Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Οι 24 φίλοι μου

 



 Σύγχρονη Εποχή, Πρώτη έκδοση 1981

(εξαντλήθηκα-εξαντλήθηκες-εξαντλήθηκε...)


Α- ΑΛΟΓΟ

Να μπορούσα λέει ν’ ανέβω

σ’ ένα άλογο ολάσπρο

σαν το σύννεφο να φτάσω

στο γαλάζιο ουρανό

κι από κει ψηλά να βλέπω

κάθε φίλο μου μικρό


Το καλόκαρδο Τουρκάκι

τον ψηλό Αμερικανό

το μαυρούλι το Νεγράκι

τον ξανθό το Γερμανό

το χλωμό το Κινεζάκι

το Ρωσάκι το μικρό


Κι από κει ψηλά που θα’μ αι

να φωνάξω δυνατά

και στου κόσμου του μεγάλου

ν’ακουστώ κάθε γωνιά:

«Ελάτε όλοι στην Ελλάδα

για να παίξουμε παιδιά!»

https://youtu.be/b34M6RV6uJM?si=tGp8aqwxrpownHYX

Β-ΒΡΟΧΗ

Τίκι τικι τακ τικ τακ

σήμερα από το πρωί

τραγουδάει η βροχή

και ποτίζει για καλά

τη μικρούλα πασχαλιά


Τίκι τικι τακ τικ τακ

-Τα παιδάκια τώρα σκέψου

που δεν έχουνε σπιτάκι,

μούπε τουρτουρίζοντας

ένα σπουργιτάκι







Γ – ΓΑΪΔΑΡΟΣ

Άχου λέει και νάτανε

ο ουρανός λιβάδι

να βόσκω ουρανόχορτα

ώσπου ναρθεί το βράδυ


Κι όταν στο σεργιάνι

βγαίνει το φεγγάρι

νάχω τ’ άσπρο σύννεφο

αφράτο μαξιλάρι


Δ – ΔΕΝΤΡΟ

Πέρα στον κάμπο μοναχό

ένα δέντρο έχει φυτρώσει

κι ο βοριάς τόβαλε πείσμα

θέλει να το ξεριζώσει.


-Τίποτε δε μου γλυτώνει εμένα

θα στα κόψω τα κλαδιά σου ένα ένα


- Δε σε φοβάμαι κυρ βοριά

γιατί μέσα στη γη βαθιά

χωμένη έχω τη ρίζα

και τα κλαδιά μου τα λιγνά

αγκαλιαστήκανε σφιχτά

κι έτσι όσο θέλεις φύσα!


Ε- ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ

Πω πω τι συκοφαντία

είπε σήμερα ο λαγός,

τι ψευτιά , τι αδικία,

ότι τάχα είμαι χοντρός.


Χύνω δάκρυα συνεχώς

απ’ το βράδυ ως το πρωί

βλέπετε πως δυστυχώς

είμ’ ευαίσθητος πολύ


Ζ- ΖΥΓΑΡΙΑ

Βρήκα στην αποθήκη

μια ζυγαριά παλιά

και είπα να ζυγίσω

στον κόσμο πόσα υπάρχουνε

καλά, πόσα κακά


Είναι καλή η υγεία και η ειρήνη

κακός είναι ο πόλεμος κι η ασπιρίνη

Καλό ναχεις με φίλους παιχνίδια ωραία

κακό να’ σαι μονάχος χωρίς παρέα.


Είναι καλό το θάρρος και η αλήθεια

κακός ο φόβος κι είναι το ψέμα κακή συνήθεια

Η αταξία είναι κακό και η βρωμιά

είναι καλό τα πάντα ναν’ καθαρά

Είναι κακό η μπόρα κι η παγωνιά

καλός είναι ο ήλιος κι η ζεστασιά


Κι όσο κι αν σκέφτομαι τόσα ζυγίζω

στη ζυγαριά μου καλά, κακά

και λέω πως μάλλον δυο δυο πηγαίνουν

στον κόσμο ετούτο ζευγαρωτά.







Η – ΗΛΙΟΣ

Ήλιος εσύ,

ήλιος κι εγώ

και λέω να πιαστούμε

να στήσουμε χορό


Δώσε μου το χέρι σου

και πάρε το δικό μου

κι οι πιο καλοί θα γίνουμε

φίλοι αυτού του κόσμου


Θα μας τραγουδάν τραγούδια

τα χελιδονάκια

κι από ψηλά τα σύννεφα

θα χτυπάνε παλαμάκια.



Θ- ΘΑΛΑΣΣΑ

Κάηκε, τσουρουφλίστηκε

ο ήλιος ο καημένος

και πήρε την απόφαση

μια βουτιά να ρίξει

στη δροσερή τη θάλασσα

τη φλόγα του να σβήσει


Και φαίνεται πως τ’ άρεσε

και κάθε μέρα τώρα

μετά από το ταξίδι του

πριν πάει να κοιμηθεί

το μπάνιο του στη θάλασσα

παίρνει να δροσιστεί


Ι – ΙΠΠΟΠΟΤΑΜΟΣ

Μια παρέα από ζώα

είχανε συγκεντρωθεί

και συζήτηση είχαν πιάσει

ένα ηλιόλουστο πρωί


Ώσπου ξαφνικά ανοίγει

ο ιπποπόταμος το στόμα

κι η παρέα να ξεφύγει

τρομαγμένη τρέχει ακόμα


Απορούσε εκείνος όμως

γιατί νάχουν φοβηθεί

απλώς ήθελε ο δόλιος

λίγο να χασμουρηθεί.


Κ- ΚΑΡΑΒΑΚΙ

Το κύμα σαν αγγίζεις

κίτρινο καραβάκι μου

μ’ ένα γλυκοτραγούδισμα

το γλάρο νανουρίζεις


Κι ο ήλιος απ’ τον ουρανό

το κίτρινο πανάκι στου σαν βλέπει

παρέα στο σεργιάνι σου

να σου κρατήσει τρέχει


Λ- ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Για κοιτάξτε το λιοντάρι

σήμερα είναι στα καλά του

κάλεσε όλα τα ζώα

για να φάνε στη φωλιά του


Αλεπούδες και γορίλες

ζέμπρες, φίδια, όλα εκεί

θα χορέψουνε, θα φάνε

και θ’ ακούσουν μουσική


Σήμερα ο λιονταρής μας

έχει τα γενέθλιά του

και γι αυτό έχει στολίσει

με φιογκάκια τα μαλλιά του



Μ- ΜΕΛΙΣΣΑ

Α! η δική μου η δουλειά

είναι αληθινή χαρά

το λουλούδι που δουλεύω

μοναχή μου το διαλέγω


Γιασεμί, τριαντάφυλλο

λεμονιά, γαρύφαλλο

μαργαρίτα, μυγδαλιά

ανεμώνη, πασχαλιά


Το εργοστάσιό μας,

τόχουμε δικό μας

στη μικρή κυψέλη

φτιάχνουμε το μέλι


Είμαστε οι μέλισσες που λες

συναδέλφισσες καλές

πέρασε κανα βραδάκι

για να πιούμε ένα μελάκι


Ν- ΝΥΧΤΑ

Πήρε ο κυρ Ήλιος πάλι

τη Μέρα από το χέρι

και πέρα από τα σύνορα

της θάλασσας χαθήκαν


Κι η κυρα Νύχτα τ’ άστρα της

σκόρπισε πάλι απόψε

στο σκοτεινό της ουρανό

να παίξουνε κρυφτό


Κι ένα αστεράκι κρύφτηκε

στης λεμονιάς τα φύλλα

και μύρισαν λεμονανθό

τ’ άστρα και το φεγγάρι


Μύρισε και το κάτασπρο

της Νύχτας μαξιλάρι

την ώρα που ερχότανε

ο ύπνος να την πάρει


Ξ- ΞΥΡΑΦΙ

Ξυράφη τον ελέγανε

και μέσα στο σχολείο

μονάχος του καθότανε

στο πρώτο το θρανίο


Τρέχανε, παίζαν τα παιδιά

στο διάλειμμα με τι χαρά

κι εκείνος μόνος στη γωνιά

στην... εξυπνάδα του κρατούσε συντροφιά


Γιατί έλεγε δεν είναι δυνατόν

την ώρα του άσκοπα να χάνει

μια μεγαλοφυία σαν κι αυτόν

παρέα με κουτούς να κάνει.


Μια μέρα το σκεφτήκανε

φάρσα να του σκαρώσουν

κι ένα βραβείο βρήκανε

στον έξυπνο να δώσουν


«Ξυράφη είσαι έξυπνος

και τούτο χάρισμά σου

τέτοιος μεγάλος έπαινος

ταιριάζει στ’ όνομά σου»


Ανοίγει με ύφος το κουτί

που ήταν μεγάλο, πλουμιστό

και τότε μέσα τι να δει

ένα ξυράφι μοναχό!


Ο- ΟΜΠΡΕΛΑ

Τι χαρές και τι τραγούδια

μια ομπρέλα από χαρτί

μου χαρίσαν στη γιορτή

μια ομπρέλα με λουλούδια


Και μια μέρα βροχερή

με καμάρι μια και δυο

την ομπρέλα μου κρατώ

βγαίνω έξω στη βροχή


Λιώνει αμέσως το χαρτί

και ξεβάφουν τα λουλούδια

παν χοροί, πάνε τραγούδια

αχ! τι μούκανες βροχή!


Π – ΠΟΥΛΑΚΙ

Κίτρινο ή κόκκινο

το θέλεις το πουλάκι;

Μπλε, καφέ, πορτοκαλί;

νάτα έξω στο δεντράκι


Τρέξε πιάστα αν μπορείς

να τα βάλεις στο κλουβί.


Κελαηδούν γλυκά πολύ

όταν είναι στα κλαδιά

μα δεν τους αρέσει διόλου

του κλουβιού η σκλαβιά


Ρ- ΡΟΔΑ

Γύρα τριγύρα τον κόσμο πήρα

πήγα σε πόλεις και σε χωριά

να δω πώς ζούνε στην κάθε χώρα

όλου του κόσμου τα παιδιά


Τα είδα να τρώνε γλυκό κουλούρι

να’ χουν βιβλία χρωματιστά

να τραγουδάνε και να χορεύουν

να’ χουνε ζέστα στην παγωνιά


Κι άλλα γερμένα στο πεζοδρόμι

να κλαίνε τα είδα λυπητερά

χωρίς κουλούρια, μήτε βιβλία

δίχως τραγούδια, καμιά χαρά.


Γύρα τριγύρα τον κόσμο πήρα

και λέω τι είδα σε όλους εσάς

για να παλέψετε στην κοινωνία

να μην υπάρχει πια αδικία.


Σ- ΣΥΝΝΕΦΟ

-Σύννεφο συννεφάκι μου

πώς δε σε ενοχλούνε

τα χελιδόνια που έχτισαν

πάνω σου τη φωλιά τους;


-Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι

που τάχω συντροφιά μου

γιατί δεν θάμαι μόνο μου

και θάχω για να λέω

κάπου κι εγώ τον πόνο μου


Τ- ΤΡΕΝΟ

Το τρενάκι της χαράς

τρέξτε ξεκινάει

ανεβείτε όλοι πάνω

κι όπου θέλει ας μας πάει


Πολιτείες και λιβάδια

λίμνες, κάμποι και βουνά

το γέλιο έχει καύσιμα

σταθμό του τη χαρά


Κάντε γρήγορα θα φύγει

Ποιος θα σκαρφαλώσει πρώτος!

Προσοχή μονάχα λίγη

να μην του λυθεί ο φιόγκος


Υ- ΥΦΑΣΜΑ

Ύφασμα με λουλουδάκια

κι έναν ήλιο γελαστό

πήρε σήμερα η μαμά μου

ύφασμα χρωματιστό


Να το κάνει κουρτινάκια

στο μικρό παράθυρό μου

για να μπει κι ένα λουλούδι

μέσα στο δωμάτιό μου


Γιατί όσο πάει δε βλέπεις

από τον καπνό λιακάδα

κι ολοένα λιγοστεύει

και η λίγη πρασινάδα.



Φ- ΦΕΓΓΑΡΙ

Μη φεγγαράκι φέγγεις

στον ουρανό πολύ

το φως σου ξελογιάζει

το δύστυχο πουλί.


Απόψε την καρδιά του

βαραίνει το κλουβί


Χ- ΧΙΟΝΙ

Πως χιόνιζε είδα όνειρο

στη μαύρη μας την πόλη

και τη μαυρίλα της βρωμιάς

την είχε ασπρίσει όλη


Άσπροι οι δρόμοι, τα σχολειά

άσπρο το μαύρο Γκάζι

άσπρο και το εργοστάσιο

που μαύρη κάπνα βγάζει


Άσπρη και η πλατεία μας

που βγαίνουμε σεργιάνι

άσπρα τα σπίτια που η καπνιά

κατάμαυρα έχει κάνει


Κι αφού ασπρίσαν όλα

βγήκε ο ήλιος λαμπερός

κι εφάνη καταγάλανος

ο γκρίζος ουρανός


Μα δυστυχώς στην πόλη μας

τόσο που έχει βρωμίσει

ούτε το χιόνι κάθεται

φοβάται μη μαυρίσει


Ψ- ΨΑΡΙ

Τι καμαρώνεις έτσι

ψαράκι μου μικρό;

Το ξέρεις ότι έχεις

κουκούτσι το μυαλό;


Η ομορφιά δε θα σου φέρει

στη ζωή την προκοπή

θέλει αγάπη στη δουλειά

για να βγει το ψωμί


Ω- ΩΜΕΓΑ

Να μια κι εγώ που λες

το ωμέγα με τις δυο κοιλιές


Σε μένα ο κλήρος έλαχε

να δώσω τα μηνύματα

απ’ όλα τα άλλα γράμματα

σας φέρνω χαιρετίσματα


Τρένο είναι η αλφαβήτα

κι όποιος θέλει το πιστεύει

βαγόνια εικοσιτέσσερα

και όλο ταξιδεύει


Στης γνώσης όσο θες βαθιά

μπορείς να πας τη χώρα

να μάθεις ό,τι έμαθαν

οι άνθρωποι ως τώρα


Στη χώρα του παραμυθιού

αν θες να πεταχτείς,

μα πρόσεξε, είν’ όμορφα,

μπορεί να ξεχαστείς


Σ ‘ όποιο βαγόνι θέλεις μπες,

κι αν το τρένο το αγαπήσεις

του κόσμου μας κάθε γωνιά

μπορείς να τη γνωρίσεις


Στους ξένους κόσμους τ΄ουρανού

αν θες κι εσύ να φτάσεις

ταξίδι θάχεις όνειρο

τόσο που θα τα χάσεις


Μέσα στα βιβλία

είμαστε όλα μας χωμένα

κι έχουμε σκοπό μας βάλει

στη ζωή μονάχα ένα:


Πιο ικανός ο άνθρωπος

και πιο καλός να γίνει

και να μπορέσει κάποτε

να ζει σε δικαιοσύνη


Αλλά τώρα ας πούμε αντίο

Θα βρεθούμε στο σχολείο!

















Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Ο θαρραλέος Μυλωνάς (βασισμένο σε λαϊκό παραμύθι)

(Από το εξαντλημένο βιβλίο : Με τις κούκλες πίσω απ'τη σκηνή,

εκδ. Ελληνικά Γράμματα,1998)




Πρόσωπα:

Γιάννος

Μυλωνάς

Γιαγιά Διαμάντω

Νεράϊδα

Αγέρας





ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

(Στον Νερόμυλο. Ο γερο Μυλωνάς κουβαλά ένα σακί σιτάρι βαριανασαίνοντας)

ΜΥΛΩΝΑΣ: Βάι, βάι, σκληρή και τούτη η μέρα! Ευτυχώς φέτος τα χωράφια έβγαλαν μπόλικο σιτάρι, είχαμε πλούσια σοδειά. Θα χορτάσει το χωριό ψωμάκι. Αχ, καλά που έχω και το γιό μου και με βοηθά, αλλιώς δε θα τα έβγαζα πέρα με τόση δουλειά. Ας είναι καλά ο Γιάννος μου. Δουλευταράδικο παλικάρι, ακούραστο. Μου’ μοιασε! ( μπαίνει μια γριούλα) Καλώς την κυρα Διαμάντω! Ήρθες να πάρεις το αλεύρι σου; Έτοιμο είναι.

ΓΡΙΟΥΛΑ: Καλή σου μέρα κυρ Μυλωνά. Ουφ, κουράστηκα νάρθω ως εδώ. Μα πότε θα γίνει και στο χωριό μας ένας μύλος για να μην ταλαιπωρούμαστε να ερχόμαστε από τόσο μακριά;

ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι να κάνουμε κυρα Διαμάντω; Εδώ είναι βλέπεις το ποτάμι, εδώ και ο νερόμυλος.

ΓΙΑΓΙΑ: Ναι, αλλά μπορούμε να κάνουμε ανεμόμυλο, γιατί εκεί ψηλά στους λόφους φυσά πολύ.

ΜΥΛΩΝΑΣ; Έχεις δίκιο, δεν το σκέφτηκα! Αλλά ποιος θα κάνει τον ανεμόμυλο; Εύκολο το’ χεις; Ξέρεις τι τράβηξα εγώ για να χτίσω τούτο το νερόμυλο; Είναι δύσκολη δουλειά σου λέω..

ΓΙΑΓΙΑ: Και γιατί δεν τον κάνει ο Γιάννος, ε; Μια χαρά γερό και δυνατό παλικάρι είναι!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Ο Γιάννος μου; Ούτε να το κουβεντιάζεις! Τον Γιάννο τον χρειάζομαι εδώ στο νερόμυλο, δεν έχει να πάει πουθενά!

ΓΙΑΓΙΑ: Μα σκέψου το καλύτερα. Ο Γιάννος είναι ολόκληρο παλικάρι, πρέπει να κάνει τη δική του δουλειά. Και είναι ο πιο κατάλληλος για να ανέβει στο χωριό μας και να χτίσει έναν ανεμόμυλο. Είναι ικανό και προκομμένο παιδί.

ΜΥΛΩΝΑΣ: Χμ… δεν ξέρω, τι να σου πω…

ΓΙΑΓΙΑ: Έλα, δώσε μου το αλεύρι τώρα, γιατί έχω να ζυμώσω, βιάζομαι.

ΜΥΛΩΝΑΣ: Πήγαινε εσύ κυρά Διαμάντω, μην κουράζεσαι. Θα στείλω τον Γιάννο να σου φέρει το αλεύρι. Νάτον που έρχεται με το γαϊδούρι.

ΓΙΑΓΙΑ: Νάσαι καλά κυρ Μυλωνά, ευχαριστώ! Πάω, και σκέψου καλά όσα σου είπα!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Εντάξει, να πας στο καλό! (Φεύγει η γιαγιά. Έρχεται ο Γιάννος) Έλα, έλα Γιάννο, να φορτώσεις το αλεύρι της κυρα Διαμάντως, άντε παιδί μου!

ΓΙΑΝΝΟΣ: Αμέσως πατέρα! Πάω!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Για στάσου λίγο, για έλα να σου πω…

ΓΙΑΝΝΟΣ: Ορίστε πατέρα, τι θέλεις;

ΜΥΛΩΝΑΣ: Ξέρεις, η κυρα Διαμάντω μου είπε πως εκεί πάνω, στο χωριό τους, χρειάζονται έναν μύλο, για να μην ταλαιπωρούνται να κατεβαίνουν ως εδώ στον νερόμυλο.

ΓΙΑΝΝΟΣ: Καλή ιδέα πατέρα! Ένας ανεμόμυλος θα ήταν ό,τι έπρεπε για τους λόφους!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι θα έλεγες γιέ μου να τον φτιάξεις εσύ;

ΓΙΑΝΝΟΣ: Πολύ θα το ήθελα πατέρα!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Ξέρεις, είναι μια δύσκολη δουλειά, θέλει υπομονή και επιμονή.

ΓΙΑΝΝΟΣ: Έχε μου εμπιστοσύνη πατέρα, δεν φοβάμαι τη δουλειά, θα τα καταφέρω, σου το υπόσχομαι!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Το νου σου, μην τα παρατήσεις μόλις βρεις δυσκολίες, μην παραιτηθείς.

ΓΙΑΝΝΟΣ: Μη νοιάζεσαι πατέρα! Θα δεις, θα τα καταφέρω! Αύριο κιόλας θ’ ανέβω να αρχίσω δουλειά!

ΜΥΛΩΝΑΣ: Εντάξει, όμως τώρα , έλα, κουβάλησε το αλεύρι κι έπειτα έλα να με βοηθήσεις στο άλεσμα.

ΓΙΑΝΝΟΣ: Έγινε πατέρα!



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

( Ο Γιάννος στον λόφο)

ΓΙΑΝΝΟΣ: Εδώ είναι ό,τι πρέπει. Φυσά αρκετά για να γυρίσει ο μύλος. Και είναι κοντά στο χωριό, ώστε να μην κουράζονται οι χωρικοί να κουβαλούν το σιτάρι. Εδώ λοιπόν θα χτίσω τον ανεμόμυλο! ( φυσά και του φεύγει το καπέλο) Ου! Ο αγέρας μου παίρνει το καπέλο! (Εμφανίζεται ο Αγέρας. Αρκετές φορές ο Γιάννος πιάνει το καπέλο και ο Αγέρας του το παίρνει πάλι. Ώσπου τελικά του μιλά άγρια)

ΑΓΕΡΑΣ: Ποιος είσαι εσύ και τι θες στο βουνό μου;

ΓΙΑΝΝΟΣ: Ε, κυρ Αγέρα, ο Γιάννος είμαι, ο γιος του μυλωνά. Θέλω να χτίσω έναν ανεμόμυλο για να αλέθουν οι χωρικοί το σιτάρι τους. Δεν πρόκειται να σε ενοχλήσω. Εσύ θα κάνεις ό,τι έκανες πάντα: θα φυσάς ! Έτσι θα γυρίζει η φτερωτή του μύλου.

ΑΓΕΡΑΣ: Θέλεις δηλαδή του λόγου σου να με βάλεις να δουλεύω για λογαριασμό σου νεαρέ; Τράβα να κάνεις αλλού τον ...αντερόμυλό σου!

ΓΙΑΝΝΟΣ: Όχι αντερόμυλο, ανεμόμυλο! Επειδή εσύ, ο άνεμος, θα φυσάς ,γι’ αυτό και τον λένε ανεμόμυλο. Το όνομά σου θα έχει.

ΑΓΕΡΑΣ: Άσε τα καλοπιάσματα. Δε με τουμπάρεις εμένα με τα κόλπα σου. Δε γίνομαι υπάλληλος κανενός!

ΓΙΑΝΝΟΣ: Κάνεις λάθος! Όχι υπάλληλος, ευεργέτης θα γίνεις. Οι χωρικοί θα σε ευγνωμονούν. Θα αλέθεις το σιτάρι τους για να φτιάχνουν ψωμί, πίτες, κουλούρια , παξιμάδια, γλυκά.. .

ΑΓΕΡΑΣ: Όχι! πάει και τελείωσε! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις ...αλευρόμυλο! Άντε μη σε πετάξω κι εσένα και το καπέλο σου κάτω από το βουνό! ( φεύγει)

ΓΙΑΝΝΟΣ: Χμ.. άρχισαν οι δυσκολίες. Δίκιο είχε ο πατέρας. Μα δεν πρόκειται να τα παρατήσω. Τι μου είπε; Επιμονή και υπομονή. Θα κουβαλήσω τις πέτρες για να αρχίσω το χτίσιμο. Έπειτα θα βρω ένα γερό πανί για τη φτερωτή, χοντρά ξύλα, καλάμια… Άντε λοιπόν, εμπρός στη δουλειά!

( Τραγουδά κουβαλώντας τα υλικά)

Τριαλαρί τριαλαρό

μύλο χτίζω στο βουνό!



ΑΓΕΡΑΣ: (φυσά με μανία και διαλύει ό,τι έφτιαξε ο Γιάννος) Φουυυυυ!

ΓΙΑΝΝΟΣ: Αχ μη! Πάει ο κόπος μου! Τα διέλυσες όλα!

ΑΓΕΡΑΣ: Σε προειδοποίησα νεαρέ! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις τον ...αγγουρόμυλό σου! Μάζεψέ τα και δίνε του! ( Ο Γιάννος φεύγει) Χα χα! Φοβήθηκε ο μικρός. Ωραία, τώρα ας πάρω τον υπνάκο μου ήσυχος. Ακους εκεί, ...αγγουρόμυλο!...

( Ξαπλώνει και ροχαλίζει: Χρρρρρρ. Εμφανίζεται ο Γιάννος με προσοχή )

ΓΙΑΝΝΟΣ: Ωραία, αποκοιμήθηκε… Τι νόμιζε, ότι θα τα παρατήσω; Τώρα που κοιμάται του καλού καιρού θα κάνω τη δουλειά μου μια χαρά. Σιγά μονάχα, μην ξυπνήσει και μου τα διαλύσει πάλι. Σσσσς… Αν καταφέρω να κάνω ησυχία, αυτός ξέρω πως μπορεί να κοιμηθεί για ένα μήνα, μπορεί και περισσότερο! Εμπρός λοιπόν!



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

( Ο ανεμόμυλος τελειωμένος. Τα φτερά γυρίζουν)

ΓΙΑΝΝΟΣ : Ο πατέρας θα χαρεί πολύ όταν δει τι όμορφο έκανα τον ανεμόμυλο! Κι ο Αγέρας ακόμη ροχαλίζει! Χα χα! Ακόμα και με το ροχαλητό του τα φτερά γυρίζουν!

(Μπαίνει μια Νεράιδα)

ΝΕΡΑΪΔΑ: Μπράβο Γιάννο! Έκανες τέλεια δουλειά! Ο ανεμόμυλός σου είναι υπέροχος!

ΓΙΑΝΝΟΣ: Ευχαριστώ καλή κυρά! Μα ποια είσαι;

ΝΕΡΑΪΔΑ: Α Γιάννο, με ξέχασες; Ήσουν μικρός όταν ο πατέρας σου έχτιζε τον νερόμυλο στο ποτάμι, εκεί συναντηθήκαμε, θυμάσαι;

ΓΙΑΝΝΟΣ: Η Νεράιδα! Η Νεράιδα του ποταμού!

ΝΕΡΑΪΔΑ: Χαίρομαι που βλέπω πόσο μεγάλωσες και έγινες κι εσύ προκομμένος σαν τον πατέρα σου.

ΓΙΑΝΝΟΣ: Ναι, απλά, ξέρεις, έχω ένα πρόβλημα… Έχτισα τον μύλο κρυφά από τον Αγέρα, όσο κοιμόταν. Και φοβάμαι μήπως τώρα που ξυπνήσει μού δημιουργήσει προβλήματα. Είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου, δε θέλει τον μύλο με τίποτε!

ΝΕΡΑΪΔΑ: Ώστε έτσι ε; Μη φοβάσαι, άφησέ τον σε μένα τον Αγέρα. Εσύ φύγε, πήγαινε να καλέσεις τους χωρικούς να δουν το μύλο, να χαρούν και να γλεντήσουν. Εγώ στο μεταξύ θα σου τον έχω κάνει αρνάκι τον Αγέρα. Άντε, πήγαινε.

ΓΙΑΝΝΟΣ: Σ’ ευχαριστώ πολύ καλή μου νεράιδα! Τρέχω να πω τα νέα στο χωριό!

( Ο Γιάννος φεύγει. Η Νεράιδα πλησιάζει τον Αγέρα και τον σκουντά με το ραβδί της)

ΝΕΡΑΪΔΑ: Αγεράκοοοο, ξύπνα! Υπναρά, σήκω, σούχω μια έκπληξηηηη!

ΑΓΕΡΑΣ: Τι; τι συμβαίνει;;; Μπα, η Νεράιδα. Πώς κι έξω από τα νερά σου, πώς κι από τα μέρη μας; (Ξαφνικά βλέπει τον μύλο) Αμάν! Τι βλέπουν τα μάτια μου; Ο... γαϊδουρόμυλος χτίστηκε! Το παλιόπαιδο, το ξεροκέφαλο, τώρα θα δει…

ΝΕΡΑΪΔΑ: Στάσου καλέ, μη βιάζεσαι… Κάτσε να σου πω..

ΑΓΕΡΑΣ: Άσε με, άσε με να κάνω τον ...σαβουρόμυλο κομμάτια!

ΝΕΡΑΪΔΑ: Μα στάσου να σου πω ντε.. Θυμάσαι τότε που ο μυλωνάς έχτιζε τον νερόμυλο στο ποτάμι μου; Ε, τότε κι εγώ είχα θυμώσει, νόμιζα πως θα έχανα την ησυχία μου. Όμως μετά που λειτούργησε ο μύλος κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος. Οι χωρικοί έρχονταν με τα ζώα, τα παιδιά, τα τραγούδια τους, τα γέλια τους… Ο τόπος ζωντάνεψε, κι εγώ είχα συντροφιά και περνούσα ωραία. Ήμουν περήφανη που φάνηκα χρήσιμη σε τόσο κόσμο. Οι μεγάλοι με ευχαριστούσαν, τα παιδιά...

ΑΓΕΡΑΣ: Παιδιά;; Είπες παιδιά; Μου αρέσουν τα παιδιά γιατί πετάνε χαρταετούς και χαίρομαι να τους φυσώ και να παίζω μαζί τους… Πολύχρωμοι χαρταετοί, με παρδαλές ουρές, ω, τι ωραία!

ΝΕΡΑΪΔΑ: Μα τι σου λέω; Ορίστε, κοίτα! Ανεβαίνει όλο το χωριό! Τραγουδούν και χορεύουν. Να και τα παιδιά!

ΑΓΕΡΑΣ: Μόνο που δεν καταλαβαίνω κάτι… Ο ...αγγουρόμυλος θα αλέθει αγγούρια;

ΝΕΡΑΪΔΑ: (γελά) Έλα, έλα μαζί μου, έλα να διασκεδάσουμε!

( φεύγουν . Έρχονται ο Μυλωνάς με τον Γιάννο)

ΜΥΛΩΝΑΣ: Μπράβο σου Γιάννο! Υπέροχος ανεμόμυλος! Τα κατάφερες θαυμάσια!

ΓΙΑΝΝΟΣ: Αν δεν ήταν η Νεράιδα, δεν θα υπήρχε ο μύλος πατέρα. Θα τον είχε κάνει ο Αγέρας κομματάκια.

ΜΥΛΩΝΑΣ: Ώστε ήρθε πάλι η Νεράιδα; Κι εμένα με είχε βοηθήσει πολύ τότε που έχτιζα τον νερόμυλο. Μπράβο όμως και σε σένα γιέ μου, που δεν τα παράτησες, που δεν παραιτήθηκες μπροστά στις δυσκολίες.

( μπαίνει η γιαγιά)

ΓΙΑΓΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΩ: Άντε, ελάτε μυλωνάδες, ελάτε μαζί μας στο γλέντι! Ελάτε να χορέψετε, να φάτε και να πιείτε μαζί μας! Έχουμε μύλο! Έχουμε γιορτή!

(Ακούγονται τραγούδια και φεύγουν χαρούμενοι. Ένας χαρταετός πετάει)














Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Ο ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ

 


Πρώτη δημοσίευση: 1986, Σύγχρονη Εποχή, από το εξαντλημένο-

εδώ και αιώνες- βιβλίο μου: Κουκλοθεατρικά. 

Οι κούκλες είναι του Ηλία Αναγνωστάκη, από τις παραστάσεις

του Κουκλοθέατρου Κρήτης.

ΠΡΟΣΩΠΑ: 

 Ψαροτρομάρας

Γοργόνα

Δικαστής, κ. Σκυλοψαρόπουλος

Σουπιά

Λιθρίνι

Γόπα

Μπαρμπούνι

Μαρίδα


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ : Η ΨΑΡΟΧΩΡΑ

(Σκηνικό βυθού. Κάμποσα ψάρια συζητούν ανήσυχα. Ανάμεσά τους και μια Σουπιά που όμως δε μιλάει. Οι κουβέντες ακούγονται μπερδεμένες στην αρχή, τα ψάρια μιλάνε όλα μαζί, το καθένα λέγοντας τα δικά του. Ώσπου οι κουβέντες αρχίζουν να ξεχωρίζουν)

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Βρε κακό που πάθαμε!!

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μα, καλά, εγώ ακόμα δεν έχω καταλάβει πώς μπορεί να μας βγάλει από τα σπίτια μας ο Ψαροτρομάρας. Δεν έχει το δικαίωμα άλλωστε. Κοτζάμ θάλασσα, δεν μπόρεσε να φτιάξει αλλού το παλάτι του; Πρέπει να πετάξει στο δρόμο τόσες οικογένειες; Δεν έχει το δικαίωμα άλλωστε.

ΓΟΠΑ: Και κοιτάζει νομίζεις ο Ψαροτρομάρας δικαιώματα και τέτοια; Αυτός τον εαυτό του κοιτάζει μονάχα να βολέψει και καρφάκι δεν του καίγεται για μας και τα παιδιά μας. Αίσχος κύριε, αίσχος!

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Βρε κακό που πάθαμε!!

ΜΑΡΙΔΑ: Αχ, δυστυχία μας. Αχ, τι θα κάνουμε;

ΛΙΘΡΙΝΙ: Εγώ λέω να πάμε στο δικαστή. Ο κύριος Σκυλοψαρόπουλος θα μας βοηθήσει. Δεν έχει το δικαίωμα άλλωστε ο Ψαροτρομάρας.

ΟΛΑ ΜΑΖΙ: Καλά λέει το Λιθρίνι. Να πάμε στον κύριο Σκυλοψαρόπουλο! Σωστά!

ΓΟΠΑ: Νάτος, νάτος, έρχεται!

( Τρέχουν όλα προς το μέρος του δικαστή, φωνάζοντας το καθένα τα δικά του)

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Κύριε Σκυλοψαρόπουλε, κύριε δικαστή, βρε κακό που πάθαμε!

ΛΙΘΡΙΝΙ: Δεν έχει το δικαίωμα άλλωστε!

ΓΟΠΑ: Αίσχος κύριε, αίσχος!

ΜΑΡΙΔΑ: Αχ δυστυχία μας, αχ!

(Ο δικαστής φαντάζει σοβαρός, αυστηρός, κύριος. Κουβαλάει πολλά χαρτιά και βιβλία.

Μιλάει αφ’ υψηλού)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τι συμβαίνει… ψάρια;

ΓΟΠΑ: Μπα, δεν τα μάθατε; Γι’ αυτό είστε έτσι ήρεμος.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Μα… εμένα τίποτε δε με αναστατώνει, τίποτε δε με φοβίζει. Εγώ είμαι ο δικαστής, εγώ ο άρχοντας της δικαιοσύνης, εγώ ο σοφός, εγώ…

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Ο Ψαροτρομάρας κύριε Σκυλοψαρόπουλε. Βρε κακό που πάθαμε!
( Ο δικαστής ταράζεται μόλις ακούει το όνομα αυτό. Τα χαρτιά του πέφτουν κάτω από την τρομάρα του.)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Πούντος; Πούντος;;;

ΓΟΠΑ: Θέλει να χτίσει το παλάτι του στην Ψαροχώρα μας. Του αρέσει λέει που τη φωτίζει και τη ζεσταίνει ο ήλιος όλη μέρα, που είναι γεμάτη από καταπράσινα φύκια και πολύχρωμα κοράλλια.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Και γι’ αυτό θα μας γκρεμίσει τα σπίτια μας. Δεν έχει όμως το δικαίωμα, ε, κύριε δικαστή;

ΜΑΡΙΔΑ: Τι να κάνουμε κυρ δικαστή; Εσείς που είστε σοφός και δίκαιος βοηθήστε μας!

(Ο δικαστής προσπαθεί να περιμαζέψει τα πεσμένα χαρτιά του. Τον βοηθούν τα ψάρια. Σκουπίζει συνεχώς τον ιδρώτα του. Καθώς μιλάει κοιτάζει δεξιά-αριστερά φοβισμένος. Δεν φαντάζει πια σοβαρός, ούτε αυστηρός, ούτε κύριος)

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Τιιι…τίποτε να μμμμην κακακάνετε.. Μμμην τον θθθυμώσετε τον ΨΨΨαροτρρρρομάρα. Κι εμένα να μη με ανακατεύετε. Δε θέλω μπλεξίματα με το θηρίο. Κι αν δε θέλετε να γκρεμιστούν τα σπίτια σας παπαπαπάνω σας και παπαπάνω στα παιδιά σας, παπαπαπάρτε τις οικοκοκοκογένειές σας και φύγετε! Φτιάξτε καινούργια πόλη! Άλλωστε…

(Μπαίνει ο Ψαροτρομάρας. Πλησιάζει το Δικαστή από πίσω, χωρίς αυτός να το καταλάβει. Τον διακόπτει ξαφνικά και του δικαστή του πέφτουν πάλι τα χαρτιά και υποκλίνεται τρέμοντας)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Πολύ ωραία τα λέτε κύριε Σκυλοψαρόπουλε!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Υποχρέωσίς μου κυκυκύριε Ψαψαψαψαροτρομάρα. Η δικαιοσύνη είναι η ειδικοκοκότης μου. Άλλωστε…

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Άλλωστε θα τους αποζημιώσω. Οπωσδήποτε..

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ω, μα δεν ήταν ανάγκη.. Άλλωστε..

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Για μια στιγμή. Τι σόι αποζημίωση θα μας δώσεις Ψαροτρομάρα;

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Θα σας δώσω δουλειά στο παλάτι μου. Κηπουρούς, φύλακες, καθαρίστριες, μάγειρες. Θα έχω για όλα σας μια δουλειά. Και για να δείτε τι μεγάλη καρδιά έχω, σας δίνω μια μέρα προθεσμία να φύγετε από τα σπίτια σας!

(Και λέγοντας αυτά φεύγει. Ξοπίσω του …σέρνεται ο Σκυλοψαρόπουλος. Ένα ψάρι τρέχει να του δώσει τα χαρτιά του που του είχαν πέσει, αλλά αυτός δε δίνει σημασία και το ψάρι τα ξαναπετάει κάτω νευριασμένο)

ΜΑΡΙΔΑ: Αχ, δυστυχία μας, αχ!

ΓΟΠΑ: ( με χαμηλή φωνή, σκύβοντας το κεφάλι) Εδώ που τα λέμε μάλλον έχει δίκιο ο δικαστής. Δεν ωφελεί να τα βάλουμε με το θηρίο. Το πολύ- πολύ να μας κάνει μια μπουκιά κι εμάς και τα παιδιά μας.

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Καλά λέει η Γόπα. Πάμε να πάρουμε το γρηγορότερο τις οικογένειές μας, να γλυτώσουμε πριν αρχίσει η καταστροφή. Η θάλασσα είναι μεγάλη, κάπου θα χωρέσουμε κι εμείς.

ΜΑΡΙΔΑ: Ε, αφού θα μας δώσει και δουλειά… Κάτι είναι κι αυτό. Θα τα βολέψουμε. Αχ, δυστυχία μας!

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μα, τι κάθεστε και λέτε; Ούτε που σας πέρασε από το μυαλό να αντισταθείτε; Δεν έχει το δικαίωμα άλλωστε. Αφήστε τις κλάψες και κάντε κάτι. Εμπρός, πάμε να το πούμε και στα άλλα ψάρια να δούμε τι θα κάνουμε όλοι μαζί.

(Φεύγουν μιλώντας μεγαλόφωνα όλα μαζί. Η Σουπιά που τόση ώρα παρακολουθούσε σιωπηλή, μένει μόνη της. Κινάει κατά τη μεριά που έφυγαν ο Ψαροτρομάρας και ο δικαστής. Σκοντάφτει στα πεσμένα χαρτιά του δικαστή και τρώει τη μούρη της. Κλαψουρίζει. Τα μαζεύει με προσοχή ένα- ένα μα πάλι σκοντάφτει και της σκορπίζονται. Νευριάζει, κλαψουρίζει, κάνει να τα ξαναμαζέψει, αλλά έρχονται τα ψάρια και ξαναπάει με πονηριά στη γωνιά της. Τα ψάρια μπαίνουν φωνάζοντας όλα μαζί.)

ΓΟΠΑ: Όλα τα ψάρια συμφωνούν να φύγουμε, θα μας φάει. Όλα αυτό φοβούνται.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Ντροπή, πρέπει να αντισταθούμε, γιατί τον φοβόμαστε; Είμαστε τόσοι πολλοί! Κι έχουμε το δίκιο με το μέρος μας! Εσύ Μαρίδα, τι λες;

ΜΑΡΙΔΑ: Αχ, τα παιδάκια μας! Να σωθούμε, να φύγουμε, δυστυχία μας!

( Μπαίνει η Γοργόνα)

ΓΟΡΓΟΝΑ: Ε, ψαράκια, τι πάθατε;

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Α, η Γοργόνα! Άστα Γοργόνα μου , κακό που πάθαμε!

ΜΑΡΙΔΑ: Αχ, τι θα κάνουμε;

ΓΟΡΓΟΝΑ: Μα μιλήστε μου, επιτέλους. Κάποιος να σταματήσει το κλάμα και να μου πει τι τρέχει.

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Ο Ψαροτρομάρας καλή μας Γοργόνα, διάλεξε την πόλη μας για να χτίσει το παλάτι του. Γι αυτό θα μας γκρεμίζει όλα τα σπίτια.

ΓΟΠΑ: Ο δικαστής που τον ρωτήσαμε είπε πως είναι καλύτερο να σηκωθούμε να φύγουμε, αν δε θέλουμε να μας φάει όλους.

ΜΑΡΙΔΑ: Το ίδιο λένε και τα άλλα ψάρια. Αχ, τι θα κάνουμε;

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Το θηρίο υποσχέθηκε πως θα μας αποζημιώσει και θα μας δώσει δουλειά στο παλάτι του.

ΓΟΡΓΟΝΑ: Απίστευτο θράσος έχει αυτός ο Ψαροτρομάρας! Στ’ αλήθεια μεγάλο κακό σας βρήκε. Μα με το να κλαψουρίζετε δε βγαίνει τίποτα. Ας κάτσουμε να σκεφτούμε με ψυχραιμία μια λύση.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Ναι, κάποιος τρόπος θα υπάρχει. Δεν πρέπει να υποχωρήσουμε έτσι εύκολα!

ΓΟΡΓΟΝΑ: Συμφωνώ με το Λιθρίνι. Σίγουρα κάτι θα σκεφτούμε… Χμ… Έχω μια ιδέα. Θα είναι ένα καλό μάθημα για τον Ψαροτρομάρα. Αν πιστέψετε στις δυνάμεις σας και πάρετε απόφαση να τον αντιμετωπίσετε θα τον νικήσετε και θα τον ρεζιλέψετε.

ΟΛΑ ΤΑ ΨΑΡΙΑ: Τι, τι σκέφτηκες;

ΓΟΡΓΟΝΑ: Ελάτε, πλησιάστε ( Τα ψάρια την κυκλώνουν. Πλησιάζει και η Σουπιά. Η Γοργόνα μιλάει συνωμοτικά) Θα ψαρέψουμε τον Ψαροτρομάρα!

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Τι;; μα γίνονται αυτά τα πράματα;

ΓΟΠΑ: Ε, δεν είμαστε καλά!

ΜΑΡΙΔΑ: Μα, εμάς μας ψαρεύουν, δεν ψαρεύουμε!

ΓΟΡΓΟΝΑ: Πώς κάνετε έτσι; Ίσα- ίσα επειδή είστε ψάρια ξέρετε καλά από ψάρεμα.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Δεν είναι κακή ιδέα!

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: ( ειρωνικά)Και, δηλαδή, με αγκίστρι ή με δίχτυ θα τον ψαρέψουμε; (γελάκια)

ΓΟΡΓΟΝΑ: Με δίχτυ! Φτάνει αγκίστρι για τον Ψαροτρομάρα; Με δίχτυ και μάλιστα γερό για να μη σπάσει.

ΜΑΡΙΔΑ: Και καλά, πού θα βρούμε εμείς το δίχτυ;

ΓΟΡΓΟΝΑ: Εγώ θα σας το βρω. Έχω ένα φίλο ψαρά. Τον γλύτωσα μια φορά από πνιγμό όταν η βάρκα του έπεσε σε τρικυμία. Αυτός θα μου δώσει ό,τι του ζητήσω.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Και, πώς θα ψαρέψουμε εμείς το θηρίο; Με ποιο τρόπο;

ΓΟΡΓΟΝΑ: Ελάτε πιο κοντά να σας πω.

(Τα ψάρια τριγυρίζουν τη Γοργόνα κι αυτή τους ψιθυρίζει το σχέδιο. Η Σουπιά προσπαθεί να χωθεί για να ακούσει. Σπρώχνει, τη σπρώχνουν, πέφτει, σηκώνεται, χώνει τη μούρη της, τεντώνεται, σκύβει)

ΓΟΡΓΟΝΑ: Αυτό είναι το σχέδιο! Από σας θέλω μονάχα να πάρετε μια οριστική απόφαση: θα το αντιμετωπίσετε το θηρίο, ή θα παραδοθείτε;

ΛΙΘΡΙΝΙ: Και βέβαια θα παλέψουμε! Δε θα του περάσει! Κάτω – ο- Ψαρο-τρο-μάρας!

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Μήπως είναι επικίνδυνο βρε παιδιά; Είναι τόσο μεγάλος, τόσο δυνατός!

ΛΙΘΡΙΝΙ: Και νομίζεις ότι αν υποχωρήσουμε θα είναι καλύτερα; Ε, λοιπόν σας το λέω με σιγουριά. Έτσι και δει ότι τον φοβόμαστε θα μας εκμεταλλεύεται πάντα. Μπορεί να μας βάλει να του χτίσουμε το παλάτι κι έπειτα να μας πετάξει έξω.

ΓΟΠΑ: Έχει δίκιο το Λιθρίνι. Αν υποχωρήσουμε θα μας πάρει τον αέρα.

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Εντάξει, αλλά πρέπει να ειδοποιήσουμε όλα τα ψάρια, για να βοηθήσουν όλα μαζί στο σχέδιο.

ΟΛΑ ΤΑ ΨΑΡΙΑ: Πάμε! Πάμε!

ΓΟΡΓΟΝΑ: Χαίρομαι που πήρατε μια θαρραλέα απόφαση. Θα δείτε πως θα τα καταφέρουμε! Ξεκινάμε λοιπόν! Εσείς για τα ψάρια κι εγώ για τα δίχτυα!

ΨΑΡΙΑ: Κάτω-ο-Ψαρο-τρο-μάρας!

(Τα ψάρια φεύγουν φωνάζοντας συνθήματα. Η Γοργόνα φεύγει από την άλλη. Η Σουπιά μένει στη μέση αμήχανη προς τα πού να κατευθυνθεί. Κάνει από δω, κάνει από κει, μπουρδουκλώνεται, πέφτει, κλαψουρίζει τρίβοντας τον πισινό της)






ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Η ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΣΠΗΛΙΑ ΜΕ ΤΑ ΒΡΑΧΙΑ


(Μια θαλάσσια σπηλιά με βράχια δεξιά κι αριστερά. Ο Ψαροτρομάρας είναι αραχτός και χαϊδεύει την κοιλάρα του. Μπαίνει η Σουπιά μουρμουρίζοντας )

ΣΟΥΠΙΑ: Μωρέ δε μπα να με λένε προδότρα και σπιούνα; Ας τα ΄χω εγώ καλά με τον δυνατό και ποιός λογαριάζει τα ψαράκια; Μα κι αυτή η Γοργόνα, τι ήθελε και μπλέχτηκε; Τα ψάρια θα είχαν φύγει τώρα και το αφεντικό μου θα έφτιαχνε το παλάτι του, θα μου έδινε και μένα το σπιτάκι που μου υποσχέθηκε, θα με είχε…

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Τι μουρμουράς εκεί Σουπιά;;

ΣΟΥΠΙΑ: Αχ, Παναγίτσα μου! Με τρόμαξες αφεντικό! Αχ, πώς χτυπά η καρδούλα μου!

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Άσε τα αχ και τα βαχ και πες μου τα νέα. Τι έμαθες;

ΣΟΥΠΙΑ: Άστα αφεντικό, πού να στα λέω. Τα ψάρια ήταν έτοιμα να υποχωρήσουν, έτοιμα σου λέω. Και τότε ήρθε η Γοργόνα και τα ξεσήκωσε να σε πολεμήσουν.

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Να με πολεμήσουν; Ποια; Τα ψαράκια; Χα χα!

ΣΟΥΠΙΑ: Ναι, θα τους φέρει ένα δίχτυ για να σε… ψαρέψουν!

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Να με ψαρέψουν; Χα χα χα! Σουπιά μήπως τα έπινες και μέθυσες; Τι λες; Ακούς τι λες; Τα ψάρια θα με ψαρέψουν;

ΣΟΥΠΙΑ: Σου το ορκίζομαι αφεντικό, στην τιμή μου..

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Αμάν Σουπιά, άσε την τιμή σου, γιατί, μεταξύ μας, δεν υπάρχει..

ΣΟΥΠΙΑ: Αφεντικό, πρέπει να με πιστέψεις. Τα άκουσα όλα. Τα ψάρια ήθελαν να υποχωρήσουν, αλλά μετά είπαν πως θα τους πάρεις τον αέρα και θα τα εκμεταλλευτείς αν δείξουν ότι σε φοβούνται.

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Μωρέ μπράβο, πώς το κατάλαβαν;

ΣΟΥΠΙΑ: Και μετά άρχισαν όλα μαζί να φωνάζουν: «Κάτω ο Ψαρο-τρο-μάρας( Η Σουπιά μιμείται με ενθουσιασμό τα ψάρια και φωνάζει το σύνθημα δυνατά, ώσπου ο Ψαροτρομάρας τη σταματά με μια σφαλιάρα)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Σκάσε Σουπιά! Και λέγε! Ποιό είναι το σχέδιό τους; Πού θα βάλουν το δίχτυ;

ΣΟΥΠΙΑ: Μμμμ, αυτό δεν μπόρεσα να το ακούσω. Μιλούσανε πολύ σιγά και…

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: ( της ρίχνει κι άλλη σφαλιάρα) Άχρηστη! Τι σε ταΐζω; Ούτε μια σωστή πληροφορία δε μου φέρνεις. Λοιπόν, πρέπει να δράσω γρήγορα. Να βρω τη Γοργόνα και να τη βγάλω από τη μέση, γιατί μου χαλάει τα σχέδια.

ΣΟΥΠΙΑ: Α, δε θα κουραστείς, να τη που έρχεται.

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Τέλεια! Εσύ δίνε του! Ουστ! Εγώ θα καθαρίσω τώρα! Μια και καλή!

(Η Σουπιά φεύγει. Ο Ψαροτρομάρας παίρνει κάτι από κάτω, το κρύβει πίσω από την πλάτη του και πάει πίσω από ένα βράχο. Μπαίνει η Γοργόνα και κοιτάζει έναν όμορφο αστερία)

ΓΟΡΓΟΝΑ: Αχ, τι όμορφο! Η Ψαροχώρα μας είναι πανέμορφη! Γεμάτη με στολίδια!

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: ( την ξαφνιάζει από πίσω της) Τζα! Γεια σου Γοργονίτσα! Χρόνια και ζαμάνια έχω να σε δω. Τι κάνεις;

ΓΟΡΓΟΝΑ: Εγώ καλά είμαι. Αλλά τα ψάρια όχι και τόσο, με αυτά που τους κάνεις. Δεν ντρέπεσαι να τα τρομοκρατείς; Θες να διαλύσεις τις οικογένειες και τα σπίτια τους για να έχεις εσύ το παλάτι σου; Να πας να το κάνεις αλλού. Είναι απέραντη η θάλασσα. Εγωιστή! Κακούργε!

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Μπα, νευρίασες κούκλα; Τς τς τς, δε σου πάει… Άκου, έχω σχέδια για σένα εγώ. Άσε τα ψάρια και έλα να φτιάξουμε μαζί μια καινούργια ζωή. Θα σε έχω στο παλάτι σα βασίλισσα, θα έχεις ό,τι θες. Τα ψάρια θα μας υπηρετούν, θα περνάμε ζωή και κότα! Σκέψου έξυπνα!

ΓΟΡΓΟΝΑ: Είσαι απαίσιος! Δε θέλω ούτε να σε βλέπω. Τα ψάρια είναι αποφασισμένα να αντισταθούν, μην τα υποτιμάς.

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Στο λέω για τελευταία φορά: έλα μαζί μου και δε θα χάσεις.

ΓΟΡΓΟΝΑ: Παράτα με σου λέω! Έχω δουλειά, άσε με ήσυχη.

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Ε, τότε… Αφού είσαι ξεροκέφαλη…

( Ο Ψαροτρομάρας την δένει ξαφνικά με την αλυσίδα που κρατούσε πίσω από την πλάτη του. Η Γοργόνα μάταια προσπαθεί να ξεφύγει)

ΓΟΡΓΟΝΑ: Τι κάνεις; Άσε με! Τέρας! Απαίσιε!

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Κανείς δεν πρόκειται να μου χαλάσει τα σχέδιά μου. Κατάλαβες ωραία μου δεσποινίς; Κανείς! Έλα μπρος, προχώρα!

( Τη σπρώχνει και φεύγουν. Μπαίνουν τα ψάρια. Από κοντά και η Σουπιά, αλλά προσπαθεί να μην τη δουν)

ΜΑΡΙΔΑ: Α, δεν είναι εδώ η Γοργόνα. Περίεργο. Εδώ ήταν το ραντεβού μας.

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Λέτε να μετάνιωσε; Να φοβήθηκε και να παράτησε το σχέδιο;

ΓΟΠΑ: Μήπως δεν μπόρεσε να βρει το δίχτυ; Εγώ δεν τους εμπιστεύομαι τους ανθρώπους, αυτός ο ψαράς μπορεί και να την κορόιδεψε.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Εγώ φοβάμαι ότι κάτι της έτυχε. Θα ερχόταν εδώ να μας πει τι συμβαίνει, δε θα μας άφηνε στην αγωνία, την ξέρω τη Γοργόνα. Για να μην έρθει, κάτι κακό της έτυχε. Μήπως κάποιος είπε τίποτα για το σχέδιό μας;

ΨΑΡΙΑ: Όχι, μα τι λες; Κανείς.

ΓΟΠΑ: Βρε παιδιά, ξέρετε τι σκέφτομαι; Όταν καταστρώναμε το σχέδιο ήταν μαζί μας και η Σουπιά. Ξαφνικά όμως χάθηκε. Την είδε κανείς;

ΜΑΡΙΔΑ: Καλά λες Γόπα. Η Σουπιά είναι πολύ μαρτυριάρα. Μπορεί να τα είπε όλα στον Ψαροτρομάρα.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Ωχ, αυτό θα έγινε! Κι ο Ψαροτρομάρας θα φρόντισε να βγάλει από τη μέση τη Γοργόνα για να μη μας βοηθήσει! Τώρα, τι θα κάνουμε;

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Μήπως να τα παρατήσουμε;

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μα τι λες; Και η Γοργόνα; Μπορεί να έχει μπει σε κίνδυνο για χάρη μας. Θα την αφήσουμε έτσι;

ΓΟΠΑ: Σωστά, αλλά… το σχέδιό μας δεν μπορεί να γίνει χωρίς το δίχτυ που θα μας έφερνε.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Κι όμως! Εγώ θυμάμαι πού υπάρχει ένα δίχτυ. Στη βουλιαγμένη βάρκα, κοντά στα κοράλλια. Δεν είναι και πολύ καλό, έχει τρύπες, αλλά, νομίζω θα κάνει τη δουλειά του.

ΓΟΠΑ: Ναι! Καλά λες Λιθρίνι! Να πάμε αμέσως να το βρούμε.

ΜΑΡΙΔΑ: Να ειδοποιήσουμε όμως όλα τα ψάρια! Περιμένουν εντολές!

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Και με τη Γοργόνα, τι θα γίνει;

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μόλις βρούμε το δίχτυ θα βάλουμε μπροστά το νέο σχέδιο. Πάμε, ας μην καθυστερούμε!

ΨΑΡΙΑ: Πάμε, πάμε! « Κάτω-ο-Ψαρο-τρο-μά-ρας

(Τα ψάρια φεύγουν. Η Σουπιά βγαίνει από την κρυψώνα της)

ΣΟΥΠΙΑ: ΄Ωχου! Πρέπει να ειδοποιήσω το αφεντικό! Κινδυνεύουμε! ΄Ωχου! Αφεντικόοοοοο!

(Εμφανίζεται ο Ψαροτρομάρας)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Τι σκούζεις Σουπιά; Ακούγεσαι σε όλο τον ωκεανό! Τι στριγκλίζεις;

ΣΟΥΠΙΑ: Αφεντικό, τι πάθαμε! Τα ψάρια…

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Παράτα με πια με τα ψάρια. Βαρέθηκα να ασχολούμαι μ’ αυτά. Δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα. Η Γοργόνα είναι καλά δεμένη και τα ψάρια μονάχα τους είναι άχρηστα.

ΣΟΥΠΙΑ: Κι όμως…. Στάσου να σου πω… Τα ψάρια…

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Μη με ζαλίζεις Σουπιά γιατί θα φας πάλι σφαλιάρα και θα σου φύγει όλο το μελάνι…

( Από τους δυο βράχους διακρίνονται τα ψάρια που κρατούν το δίχτυ και ξαφνικά το ρίχνουν πάνω στον Ψαροτρομάρα και τη Σουπιά και τους πιάνουν)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Ε, τι συμβαίνει; Τι στο καλό;

ΣΟΥΠΙΑ: Μα, δεν με άκουγες που σου έλεγα. Αυτό πάλευα τόση ώρα να σου πω. Ότι τα ψάρια βρήκαν δίχτυ και..

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: (της ρίχνει σφαλιάρα) Βούλωσέ το! Άχρηστη!

(Τα ψάρια τους περιτριγυρίζουν)

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Ήρθε το τέλος σου Ψαροτρομάρα!

ΛΙΘΡΙΝΙ: Κι εσένα κυρά Σουπιά, προδότρα!

ΓΟΠΑ: Τι κάνατε στη Γοργόνα;

ΣΟΥΠΙΑ: Εγώ τίποτα, αυτός εδώ καλά μου ψαράκια, την έχει αλυσοδεμένη στη σπηλιά με τα κοχύλια. Να, έχει και τα κλειδιά του λουκέτου.

( Η Σουπιά αρπάζει τα κλειδιά από τη ζώνη του Ψαροτρομάρα και τα πετάει μέσα από μια τρύπα στα ψάρια , πριν προλάβει αυτός να την εμποδίσει. Της δίνει όμως κι άλλη σφαλιάρα)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Θα σε σκοτώσω! Θα σε τηγανίσω! Θα σε κάνω πιλάφι! Θα σε…

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Εμπρός παιδιά, πάμε να ελευθερώσουμε τη Γοργόνα.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Εγώ με τη Μαρίδα θα μείνουμε εδώ να φυλάμε αυτούς. Εσείς να πάτε στη σπηλιά με τα κοχύλια. Α! Να φέρετε και τον δικαστή να τους δικάσει.

( Το Μπαρμπούνι και η Γόπα φεύγουν)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Καλά μου ψαράκια, εσείς που είστε έξυπνα… Ακούστε με.. Θα σας δώσω όλους μου τους θησαυρούς, θα σας έχω στο παλάτι μου άρχοντες. Ελευθερώστε με και δε θα χάσετε. Άστε τα άλλα ψάρια να βασανίζονται στην καθημερινή βιοπάλη. Εσείς θα ζείτε στο παλάτι ζωή χαρισάμενη…

ΓΟΠΑ: Αλήθεια το λες;

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μα , τι λες Γόπα; Πιστεύεις ακόμα στις ψευτιές του;

ΓΟΠΑ: Ε, θα ήταν τόσο καλό να ζούσαμε σαν άρχοντες Λιθρίνι μου, να το σκεφτούμε, μήπως..

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μα… τι να σκεφτούμε; Είσαι καλά; Να προδώσουμε τα ψάρια για να εξυπηρετήσουμε τον Ψαροτρομάρα, που άλλο δεν κάνει από το να μας κυνηγάει και να μας εκμεταλλεύεται;

ΣΟΥΠΙΑ: Εμένα, θα με ελευθερώσετε, ε; Εγώ δεν έκανα τίποτα. Είμαι αθώα. Είμαι με το μέρος σας.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Εσύ φταις για όλα Σουπιά! Αν δεν είχες μαρτυρήσει το σχέδιό μας τώρα όλα θα είχαν τελειώσει!

ΣΟΥΠΙΑ: Ναι, αλλά σας έδωσα τα κλειδιά τώρα, ε, είδατε; Μετάνιωσα. Θα με συγχωρήσετε;

ΜΑΡΙΔΑ: Να την ελευθερώσουμε αυτήν;

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μαρίδα, πάψε να είσαι αφελής! Μην τους εμπιστεύεσαι. Να, ο κύριος Σκυλοψαρόπουλος.

(Μπαίνει ο δικαστής αναστατωμένος)

ΨΑΡΟΤΡΟΜΑΡΑΣ: Κύριε Σκυλοψαρόπουλε, βγάλτε με από δω. Εγώ ένα αστείο πήγα να κάνω, έτσι, ένα παιχνίδι, ξέρετε, για να διασκεδάσουμε καλέ. Εγώ τα ψάρια τα αγαπώ, πώς μπορούσα να τα βλάψω; Ξέρετε εσείς, ε, κύριε δικαστή μου; Δεν θα μείνω φυλακισμένος για ένα αστειάκι…

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Μην ανησυχείτε κύριε Ψαροτρομάρα μου. Εγώ θα απονείμω δικαιοσύνη. Εγώ θα σας προστατεύσω. Ε, ψάρια, αφήστε ελεύθερο τον κύριο Ψαροτρομάρα. Δεν σας έκανε και τίποτα. Ακούσατε, ένα αστείο ήταν.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Μα, φυλάκισε τη Γοργόνα κύριε δικαστά.

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Έχετε αποδείξεις; Χωρίς αποδείξεις δεν μπορεί να καταδικαστεί κανείς. Αυτό λέει ο νόμος. Ελευθερώστε τον!

ΜΑΡΙΔΑ: Ε, αφού το λέει ο νόμος…

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Αν είχαμε αποδείξεις τότε μάλιστα… Αλλά χωρίς αποδείξεις…

(Μπαίνει η Γοργόνα με το Μπαρμπούνι και τη Γόπα)

ΓΟΡΓΟΝΑ: Εγώ είμαι η απόδειξη! Η ζωντανή απόδειξη! Στην αρχή προσπάθησε να με δωροδοκήσει για να προδώσω τα ψάρια και μετά με αλυσόδεσε, κύριε δικαστή, με φυλάκισε αλυσοδεμένη!

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Μα… σας εξήγησε, ένα αστείο έκανε, δεν ήθελε να βλάψει κανένα.

ΓΟΡΓΟΝΑ: Κύριε δικαστή, δε χρειαζόμαστε τη γνώμη σας. Εσείς τον φοβόσαστε και λέτε ό,τι να ΄ναι. Όμως εμείς δεν τον φοβόμαστε πια. Είμαστε όλοι μαζί αποφασισμένοι να τον πετάξουμε έξω από την Ψαροχώρα.

ΛΙΘΡΙΝΙ: Έχω μια ιδέα. Τόσο καιρό λέγαμε να χτίσουμε ένα σχολείο για τα ψαράκια μας. Ορίστε, αυτή θα είναι η τιμωρία τους: να το χτίσουν αυτοί οι δύο.

ΓΟΠΑ: Κι ένα νοσοκομείο! Να χτίσουν κι ένα νοσοκομείο!

ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΙ: Να χτίσεις παλάτι δεν ήθελες Ψαροτρομάρα; Ε , χτίσε τώρα! Θα έχεις και βοηθό τη Σουπιά! (γέλια)

(Τα ψάρια και η Γοργόνα τραγουδούν)

Ψαροτρομάρα, Ψαροτρομάρα

Με τη μεγάλη σου την κοιλάρα

Τα δόντια σου τα σουβλερά

Και τη σκληρή σου την καρδιά



Πάνε τα κόλπα και οι φοβέρες

Παν οι παλιές εκείνες μέρες

Δε σε φοβάται κανένας πια

Ούτε κι εσένα κυρά Σουπιά



Το δίκιο νίκησε κι η καλοσύνη

Όμορφη πάλι η ζωή θα γίνει

Στην Ψαροχώρα ευτυχισμένα

Θα ζούμε πάντα αγαπημένα.



ΤΕΛΟΣ