Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Διαβάζοντας τον "Οδυσσέα" του James Joyce

[Υποθετικός δημοσιογράφος θέτει ερωτήσεις σε μένα, την μη υποθετική, για τον "Οδυσσέα"]

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ:  Θεωρείτε ότι είναι ένα must read βιβλίο;

ΕΓΩ: Σίγουρα για έναν Ιρλανδό, έναν Άγγλο, έναν εβραίο, έναν φιλόσοφο, έναν ιστορικό, έναν φιλόλογο, έναν γλωσσολόγο, έναν ψυχαναλυτή,  έναν ληξίαρχο, έναν θεολόγο, έναν λογοτέχνη.  Τα διάφορα κεφάλαια μπορεί να ενδιαφέρουν έναν μάγειρα, έναν αστρονόμο, έναν παλαιοπώλη, έναν μπάρμαν, έναν σκηνοθέτη, έναν χασάπη, έναν μασόνο, έναν εργαζόμενο στον τομέα του σεξ.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Για τους άλλους;

ΕΓΩ: Δεν ενδείκνυται για ανάγνωσμα κατά τη διάρκεια ηλιοθεραπείας, για αεροπορικά ταξίδια, για το μετρό, για την αναμονή στο ιατρείο ή στο κομμωτήριο, για λίγο πριν τον ύπνο

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί;

Είναι βαρύ. Κυριολεκτικά. Δεν μεταφέρεται.  Δεν είναι κατάλληλο επίσης γι’ αυτούς που  το εκπαιδευτικό σύστημα τούς έχει πείσει ότι είναι χαζοί.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Γιατί;

ΕΓΩ: Είναι βαρύ. Μεταφορικά. Είναι η επιτομή τής ρήσης «Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται» και τα δυσκόλως εννοούμενα παρενάχεις.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Αναγνωρίσατε κοινά σημεία με την Οδύσσεια ;

ΕΓΩ: Η περιπλάνηση - δέκα χρόνια στις θάλασσες ο αρχαίος, ένα εικοσιτετράωρο στο Δουβλίνο ο ιρλανδός. Μια  σύζυγος στο σπίτι - πιστή ο πρώτος,  άπιστη ο δεύτερος. Ένα πλήθος πραγματολογικές, μυθολογικές,ιστορικές, γεωγραφικές, βοτανολογικές και άλλες αναφορές ευρύτερου ενδιαφέροντος αμφότεροι, για τον κόσμο του ο καθένας...

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα τα συγκρίνατε;

ΕΓΩ : Η αρχαία Οδύσσεια είναι ασύγκριτη. Αν και η σύγκριση είναι άδικη, αφού ο Τζόυς είναι ένας, ενώ το αρχαίο έπος στηρίχτηκε στην κληρονομιά της συλλογικής μνήμης.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Τι σας πρόσφερε ο "Οδυσσέας ";

ΕΓΩ : 1) Απομυθοποίησε την αντίληψη ότι πρέπει οπωσδήποτε να κατανοείς το μυθιστόρημα που διαβάζεις. Γιατί να μην επιτρέπεται και στην πεζή( αμφίσημη έννοια) τέχνη του λόγου να είναι «αφηρημένη», δικαίωμα που έχουν  οι εικαστικές τέχνες και η ποίηση;  (Ίσως γι’ αυτό ο Ουμπέρτο Έκο κατέληξε στον τίτλο: Η Ποιητική του Τζέημς Τζόυς.)

2) Απενοχοποίησε την αχαλίνωτη εσωτερική φλυαρία, την οποία η βουδιστική φιλοσοφία έχει στο στόχαστρο, όπως άλλωστε και κάθε αχαλίνωτο. Και όχι μόνο, αλλά την αποθέωσε. Είναι πλούσια, απελευθερωμένη, ευφάνταστη, είναι πηγή έμπνευσης και, ακριβώς γιατί είναι αντισυμβατική, οδηγεί σε απρόβλεπτες διανοητικές διεξόδους ή σε αξιοπρόσεχτα αδιέξοδα, μέσα από δαιδαλώδεις (βλ. και Δαίδαλος, πρόσωπο βασικό του βιβλίου) ατραπούς.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Κάτι που δεν;

ΕΓΩ: Απότυχε να με κάνει να ξεπεράσω τον αναγνωστικό μου καταναλωτισμό, αφού, παράλληλα με τον Οδυσσέα, ικανοποίησα τη βιβλιοφαγία μου με κάμποσα ευκολότερα αναγνώσματα. Να διαβάζω μόνο 2-3 σελίδες την ημέρα αποδείχτηκε για μένα αβάσταχτο.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σας επηρέασε συγγραφικά;

ΕΓΩ: Γίνεται αμέσως φανερό από το ύφος αυτού του σημειώματος, το οποίο μιμείται (ατυχώς) το ύφος τού 17ου κεφαλαίου: Ιθάκη. (Τι ιδέα κι αυτή, να έχει το κάθε κεφάλαιο απόλυτα διαφορετικό ύφος!)

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Ποια η θέση του  Οδυσσέα στη λίστα των αγαπημένων σας;

ΕΓΩ : Ψηλά ψηλά, μαζί με την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου τού Προυστ.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Βρίσκετε κοινά ανάμεσα στα δυο βιβλία;

ΕΓΩ :Ξεκινώντας από τη χρονολογία συγγραφής τους, τις δυσκολίες έκδοσής τους, τις διαταραγμένες, ιδιοφυείς προσωπικότητες των συγγραφέων, βρίσκω ακόμη ότι έχουν κοινή την ανατρεπτικότητα, την πολυγνωσία, τη βαθυστόχαστη φιλοσοφία, την αναγνωστική δυσκολία και, φυσικά, τη σημαντική θέση που κατέχουν στην παγκόσμια λογοτεχνία.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Σε προσωπικό επίπεδο τι σημαίνουν αυτά τα δυο βιβλία για σας;

ΕΓΩ :Υπήρξαν το αναγνωστικό απωθημένο μου για πολλά χρόνια και σηματοδότησαν, εφόσον τα διάβασα, τη διανοητική μου ωριμότητα (η οποία δυστυχώς συμπίπτει με την ηλικιακή, η οποία είναι αδιαμφισβήτητη, ενώ η άλλη, η διανοητική, παλεύει να αποδειχτεί).

Αμφότερα, ωστόσο, ομολογώ, χρειάστηκαν κάποια προϋπόθεση για να διαβαστούν τελικά. Ο μεν Προυστ το εικονογραφημένο βιβλιαράκι του Stephane Heuet, ο δε Τζόυς τη σχολιασμένη μετάφραση του Ε. Ανευλαβούς.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θα τα ξαναδιαβάζατε;

ΕΓΩ: Τον Προύστ ήδη. Τον Τζόυς δε νομίζω ότι θα το αντέξω. Ή, μάλλον, ναι, θάθελα να διαβάσω το πρωτότυπο ...σε μια δεύτερη ζωή.

 

 

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Τέλος;


Τέλος =
1)ολοκλήρωση,εκπλήρωση 
2)ωριμότητα 
3)λήξη, θάνατος 
4)σκοπός  
5)εξουσία
6)δασμοί 
7)δικαστική απόφαση
8)θυσίες, 
 μυστήρια
9)στρατιωτικό σώμα.

από το Λεξικό της Πύλης
 για την Ελληνική Γλώσσα


Τι μεσολάβησε άραγε ανά τους αιώνες και από τα ποικίλα και πλούσια νοήματά της η λέξη «τέλος» περιορίστηκε στην αρνητική, φοβική και απεχθή έννοια του θανάτου, του αναπόδραστου, του μη περεταίρω;

Τόσο που να προσπαθούμε να αποτρέψουμε, με κάθε κόστος, το τέλος ακόμη και μιας δυσβάσταχτης σχέσης, ή μιας άθλιας ζωής ενός βαριά ασθενούς; Ενώ γνωρίζουμε πως αυτό που ζούμε είναι άσχημο και ενώ αγνοούμε τι ακολουθεί μετά το τέλος του- ακόμη κι αν δεν γίνεται χειρότερο-, ωστόσο δεν θέλουμε να το αφήσουμε να λήξει. Συμβαίνει μάλιστα συχνά να εθελοτυφλούμε, να αρνιόμαστε το τετελεσμένο, να ζούμε με το φάντασμα αυτού που υπήρξε, μη θέλοντας να αποδεχτούμε το τέλος του -πράξη ανάξια και για μας και για ό,τι όμορφο υπήρξε.

Κι είναι αυτή η άρνησή μας να δεχτούμε το τέλος που μας στερεί συχνά την απόλαυση του παρόντος. Μολύνουμε την ομορφιά ενός ηλιοβασιλέματος με τη σκέψη πως δεν θα το έχουμε σε λίγο, πως δε θα το ξαναδούμε και παλεύουμε να το… απαθανατίσουμε με τις φωτογραφίες. Η αγωνία πως μια όμορφη στιγμή δεν θα επαναληφθεί, πως δεν είναι «για πάντα», μας στερεί αυτή καθαυτή την ευγνώμονα διάθεση της αποδοχής τού εδώ και τώρα. Το ωραίο δεν μας αρκεί, παρά μονάχα ό,τι διαρκεί.

Και πενθούμε για κάτι όμορφο που τελείωσε, αφαιρώντας του όλη την προηγούμενη αξία. Αντιμετωπίζουμε το τέλος του με θυμό, με απογοήτευση, με πίκρα, απομονώνοντας την τελευταία πράξη από όλο το έργο, το οποίο ήταν υπέροχο, αξιοβίωτο, σημαντικό.

Η λέξη «τέλος» δεν τελείωσε, επιβίωσε, αλλά ακριβώς γι΄αυτό  υπέστη μια νοηματική επιλογή. Τι μεσολάβησε, λοιπόν, και αυτό που στο μακρινό παρελθόν της γλώσσας και του ψυχισμού μας σήμαινε ολοκλήρωση, επιτυχία, χαρά, κατέληξε να σημαίνει απώλεια, αποτυχία, θρήνο; (Και, το συναφές, φορολογική καταβολή)

Φταίει μήπως η απομάκρυνσή μας από τη Φύση; Εκεί που μπορείς να δεις τον κύκλο της ζωής, την αέναη κίνηση των πραγμάτων, την εντροπία, τη μετάλλαξη, την εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητα και ανεπαίσθητα «τέλη»; Γιατί υπάρχουν ιθαγενείς φυλές που τον θάνατο δεν τον θρηνούν, αλλά τον γλεντούν. Αυτοί με ταπεινότητα νιώθουν ακόμη ότι υπάγονται σε κοινές νομοτέλειες με το μανιτάρι, τη σαύρα και τον ευκάλυπτο, ενώ εμάς ο τεχνολογικός πολιτισμός μας προσδίδει μια αλαζονική αντίληψη παντοδυναμίας.

Μήπως ευθύνεται η άγνοια πως η η υπαρξιακή μας Υπόσταση, ο Νους μας είναι ένας, πέρα από χώρο και χρόνο και, άρα, τίποτα και κανείς δεν χάνεται, αλλά, με μια έννοια, ενυπάρχει, εμπλουτίζει, συμ-πληρώνει αυτό το ενιαίο σύνολο; Πως είμαστε ένα μικρό μέρος του Όλου στο διηνεκές, οι (μετα)φορείς αποτυπωμάτων παλαιότερων γενεών, που έφυγαν μεν, αλλά και συνεχίζουν; (Άλλωστε, πώς αλλιώς ταξιδεύει η λέξη «τέλος» χιλιάδες χρόνια;)

Είναι μήπως ένα εγγενές αίσθημα απληστίας, αυτό που η θετική του πλευρά μάς έχει κάνει δημιουργικούς, ενώ η αρνητική του μάς καθιστά αχόρταγους, ανικανοποίητους, αχάριστους και το οποίο μεγαλώνει όσο μεγαλώνουν τα πολιτισμικά επιτεύγματά μας, με αποτέλεσμα να επιζητούμε με πάθος να συνεχίσουμε να κάνουμε ακόμη περισσότερα, επιδιδόμενοι σε ένα κυνήγι του ατελείωτου τέλειου;
Μήπως ευθύνεται μια απολεσθείσα θρησκευτικότητα, μια πίστη στο επέκεινα, σε μια μετά θάνατο συνέχεια, σε μια κάποια θεϊκή δικαιοσύνη; (Ωστόσο και οι θρησκόληπτοι δεν φοβούνται και δεν αποφεύγουν λιγότερο το τέλος.)

Δεν γνωρίζω τους λόγους αυτής της επιφανειακά γλωσσολογικής, αλλά ουσιαστικά και κατά βάθος ψυχολογικής συρρίκνωσης του περιεχομένου τής λέξης «τέλος».
Αυτό που μπορώ να πω είναι πως είμαι ευγνώμων για τις σχέσεις που έζησα, για τους φίλους ανά τη γη που γνώρισα κι ας μην τους βλέπω πια. Για τις ιδεολογίες που με ενέπνευσαν κι ας αποδομήθηκαν.
Γι΄αυτά που, όχι, δεν «τελείωσαν», αλλά «τελειώθηκαν».
Κι αποχαιρέτα την Αλεξάνδρεια που χάνεις



ΕΠΙΜΕΤΡΟ: 

Μανώλη Αναγνωστάκη  "Αφιέρωση"

Για τους ερωτευμένους που παντρεύτηκαν
Για το σπίτι που χτίστηκε
Για τα παιδάκια που μεγάλωσαν
Για τα πλοία που άραξαν
Για τη μάχη που κερδήθηκε
Για τον άσωτο που επέστρεψε

Για όλα όσα τέλειωσαν
χωρίς ελπίδα πια.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: "Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή..."




 












 ( Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης - Μουσική: Μάνος Λοΐζος)

Άσε με να σου μιλήσω γι’ αυτές τις «χαμένες» ζωές. Κάποιες σκιές τους υπάρχουν ακόμη ανάμεσά μας. Τόσο κοντά, τόσο πρόσφατα τα Πέτρινα Χρόνια κι ας έχουν γίνει ιστορία, παρελθόν που εορτάζεται επετειακά.

Σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί…
Να σου πω για την κυρα Ειρήνη, που νεαρό κορίτσι βγήκε στο αντάρτικο, έκανε ένα παιδί κι έπειτα όταν φυλακίστηκε το άφησε πίσω της για να το βρει άντρα όταν βγήκε. Άντρα αγνώριστο, άμοιαστο με την ίδια και τη φιλοσοφία της, σα να μην ήταν γιος της.
Τώρα στη μαύρη αρρώστια ανάξια πλερωμή…
Για τον κυρ Παντελή, που έκανε Μακρόνησο και δεν υπόγραφε «δήλωση μετανοίας».  Η γυναίκα του γκρίνιαζε, τον έβριζε.  Όταν βγήκε μετά από επτά χρόνια, η γυναίκα του είχε άλλον άντρα και η κόρη του άλλον πατέρα. Άρρωστος, τσακισμένος από τα βασανιστήρια, πικραμένος, έψαχνε να βρει μια δουλειά να πορευτεί, μόνος.
Σκυφτός στα καφενεία, στους δρόμους σκεφτικός…
Ο Δάσκαλος, τόχε καημό, πέρασαν τόσα χρόνια, αντάρτικο, φυλακές, εξορίες, ήτανε παλικάρι και γέρασε, και δεν είχε μια γυναίκα να γλυκάνει τη μοναξιά του. Λεύτερος πια, στα εξήντα του, βρήκε μια καλή «περιστέρα» όπως την έλεγε και βιάζονταν να ξοφλήσει όσα χρώσταγε στον εαυτό του τα χρόνια που του απόμεναν.
Μα χτες μες στην πορεία, περνούσες γελαστός…
Η Ελένη, γέννησε το παιδί της στις φυλακές, εκεί μεγάλωσε με τις συγκρατούμενες. Όταν βγήκαν, από τους τελευταίους,  το παιδί έγινε ζωγράφος που ζωγράφιζε κάγκελα, κάγκελα παντού.
Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε…
Ο κυρ Παύλος ήταν από τους τυχερούς. Δεν φυλακίστηκε, δεν εξορίστηκε. Μόνο συχνά πυκνά τον καλούσαν στην ασφάλεια  και τον πίεζαν με απειλές να υπογράψει, να καταδώσει.   Πάλεψε να κάνει ένα παγωτατζίδικο και του τόσπασαν τρεις φορές. Τα πήρε στον ώμο και έγινε πλανόδιος. Είχε πάντα πίσω του ένα χαφιέ που τον ακολουθούσε βρέξει χιονίσει.
μα η ζωή η λεχώνα ελπίδες γέννησε…
Την Έλλη την πήραν κορίτσι στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ. Όμορφη, ερωτευμένη με τόσα όνειρα για το μέλλον. Στις φυλακές οργάνωσε χορωδίες, θέατρα, δεν τόβαζε κάτω. Η μάνα της την πίεζε να υπογράψει, το ίδιο και το αγόρι της. Η Έλλη βγήκε τελευταία από τις φυλακές. Η μάνα της είχε πεθάνει και το αγόρι της είχε κουραστεί να την περιμένει.
Ποτέ δε λες η μοίρα πως σε αδίκησε, μα μόνο η ιστορία αλλιώς σου μίλησε…
Μαθαίναμε για τα βασανιστήρια που της έκαναν και ανατριχιάζαμε. Εφιάλτης. Δεν το πιστεύαμε πως θα έβγαινε ζωντανή, ήταν μικρό κορίτσι.  Όταν λευτερώθηκε με τη μεταπολίτευση, ένας ζωντανός θρύλος, περιμέναμε να μιλήσει, να τα πει. Όλοι τη ρωτούσαν. Δεν μίλησε ποτέ. Ούτε και στα βιβλία που έγραψε μίλησε γι’ αυτά που πέρασε μέσα στην κόλαση. Η όμορφη Ιωάννα με το διαπεραστικό βλέμμα δεν πολιτεύτηκε ποτέ.

Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή…

Ο Θοδωρής, η γλυκιά αυτή ψυχή, από μικρό παιδί στο αντάρτικο, στην ΕΠΟΝ, στα κρατητήρια, στην εξορία. Ένας από τους λίγους επιζήσαντες από το ναυάγιο της Χειμάρας. Εκείνο, που το 1947 πήρε στο θάνατο μαζί,  τους πολιτικούς κρατούμενους και  τους χωροφύλακες που τους συνόδευαν στην εξορία.
…τ’ όνειρό σου ανασαίνω και το κάθε σου ΓΙΑΤΙ;
 
aplotaria.gr    16/11/2016

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Τρία μαθήματα ζωής από τον Ουμπέρτο Έκο

aplotaria.gr   29/3/2016


Κάποιοι δάσκαλοι μπορεί να μην ήταν οι αγαπημένοι σου. Καθώς περνούν τα χρόνια ωστόσο, διαπιστώνεις ότι σε σημάδεψαν και σου έμειναν αξέχαστοι. Ο Ουμπέρτο Έκο παραήταν εγκεφαλικός για τα γούστα μου. Χρωστώ όμως σε αυτόν τρία σημαντικά μαθήματα ζωής:

Μάθημα Πρώτο: «Ηρέμησε φίλε, είναι μόνο μια λίστα με ψώνια!»

Ο ήρωας βρίσκει ένα μυστηριώδες, σχισμένο χειρόγραφο. Αρχίζει να κάνει συνδέσεις και υποθέσεις με πρόσωπα και πράγματα, φαντασιώνεται απειλές, σατανικά σχέδια, συμπαντικές συνωμοσίες. Μπλεγμένος και σαλεμένος, κάνει τη ζωή του άνω κάτω, για να αποδειχθεί στο τέλος ότι επρόκειτο απλά για μια λίστα με ψώνια!
Ο εγκέφαλός μας παίζει παιχνίδια, συχνά πολύ σοβαρά. Η εμπιστοσύνη που του δείχνουμε ως μεταφραστή της πραγματικότητας μάς εκθέτει και εμποδίζει την ψύχραιμη αντιμετώπιση της ζωής. Δημιουργούμε φαντάσματα και τέρατα που δεν υπάρχουν. Καταστρέφουμε τις σχέσεις μας, χάνουμε την ηρεμία μας, βιώνουμε προσωπικά δράματα, στηριγμένοι σε παρανοΐκά (παρανόησης και παράνοιας) δεδομένα.
Έλα όμως που μόνο αυτό το λειψό μέσο πρόσβασης στην πραγματικότητα διαθέτουμε, τι να κάνουμε; Μπορούμε να αυτο-δυσπιστούμε. Προβλέπεται αυτή η λειτουργία, ας την χρησιμοποιούμε πιο συχνά. Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε «δράματα διαστάσεων» ας εξετάζουμε με ψυχραιμία το ενδεχόμενο να είναι απλά… μια λίστα με ψώνια. Είναι και το πιο πιθανό άλλωστε.

Μάθημα Δεύτερο: «Ώρα – ωραίο – ώριμο»

Ο ήρωας, ένα μικρό αγόρι, φοβάται να εμπλακεί σε ένα πετροπόλεμο και στη δύσκολη στιγμή αφήνει την παρέα του. Αυτή η δειλία θα τον σημαδέψει τόσο που, προσπαθώντας αργότερα να την ανασκευάσει, προκαλεί έναν άστοχο πετροπόλεμο και πληγώνεται σοβαρά. Με ένα ανεξίτηλο σημάδι στην ψυχή και στο κεφάλι, ως ενήλικας πια, κατανοεί ότι όταν η ζωή σού παίζει τα όργανα εσύ τότε πρέπει να χορέψεις, αλλιώς, τόχασες το γλέντι. Και ή που θα θρηνείς για τη χαμένη ευκαιρία, ή που θα προβείς σε άκαιρες ενέργειες που όμως δεν θάχουν καθόλου πλάκα. Στην ώρα του το ώριμο και το ωραίο.

Μάθημα Τρίτο: «Το δικαίωμα στην αμηχανία»

Ζητούσαν από τον Ουμπέρτο Έκο να πάρει θέση στο ζήτημα της νομιμοποίησης των «μαλακών» ναρκωτικών, αναμένοντας από μια φιλελεύθερη προσωπικότητα σαν κι αυτόν να τοποθετηθεί αναλόγως. Εκείνος τότε δημοσίευσε ένα άρθρο, όπου, αφού με χαρακτηριστική ευφυΐα επιχειρηματολογούσε υπέρ και της μιας και της άλλης άποψης, ζητούσε να του επιτραπεί να μην έχει γνώμη.
Εάν δεν σε ικανοποιεί ούτε η μια, ούτε η άλλη άποψη, θέση, ιδέα, στάση, γιατί να μην μπορείς να μείνεις στο «αμήχανο μεταξύ», χωρίς να σε κατακρίνουν ως δειλό ή ως ευθυνόφοβο, χωρίς να σε απομονώνουν και να σε καχυποψιάζονται οι πάντες επειδή δεν «ανήκεις» κάπου; Η στάση αυτή προϋποθέτει θάρρος και περίσκεψη, μπορεί δε κάλλιστα να συνάδει με την αλήθεια, η οποία συχνάζει στο «μεταξύ».

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ :"... Κι εγώ κομμάτι αμμουδιάς"


 http://www.aplotaria.gr/eat-esa-chatoglou/


                                                           Η σιδερένια πόρτα του ΕΑΤ – ΕΣΑ
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά 
 Γ.Σεφέρης

 
Ήτανε γίγαντας ο κυρ Βασίλης. Όχι επειδή ήμουν μικρή κι έτσι μου φάνταζε. Ήταν στ’ αλήθεια. Θεόρατος, με όλα τα χαρακτηριστικά του μεγάλα. Πανύψηλος, με μεγάλα άκρα, μεγάλο κεφάλι, μεγάλα γαλάζια μάτια κι ένα τεράστιο στόμα.
Όταν τον γνώρισα ήταν τσακισμένος, σακατεμένος από τα βασανιστήρια. Του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη, τα άκρα, τη μύτη, είχε σοβαρά τραύματα στο κεφάλι, περπατούσε δύσκολα, καμπούριαζε, ο πατέρας μου έλεγε πως ήταν αγνώριστος ο Βασίλης, ο μισός πια και παραμορφωμένος. Εγώ πάντως τον έβλεπα γίγαντα.
Οι δικοί μου μιλούσαν συχνά γι’ αυτόν, για τις μάχες που έδωσε στα βουνά ενάντια στο γερμανικό, στον ιταλικό και τον εγχώριο φασισμό. Παλικάρι ακούραστο, ανίκητο, ηγέτης σκληρός, καβάλα στο άλογό του μπορούσε να τα βάλει με στρατό ολόκληρο. Στη χούντα τον έπιασαν κι εξάντλησαν επάνω του όλη τη λίστα των βασανιστηρίων. Βράχος ο Βασίλης. Στο τέλος, κουρέλι πια, τον πέταξαν έξω από την Μπουμπουλίνας, δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν πάνω σ’ αυτό το κορμί. Μισοπεθαμένος πήγε στη Μόσχα κι εκεί τον νεκρανάστησαν.
Ήταν ακόμη χούντα και παρανομία όταν ήρθε σπίτι μας να κρυφτεί, μιας και δεν έπαψαν να τον κυνηγούν και να τον παρακολουθούν. Με πολλούς κινδύνους έφερε μαζί του κάτι βιβλία και ζήτησε από τη μάνα μου να τα κρύψει. Οι γονείς μου ήταν αγράμματοι, σπάνια έβλεπα βιβλία εκτός από τα σχολικά, κι αυτό με έκανε να τον λατρέψω. Κάποια μέρα, η μάνα μου τρομοκρατημένη, πήγε στην αυλή, άνοιξε το καπάκι τής αποχέτευσης και τα πέταξε μέσα.
Τον κυρ Βασίλη δεν τον ξανάδα. Όμως δεν έπαψα ποτέ να ακούω να μιλούν γι’ αυτόν με δέος και θαυμασμό. Κι ανάμεσα στα άλλα, κάτι ψιθύριζαν για έναν έρωτα ναυαγισμένο, εκεί, στου βουνού τα μετερίζια, για μια συντρόφισσα που τον απέρριψε, ενώ αυτός ποτέ δεν έπαψε να την αγαπά.
Τη γνώρισα. Κρυβόταν κι αυτή σπίτι μας έναν καιρό. Κορίτσι μπήκε στις φυλακές Αβέρωφ και βγήκε γυναίκα, με μάτια θλιμμένα, φορτωμένη μια μοναξιά. Σε όλη της τη ζωή.
Κι ο κυρ Βασίλης το ίδιο, μόνος πάντα. Μια μέρα μού τραγούδησε. Δεν ξέχασα ποτέ το τραγούδι του, το τραγουδώ ακόμη, κι ας μην το άκουσα ποτέ άλλοτε. Το τραγουδώ και κλαίω. Γιατί κι εκείνος βούρκωνε καθώς τόλεγε. Ο Βασίλης, ο σκληρός, ο αλύγιστος, ο γίγαντας.

Θάλασσας κύμα μοιάζεις
κι εγώ κομμάτι αμμουδιάς
κι εγώ κομμάτι αμμουδιάς.
Θέλω να σε ξεχάσω
μα την καρδιά μου πάντα πονάς
μα την καρδιά μου πάντα πονάς.
Κλάψε φτωχή μου καρδιά
κλάψε να βρεις γιατρειά
ντροπή δεν είναι στον άντρα
να κλαίει γι αγάπη παλιά.



Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ :Δημιουργικότητα; Ευχαριστώ, δεν θα πάρω!




"...και για όλα τα άλλα μοχθούν με βάσανα και κινδύνους όλη τους τη ζωή και χαίρονται ελάχιστα απ'όσα έχουν,αφού πάντοτε αποκτούν άλλα, μη νομίζοντας γιορτή άλλη από την εκτέλεση των δεόντων, γιατί την ησυχία της απραξίας τη θεωρούν μεγαλύτερη συμφορά από την επίπονη ασχολία. Ώστε,αν μ'ένα λόγο έλεγε κανείς γι'αυτούς ότι η φύση τους είναι να μην έχουν ούτε οι ίδιοι ησυχία ούτε τους άλλους ν'αφήνουν ήσυχους, θα έλεγε την αλήθεια"
 ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ (για τους Αθηναίους) Ι,70

Είναι πολυπαινεμένη, είναι βασική επιδίωξη της εκπαιδευτικής πράξης, είναι παράγων εξέλιξης και προόδου, τέχνης και επιστήμης, είναι προσόν, είναι η Δημιουργικότητα. Και είναι ο δαίμονας της Τασμανίας μέσα μου.
Δεν πρόκειται για τον μερακλή, τον δεξιοτέχνη που στέκεται με τις ώρες σε μια λεπτομέρεια και τελειώνει ένα έργο σε απεριόριστο χρόνο, αλλά για τον πολυπράγμονα, εφευρετικό, ενεργητικό, τελειομανή δημιουργικό άνθρωπο που τελειώνει απεριόριστες δουλειές.
Ο δημιουργικός αυτός άνθρωπος δεν ησυχάζει ποτέ.
Μέρα και νύχτα το μυαλό (επεξ)εργάζεται, φτιάχνει σενάρια, γεννά ιδέες, οργανώνει και βρίσκει λύσεις, τακτοποιεί, διεκπεραιώνει. Ξυπνά τη νύχτα (αν κοιμάται καθόλου) και σημειώνει πολύτιμες λίστες και εμπνεύσεις, καθήκοντα και λεπτομέρειες.
Η δημιουργικότητά του είναι αυτοσκοπός. Είναι τρόπος ζωής. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχουν προβλήματα και ανάγκες για να αντιμετωπιστούν. Ο δημιουργικός άνθρωπος τα σκαρφίζεται από μόνος του. Δίνεται, παθιάζεται αφιερώνει όλη του την ύπαρξη σε αυτά που τον κατατρέχουν και τα οποία αποκτούν γι αυτόν διαστάσεις κοσμικής σημασίας, είναι το επίκεντρο του κόσμου. Μια... Μάρθα που "μεριμνά και τυρβάζει περί πολλά, ενός δ' εστι χρεία".
Και το χειρότερο είναι ότι δεν το απολαμβάνει. Ό,τι κάνει το κάνει με άγχος, βιάζεται και βιάζει, θέλει να γίνει εδώ και τώρα αυτό που σκαρφίστηκε, διότι οι ιδέες και τα οράματα συνωστίζονται τόσο πιεστικά στον εγκέφαλό του, που πρέπει να κλείνει το ένα για να καταπιαστεί με το επόμενο. Και το επόμενο. Και το επόμενο. Δεν έχει την πολυτέλεια να κάτσει και να απολαύσει αυτό που πέτυχε. Ίσως άλλοι να χαρούν το έργο του, αυτός όμως όχι. Το «τώρα» δεν υπάρχει γι αυτόν. Το «μετά» κυνηγά.
Αλίμονο στους συνεργάτες του. Έχουν να κάνουν με μια ακατάπαυστη μηχανή, ένα τέρας δράσης. Κάποιοι θα τον αξιοποιήσουν, κάποιοι θα τον εκμεταλλευτούν. Μπορεί να τον θαυμάσουν ή να τον φοβηθούν, να τον φθονήσουν και να τον καχυποψιαστούν. Δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι όλη αυτή η ενέργεια δεν γίνεται σκόπιμα, για επίδειξη, για ανάδειξη, για υλικούς ή άλλους παρόμοιους στόχους. Όσοι προσπαθήσουν να συνεργαστούν μαζί του, αποκλείεται να ακολουθήσουν το ρυθμό του. Ή θα κάθονται να τον θαυμάζουν αμήχανοι, ή θα του βάλουν εμπόδια να τον σταματήσουν, ενοχλημένοι από τις ανατρεπτικές του παρεμβάσεις. Δεν τους δίνει το χρόνο να σκεφτούν και να κατανοήσουν τα απρόσμενα σχέδιά του.
Κι αυτός, παίρνει πάνω του τα πάντα. Γίνεται συγκεντρωτικός, γιατί δεν μπορεί να περιμένει να βρει κάποιος, κάπου, κάποτε μια λύση. Αυτός την έχει ήδη, μαζί με δεκάδες άλλες ιδέες, τις οποίες μάλιστα μπορεί να τις υλοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο μόνος του, γρήγορα και αποτελεσματικά.
Ο δημιουργικός άνθρωπος συνήθως πορεύεται μόνος. Συνήθως πληγώνεται.
Κάποτε φεύγει. Κι αφήνει πίσω του μετέωρα όλα όσα μέχρι τότε κρατούσε στους ώμους του. Όλους όσους συνήθισαν να στηρίζονται σ΄αυτόν. Μια καινούργια πρόκληση του έκλεισε το μάτι, δεν μπορεί παρά να την ακολουθήσει.
Έτσι ζει τη ζωή του, κυνηγώντας τον χρόνο για να προφτάσει να κάνει όσα θα χρειάζονταν δέκα ζωές. Ασταμάτητος. Ανήσυχος. Ανυπόμονος. Στην περίπτωσή του το Ε στην εξίσωση της Σχετικότητας ( Ε= mc²) δεν δηλώνει Ενέργεια, αλλά Έκρηξη.
Ώσπου κάτι τον σταματά. Η υπερκόπωση. Τώρα θα πρέπει να αλλάξει ρυθμούς. Να αλλάξει φιλοσοφία, τρόπο σκέψης, τρόπο ζωής. Θα παλεύει από δω και στο εξής με αυτή την αντίφαση. Να μελετά το βουδισμό και το «Δικαίωμα στην τεμπελιά», την ίδια ώρα που το σαράκι της δημιουργικότητας τού σφυρίζει κλέφτικα.


"Ξάφνου έρχεται η αποδέσμευση και τα ελεύθερα πνεύματα με έπαρση πουλιού βλέπουν μια τεράστια πολυπλοκότητα κάτω τους και γίνονται η αντίθεση εκείνων που ανησυχούν για πράγματα που δεν τους αφορούν. Το ελεύθερο πνεύμα ασχολείται τώρα μόνο με πράγματα (και πόσο πολλά είναι!) που δεν το ανησυχούν πια"
Νίτσε




 aplotaria, 13/9/2014

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Τα ερείπια θρηνούν πιο γοερά

(aplotaria.gr, 29/5/14) 

 

                                                                                                                     Make love not war!


(«No one knows what it’s like to be the bad man…» J. Pinkman)

Είχα πάντα στο νου μου τη Γερμανία σαν τον κακό τού έργου. Που ευθύνεται για τον πόλεμο, για τις φρίκες που έζησε η ανθρωπότητα, για τα δράματα χωρών και ατόμων παγκοσμίως. Και από μια συναισθηματική αφέλεια φανταζόμουν την ίδια να μένει αλώβητη από αυτό τον όλεθρο.
Το τέλος του Πολέμου βρήκε τη Γερμανία διαλυμένη. Πολλές πόλεις καταστράφηκαν ολοσχερώς και ξαναχτίστηκαν από την αρχή μέσα από μια γενική και διαρκή ανοικοδόμηση. Εκκλησίες, δημόσια κτίρια, κατοικίες θαυμαστής αρχιτεκτονικής έχουν αποκατασταθεί με ακρίβεια. Ωστόσο, υπάρχουν κάποια σημάδια του πολέμου που δεν σβήστηκαν, κάποιες πληγές που μένουν ακόμη σκόπιμα ανοιχτές, για να θυμίζουν ό,τι δεν πρέπει ποτέ να ξεχαστεί.
Καμένες εκκλησίες που χάσκουν μέσα στο κέντρο των μεγαλουπόλεων, στοιχειωμένα εβραϊκά νεκροταφεία στις πλατείες και στις παιδικές χαρές, μαυρισμένοι τοίχοι και μπαρουτοκαπνισμένα ντουβάρια- σα λάθος κομμάτια στο παζλ της σύγχρονης πόλης. Θες δεν θες, θα τα δεις. Δεν περιμένουν να έχεις την ευαισθησία για να πας μια επίσκεψη στο Νταχάου, τα βλέπεις καθημερινά.
Φυσικά, υπάρχουν παντού, άπειρα αντιπολεμικά Μνημεία, Μουσεία, Στρατόπεδα συγκέντρωσης, χώροι που διαμορφώθηκαν για να ενημερώνουν και να ευαισθητοποιούν. Όμως, τα ερείπια θρηνούν πιο γοερά.
Η Ιστορία, από τη στιγμή που μπαίνει στα μουσεία, είναι νεκρή. Αν είναι κάτι να παραμείνει ζωντανό, να μιλά και να διδάσκει, αυτό θα γίνει μόνο στο φυσικό του περιβάλλον. Τα μουσεία είναι καλά για τους τουρίστες.

 

Aegidienkirche – Hannover

Εδώ, κάθε 6 Αυγούστου, στις 8.15 πμ., μέρα και ώρα της ατομικής έκρηξης, μια αντιπροσωπεία της αδελφής πόλης της Χιροσίμα έρχεται και χτυπά την Καμπάνα της Ειρήνης.

Φωτο αρχείου με την Aegidienkirche ανάμεσα σε άλλα ερείπια

 







Μέρη του Τείχους του Βερολίνου, 
που διχοτόμησε τη Γερμανία (1961-1989)
 παραμένουν στη θέση τους






Αφήνοντας το βομβαρδισμένο πυργίσκο σκόπιμα να κραυγάζει, υποστήριξαν την γκρεμισμένη εκκλησία με ένα μοντέρνο οκτάγωνο κτίσμα

 









 

Βερολίνο – Gedachtniskirche
Αφήνοντας το βομβαρδισμένο τρούλο σκόπιμα να κραυγάζει,
 υποστήριξαν την γκρεμισμένη εκκλησία 
με ένα μοντέρνο οκτάγωνο κτίσμα.
Oμαδικός τάφος στο Μπέργκεν - Μπέλσεν - από τους πολλούς- με 5000 νεκρούς!










Oμαδικός τάφος στο Μπέργκεν- Μπέλσεν – ένας
 από τους πολλούς- με 5000 νεκρούς!
"κοπέλλες του Μπέλσεν, μην είδατε την αγάπη μου;.." - η Άννα Φρανκ και η αδερφή της πέθαναν εδώ
«κοπέλλες του Μπέλσεν, μην είδατε την αγάπη μου;..» –
 η Άννα Φρανκ και η αδερφή της πέθαναν εδώ

Nikolaicapeli - σε κεντρική πλατεία του Αννόβερου
Nikolaicapeli – σε κεντρική πλατεία του Αννόβερου
Oμαδικός τάφος στο Μπέργκεν - Μπέλσεν - από τους πολλούς- με 5000 νεκρούς!
Εβραϊκοί τάφοι στο πεζοδρόμιο


Συγκινητική (υπο)στήριξη- 
Εβραϊκοί τάφοι σε πάρκο του Αννόβερου




Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Το Χάμελιν υπάρχει!



 http://www.aplotaria.gr/hameln-chatoglou/





Γερμανικά γράφεται Hameln και προφέρεται Χάμελ. Πρόκειται για το γνωστό Χάμελιν του παραμυθιού και… υπάρχει! Είναι μια κωμόπολη στην κεντρική Γερμανία. Το παραμύθι έχει όντως γεωγραφική υπόσταση! Επισκέφτηκα το Χάμελ και μαγεμένη περπάτησα μέσα στους δρόμους του.
Για όσους δεν το γνωρίζουν, πρόκειται για το πανέμορφο παραμύθι «Ο αυλητής του Χάμελιν»: Η μικρή μεσαιωνική πόλη αντιμετώπιζε τρομερό πρόβλημα με τα ποντίκια, ώσπου ήρθε ένας μυστήριος τύπος και με το μαγικό του αυλό τα παρέσυρε και τα έπνιξε στο ποτάμι. Ο δήμαρχος όμως αρνήθηκε να του δώσει την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει. Τότε ο αυλητής με τη μαγική του μουσική παρέσυρε τα παιδιά της πόλης και τα εξαφάνισε για πάντα.
Είναι ένα παραμύθι με διαχρονικό δίδαγμα – κυρίως για τους δημάρχους.
Το Χάμελ ζει και υπάρχει μέσα από αυτό το μύθο. Τα ποντίκια και ο αυλητής είναι παντού: στο Μουσείο, στα εστιατόρια, στα μαγαζιά, στις πλάκες της πλατείας, στα αγάλματα. Κι όταν το ρολόι της εκκλησίας χτυπά μία το μεσημέρι, προβάλλει ο αυλητής με τα ποντίκια να τον ακολουθούν, κι έπειτα ο ίδιος με τα παιδιά του χωριού. Το 2009 οι κάτοικοι γιόρτασαν πανηγυρικά την επέτειο των 725 χρόνων του ιστορικού γεγονότος.
Λίγα χιλιόμετρα από το Χάμελ είναι το Bodenwerder, το χωριό του Βαρώνου Μυνχάουζεν. Αυτή η αρχηγική φιγούρα της ψευτιάς έζησε στ΄αλήθεια! Υπάρχει το σπίτι του, το καφενείο όπου αράδιαζε τις ιστορίες του, το μουσείο και σύμβολα από τα παραμύθια του παντού. Το Bodenwerder δεν θα υπήρχε χωρίς τον Μυνχάουζεν.
Φυσικά υπάρχει και η Βρέμη, από το γνωστό παραμύθι «Οι μουσικοί της Βρέμης», καθώς και πολλά άλλα. «Ο δρόμος των παραμυθιών», είναι μια διαδρομή στη Γερμανία, η οποία διασχίζει 60 περιοχές, που έχουν σχέση με τους αδερφούς Γκριμμ και την έρευνά τους στις αρχές του 19ου αιώνα πάνω στα λαϊκά, παραδοσιακά παραμύθια. Αυτοί ευθύνονται για τη Σταχτοπούτα, τη Ραπουνζέλ, τη Χιονάτη και για τα περισσότερα από τα γνωστά μας παραμύθια.
Οφείλω λοιπόν να προσθέσω σε ένα προηγούμενο άρθρο μου («Ο Αη Βασίλης και η πιπίλα»,) πλάι στην παρηγορητική λειτουργία του παραμυθιού, τη διδακτική (που δεν αμφισβητείται) και την ιστορική. Τα παραμύθια είναι ένας τρόπος διατήρησης της ιστορικής μνήμης και της ταυτοποίησης ενός τόπου και ενός λαού. Ίσως να μην είναι τόσο επιστημονική μέθοδος, αλλά αν κάποιος ισχυριστεί ότι δεν καταγράφουν την αλήθεια, τότε θα εκφράσω την αντίρρησή μου για το κατά πόσο το κάνει αυτό η επίσημη ιστορία. Τουλάχιστον τα παραμύθια το κάνουν με τρόπο σαφώς πιο ελκυστικό και σίγουρα πιο καλαίσθητο.



Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Ο Αη Βασίλης και η πιπίλα

aplotaria.gr.Δεκέμβρης, 2013


Δεν ξέρεις καημένε τη λαϊκή ψυχή.
Οι λαοί πιστεύουν πιότερο τ’ αυτιά τους, παρά τα μάτια τους.
Πιότερο το μύθο παρά τα γεγονότα.
Πιότερο τη φαντασία τους από τη κρίση τους…
                 Κ . Βάρναλης (μονόλογος του Μώμου)


Ο Αη Βασίλης είναι μια κυρίαρχη, παγκόσμια παραμυθική μορφή που επιμένει να συντηρείται με μια κοινή συνωμοσία μικρών και μεγάλων.  Κάποιοι προσπαθούν να τον «σκοτώσουν», προκειμένου να μην καλλιεργούν ψευδαισθήσεις στα παιδιά.
 Κάποιες κακιώνουν  στη Σταχτοπούτα και  στον πρίγκιπα Βάτραχο, γιατί κληροδοτούν ψευδείς ελπίδες και προσμονές σε μια σκληρή και άδικη κοινωνία, προετοιμάζοντας ένα ψυχολογικό έδαφος τραγικής απομυθοποίησης για την ενήλικη προσγείωση.
Έχω κι εγώ κακιώσει με τη Σταχτοπούτα. Ναι, εγώ , που δεν είμαι απλά μέλος, αλλά στέλεχος του κλαμπ, έχω κακιώσει κατά καιρούς με τα παραμύθια. Είναι τότε που πονάει η διάψευση, τότε που η πραγματικότητα δεν σου αφήνει περιθώρια να ελπίσεις πια και λες καλύτερα να μην με είχανε «παραμυθιάσει»! Εκείνο το « Έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» κάθεται αχώνευτο στο στομάχι όσα χρόνια κι αν περάσουν…

Τα παραμύθια, λοιπόν, στο εδώλιο με την κατηγορία  της εξαπάτησης κατ’ εξακολούθηση.

« Παραμυθία» αρχικά σήμαινε «παρηγοριά», εκείνα δηλαδή  που έλεγαν στο προσκέφαλο ενός άρρωστου. Συνεκδοχικά, αφού αναγκαστικά ψεύδονταν , κατέληξε να σημαίνει την ψεύτικη, τη φανταστική ιστορία.
Στη βάση του παραμυθιού κρύβεται η παρηγοριά μπροστά στον Φόβο. Είναι μια ανάγκη που ξεκινά από φυλογενετικά παλαιότερες  δομές του νευρικού μας συστήματος. Γι αυτό και όσο πιο πρωτόγονοι οι λαοί τόσο πιο ενσωματωμένα στη ζωή τους είναι τα παραμύθια       ( όπως οι Αβορίγινες).  Λαοί που ποτέ δεν συναντήθηκαν βρέθηκε να έχουν ίδιους μύθους, γιατί το παραμύθι  παρηγορεί τους κοινούς ανθρώπινους Φόβους. Έχει ιερότητα το παραμύθι. Ο Πλάτωνας  μπορεί να λοιδόρησε  τους «γραώδεις μύθους», αλλά  τα έργα του είναι γεμάτα από αυτούς και δε δίστασε να εξορίσει από την ιδανική Πολιτεία του  τον Όμηρο, διότι απομυθοποιούσε τους θεούς και τους ήρωες και κλόνιζε έτσι το σεβασμό και τη σύνεση των πολιτών.   
         
          Έπειτα, είναι και τα παραμύθια των μεγάλων.  Η Θρησκεία, η Πολιτική, η Επιστήμη, η Τέχνη – εναλλακτικές μορφές παρηγορίας των Φόβων μας και τόνωσης των ελπίδων μας, έρχονται να ξορκίσουν  το άγχος για τον θάνατο,  την αδικία, την άγνοια, την αβεβαιότητα, το πεπρωμένο.  
             Σε κάποια πράγματα ο άνθρωπος δεν φαίνεται να ωριμάζει. Τα παραμύθια είναι η πιπίλα μας. Ποιος γονιός αντιστάθηκε στην αποτελεσματικότητά της ; Όσο κι αν κατηγορήθηκε, είναι βέβαιο ότι  γαληνεύει το παιδί. Κι αν δεν πάρει πιπίλα, θα βάλει δάχτυλα, θα μασουλά το στήθος της μάνας με τις ώρες, ή την κουβέρτα ή το αυτί του αρκουδιού. Η ανάγκη της παρηγορητικής  λειτουργίας της πιπίλας  παραμένει  ακόμη κι όταν την κόψει- βιαίως πάντα.   Ίσως να κρύβεται πίσω από τη βουλιμία, τον αλκοολισμό, την ονυχοφαγία, το κάπνισμα.
               Διάφοροι ανατολικοί φιλόσοφοι θεωρούν  τον Φόβο  το χειρότερο δηλητήριο της ευτυχίας. Και προσπαθούν μέσα από μια αποδόμηση του Φόβου να απαλλάξουν το άτομο από κάθε «πιπίλα» - ελπίδα, νόημα, καταξίωση, αποδοχή, επιτυχία, οικογένεια, έρωτα , ομορφιά,  παράδοση, υλικά αγαθά.  Συνήθως το αποτέλεσμα είναι να δεσμεύσουν τους «πιστούς» σε ομάδες, γκουρού και τελετουργίες. Δύσκολα πείθουν τους ανθρώπους  «με το μηδέν και το άπειρο να συμφιλιωθούνε».     ( Καημένε Καρυωτάκη…)
              Τα παραμύθια επιμένουν. Γιατί επιμένουν οι Φόβοι μας.
Όσο δεν μπορούμε  να αντιμετωπίσουμε με σοφία το τέλος, τον πόνο, την αδικία, την ασχήμια, τη φθορά, την αποτυχία, την κακία, τη σύγκρουση, την αντίφαση,  την απουσία νοήματος, την απουσία «Εγώ», δεν θα πάψουμε να καταφεύγουμε στην παραμυθία της «πιπίλας».

              Δεν είναι τα παραμύθια  που μας κάνουν αδύναμους, είναι που είμαστε αδύναμοι και καταφεύγουμε σε αυτά.