπαιστοι)


Το περιβόλι εγώ αγαπώ που πάει να γίνει δάσος.


(Βωμοί. Κομμάτια)

Δεν ξέρω εγώ κανένα θεό Χρέος,

ένα θεό εγώ ξέρω. την Αγάπη.


Ό,τι δεν αγαπούμε, δεν υπάρχει


(Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας)


Βαρύς κι αργοξεθύμαστος θυμός με τρώει εμένα,

και πότε δούλος τού θυμού και πότε αφέντης του είμαι.


(Η Φλογέρα του Βασιλιά. Θ΄)


Τη μια στιγμή που δίνεται και τρέμει από συμπόνια.


(Οι νύχτες του Φήμιου)


Ξένες μου είναι όλες οι θρησκείες.Μοναχά μια μου μένει

χωρίς π ι σ τ ε ύ ω, ούτ’όνομα, μητέ φωνή,- θρησκεία

σ’ένα τραγούδι, σιωπηλό κι αυτό, λιβανισμένη.

Να ζω με την ανάμνηση και με την προσδοκία


(Ο κύκλος των τετραστίχων)


Ας περάσω κι ας πεθάνω!

Πλάστης κ’εγώ μ’όλο το νου, και μ’όλη την καρδιά μου.

Λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου. Από ταθάνατα όλα

Μπορεί ναξίζη πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου.

(Ασάλευτη Ζωή)


Για τον "Δωδεκάλογο του Γύφτου", εδώ

https://frosochatoglou.blogspot.com/2015/02/blog-post_17.html




Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Κ.ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ: Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας


Εκδοση Κέδρος, 2008. 
Μεταφ.ΧΑΛΙΚΙΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ - ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ - ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗ ΓΙΟΥΛΗ



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

  • Η επιστροφή στον Μαρξ είναι αδύνατη, διότι, με το πρόσχημα της πιστότητας στον Μαρξ και για την πραγματοποίηση αυτής της πιστότητας, από την αρχή κιόλας παραβιάζει ουσιαστικές αρχές που είχαν τεθεί από τον ίδιο τον Μάρξ. Ο Μαρξ υπήρξε ο πρώτος που έδειξε ότι η σημασία μιας θεωρίας δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την ιστορική και κοινωνική πρακτική στην οποία αντιστοιχεί, στην οποία προεκτείνεται ή της οποίας εξυπηρετεί τη συγκάλυψη.

  • Ο Μαρξισμός του Μαρξ δεν ήθελε και δεν μπορούσε να είναι μια θεωρία σαν τις άλλες, αμελώντας το ρίζωμά του στην ιστορία και την ιστορική του συνήχηση. Το πρόβλημα δεν ήταν πια “να ερμηνεύσουμε αλλά να αλλάξουμε τον κόσμο” και το πλήρες νόημα της θεωρίας είναι, σύμφωνα με την ίδια τη θεωρία, αυτό που διαφαίνεται μέσα στην πρακτική την εμπνευσμένη από τη θεωρία.

  • Έχοντας ξεκινήσει από τον επαναστατικό μαρξισμό, φτάσαμε στο σημείο όπου έπρεπε να διαλέξουμε ανάμεσα στο να μείνουμε μαρξιστές ή στο να μείνουμε επαναστάτες.

  • Η πίστη σε μια ολοκληρωμένη και άπαξ δια παντός κεκτημένη αλήθεια (και επομένως επιδεκτική κατοχής από κάποιον ή κάποιους) είναι μια από τις βάσεις της ένταξης στον φασισμό και τον σταλινισμό.

  • Η αναγκαστικά διπλή αυταπάτη της κλειστής θεωρίας είναι ότι ο κόσμος έχει γίνει ήδη από πάντα, και ότι η σκέψη μπορεί να τον συλλάβει. Η κεντρική όμως ιδέα της επανάστασης είναι ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της ένα πραγματικό μέλλον και ότι αυτό το μέλλον δεν πρέπει μόνο να το σκεφθούμε αλλά και να το φτιάξουμε. Αυτός ο μετασχηματισμός του μαρξισμού σε ολοκληρωμένη θεωρία περιείχε τον θάνατο της αρχικής επαναστατικής του έμπνευσης.

  • Η ολική τάξη και η ολική αταξία δεν αποτελούν συνιστώσες του πραγματικού, αλλά οριακές έννοιες που αφαιρούμε από αυτό και μάλλον καθαρές κατασκευές, οι οποίες λαμβανόμενες απόλυτα, γίνονται μη νόμιμες και ασυνάρτητες. Ανήκουν σ’αυτή τη μυθική προέκταση του κόσμου που δημιουργήθηκε από τη φιλοσοφία εδώ και εικοσιπέντε αιώνες και από την οποία πρέπει να απαλλαγούμε, αν θέλουμε να παύσουμε να εισάγουμε στο αντικείμενο της σκέψης μας τα ίδια μας τα φαντάσματα.

  • Αυτό που εμείς ονομάζουμε επαναστατική πολιτική είναι μια πράξη που τάσσει ως αντικείμενο στον εαυτό της την οργάνωση και τον προσανατολισμό της κοινωνίας με σκοπό την αυτονομία όλων, και αναγνωρίζει ότι αυτή προϋποθέτει ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που δεν θα είναι κι αυτός δυνατός παρά μέσα από την εκδίπλωση της αυτόνομης δραστηριότητας των ανθρώπων.

  • Δεν έχει κανένα νόημα να ενδιαφερόμαστε για ένα παιδί, έναν άρρωστο, μια ομάδα ή μια κοινωνία, αν δεν βλέπουμε μέσα τους, πρώτα και πάνω απ’ όλα, τη ζωή, την ικανότητά της να θεμελιώνεται στον εαυτό της, την αυτο-παραγωγή και την αυτο-οργάνωση.

  • Κι όταν ακούμε “ψυχαναλυτές” μιας ορισμένης τάσης να χαρακτηρίζουν νευρωτικούς χοντρικά όλους τους επαναστάτες, δεν μπορούμε παρά να χαρούμε που δεν έχουμε την “υγεία” τους των Σουπερμάρκετ...Η νεύρωση και η τρέλα του Ροβεσπιέρου ή του Μπωντλαίρ υπήρξαν πιο γόνιμες για την ανθρωπότητα από την “υγεία” του τάδε μαγαζάτορα της εποχής.

  • Αυτό που θέλω είναι η κοινωνία να πάψει πια να είναι μια οικογένεια, ψεύτικη επί πλέον μέχρι γελοίου, για να αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας, ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτόνομων ενηλίκων. Νάναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι η κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια, είναι η εξουσία όλων.

  • Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ’αυτήν το μελόδραμα, την ψεύτικη τραγωδία.

  • Κι αν η ανθρωπότητα εξαφανιστεί μια μέρα κάτω από τις υδρογονοβόμβες αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία, το ονομάζω μαλακία.

  • Το κοινωνικό-ιστορικό είναι το ανώνυμο συλλογικό, το ανθρώπινο-απρόσωπο που γεμίζει κάθε δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, αλλά και που τον περιβάλλει επίσης, που εγκλείει κάθε κοινωνία ανάμεσα στις άλλες και τις εγγράφει όλες μαζί σε μια συνέχεια, όπου κατά κάποιο τρόπο είναι παρόντες αυτοί που δεν υπάρχουν πια, αυτοί που βρίσκονται αλλού κι ακόμα αυτοί που πρόκειται να γεννηθούν. Είναι, από την μια μεριά, δεδομένες δομές, θεσμοί και έργα “υλοποιημένα” είτε είναι υλικά είτε όχι. Και από την άλλη αυτό που δομεί, θεσμίζει, υλοποιεί.

  • Ο θεσμός , μόλις τεθεί, φαίνεται να αυτονομείται, διαθέτει δική του αδράνεια και λογική, ξεπερνά στην επιβίωση και στα αποτελέσματά του, τη λειτουργία του, τους “σκοπούς” του και τους “λόγους υπάρξεώς” του. Οι προδηλότητες αντιστρέφονται. Αυτό που στην αρχή μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα σύνολο θεσμών στην υπηρεσία της κοινωνίας γίνεται μια κοινωνία στην υπηρεσία των θεσμών.

  • Θα υπάρχει πάντα απόσταση ανάμεσα στη θεσμίζουσα κοινωνία και σ’αυτό που κάθε στιγμή είναι θεσμισμένο – κι αυτή η απόσταση δεν είναι ένα αρνητικό ή μια έλλειψη, είναι μια από τις εκφράσεις της δημιουργικότητας της ιστορίας, αυτό που την εμποδίζει να παγιωθεί για πάντα μέσα στην “επιτέλους ανακαλυφθείσα μορφή” των κοινωνικών σχέσεων και των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων.

  • Ο θεσμός είναι ένα συμβολικό δίκτυο, κοινωνικά κυρωμένο, μέσα στο οποίο συνδυάζονται, σε μεταβαλλόμενες αναλογίες και σχέση, μια λειτουργική με μια φαντασιακή συνιστώσα. Η ξένωση είναι η αυτονόμηση και η δεσπόζουσα θέση της φαντασιακής στιγμής μέσα στον θεσμό, που συνεπιφέρει την αυτονόμηση και τη δεσπόζουσα θέση του θεσμού ως προς την κοινωνία.

  • Οι νόμοι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αν δεν “χρησιμοποιήσουν” τις αυταπάτες των ατόμων.

  • Η δημιουργία προϋποθέτει, το ίδιο όπως και η ξένωση, την ικανότητα να προσφέρουμε στον εαυτό μας κάτι που δεν υπάρχει( που δεν δίδεται μέσα στην αντίληψη, ή που δεν δίδεται μέσα στις συμβολικές αλυσώσεις τής ήδη συγκροτημένης ορθολογικής σκέψης)

  • Το ουσιώδες τής δημιουργίας δεν είναι “ανακάλυψη”, αλλά συγκρότηση του καινούργιου. Η τέχνη δεν ανακαλύπτει, συγκροτεί… Η ανάδυση νέων θεσμών και νέων τρόπων ζωής, δεν είναι μια “ανακάλυψη”, είναι μια ενεργός συγκρότηση.

  • Έξω από οριακές περιπτώσεις, ένα συμβάν δεν είναι τραυματικό παρά ως “βιωμένο ως τέτοιο” από το άτομο, αυτή δε η φράση στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει: διότι το άτομο αποδίδει στο τραυματικό συμβάν μια δεδομένη σημασία η οποία δεν είναι η “κανονική” του σημασία, ή που εν πάση περιπτώσει δεν επιβάλλεται αναπόφευκτα ως τέτοια… Το τραυματικό συμβάν είναι πραγματικό ως συμβάν και φαντασιακό ως τραυματικό.

  • Έρχεται μια στιγμή που το υποκείμενο...ξεθάβει το κεντρικό σημαίνον τής νεύρωσής του και το παρατηρεί επιτέλους στη συμπτωματικότητα, τη φτώχεια και την ασημαντότητά του. Κατά τον ίδιο τρόπο...το εσωτερικό της κοινωνίας τής γίνεται εξωτερικό και τούτο ,στο βαθμό που σημαίνει την αυτοσχετικοποίηση της κοινωνίας, τη θέση σε απόσταση και την κριτική (στα γεγονότα και στις πράξεις) του θεσμισμένου, είναι η πρώτη ανάδυση της αυτονομίας, το πρώτο ράγισμα του [θεσμισμένου]φαντασιακού.


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ                                                                     

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΙΣΗ

  • Η κληρονομημένη λογική-οντολογία είναι γερά εδραιωμένη μέσα στην ίδια τη θέσμιση της κοινωνικο-ιστορικής ζωής… Ο πυρήνας της είναι η ταυτιστική ή συνολιστική λογική και αυτή ακριβώς η λογική βασιλεύει κυρίαρχα και αναπόδραστα σε δυο θεσμούς χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει κοινωνική ζωή: στο θεσμό του λέγειν (ανεξάλειπτη συνιστώσα της γλώσσας και του κοινωνικού παριστάνειν), τον θεσμό του τεύχειν (ανεξάλειπτη συνιστώσα του κοινωνικού πράττειν)

  • Η ιστορία δίδεται άμεσα ως διαδοχή. Τι διαθέτει η κληρονομημένη σκέψη για να σκεφθεί μια διαδοχή; Τα σχήματα της αιτιότητας, του τελικού σκοπού ή της λογικής συνέπειας.

  • Σαν τέτοιο χρόνο, χρόνο της αλλοίωσης-ετερότητας, πρέπει να σκεφθούμε την ιστορία.

  • Ή ο χρόνος δεν είναι τίποτα, παράδοξη ψυχολογική αυταπάτη που μεταμφιέζει την ουσιώδη χρονικότητα μιας σχέσης διατάξεως, ή ο χρόνος είναι αυτό ακριβώς, η εκδήλωση του ότι άλλο πράγμα από αυτό που είναι δημιουργείται, και δημιουργείται ως καινούργιο ή άλλο και όχι απλώς ως συνέπεια ή διαφορετικό αντίτυπο του αυτού.

  • Κάθε κοινωνία υπάρχει θεσμίζοντας τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο και αυτοθεσμιζόμενη ως τμήμα αυτού του κόσμου. Αυτής της θέσμισης, του κόσμου και της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία, η θέσμιση του χρόνου είναι πάντοτε μια ουσιαστική συνιστώσα.

  • Πρέπει απλώς να υποδείξουμε μερικές από τις όψεις που εμφανίζουν την αδυνατότητα της κληρονομημένης σκέψης να σκεφθεί πραγματικά τον χρόνο, ένα χρόνο ουσιαστικά άλλο από τον χώρο.

  • Τόπος είναι ακριβώς αυτό, ότι υπάρχει ταυτότητα του διαφορετικού, συνανήκειν του πολλαπλού, συνοχή των αποστάσεων...Και βέβαια, αντίστροφα, ο χρόνος, ως “διάταξη των διαδοχών”, μοιάζει ν’απαιτείται -και μέσα σ’αυτό το σύστημα αναφοράς, δεν απαιτείται παρά – για να επιτρέπει τη διαφορά του ταυτού προς τον εαυτό του: το ίδιο πράγμα δεν είναι πια εντελώς το ίδιο, έστω κι αν δεν έχει υποστεί καμιά “αλλοίωση”, από μόνο το γεγονός ότι βρίσκεται μέσα σε άλλο χρόνο.

  • Είναι ανάγκη ζωής ή θανάτου για την κληρονομημένη σκέψη να εξαλείψει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την ίδια την ιστορία – όπως να εξαλείψει την κοινωνία ή τη φαντασία και το φαντασιακό. Ό,τι μπόρεσε να ειπωθεί το αληθινό και γόνιμο από τους πιο μεγάλους, ειπώθηκε πάντοτε εναντίον αυτού που σκέπτονταν για το είναι και το νοήσιμο, όχι δυνάμει αυτού ή σε συμφωνία με αυτό. Και ασφαλώς ,και μέσα σ’αυτό το εναντίον, εκφράζεται ακόμα το μεγαλείο τους.

  • Η κοινωνία, και κάθε κοινωνία, είναι “κατά πρώτο λόγο” θέσμιση μιας υπόρρητης χρονικότητας.

  • Με το να τα ξεριζώνει βίαια από τη μονήρη τους τρέλα, από την πρωταρχική τους παράσταση-πόθο-αίσθημα αχρονικότητας, ανετερότητας κι αργότερα παντοδυναμίας, με το να τους επιβάλλει, θεσμίζοντάς τα ως κοινωνικά άτομα, την αναγνώριση του άλλου, τη διαφορά, τον περιορισμό,τον θάνατο, η κοινωνία τούς εξοικονομεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, ένα αντιστάθμισμα μέσα από αυτή την έσχατη εξάρνηση του χρόνου και της ετερότητας. Υποχρεώνοντάς τα να ενταχθούν θέλοντας και μη (ή επί ποινή ψυχώσεως) μέσα στη ροή του θεσμισμένου χρόνου, η κοινωνία προσφέρει ταυτόχρονα στα υποκείμενα τα μέσα που τους επιτρέπουν να αμύνονται εξουδετερώνοντάς τον, παριστάνοντάς τον σαν να ρέει πάντα στις ίδιες όχθες…

  • Το κοινωνικό φτιάχνεται και δεν μπορεί να φτιαχτεί παρά ως ιστορία. Το κοινωνικό φτιάχνεται ως ιστορικότητα… Το ιστορικό φτιάχνεται και δεν μπορεί να φτιαχτεί παρά ως κοινωνικό.

  • Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι πάντοτε αναγκαστικά και θέσμιση του λέγειν, μέσα και χάρη στο οποίο εκδιπλώνεται η συνολιστική-ταυτιστική λογική...δεν μπορούμε ούτε να σκεφθούμε ούτε να μιλήσουμε εγκαταλείποντας τελείως την ταυτιστική λογική, δεν μπορούμε να την αμφισβητήσουμε παρά χρησιμοποιώντας την, ν’αμφιβάλλουμε γι’αυτή παρά επιβεβαιώνοντάς την εν μέρει.

  • Η φυσική περιοδικότητα ορισμένων φαινομένων παρέχει ένα στήριγμα στη συνολιστική και μετρήσιμη επισήμανση του θεσμισμένου χρόνου.

  • Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι θέσμιση ενός κόσμου σημασιών.

  • Το άνευ ύλης αισθητό είναι ακριβώς αυτό που ο Αριστοτέλης δίνει για ορισμό του φαντάσματος, της “εικόνας”.

  • Ομιλώ, είμαι μέσα στα σημεία, σημαίνει κατά γράμμα ότι βλέπω σε αυτό που είναι αυτό που δεν είναι.

  • Η διαδικασία τής κοινωνικής θέσμισης του ατόμου, δηλαδή του εκκοινωνισμού τής ψυχής, αποτελεί ενιαία διαδικασία ψυχογένεσης ή ιδιογένεσης και κοινωνιογένεσης ή κοινογένεσης. Είναι μια ιστορία τής ψυχής κατά τη διάρκεια της οποίας η ψυχή αλλοιώνεται και ανοίγεται στον κοινωνικο-ιστορικό κόσμο μέσω επίσης της ίδιας της της εργασίας και της ίδιας της της δημιουργικότητας και μια ιστορία επιβολής στην ψυχή από την κοινωνία ενός τρόπου του είναι που η ψυχή δεν θα μπορούσε ποτέ από μόνη της να τον κάνει να αναδυθεί και ο οποίος κατασκευάζει-δημιουργεί το κοινωνικό άτομο. Η κοινή κατάληξη των δυο αυτών ιστοριών είναι η ανάδυση του κοινωνικού ατόμου ως συνύπαρξης, πάντα αδύνατης και πάντα πραγματοποιημένης ενός κόσμου ιδίου ή ιδιωτικού και ενός κόσμου κοινού ή δημοσίου.

  • Η επιβολή του εκκοινωνισμού στην ψυχή είναι ουσιαστικά επιβολή του χωρισμού. Ισοδυναμεί για την ψυχική μονάδα με μια βίαιη ρήξη που προκύπτει αναγκαστικά από τη “σχέση”της με τους άλλους… Αν γίνεται το νεογέννητο κοινωνικό άτομο, αυτό συμβαίνει στο μέτρο που υφίσταται αυτή τη ρήξη και που κατορθώνει να την ξεπεράσει και να επιβιώσει- πράγμα που μυστηριωδώς συμβαίνει σχεδόν πάντοτε. Πράγματι, όταν κοιτάζουμε από πιο κοντά αυτή τη διαδικασία, αυτό που μας κάνει να απορούμε είναι πολύ περισσότερο η σπανιότητα αυτών των αποτυχιών από την ύπαρξή τους.

  • Η κοινωνική θέσμιση του ατόμου τού εξασφαλίζει μια μοναδική ταυτότητα, το θέτει σαν “κάποιον” αναγνωρισμένο από τους άλλους, του εξοικονομεί ικανοποιήσεις, έστω (ή κυρίως) στο φαντασιακό επίπεδο, του παρουσιάζει έναν κόσμο όπου τα πάντα μπορούν ν’αναφερθούν σε μια σημασία.

  • Ενέργειες, αντιδράσεις,αποτελέσματα πάντοτε κατασκευαζόμενα μέσα στη φαντασία τού υποκειμένου και από αυτή, όχι μόνο στον βαθμό που ο άλλος είναι πάντοτε φαντασιακός, αλλά και στον βαθμό που συνεπάγονται τη φαντασιακή απόδοση σ’αυτόν “ηδονών” και “απαρεσκειών” που “προξενούνται” από τις φαντασιακές καταστάσεις του υποκειμένου και στις οποίες ο άλλος υποτίθεται ότι αντιδρά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

  • Μόνο αν αγνοούμε τελείως τι είναι ψυχή και τι είναι κοινωνία είναι δυνατό να παραγνωρίσουμε ότι το κοινωνικό άτομο δεν φυτρώνει σαν ένα φυτό, αλλά δημιουργείται-κατασκευάζεται από την κοινωνία, και τούτο πάντοτε μέσα από μια βίαιη ρήξη αυτού που ήταν η πρώτη κατάσταση της ψυχής και οι απαιτήσεις της.

  • Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο σημασιών. Διότι το ίδιο είναι, αν πούμε ότι η κοινωνία θεσμίζει κάθε φορά τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο ή ότι θεσμίζει έναν κόσμο σημασιών, ότι θεσμίζει τον εαυτό της με τη θέσμιση που πραγματοποιεί του δικού της κόσμου σημασιών, σχετικά με τον οποίο και μόνο υπάρχει και μπορεί να υπάρξει κόσμος γι αυτήν.

  • Αυτή η θέσμιση επιτελείται άδηλα, δεν επιδιώκεται ως τέτοια από κανένα, πραγματοποιείται μέσω της επιδίωξης ενός απροσδιόριστου αριθμού ιδιαίτερων σκοπών.

  • Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να συσχετίσουμε τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες με ένα “υποκείμενο” κατασκευασμένο επίτηδες ως “φορέα” τους -είτε αυτό το “υποκείμενο” το ονομάζουν “συνείδηση τής ομάδας”, “συλλογικό ασυνείδητο” ή όπως θέλει κανείς.

  • Οι σημασίες δεν είναι προφανώς αυτό που τα άτομα, συνειδητά ή ασυνείδητα, έχουν ως παραστάσεις ή αυτό που σκέπτονται. Είναι αυτό μέσω και βάσει του οποίου τα άτομα διαμορφώνονται ως κοινωνικά άτομα, που μπορούν έτσι να συμμετέχουν στο κοινωνικό πράττειν και παριστάνειν/λέγειν, να έχουν παραστάσεις, να δρουν και να σκέπτονται με τρόπο συμβιβαστό, συνεκτικό και συγκλίνοντα, έστω και αν αυτός είναι ανταγωνιστικός.

  • Η εγκαθίδρυση μιας ιστορίας όπου η κοινωνία όχι μόνο γνωρίζει τον εαυτό της , αλλά κάνει τον εαυτό της ως ρητά αυτοθεσμιζόμενο, συνεπάγεται μια ριζική καταστροφή του γνωστού θεσμού της κοινωνίας, μέχρι τις ανυποψίαστες γωνιές του, που δεν μπορεί να είναι παρά ως θέση/δημιουργία όχι μόνο νέων θεσμών αλλά ενός νέου τρόπου του αυτοθεσμίζεσθαι και μιας νέας σχέσης της κοινωνίας και των ανθρώπων προς τη θέσμιση.


Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

ΠΛΑΤΩΝΟΣ: Επιστολή Ζ'

 

(Τα αποσπάσματα είναι από την έκδοση του 1997, εκδ. Στιγμή, μτφ. Ηρώ Κορμπέτη)

Ο Πλάτων επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Σικελία το 388 πΧ, σε ηλικία 40 χρόνων, ερχόμενος σε επαφή με τον κυβερνήτη, τύραννο των Συρακουσών, Διονύσιο, τον οποίο απέτυχε να επηρεάσει με τη φιλοσοφία του. Η δεύτερη φορά ήταν το 367 πΧ,όταν τον κάλεσε ο μαθητής και φίλος του Δίων,προκειμένου να επηρεάσουν αυτή τη φορά τον γιο και διάδοχο του Διονυσίου, τον Διονύσιο τον νεώτερο. Αυτή η προσπάθεια κατέληξε σε εξορία του Δίωνος και αιχμαλώτιση του Πλάτωνος. Το 360 πΧ ταξίδεψε τρίτη φορά, για μια επίσης αποτυχημένη προσπάθεια επιρροής του Διονυσίου.  Αργότερα, ο Δίων εξεστράτευσε εναντίον του Διονυσίου  και ανέλαβε την εξουσία, επιχειρώντας να εφαρμόσει το πλατωνικό πολιτειακό όραμα, όμως δολοφονήθηκε.  Τελικά, οι φίλοι και οπαδοί του Δίωνος ανέλαβαν την εξουσία το 353 πΧ και τότε απευθύνθηκαν στον Πλάτωνα, ζητώντας να τους καθοδηγήσει στην πολιτική τους δράση. Σε απάντηση αυτού του καλέσματος ο Πλάτων γράφει τη λεγόμενη 7η Επιστολή “που θα μπορούσε να ονομαστεί η πνευματική και πολιτική αυτοβιογραφία του Πλάτωνος”.


  • Ο Πλάτων προς τους συγγενείς και τους φίλους τού Δίωνος. Ευτυχείτε.

  • Όταν μια φορά ήμουν νέος, μου συνέβη το ίδιο ακριβώς που συνέβη σε πολλούς: αποφάσισα, αμέσως μόλις γίνω αυτεξούσιος, ν’ακολουθήσω το πολιτικό στάδιο. Τότε μου παρουσιάστηκαν τα εξής περίπου πολιτικά γεγονότα: έπειτα από την κατακραυγή πολλών εναντίον του πολιτεύματος που είχαμε τότε, γίνεται μεταπολίτευση και τη διηύθυναν πενήντα ένας αρχηγοί… [ πρόκειται για την ολιγαρχία των Τριάκοντα το 404] .324

  • Τότε εγώ έπαθα κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο για τα νειάτα μου. Πίστεψα δηλαδή πως θα οδηγήσουν την πόλη από μια ζωή άδικη σε ένα δίκαιο τρόπο ζωής κι έτσι θα την κυβερνήσουν. Τους παρακολουθούσα λοιπόν με μεγάλη προσοχή να ιδώ τι θα κάνουν. Και καθώς έβλεπα ότι οι άνθρωποι εκείνοι μέσα σε λίγον καιρό έκαναν να φανεί χρυσάφι το προηγούμενο πολίτευμα. 324

  • Όχι πολύ αργότερα όμως άλλαξε η κυβέρνηση των Τριάκοντα και γενικά το πολίτευμα εκείνο. Και πάλι με τραβούσε, αν και χαλαρώτερα, πάντως όμως με τραβούσε ο πόθος να ασχοληθώ με τα κοινά και να πολιτευτώ.325

  • Δεν ξέρω όμως πάλι πώς έτυχε και κάποια πρόσωπα με πολιτική επιρροή καταγγέλλουν το φίλο μας, το Σωκράτη,κατηγορώντας τον για το πιο ανόσιο και το πιο αταίριαστο σ’αυτόν πράγμα. Ως ασεβή δηλαδή εκείνοι τον κατήγγειλαν και τον καταδίκασαν και τον θανάτωσαν, εκείνον που αρνήθηκε τότε να λάβει μέρος στην ανόσια σύλληψη ενός από τους φίλους τους που καταδιώκονταν τότε, όταν οι ίδιοι δυστυχούσαν στην εξορία. Καθώς λοιπόν έβλεπα αυτά και τους ανθρώπους που ασχολούνταν με την πολιτική και τους νόμους και τον τρόπο της ζωής, όσο περισσότερο τα συλλογιζόμουν κι όσο προχωρούσα στην ηλικία, τόσο δυσκολώτερο μου φαινόταν, να διαχειρίζεται κανείς σωστά την πολιτική εξουσία. Γιατί ούτε χωρίς προσωπικούς και πολιτικούς φίλους πιστούς είναι δυνατόν να ενεργήσεις- κι αυτούς ούτε αν υποθέσομε πως υπήρχαν ήταν εύκολο να τους βρεις, γιατί η χώρα μας δε ζούσε πια με τα ήθη και τις ασχολίες των πατέρων μας, ούτε άλλους καινούργιους ήταν δυνατόν με κάποια ευκολία να κάνεις- κι από το άλλο μέρος οι διατάξεις των νόμων και τα ήθη διαφθείρονταν και η διαφθορά αυτή προχωρούσε καταπληκτικά. Έτσι, ενώ στην αρχή ήμουν γεμάτος ορμή για πολιτική δράση, καθώς κοίταζα όλα αυτά και τα έβλεπα να γίνονται άνω κάτω, στο τέλος μ’έπιασε ίλιγγος. Και να ερευνώ βέβαια δεν έπαψα με ποιον άραγε τρόπο θα ήταν δυνατόν να διορθωθούν και όλα αυτά που ανέφερα και προπάντων η πολιτεία γενικά, για δράση όμως περίμενα πάντοτε την κατάλληλη ώρα. Και στο τέλος κατάλαβα ότι κανένα απολύτως από τα σύγχρονά μας κράτη δεν κυβερνάται σωστά -αφού η νομοθεσία τους βρίσκεται , μπορεί να πει κανείς, σε μια κατάσταση που δεν επιδέχεται καν θεραπεία χωρίς σοβαρή προετοιμασία μαζί με τη βοήθεια κάποιας καταπληκτικής τύχης – κι έτσι αναγκάστηκα να κάνω το εγκώμιο της αληθινής φιλοσοφίας και να λέω ότι μέσα από αυτήν είναι δυνατόν να δει κανείς το δίκαιο παντού, και στης πολιτείας και στων ατόμων τη ζωή και ότι επομένως οι γενεές των ανθρώπων δε θα πάψουν να υποφέρουν παρά όταν ή εκείνοι που σωστά και γνήσια φιλοσοφούν, πάρουν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία ή οι πολιτικοί ηγέτες, από μια θεία βουλή, φιλοσοφήσουν αληθινά. Μ’αυτές τις ιδέες ήρθα στην Ιταλία και τη Σικελία όταν έφθασα για πρώτη φορά. 325-6

  • Γιατί ο Δίων, καθώς είχε μεγάλη αντίληψη, όπως και σε όλα τα άλλα, έτσι και στη διδασκαλία που έκανα εγώ τότε, τόσο γρήγορα και με τόσο πάθος τη δέχτηκε, όσο κανένας από τους νέους που είχα απαντήσει ως τότε και θέλησε να ζήσει από κει και πέρα τη ζωή του διαφορετικά από το πλήθος των Ιταλιωτών και των Σικελιωτών, γιατί περισσότερο από την ηδονή και τις άλλες απολαύσεις είχε αγαπήσει την αρετή. 327

  • Έτσι λοιπόν μέσα στη σκέψη μου και την αμφιβολία μου, αν έπρεπε να πεισθώ να πάω ή τι άλλο να κάνω, βάρυνε η γνώμη πως αν πρόκειται ποτέ να επιχειρήσει κανείς να εφαρμόσει τις σκέψεις που έγιναν απάνω στους νόμους και την πολιτεία, η δοκιμή αυτή πρέπει να γίνει τώρα. Γιατί, σκέφθηκα,ένα μόνο αν πείσω αρκετά, θα έχω πραγματοποιήσει όλα τα αγαθά. Μ’ αυτή τη σκέψη κι αυτό το θάρρος ξεκίνησα από την πατρίδα μου, όχι όπως νόμιζαν μερικοί, αλλά πρώτα επειδή φοβόμουν μήπως φανώ ποτέ στην ίδια μου την κρίση ότι δεν είμαι παρά μόνο θεωρία κι ότι σε κανένα έργο δε θα καταπιανόμουν ποτέ θεληματικά – κι αυτό θα μου προξενούσε τη μεγαλύτερη ντροπή απέναντι του ίδιου του εαυτού μου.328

  • Σύμφωνα λοιπόν με το λόγο και τη δικαιοσύνη, όσο είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί αυτό σ’έναν άνθρωπο, κι αφού μάλιστα για λόγους σαν τους παραπάνω εγκατέλειψα τις ασχολίες μου που δεν ήταν καθόλου ανάξιες, ήρθα και υπέβαλα τον εαυτό μου στο ζυγό μιας τυραννίδος, που δε φαινόταν να ταιριάζει στις θεωρίες μου, ούτε σε μένα.329

  • Κι εγώ τα υπέμενα όλα και διατηρούσα την πρώτη μου σκέψη, εκείνη που με είχε φέρει εκεί, μήπως δηλαδή ξυπνήσει μέσα του ο πόθος της φιλοσοφικής ζωής. Εκείνος όμως [ο Διονύσιος ο νεώτερος] αντιστάθηκε και νίκησε. 330

  • Όποιος συμβουλεύει έναν άνθρωπο που είναι άρρωστος και ζη μ’ένα τρόπο βλαβερό για την υγεία του, δε νομίζετε πως πρέπει να ενεργήσει έτσι: πρώτα να τον πείσει να αλλάξει ζωή κι αν θέλει να τον ακούσει τότε να προχωρεί και στις άλλες συμβουλές. Αν όμως δεν θέλει, τότε άντρα και καλό γιατρό θα θεωρήσω εκείνον που παραιτείται από το να δίνει συμβουλές σε τέτοιον άνθρωπο, ενώ εκείνον που το ανέχεται,αντίθετα,άνανδρο και κακόν επιστήμονα. Το ίδιο και για μια χώρα, είτε ένας έχει σ’αυτήν την αρχή είτε περισσότεροι. Αν πρόκειται να συμβουλεύσεις κάτι χρήσιμο σε μια χώρα που η πολιτεία της ακολουθεί, όπως πρέπει, το σωστό δρόμο, σε τέτοιους ανθρώπους είναι φρόνιμο να δίνεις τη συμβουλή σου. Σε εκείνους όμως που βαδίζουν εντελώς έξω από τη σωστή πολιτεία και δε θέλουν καθόλου να επιδιώξουν την πραγματοποίησή της. 330

  • Και σχετικά με τη χώρα του, τις ίδιες αρχές πρέπει να ακολουθεί στη ζωή του ο φρόνιμος: να μιλεί όταν νομίζει ότι η λειτουργία τής πολιτείας δεν είναι σωστή, αν δεν πρόκειται ούτε μάτια να μιλήσει, ούτε αν μιλήσει να πεθάνει. Δια της βίας όμως να μην επιχειρεί να αλλάξει την πολιτική διαρρύθμιση της πατρίδας του, όταν δεν είναι δυνατόν να γίνει η τέλεια χωρίς εξορίες και ανθρωποσφαγή,παρά να κάθεται ήσυχος και να εύχεται το καλό για τον εαυτό του και για τη χώρα.331

  • Μην υποδουλώσετε τη Σικελία, ούτε άλλη χώρα στην κυριαρχία ανθρώπων-αυτή είναι η δική μου συμβουλή- αλλά σε νόμους. Γιατί ούτε για κείνους που υποδουλώνουν είναι καλύτερο, ούτε για κείνους που υποδουλώνονται, τους ίδιους και τα παιδιά τους και τα παιδιά τών παιδιών τους. 334

  • Και πρέπει αλήθεια πάντα να πιστεύομε στην παλιά και ιερή παράδοση, που μας φανερώνει ότι έχομε μιαν αθάνατη ψυχή κι ότι η ψυχή αυτή έχει δικαστές και τιμωρείται με τις μεγαλύτερες τιμωρίες όταν χωριστούμε από σώμα. Γι’αυτό και πρέπει να θεωρεί κανείς μικρότερο κακό το να υποστεί τις μεγάλες αμαρτίες και αδικίες παρά το να τις κάνει. 335

  • Δικό μου πάντως έργο που να μιλεί συστηματικά γι’αυτά τα πράγματα δεν υπάρχει και ούτε ασφαλώς θα υπάρξει ποτέ. Γιατί η γνώση τους δεν μπορεί να διατυπωθεί με το λόγο, όπως άλλες γνώσεις, αλλά, μέσα από μακρόχρονη κοινή αναζήτηση της ουσίας του πράγματος και την αδιάκοπη απασχόληση με το πρόβλημα, ξαφνικά, σαν το φως που ανάβει από μια σπίθα, γεννιέται στην ψυχή και ύστερα τρέφεται μόνη της.341

  • Σε κάθε πράγμα αντιστοιχούν τρία μέσα απαραίτητα για να προκύψει η γνώση του. Το τέταρτο είναι η ίδια η γνώση, ως πέμπτο πρέπει να βάλουμε την ιδέα του πράγματος που μόνη αυτή επιδέχεται γνώση κι έχει αληθινή ύπαρξη. Το πρώτο είναι η λέξη, το δεύτερο ο ορισμός, το τρίτο το είδωλο, το τέταρτο η γνώση.342

  • Και μόνον όταν εντατικά επιδοθεί κανείς στην εξέταση και τη σύγκριση όλων αυτών των γνωστικών μορφών αναμεταξύ τους, ονομάτων, ορισμών, οπτικών και γενικά αισθητικών παραστάσεων, και όταν ο έλεγχος της αλήθειας τους γίνεται με διάθεση ευμενή και χωρίς προσωπική εμπάθεια που χρησιμοποιεί ως όργανό της ερωτήσεις και απαντήσεις, μόνο τότε είναι κάποτε δυνατόν να γεννηθεί σα μια λάμψη η αληθινή γνώση του κάθε πράγματος και η νόηση τους ουσίας του για κείνον που εντείνει τις δυνάμεις του στον ανθρωπίνως μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Κανένας άξιος άνθρωπος δε θα γράψει ποτέ και δε θα παρουσιάσει στους ανθρώπους τις σκέψεις του πάνω σ’ό,τι είναι αληθινά άξιο, γεννώντας τους έτσι φθόνο και απορία. Μ’ένα λόγο, έχοντας κανείς υπ’όψη του όσα είπαμε, πρέπει, όταν ιδεί γραμμένα βιβλία, ή ενός νομοθέτη με θέμα τους νόμους ή και οτιδήποτε άλλο με άλλο θέμα, να ξέρει ότι όσα λέει εκεί, δεν ήταν γι’αυτόν τα αξιότερα, αν είναι ο ίδιος άξιος, παρά φυλάγονται στο ωραιότερο μέρος του εαυτού του. Αν όμως αυτά που έγραψε τα έγραψε θεωρώντας τα σπουδαία πραγματικά, τότε, όχι βέβαια οι θεοί, αλλά οι άνθρωποι τον έκαναν να χάσει τα λογικά του. .. αλλιώς, θα τα σεβόταν το ίδιο με μένα και δε θα τολμούσε να τα παρουσιάσει εκθέτοντάς τα στο ανάρμοστο και άπρεπο αντίκρυσμα των ανθρώπων. Γιατί ούτε για να βοηθεί τη μνήμη του τάγραψε -δεν υπάρχει κανένας φόβος να το ξεχάσεις όταν μια φορά το κλείσεις μέσα στην ψυχή σου: τίποτε δεν είναι συντομώτερο απ’αυτό. Αν τόκανε ,τόκανε από μια επάισχυντη φιλοδοξία, είτε για να τα παρουσιάσει ως δικά του, είτε για να φανεί πως έχει μόρφωση, που ήταν ανάξιός της, αφού επιθυμούσε τη φήμη που δίνει η απόκτησή της. 344

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Ε. Μερ - Κ.Περινιόν :« Ο δρόμος για την αυτοδιαχείριση»

 


( εκδ.Ανδρομέδα, 1981)

  • Ο πληθωρισμός των λέξεων, ένας καινούργιος πύργος της Βαβέλ, δεν άφησε όρθιο τίποτε. Οι πιο όμορφες λέξεις, έρωτας, λευτεριά, επανάσταση, ευτυχία, δημοκρατία, ξεφτιλίστηκαν και πέρασαν από πολλές περιπέτειες. 33

  • Η αυτοδιαχείριση αντιπροσωπεύει μια μεταβολή πιο βαθιά από το να αντικαταστήσουμε μερικούς μηχανισμούς με άλλους. Ένα πρότυπο αυτοδιαχείρισης δεν μπορεί να γίνει ούτε κατά παραγγελία, ούτε με εντολές από ψηλά. Θα ήταν αντίθετο με τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται. Στην πραγματικότητα η κοινωνία της αυτοδιαχείρισης χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στις ομάδες. Που πάει να πει ότι είναι μια κοινωνία όπου κανένας δεν καταπιέζει κανένα και κανείς δεν εκμεταλλεύεται κανέναν. 36

  • Όχι σαν ένα «ανθρωπιστικό» βερνίκι περασμένο πάνω στον κολλεκτιβισμό, όχι σαν ένα «επαναστατικό» βερνίκι πάνω στη σοσιαλδημοκρατία, αλλά σαν μια ολοκληρωμένη αντίληψη της κοινωνίας που προτείνουμε, ύστερα από συλλογιστική δράση και σκέψη, για να κάνουμε να γεννηθεί μια άλλη κοινωνική συνείδηση και να αλλάξουμε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. 47

  • Δεν μπορεί κανείς να είναι ο εαυτός του, παρά σε σχέση διαφοροποίησης και ισότητας με τους άλλους. 49

  • Μπροστά σ’ αυτή την καταστροφή των πραγματικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, η αυτοδιαχείριση που οι εχθροί της τη λένε ουτοπιστική και επικίνδυνη, επικαλείται απλώς έναν ανώτερο ορθολογισμό. 63

  • Δεν μπορούμε να προτείνουμε ένα πρότυπο. Κάθε χώρα έχει τη δική της ιστορία και κουλτούρα. Το να θέλουμε να αντιγράψουμε ένα πρότυπο, που προήλθε από οικονομικές και ιστορικές συνθήκες τελείως διαφορετικές από τις δικές μας, θα ήταν ανόητο.62

  • Η αυτοδιαχείριση είναι μια δυνατότητα να δράσουμε και όχι ένα βολικό καταφύγιο για τους ανεύθυνους. 62

  • Οι εμπειρίες του παρελθόντος μάς δίνουν ένα μάθημα: δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στον αυτοδιαχειριστικό σοσιαλισμό, αν ορισμένες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και μεθοδικές προϋποθέσεις δεν έχουν προηγουμένως εκπληρωθεί. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν τόσο τις δομές, όσο και τη νοοτροπία. 67

  • « Ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία αυτού που σκέφτεται διαφορετικά». Ρόζα Λούξεμπουργκ

  • Σκοπεύουμε ακριβώς στη μεταβολή του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Η πείρα όμως, η πρακτική και η ώριμη σκέψη μας δίδαξαν ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και οι ανασχηματισμοί των δομών δεν αρκούν, αν δεν στηρίζονται σε μια βαθιά διείσδυση σε όλους τους κοινωνικούς τομείς: των ιδεών, των μορφών και των αξιών, που φορείς τους είναι οι άνθρωποι, που συσπειρώνονται γύρω από τον αγώνα για τον αυτοδιαχειριστικό σοσιαλισμό. Έτσι, στη θέση μιας κοινωνίας θεμελιωμένης πάνω στον ατομισμό και τον εγωισμό πρέπει να αναπτυχθεί μια κοινωνία όπου οι αξίες της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης , της ισότητας , της υπευθυνότητας θα παίζουν κύριο ρόλο. 75

  • Πρέπει οι οργανώσεις του εργατικού κινήματος να είναι στη λειτουργία τους εικόνα του επιδιωκόμενου σκοπού. Δεν είναι δυνατό να κατακτήσουμε την αυτοδιαχείριση με συνδικάτα ιεραρχικής δομής, για παράδειγμα, ούτε με κόμματα που καλλιεργούν τη λατρεία ενός ηγέτη. 80

  • Η κυρίαρχη ιδεολογία που οδηγεί σε τρόπο ζωής και σκέψης ανάλογο με τις προσταγές και τα συμφέροντα του καπιταλισμού έχει σημαδέψει βαθιά τις κοινωνικές δομές και τη νοοτροπία μας… Θα αγωνιστούμε να γεννηθεί μια καινούργια κουλτούρα, δηλαδή ένας άλλος τρόπος ζωής. 81

  • Είναι η ίδια η έννοια της ιδιοκτησίας με τη δύναμη που παρέχει στον κάτοχό της που πρέπει να τινάξουμε στον αέρα… Όπως το έχουμε καταλάβει κιόλας, πέρα από την ιδιοκτησία ,αυτό που αμφισβητείται, αυτό που παίζεται, είναι η ίδια η εξουσία. 106

  • Η αυτοδιαχείριση λοιπόν προϋποθέτει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής… Η αυτοδιαχείριση δεν αμφισβητεί την ατομική ιδιοκτησία των καταναλωτικών αγαθών. 110

  • Το πρόβλημα στην πραγματικότητα είναι να βρούμε τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα. Αυτό όμως δεν είναι εύκολη δουλειά, γιατί η ελευθερία χωρίς κοινωνικό έλεγχο οδηγεί στη δημιουργία νέας ανισότητας και καινούργιων προνομίων. Γιατί η ισότητα χωρίς το δικαίωμα της ελεύθερης πρωτοβουλίας οδηγεί στη γραφειοκρατία και στη δικτατορία. 116

  • Η αυτοδιαχείριση δεν είναι σε καμία περίπτωση το αντίθετο του προγραμματισμού. 118

  • Πρέπει να βγάλουμε ένα σημαντικό συμπέρασμα από την εμπειρία των ανατολικών χωρών. Όσο περισσότερο τα κέντρα απόφασης είναι μακριά από τα άτομα που τα αφορούν, τόσο η δημοκρατία γίνεται κενή λέξη, τόσο λιγότερο γίνεται πραγματικότητα. 120

  • Τελικά πρέπει να αρνηθούμε μια και καλή:

- την καθαρά πυραμιδική αντίληψη της οργάνωσης των εξουσιών, όπου το μεγαλύτερο μέρος τους θα βρίσκεται συγκεντρωμένο στην κορυφή της πυραμίδας. Αυτή είναι ακριβώς η αντίληψη του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» που λατρεύουν τα κομμουνιστικά κόμματα, όσο και των οπαδών μιας κοινωνίας ολοκληρωτικά βασισμένης πάνω στα εργατικά συμβούλια και μόνο σε αυτά…

- τη δήθεν αυθόρμητη αντίληψη της λεγόμενης «άμεσης» δημοκρατίας. 120

  • Ο αυτοδιαχειριστικός σοσιαλισμός δεν θα είναι μια ονειρεμένη κοινωνία, όπου οι ανταγωνισμοί συμφερόντων και απόψεων θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας. Αυτό όμως που θα αλλάξει θα είναι η φύση των διαφορών αυτών και ο τρόπος επίλυσής τους. 123

  • Αν το σχολείο πρέπει να επιτρέπει την απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων, πρέπει να αναπτύσσει την αυτοσυνείδηση και την κοινωνική συνείδηση μέσα στην προοπτική της αλλαγής και της προόδου. Αυτό προϋποθέτει:

-ανάπτυξη της δημιουργικής ικανότητας , της αυτονομίας της σκέψης του καθένα

- ευνοείται η υπεύθυνη ομαδική δουλειά

- να αναπτυχθούν επιστήμες ανάλυσης και κριτικής του περιβάλλοντος, ώστε ο καθένας να μπορεί, συγχρόνως να τοποθετείται μέσα σε αυτό και να δρα.

Ακόμα προϋποθέτει δραστικές μεθόδους που συνδέοντας την κριτική και την απόκτηση γνώσεων, ενθαρρύνοντας την υπευθυνότητα, να τείνουν, πολύ περισσότερο από το να επιβάλλουν γνώσεις στο μαθητή, να του εμπνεύσουν τη θέληση και το ζήλο να τις αποκτήσει. 129

  • Το ειδικευμένο λεξιλόγιο είναι μια από τις πιο πονηρές μορφές καταπίεσης. 132

  • Αν ένα κράτος είναι καπιταλιστικό αυτό οφείλεται στην ίδια του την οργάνωση και μορφή. Δεν υπάρχουν για παράδειγμα ροπαλοφόροι αστυνομικοί καπιταλιστές, που είναι κακοί και ροπαλοφόροι αστυνομικοί σοσιαλιστές που είναι καλοί. Υπάρχουν απλά και μόνο ροπαλοφόροι. Είναι η ίδια η ύπαρξη των δυνάμεων της καταπίεσης που καθορίζει στην περίπτωση αυτή το κράτος και όχι μόνο τα πρόσωπα και οι ομάδες που το διοικούν. 137

  • Αν αγαπάμε τη ζωή – και πώς θα μπορούσαμε να είμαστε οπαδοί της αυτοδιαχείρισης χωρίς την αγάπη αυτή;- πρέπει να αγαπάμε και το μέλλον με την αβεβαιότητά του. Το άγνωστο είναι αυτό που δίνει όλη τη γοητεία και όλη του τη σημασία στην ομαδική μας περιπέτεια. Τίποτα δεν κατακτιέται προκαταβολικά, το μέλλον θα είναι δικό μας μόνον εφόσον θα το φτιάξουμε με τα δικά μας χέρια.

143-4

  • Η αυτοδιαχείριση λοιπόν ζητά τον καινούργιο καθορισμό του χώρου, τόσο στην επιχείρηση, όσο και στην πολεοδομία, που να επιτρέπει την εγκατάσταση και την ανάπτυξη νέων κοινωνικών σχέσεων ελευθερίας και ισότητας. 147

  • Στα μάτια μας ισότητα δε θα πει ομοιομορφία ή μονοτονία. Ο αυτοδιαχειριστικός σοσιαλισμός για να είναι αυθεντικός πρέπει να βάλει πρώτο στόχο των κατακτήσεών του το δικαίωμα της διαφοράς. 149

  • Σα συνδικαλιστές που είμαστε έχουμε αποκτήσει μέσα από τη συλλογική δράση την εμπειρία τού τι σημαίνει η ικανότητα του καθενός και τα αποθέματα νοημοσύνης και συναισθήματος της πλειοψηφίας, ώστε να μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η ιδιαιτερότητα του καθένα είναι πηγή πλούτου για όλους. Ξέρουμε ότι ο καθένας έχει κάτι να πει που αξίζει να το ακούσουν όλοι …178



Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ: Οι άθλιοι


Βιβλίο του 1862, γραμμένο από έναν γενναίο- εκτός των άλλων - συγγραφέα. Διότι, πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις κάποιον που τολμά να διακόπτει τις εκπληκτικές δραματουργικές του σελίδες για να αναλύσει λεπτομερώς και εκτενώς την ιστορική μάχη του Βατερλώ, τη λειτουργία και σημασία της γλώσσας αργκό, τη φύση και την αξία της ουτοπίας, την ιστορία και τη φιλοσοφική - ναι, φιλοσοφική - αξία των υπονόμων, των βόθρων κ.α

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το Πέμπτο μέρος, βιβλίο πρώτο. (Εκδόσεις Λιβάνη, μετάφ.Γιάννης Κουχ). Αφορά την επανάσταση του Ιουνίου του 1848 στο Παρίσι. Οι ήρωές του στήνουν ένα οδόφραγμα, μια “Ακρόπολη των ξυπόλητων”(!) μπροστά στο εστιατόριο της “Κορίνθου”(!). Τα λόγια του επαναστάτη είναι αυτή η ίδια, η επική, η υπέροχη, η αιώνια ανθρώπινη Ουτοπία.  Βάλτε και τη μουσική υπόκρουση και ανατριχιάστε και βουρκώστε... Αχχχ.

https://youtu.be/1q82twrdr0U?si=Nc4ugvlV2q1AGoCM

(Φ.Χ.)


O Ενζωλοράς στεκόταν όρθιος πάνω στη σκάλα που σχημάτιζαν οι πλάκες του οδοφράγματος και στηριζόταν στην καραμπίνα του. Φαινόταν σκεφτικός και τα μάτια του πετούσαν αστραπές. Κάποια στιγμή σήκωσε απότομα το κεφάλι. Τα ξανθά του μαλλιά τινάχτηκαν πίσω σαν χαίτη λιονταριού. Κι άρχισε να μιλά:


-Φαντάζεστε το μέλλον της ανθρωπότητας, σύντροφοι; Οι δρόμοι των πόλεων πλημμυρισμένοι από φως, πράσινα κλαδιά στα κατώφλια, τα έθνη αδερφωμένα, οι άνθρωποι δίκαιοι, το παρελθόν να χαιρετά το παρόν, η ελευθερία της σκέψης απόλυτη, η πίστη του καθενός σεβαστή, ο ουρανός θρησκεία, η ανθρώπινη συνείδηση εκκλησία, μίσος πουθενά, τα εργοστάσια και οι σχολές αδερφωμένα, τιμωρία και ανταμοιβή η κοινή εκτίμηση, εργασία για όλους, για όλους δίκιο, γενική ειρήνη, δίχως πολέμους, οι μανάδες ευτυχισμένες! Πρώτα πρέπει να δαμαστεί η ύλη. Έπειτα πρέπει να πραγματοποιηθεί η ιδέα. Η πρόοδος έκανε ως τώρα πολλά. Τον παλιό καιρό οι άνθρωποι έβλεπαν τρομαγμένοι την ύδρα που ανατάραζε τα νερά, το δράκοντα που ξερνούσε φωτιά, τα απαίσια τέρατα που αναστάτωναν τον αέρα. Ωστόσο ο άνθρωπος έστησε τις παγίδες του, του πνεύματος παγίδες, και στο τέλος έπιασε τούτα τα τέρατα. Έχουμε δαμάσει την ύδρα και σήμερα λέγεται βαπόρι. Υποτάξαμε το δράκοντα και σήμερα ονομάζεται ατμομηχανή. Κοντεύουμε να νικήσουμε και τον αέρα, με το τέρας που λέγεται αερόστατο. Τη μέρα που το έργο αυτό θα τελειώσει – έργο ίδιο με του Προμηθέα – κι ο άνθρωπος θα ζέψει οριστικά στη θέλησή του την τριπλή αρχαία χίμαιρα – την ύδρα, το δράκοντα και το γύπα, δηλαδή το νερό, τη φωτιά και τον αέρα -, θα είναι για τα άλλα έμψυχα δημιουργήματα ό,τι ήταν γι’αυτόν παλιότερα οι θεοί.

Κουράγιο λοιπόν κι ας προχωρήσουμε. Για πού τραβάμε σύντροφοι; Για την επιστήμη, που θα γίνει κυβερνήτρα, για των στοιχείων τη δύναμη, που θα γινει κτήμα όλων, για το φυσικό νόμο, που μέσα του θα έχει τη δικαιοσύνη ή την τιμωρία. Τραβάμε, τέλος, για μια ανατολή της αλήθειας, που θ’αντιστοιχεί με την ανατολή της μέρας. Για την ένωση των λαών τραβάμε – για των ανθρώπων τη συναδέλφωση. Όχι πια απίθανες υποθέσεις και παραμύθια. Όχι παράσιτα πια. Σκοπός είναι να κυβερνά την πραγματικότητα η αλήθεια.

Θα συνεδριάζει στις κορφές της Ευρώπης ο πολιτισμός. Και αργότερα, στο κέντρο των ηπείρων, σε μεγάλα πνευματικά συνέδρια. Ο κόσμος είδε κάτι παρόμοιο: τους αμφικτύονες να κάνουν δυο συνέδρια το χρόνο, το ένα στον τόπο των θεών, τους Δελφούς, και το άλλο στον τόπο των ηρώων, τις Θερμοπύλες. Ό,τι άξιο ετοίμασε η Ελλάδα θα το συμπληρώσει δημιουργικά η Γαλλία. Σύντροφοι, αδέρφια, είτε νικήσουμε σήμερα είτε νικηθούμε, θα φέρουμε την επανάσταση. Όπως φωτίζουν μια πόλη ολόκληρη οι πυρκαγιές, έτσι και οι επαναστάσεις φωτίζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εμείς θα κάνουμε – όπως είπα κιόλας – την επανάσταση της αλήθειας.

Ορθή πολιτική αντίληψη θα πει: ο άνθρωπος κύριος του εαυτού του. Κάτι τέτοιο είναι η ελευθερία – δηλαδή αυτοκυριαρχία. Και το κράτος αρχίζει εκεί όπου συναδελφώνονται τούτες οι κυριαρχίες. Για να σχηματιστεί το κοινό δίκαιο, κάθε κυριαρχία παραχωρεί ένα μέρος της, που πρέπει να είναι ίσο. Έτσι φτάνουμε στην ισότητα, που σημαίνει ίση συμμετοχή του καθενός. Κοινό δίκαιο είναι η προστασία του συνόλου, που ακτινοβολεί πάνω στο ατομικό δίκαιο. Όταν όλοι προστατεύουν τον καθέναν, τότε έχουμε την αδελφοσύνη. Κι όπου συμπίπτουν όλες αυτές οι κυριαρχίες, έχουμε την κοινωνία. Μα, αν είναι κορυφή η ελευθερία, βάση είναι η ισότητα. Όταν λέμε ισότητα, εννοούμε καθαρά και ξάστερα: κάθε ικανότητα πρέπει να προάγεται εξίσου, στην πολιτεία όλες οι ψήφοι να έχουν το ίδιο βάρος, στη θρησκεία όλες οι συνειδήσεις το ίδιο δικαίωμα.

Ένα όργανο έχει η ισότητα, την υποχρεωτική και δωρεάν εκπαίδευση. Θ’ αρχίσουμε πρώτα πρώτα από την εκμάθηση του αλφάβητου. Οφείλουμε λοιπόν την προκαταρκτική εκπαίδευση να την επιβάλλουμε υποχρεωτικά σ’όλους και την ανώτερη να την προσφέρουμε προαιρετικά. Από τη σχολική ισότητα απορρέει η κοινωνική ισότητα. Όλα προέρχονται από το φως και στο φως ξαναγυρνούν.

Είναι μεγάλος ο δέκατος ένατος αιώνας. Ο εικοστός όμως θα είναι ευτυχισμένος. Τότε όλα θα γίνονται όπως πρέπει. Δε θα επαναλαμβάνεται η παλιά ιστορία. Θα λείψουν οι κατακτήσεις, οι αρπαγές, οι επιδρομές κι οι ένοπλοι ανταγωνισμοί, η αναστολή του πολιτισμού από κάποιο βασιλικό γάμο ή λόγω της γέννησης κάποιου κληρονομικού τυραννίσκου, η μοιρασιά των λαών σε συνέδρια ή ο διαμελισμός του κράτους επειδή μια δυναστεία έπεσε ή γιατί δυο θρησκείες συγκρούστηκαν βίαια. Δε θα φοβάται πια ο κόσμος την πείνα, την εκπόρνευση από ένδεια, την ανεργία, τη λαιμητόμο και το ξίφος, τους πολέμους, τη διαρπαγή. Θα είναι ευτυχισμένος ο λαός και βιοτικές μέριμνες δε θα υπάρχουν.

Όπως η γη εκπληρώνει το νόμο της, έτσι θα τον εκπληρώνει και το γένος των ανθρώπων, με την αποκατάσταση της αρμονίας ανάμεσα στην ψυχή και στο αστέρι. Η ψυχή θα ακολουθεί την κανονική τροχιά της γύρω από την αλήθεια, όπως το αστέρι γύρω από τον ήλιο.

Βεβαιώνουμε, πάνω σε τούτο το οδόφραγμα, πως το ανθρώπινο γένος θα λυτρωθεί και θα παρηγορηθεί. Η κραυγή της αγάπης ακούγεται τούτη τη στιγμή δυνατότερη από τη θυσία. Στο οδόφραγμα αυτό σμίγουν εκείνοι που σκέφτονται μ’εκείνους που υποφέρουν. Ουσιαστικά, το οδόφραγμά μας είναι φτιαγμένο από ιδέες κι από πόνους. Η φτώχεια εδώ ενώνεται με την ιδέα. Η μέρα αγκαλιάζει τη νύχτα και της λέει: “Θα πεθάνω τώρα μ’εσένα κι ύστερα θα αναστηθείς μαζί μου”. Τα παθήματα φέρνουν εδώ την αγωνία τους. Και την αθανασία τους οι ιδέες.

Σύντροφοι, αδέρφια, όποιος πεθάνει εδώ πεθαίνει μέσα στην ακτινοβολία του μέλλοντος. Μπαίνουμε σ΄έναν τάφο λουσμένο από της αυγής το φως.