Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλοσοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Κ.ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ: Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας


Εκδοση Κέδρος, 2008. 
Μεταφ.ΧΑΛΙΚΙΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ - ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ - ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗ ΓΙΟΥΛΗ



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ

  • Η επιστροφή στον Μαρξ είναι αδύνατη, διότι, με το πρόσχημα της πιστότητας στον Μαρξ και για την πραγματοποίηση αυτής της πιστότητας, από την αρχή κιόλας παραβιάζει ουσιαστικές αρχές που είχαν τεθεί από τον ίδιο τον Μάρξ. Ο Μαρξ υπήρξε ο πρώτος που έδειξε ότι η σημασία μιας θεωρίας δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την ιστορική και κοινωνική πρακτική στην οποία αντιστοιχεί, στην οποία προεκτείνεται ή της οποίας εξυπηρετεί τη συγκάλυψη.

  • Ο Μαρξισμός του Μαρξ δεν ήθελε και δεν μπορούσε να είναι μια θεωρία σαν τις άλλες, αμελώντας το ρίζωμά του στην ιστορία και την ιστορική του συνήχηση. Το πρόβλημα δεν ήταν πια “να ερμηνεύσουμε αλλά να αλλάξουμε τον κόσμο” και το πλήρες νόημα της θεωρίας είναι, σύμφωνα με την ίδια τη θεωρία, αυτό που διαφαίνεται μέσα στην πρακτική την εμπνευσμένη από τη θεωρία.

  • Έχοντας ξεκινήσει από τον επαναστατικό μαρξισμό, φτάσαμε στο σημείο όπου έπρεπε να διαλέξουμε ανάμεσα στο να μείνουμε μαρξιστές ή στο να μείνουμε επαναστάτες.

  • Η πίστη σε μια ολοκληρωμένη και άπαξ δια παντός κεκτημένη αλήθεια (και επομένως επιδεκτική κατοχής από κάποιον ή κάποιους) είναι μια από τις βάσεις της ένταξης στον φασισμό και τον σταλινισμό.

  • Η αναγκαστικά διπλή αυταπάτη της κλειστής θεωρίας είναι ότι ο κόσμος έχει γίνει ήδη από πάντα, και ότι η σκέψη μπορεί να τον συλλάβει. Η κεντρική όμως ιδέα της επανάστασης είναι ότι η ανθρωπότητα έχει μπροστά της ένα πραγματικό μέλλον και ότι αυτό το μέλλον δεν πρέπει μόνο να το σκεφθούμε αλλά και να το φτιάξουμε. Αυτός ο μετασχηματισμός του μαρξισμού σε ολοκληρωμένη θεωρία περιείχε τον θάνατο της αρχικής επαναστατικής του έμπνευσης.

  • Η ολική τάξη και η ολική αταξία δεν αποτελούν συνιστώσες του πραγματικού, αλλά οριακές έννοιες που αφαιρούμε από αυτό και μάλλον καθαρές κατασκευές, οι οποίες λαμβανόμενες απόλυτα, γίνονται μη νόμιμες και ασυνάρτητες. Ανήκουν σ’αυτή τη μυθική προέκταση του κόσμου που δημιουργήθηκε από τη φιλοσοφία εδώ και εικοσιπέντε αιώνες και από την οποία πρέπει να απαλλαγούμε, αν θέλουμε να παύσουμε να εισάγουμε στο αντικείμενο της σκέψης μας τα ίδια μας τα φαντάσματα.

  • Αυτό που εμείς ονομάζουμε επαναστατική πολιτική είναι μια πράξη που τάσσει ως αντικείμενο στον εαυτό της την οργάνωση και τον προσανατολισμό της κοινωνίας με σκοπό την αυτονομία όλων, και αναγνωρίζει ότι αυτή προϋποθέτει ένα ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που δεν θα είναι κι αυτός δυνατός παρά μέσα από την εκδίπλωση της αυτόνομης δραστηριότητας των ανθρώπων.

  • Δεν έχει κανένα νόημα να ενδιαφερόμαστε για ένα παιδί, έναν άρρωστο, μια ομάδα ή μια κοινωνία, αν δεν βλέπουμε μέσα τους, πρώτα και πάνω απ’ όλα, τη ζωή, την ικανότητά της να θεμελιώνεται στον εαυτό της, την αυτο-παραγωγή και την αυτο-οργάνωση.

  • Κι όταν ακούμε “ψυχαναλυτές” μιας ορισμένης τάσης να χαρακτηρίζουν νευρωτικούς χοντρικά όλους τους επαναστάτες, δεν μπορούμε παρά να χαρούμε που δεν έχουμε την “υγεία” τους των Σουπερμάρκετ...Η νεύρωση και η τρέλα του Ροβεσπιέρου ή του Μπωντλαίρ υπήρξαν πιο γόνιμες για την ανθρωπότητα από την “υγεία” του τάδε μαγαζάτορα της εποχής.

  • Αυτό που θέλω είναι η κοινωνία να πάψει πια να είναι μια οικογένεια, ψεύτικη επί πλέον μέχρι γελοίου, για να αποκτήσει την αληθινή της διάσταση ως κοινωνίας, ως δικτύου σχέσεων μεταξύ αυτόνομων ενηλίκων. Νάναι τάχα η επιθυμία μου επιθυμία εξουσίας; Μα αυτό που θέλω είναι η κατάργηση της εξουσίας με τη σημερινή της έννοια, είναι η εξουσία όλων.

  • Κυνηγώ τάχα τη χίμαιρα να θέλω να εξαλείψω την τραγική πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης; Μου φαίνεται μάλλον πως θέλω να εξαλείψω απ’αυτήν το μελόδραμα, την ψεύτικη τραγωδία.

  • Κι αν η ανθρωπότητα εξαφανιστεί μια μέρα κάτω από τις υδρογονοβόμβες αρνούμαι να το ονομάσω αυτό τραγωδία, το ονομάζω μαλακία.

  • Το κοινωνικό-ιστορικό είναι το ανώνυμο συλλογικό, το ανθρώπινο-απρόσωπο που γεμίζει κάθε δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, αλλά και που τον περιβάλλει επίσης, που εγκλείει κάθε κοινωνία ανάμεσα στις άλλες και τις εγγράφει όλες μαζί σε μια συνέχεια, όπου κατά κάποιο τρόπο είναι παρόντες αυτοί που δεν υπάρχουν πια, αυτοί που βρίσκονται αλλού κι ακόμα αυτοί που πρόκειται να γεννηθούν. Είναι, από την μια μεριά, δεδομένες δομές, θεσμοί και έργα “υλοποιημένα” είτε είναι υλικά είτε όχι. Και από την άλλη αυτό που δομεί, θεσμίζει, υλοποιεί.

  • Ο θεσμός , μόλις τεθεί, φαίνεται να αυτονομείται, διαθέτει δική του αδράνεια και λογική, ξεπερνά στην επιβίωση και στα αποτελέσματά του, τη λειτουργία του, τους “σκοπούς” του και τους “λόγους υπάρξεώς” του. Οι προδηλότητες αντιστρέφονται. Αυτό που στην αρχή μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα σύνολο θεσμών στην υπηρεσία της κοινωνίας γίνεται μια κοινωνία στην υπηρεσία των θεσμών.

  • Θα υπάρχει πάντα απόσταση ανάμεσα στη θεσμίζουσα κοινωνία και σ’αυτό που κάθε στιγμή είναι θεσμισμένο – κι αυτή η απόσταση δεν είναι ένα αρνητικό ή μια έλλειψη, είναι μια από τις εκφράσεις της δημιουργικότητας της ιστορίας, αυτό που την εμποδίζει να παγιωθεί για πάντα μέσα στην “επιτέλους ανακαλυφθείσα μορφή” των κοινωνικών σχέσεων και των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων.

  • Ο θεσμός είναι ένα συμβολικό δίκτυο, κοινωνικά κυρωμένο, μέσα στο οποίο συνδυάζονται, σε μεταβαλλόμενες αναλογίες και σχέση, μια λειτουργική με μια φαντασιακή συνιστώσα. Η ξένωση είναι η αυτονόμηση και η δεσπόζουσα θέση της φαντασιακής στιγμής μέσα στον θεσμό, που συνεπιφέρει την αυτονόμηση και τη δεσπόζουσα θέση του θεσμού ως προς την κοινωνία.

  • Οι νόμοι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αν δεν “χρησιμοποιήσουν” τις αυταπάτες των ατόμων.

  • Η δημιουργία προϋποθέτει, το ίδιο όπως και η ξένωση, την ικανότητα να προσφέρουμε στον εαυτό μας κάτι που δεν υπάρχει( που δεν δίδεται μέσα στην αντίληψη, ή που δεν δίδεται μέσα στις συμβολικές αλυσώσεις τής ήδη συγκροτημένης ορθολογικής σκέψης)

  • Το ουσιώδες τής δημιουργίας δεν είναι “ανακάλυψη”, αλλά συγκρότηση του καινούργιου. Η τέχνη δεν ανακαλύπτει, συγκροτεί… Η ανάδυση νέων θεσμών και νέων τρόπων ζωής, δεν είναι μια “ανακάλυψη”, είναι μια ενεργός συγκρότηση.

  • Έξω από οριακές περιπτώσεις, ένα συμβάν δεν είναι τραυματικό παρά ως “βιωμένο ως τέτοιο” από το άτομο, αυτή δε η φράση στην προκειμένη περίπτωση σημαίνει: διότι το άτομο αποδίδει στο τραυματικό συμβάν μια δεδομένη σημασία η οποία δεν είναι η “κανονική” του σημασία, ή που εν πάση περιπτώσει δεν επιβάλλεται αναπόφευκτα ως τέτοια… Το τραυματικό συμβάν είναι πραγματικό ως συμβάν και φαντασιακό ως τραυματικό.

  • Έρχεται μια στιγμή που το υποκείμενο...ξεθάβει το κεντρικό σημαίνον τής νεύρωσής του και το παρατηρεί επιτέλους στη συμπτωματικότητα, τη φτώχεια και την ασημαντότητά του. Κατά τον ίδιο τρόπο...το εσωτερικό της κοινωνίας τής γίνεται εξωτερικό και τούτο ,στο βαθμό που σημαίνει την αυτοσχετικοποίηση της κοινωνίας, τη θέση σε απόσταση και την κριτική (στα γεγονότα και στις πράξεις) του θεσμισμένου, είναι η πρώτη ανάδυση της αυτονομίας, το πρώτο ράγισμα του [θεσμισμένου]φαντασιακού.


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ                                                                     

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ-ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΙΣΗ

  • Η κληρονομημένη λογική-οντολογία είναι γερά εδραιωμένη μέσα στην ίδια τη θέσμιση της κοινωνικο-ιστορικής ζωής… Ο πυρήνας της είναι η ταυτιστική ή συνολιστική λογική και αυτή ακριβώς η λογική βασιλεύει κυρίαρχα και αναπόδραστα σε δυο θεσμούς χωρίς τους οποίους δεν υπάρχει κοινωνική ζωή: στο θεσμό του λέγειν (ανεξάλειπτη συνιστώσα της γλώσσας και του κοινωνικού παριστάνειν), τον θεσμό του τεύχειν (ανεξάλειπτη συνιστώσα του κοινωνικού πράττειν)

  • Η ιστορία δίδεται άμεσα ως διαδοχή. Τι διαθέτει η κληρονομημένη σκέψη για να σκεφθεί μια διαδοχή; Τα σχήματα της αιτιότητας, του τελικού σκοπού ή της λογικής συνέπειας.

  • Σαν τέτοιο χρόνο, χρόνο της αλλοίωσης-ετερότητας, πρέπει να σκεφθούμε την ιστορία.

  • Ή ο χρόνος δεν είναι τίποτα, παράδοξη ψυχολογική αυταπάτη που μεταμφιέζει την ουσιώδη χρονικότητα μιας σχέσης διατάξεως, ή ο χρόνος είναι αυτό ακριβώς, η εκδήλωση του ότι άλλο πράγμα από αυτό που είναι δημιουργείται, και δημιουργείται ως καινούργιο ή άλλο και όχι απλώς ως συνέπεια ή διαφορετικό αντίτυπο του αυτού.

  • Κάθε κοινωνία υπάρχει θεσμίζοντας τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο και αυτοθεσμιζόμενη ως τμήμα αυτού του κόσμου. Αυτής της θέσμισης, του κόσμου και της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία, η θέσμιση του χρόνου είναι πάντοτε μια ουσιαστική συνιστώσα.

  • Πρέπει απλώς να υποδείξουμε μερικές από τις όψεις που εμφανίζουν την αδυνατότητα της κληρονομημένης σκέψης να σκεφθεί πραγματικά τον χρόνο, ένα χρόνο ουσιαστικά άλλο από τον χώρο.

  • Τόπος είναι ακριβώς αυτό, ότι υπάρχει ταυτότητα του διαφορετικού, συνανήκειν του πολλαπλού, συνοχή των αποστάσεων...Και βέβαια, αντίστροφα, ο χρόνος, ως “διάταξη των διαδοχών”, μοιάζει ν’απαιτείται -και μέσα σ’αυτό το σύστημα αναφοράς, δεν απαιτείται παρά – για να επιτρέπει τη διαφορά του ταυτού προς τον εαυτό του: το ίδιο πράγμα δεν είναι πια εντελώς το ίδιο, έστω κι αν δεν έχει υποστεί καμιά “αλλοίωση”, από μόνο το γεγονός ότι βρίσκεται μέσα σε άλλο χρόνο.

  • Είναι ανάγκη ζωής ή θανάτου για την κληρονομημένη σκέψη να εξαλείψει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την ίδια την ιστορία – όπως να εξαλείψει την κοινωνία ή τη φαντασία και το φαντασιακό. Ό,τι μπόρεσε να ειπωθεί το αληθινό και γόνιμο από τους πιο μεγάλους, ειπώθηκε πάντοτε εναντίον αυτού που σκέπτονταν για το είναι και το νοήσιμο, όχι δυνάμει αυτού ή σε συμφωνία με αυτό. Και ασφαλώς ,και μέσα σ’αυτό το εναντίον, εκφράζεται ακόμα το μεγαλείο τους.

  • Η κοινωνία, και κάθε κοινωνία, είναι “κατά πρώτο λόγο” θέσμιση μιας υπόρρητης χρονικότητας.

  • Με το να τα ξεριζώνει βίαια από τη μονήρη τους τρέλα, από την πρωταρχική τους παράσταση-πόθο-αίσθημα αχρονικότητας, ανετερότητας κι αργότερα παντοδυναμίας, με το να τους επιβάλλει, θεσμίζοντάς τα ως κοινωνικά άτομα, την αναγνώριση του άλλου, τη διαφορά, τον περιορισμό,τον θάνατο, η κοινωνία τούς εξοικονομεί, με τη μια ή την άλλη μορφή, ένα αντιστάθμισμα μέσα από αυτή την έσχατη εξάρνηση του χρόνου και της ετερότητας. Υποχρεώνοντάς τα να ενταχθούν θέλοντας και μη (ή επί ποινή ψυχώσεως) μέσα στη ροή του θεσμισμένου χρόνου, η κοινωνία προσφέρει ταυτόχρονα στα υποκείμενα τα μέσα που τους επιτρέπουν να αμύνονται εξουδετερώνοντάς τον, παριστάνοντάς τον σαν να ρέει πάντα στις ίδιες όχθες…

  • Το κοινωνικό φτιάχνεται και δεν μπορεί να φτιαχτεί παρά ως ιστορία. Το κοινωνικό φτιάχνεται ως ιστορικότητα… Το ιστορικό φτιάχνεται και δεν μπορεί να φτιαχτεί παρά ως κοινωνικό.

  • Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι πάντοτε αναγκαστικά και θέσμιση του λέγειν, μέσα και χάρη στο οποίο εκδιπλώνεται η συνολιστική-ταυτιστική λογική...δεν μπορούμε ούτε να σκεφθούμε ούτε να μιλήσουμε εγκαταλείποντας τελείως την ταυτιστική λογική, δεν μπορούμε να την αμφισβητήσουμε παρά χρησιμοποιώντας την, ν’αμφιβάλλουμε γι’αυτή παρά επιβεβαιώνοντάς την εν μέρει.

  • Η φυσική περιοδικότητα ορισμένων φαινομένων παρέχει ένα στήριγμα στη συνολιστική και μετρήσιμη επισήμανση του θεσμισμένου χρόνου.

  • Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι θέσμιση ενός κόσμου σημασιών.

  • Το άνευ ύλης αισθητό είναι ακριβώς αυτό που ο Αριστοτέλης δίνει για ορισμό του φαντάσματος, της “εικόνας”.

  • Ομιλώ, είμαι μέσα στα σημεία, σημαίνει κατά γράμμα ότι βλέπω σε αυτό που είναι αυτό που δεν είναι.

  • Η διαδικασία τής κοινωνικής θέσμισης του ατόμου, δηλαδή του εκκοινωνισμού τής ψυχής, αποτελεί ενιαία διαδικασία ψυχογένεσης ή ιδιογένεσης και κοινωνιογένεσης ή κοινογένεσης. Είναι μια ιστορία τής ψυχής κατά τη διάρκεια της οποίας η ψυχή αλλοιώνεται και ανοίγεται στον κοινωνικο-ιστορικό κόσμο μέσω επίσης της ίδιας της της εργασίας και της ίδιας της της δημιουργικότητας και μια ιστορία επιβολής στην ψυχή από την κοινωνία ενός τρόπου του είναι που η ψυχή δεν θα μπορούσε ποτέ από μόνη της να τον κάνει να αναδυθεί και ο οποίος κατασκευάζει-δημιουργεί το κοινωνικό άτομο. Η κοινή κατάληξη των δυο αυτών ιστοριών είναι η ανάδυση του κοινωνικού ατόμου ως συνύπαρξης, πάντα αδύνατης και πάντα πραγματοποιημένης ενός κόσμου ιδίου ή ιδιωτικού και ενός κόσμου κοινού ή δημοσίου.

  • Η επιβολή του εκκοινωνισμού στην ψυχή είναι ουσιαστικά επιβολή του χωρισμού. Ισοδυναμεί για την ψυχική μονάδα με μια βίαιη ρήξη που προκύπτει αναγκαστικά από τη “σχέση”της με τους άλλους… Αν γίνεται το νεογέννητο κοινωνικό άτομο, αυτό συμβαίνει στο μέτρο που υφίσταται αυτή τη ρήξη και που κατορθώνει να την ξεπεράσει και να επιβιώσει- πράγμα που μυστηριωδώς συμβαίνει σχεδόν πάντοτε. Πράγματι, όταν κοιτάζουμε από πιο κοντά αυτή τη διαδικασία, αυτό που μας κάνει να απορούμε είναι πολύ περισσότερο η σπανιότητα αυτών των αποτυχιών από την ύπαρξή τους.

  • Η κοινωνική θέσμιση του ατόμου τού εξασφαλίζει μια μοναδική ταυτότητα, το θέτει σαν “κάποιον” αναγνωρισμένο από τους άλλους, του εξοικονομεί ικανοποιήσεις, έστω (ή κυρίως) στο φαντασιακό επίπεδο, του παρουσιάζει έναν κόσμο όπου τα πάντα μπορούν ν’αναφερθούν σε μια σημασία.

  • Ενέργειες, αντιδράσεις,αποτελέσματα πάντοτε κατασκευαζόμενα μέσα στη φαντασία τού υποκειμένου και από αυτή, όχι μόνο στον βαθμό που ο άλλος είναι πάντοτε φαντασιακός, αλλά και στον βαθμό που συνεπάγονται τη φαντασιακή απόδοση σ’αυτόν “ηδονών” και “απαρεσκειών” που “προξενούνται” από τις φαντασιακές καταστάσεις του υποκειμένου και στις οποίες ο άλλος υποτίθεται ότι αντιδρά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

  • Μόνο αν αγνοούμε τελείως τι είναι ψυχή και τι είναι κοινωνία είναι δυνατό να παραγνωρίσουμε ότι το κοινωνικό άτομο δεν φυτρώνει σαν ένα φυτό, αλλά δημιουργείται-κατασκευάζεται από την κοινωνία, και τούτο πάντοτε μέσα από μια βίαιη ρήξη αυτού που ήταν η πρώτη κατάσταση της ψυχής και οι απαιτήσεις της.

  • Η θέσμιση τής κοινωνίας είναι κάθε φορά θέσμιση ενός μάγματος κοινωνικών φαντασιακών σημασιών, που μπορούμε και πρέπει να καλέσουμε κόσμο σημασιών. Διότι το ίδιο είναι, αν πούμε ότι η κοινωνία θεσμίζει κάθε φορά τον κόσμο ως τον κόσμο της ή τον κόσμο της ως τον κόσμο ή ότι θεσμίζει έναν κόσμο σημασιών, ότι θεσμίζει τον εαυτό της με τη θέσμιση που πραγματοποιεί του δικού της κόσμου σημασιών, σχετικά με τον οποίο και μόνο υπάρχει και μπορεί να υπάρξει κόσμος γι αυτήν.

  • Αυτή η θέσμιση επιτελείται άδηλα, δεν επιδιώκεται ως τέτοια από κανένα, πραγματοποιείται μέσω της επιδίωξης ενός απροσδιόριστου αριθμού ιδιαίτερων σκοπών.

  • Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε να συσχετίσουμε τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες με ένα “υποκείμενο” κατασκευασμένο επίτηδες ως “φορέα” τους -είτε αυτό το “υποκείμενο” το ονομάζουν “συνείδηση τής ομάδας”, “συλλογικό ασυνείδητο” ή όπως θέλει κανείς.

  • Οι σημασίες δεν είναι προφανώς αυτό που τα άτομα, συνειδητά ή ασυνείδητα, έχουν ως παραστάσεις ή αυτό που σκέπτονται. Είναι αυτό μέσω και βάσει του οποίου τα άτομα διαμορφώνονται ως κοινωνικά άτομα, που μπορούν έτσι να συμμετέχουν στο κοινωνικό πράττειν και παριστάνειν/λέγειν, να έχουν παραστάσεις, να δρουν και να σκέπτονται με τρόπο συμβιβαστό, συνεκτικό και συγκλίνοντα, έστω και αν αυτός είναι ανταγωνιστικός.

  • Η εγκαθίδρυση μιας ιστορίας όπου η κοινωνία όχι μόνο γνωρίζει τον εαυτό της , αλλά κάνει τον εαυτό της ως ρητά αυτοθεσμιζόμενο, συνεπάγεται μια ριζική καταστροφή του γνωστού θεσμού της κοινωνίας, μέχρι τις ανυποψίαστες γωνιές του, που δεν μπορεί να είναι παρά ως θέση/δημιουργία όχι μόνο νέων θεσμών αλλά ενός νέου τρόπου του αυτοθεσμίζεσθαι και μιας νέας σχέσης της κοινωνίας και των ανθρώπων προς τη θέσμιση.


Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Ε. Μερ - Κ.Περινιόν :« Ο δρόμος για την αυτοδιαχείριση»

 


( εκδ.Ανδρομέδα, 1981)

  • Ο πληθωρισμός των λέξεων, ένας καινούργιος πύργος της Βαβέλ, δεν άφησε όρθιο τίποτε. Οι πιο όμορφες λέξεις, έρωτας, λευτεριά, επανάσταση, ευτυχία, δημοκρατία, ξεφτιλίστηκαν και πέρασαν από πολλές περιπέτειες. 33

  • Η αυτοδιαχείριση αντιπροσωπεύει μια μεταβολή πιο βαθιά από το να αντικαταστήσουμε μερικούς μηχανισμούς με άλλους. Ένα πρότυπο αυτοδιαχείρισης δεν μπορεί να γίνει ούτε κατά παραγγελία, ούτε με εντολές από ψηλά. Θα ήταν αντίθετο με τις αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται. Στην πραγματικότητα η κοινωνία της αυτοδιαχείρισης χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα άτομα και ανάμεσα στις ομάδες. Που πάει να πει ότι είναι μια κοινωνία όπου κανένας δεν καταπιέζει κανένα και κανείς δεν εκμεταλλεύεται κανέναν. 36

  • Όχι σαν ένα «ανθρωπιστικό» βερνίκι περασμένο πάνω στον κολλεκτιβισμό, όχι σαν ένα «επαναστατικό» βερνίκι πάνω στη σοσιαλδημοκρατία, αλλά σαν μια ολοκληρωμένη αντίληψη της κοινωνίας που προτείνουμε, ύστερα από συλλογιστική δράση και σκέψη, για να κάνουμε να γεννηθεί μια άλλη κοινωνική συνείδηση και να αλλάξουμε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. 47

  • Δεν μπορεί κανείς να είναι ο εαυτός του, παρά σε σχέση διαφοροποίησης και ισότητας με τους άλλους. 49

  • Μπροστά σ’ αυτή την καταστροφή των πραγματικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, η αυτοδιαχείριση που οι εχθροί της τη λένε ουτοπιστική και επικίνδυνη, επικαλείται απλώς έναν ανώτερο ορθολογισμό. 63

  • Δεν μπορούμε να προτείνουμε ένα πρότυπο. Κάθε χώρα έχει τη δική της ιστορία και κουλτούρα. Το να θέλουμε να αντιγράψουμε ένα πρότυπο, που προήλθε από οικονομικές και ιστορικές συνθήκες τελείως διαφορετικές από τις δικές μας, θα ήταν ανόητο.62

  • Η αυτοδιαχείριση είναι μια δυνατότητα να δράσουμε και όχι ένα βολικό καταφύγιο για τους ανεύθυνους. 62

  • Οι εμπειρίες του παρελθόντος μάς δίνουν ένα μάθημα: δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στον αυτοδιαχειριστικό σοσιαλισμό, αν ορισμένες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και μεθοδικές προϋποθέσεις δεν έχουν προηγουμένως εκπληρωθεί. Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν τόσο τις δομές, όσο και τη νοοτροπία. 67

  • « Ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία αυτού που σκέφτεται διαφορετικά». Ρόζα Λούξεμπουργκ

  • Σκοπεύουμε ακριβώς στη μεταβολή του συνόλου της κοινωνικής ζωής. Η πείρα όμως, η πρακτική και η ώριμη σκέψη μας δίδαξαν ότι η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και οι ανασχηματισμοί των δομών δεν αρκούν, αν δεν στηρίζονται σε μια βαθιά διείσδυση σε όλους τους κοινωνικούς τομείς: των ιδεών, των μορφών και των αξιών, που φορείς τους είναι οι άνθρωποι, που συσπειρώνονται γύρω από τον αγώνα για τον αυτοδιαχειριστικό σοσιαλισμό. Έτσι, στη θέση μιας κοινωνίας θεμελιωμένης πάνω στον ατομισμό και τον εγωισμό πρέπει να αναπτυχθεί μια κοινωνία όπου οι αξίες της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης , της ισότητας , της υπευθυνότητας θα παίζουν κύριο ρόλο. 75

  • Πρέπει οι οργανώσεις του εργατικού κινήματος να είναι στη λειτουργία τους εικόνα του επιδιωκόμενου σκοπού. Δεν είναι δυνατό να κατακτήσουμε την αυτοδιαχείριση με συνδικάτα ιεραρχικής δομής, για παράδειγμα, ούτε με κόμματα που καλλιεργούν τη λατρεία ενός ηγέτη. 80

  • Η κυρίαρχη ιδεολογία που οδηγεί σε τρόπο ζωής και σκέψης ανάλογο με τις προσταγές και τα συμφέροντα του καπιταλισμού έχει σημαδέψει βαθιά τις κοινωνικές δομές και τη νοοτροπία μας… Θα αγωνιστούμε να γεννηθεί μια καινούργια κουλτούρα, δηλαδή ένας άλλος τρόπος ζωής. 81

  • Είναι η ίδια η έννοια της ιδιοκτησίας με τη δύναμη που παρέχει στον κάτοχό της που πρέπει να τινάξουμε στον αέρα… Όπως το έχουμε καταλάβει κιόλας, πέρα από την ιδιοκτησία ,αυτό που αμφισβητείται, αυτό που παίζεται, είναι η ίδια η εξουσία. 106

  • Η αυτοδιαχείριση λοιπόν προϋποθέτει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής… Η αυτοδιαχείριση δεν αμφισβητεί την ατομική ιδιοκτησία των καταναλωτικών αγαθών. 110

  • Το πρόβλημα στην πραγματικότητα είναι να βρούμε τη χρυσή τομή ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα. Αυτό όμως δεν είναι εύκολη δουλειά, γιατί η ελευθερία χωρίς κοινωνικό έλεγχο οδηγεί στη δημιουργία νέας ανισότητας και καινούργιων προνομίων. Γιατί η ισότητα χωρίς το δικαίωμα της ελεύθερης πρωτοβουλίας οδηγεί στη γραφειοκρατία και στη δικτατορία. 116

  • Η αυτοδιαχείριση δεν είναι σε καμία περίπτωση το αντίθετο του προγραμματισμού. 118

  • Πρέπει να βγάλουμε ένα σημαντικό συμπέρασμα από την εμπειρία των ανατολικών χωρών. Όσο περισσότερο τα κέντρα απόφασης είναι μακριά από τα άτομα που τα αφορούν, τόσο η δημοκρατία γίνεται κενή λέξη, τόσο λιγότερο γίνεται πραγματικότητα. 120

  • Τελικά πρέπει να αρνηθούμε μια και καλή:

- την καθαρά πυραμιδική αντίληψη της οργάνωσης των εξουσιών, όπου το μεγαλύτερο μέρος τους θα βρίσκεται συγκεντρωμένο στην κορυφή της πυραμίδας. Αυτή είναι ακριβώς η αντίληψη του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» που λατρεύουν τα κομμουνιστικά κόμματα, όσο και των οπαδών μιας κοινωνίας ολοκληρωτικά βασισμένης πάνω στα εργατικά συμβούλια και μόνο σε αυτά…

- τη δήθεν αυθόρμητη αντίληψη της λεγόμενης «άμεσης» δημοκρατίας. 120

  • Ο αυτοδιαχειριστικός σοσιαλισμός δεν θα είναι μια ονειρεμένη κοινωνία, όπου οι ανταγωνισμοί συμφερόντων και απόψεων θα εξαφανιστούν ως δια μαγείας. Αυτό όμως που θα αλλάξει θα είναι η φύση των διαφορών αυτών και ο τρόπος επίλυσής τους. 123

  • Αν το σχολείο πρέπει να επιτρέπει την απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων, πρέπει να αναπτύσσει την αυτοσυνείδηση και την κοινωνική συνείδηση μέσα στην προοπτική της αλλαγής και της προόδου. Αυτό προϋποθέτει:

-ανάπτυξη της δημιουργικής ικανότητας , της αυτονομίας της σκέψης του καθένα

- ευνοείται η υπεύθυνη ομαδική δουλειά

- να αναπτυχθούν επιστήμες ανάλυσης και κριτικής του περιβάλλοντος, ώστε ο καθένας να μπορεί, συγχρόνως να τοποθετείται μέσα σε αυτό και να δρα.

Ακόμα προϋποθέτει δραστικές μεθόδους που συνδέοντας την κριτική και την απόκτηση γνώσεων, ενθαρρύνοντας την υπευθυνότητα, να τείνουν, πολύ περισσότερο από το να επιβάλλουν γνώσεις στο μαθητή, να του εμπνεύσουν τη θέληση και το ζήλο να τις αποκτήσει. 129

  • Το ειδικευμένο λεξιλόγιο είναι μια από τις πιο πονηρές μορφές καταπίεσης. 132

  • Αν ένα κράτος είναι καπιταλιστικό αυτό οφείλεται στην ίδια του την οργάνωση και μορφή. Δεν υπάρχουν για παράδειγμα ροπαλοφόροι αστυνομικοί καπιταλιστές, που είναι κακοί και ροπαλοφόροι αστυνομικοί σοσιαλιστές που είναι καλοί. Υπάρχουν απλά και μόνο ροπαλοφόροι. Είναι η ίδια η ύπαρξη των δυνάμεων της καταπίεσης που καθορίζει στην περίπτωση αυτή το κράτος και όχι μόνο τα πρόσωπα και οι ομάδες που το διοικούν. 137

  • Αν αγαπάμε τη ζωή – και πώς θα μπορούσαμε να είμαστε οπαδοί της αυτοδιαχείρισης χωρίς την αγάπη αυτή;- πρέπει να αγαπάμε και το μέλλον με την αβεβαιότητά του. Το άγνωστο είναι αυτό που δίνει όλη τη γοητεία και όλη του τη σημασία στην ομαδική μας περιπέτεια. Τίποτα δεν κατακτιέται προκαταβολικά, το μέλλον θα είναι δικό μας μόνον εφόσον θα το φτιάξουμε με τα δικά μας χέρια.

143-4

  • Η αυτοδιαχείριση λοιπόν ζητά τον καινούργιο καθορισμό του χώρου, τόσο στην επιχείρηση, όσο και στην πολεοδομία, που να επιτρέπει την εγκατάσταση και την ανάπτυξη νέων κοινωνικών σχέσεων ελευθερίας και ισότητας. 147

  • Στα μάτια μας ισότητα δε θα πει ομοιομορφία ή μονοτονία. Ο αυτοδιαχειριστικός σοσιαλισμός για να είναι αυθεντικός πρέπει να βάλει πρώτο στόχο των κατακτήσεών του το δικαίωμα της διαφοράς. 149

  • Σα συνδικαλιστές που είμαστε έχουμε αποκτήσει μέσα από τη συλλογική δράση την εμπειρία τού τι σημαίνει η ικανότητα του καθενός και τα αποθέματα νοημοσύνης και συναισθήματος της πλειοψηφίας, ώστε να μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η ιδιαιτερότητα του καθένα είναι πηγή πλούτου για όλους. Ξέρουμε ότι ο καθένας έχει κάτι να πει που αξίζει να το ακούσουν όλοι …178



Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Η Φλόγα της Προσοχής

 


  • Έχετε ποτέ κοιτάξει κάποιον ανοιχτά, ελεύθερα, χωρίς καμιά λέξη, καμιά εικόνα; 18

  • Έχετε δει τη σπουδαιότητα του να μην πληγώνεστε ποτέ; Αυτό σημαίνει να μην έχετε καμιά εικόνα για τον εαυτό σας. Έχετε δει τη σπουδαιότητα, το πόσο επείγον είναι να κατανοήσετε τις σχέσεις και το να έχετε ένα νου που να μην είναι απασχολημένος; Όταν ο νους δεν είναι απασχολημένος, είναι καταπληκτικά ελεύθερος, βλέπει μεγάλη ομορφιά. 20

  • Η ομορφιά υπάρχει εκεί όπου δεν υπάρχεις «εσύ». Η ουσία της ομορφιάς είναι η απουσία του εαυτού. 23

  • Είναι πλήρης προσοχή που σημαίνει να δίνεις όλη σου την ενέργεια, τα νεύρα σου, την ικανότητα, την ενέργεια του μυαλού, την καρδιά σου, τα πάντα στο να προσέχεις… Όταν προσέχετε ο εγκέφαλος δεν καταγράφει… Κατανοείστε τη φύση ενός μυαλού που δεν έχει ανάγκη να καταγράφει εκτός από αυτά που είναι αναγκαία..Δεν είναι αναγκαίο να καταγράφει ψυχολογικά, εσωτερικά, είτε τη βρισιά, την προσβολή, ή την κολακεία.27

  • Εμείς πάντα κοιτάζουμε μέσα από λέξεις. Μέσα από εξηγήσεις, που είναι μια κίνηση λέξεων. Ποτέ δεν έχουμε άμεση αντίληψη. Η άμεση αντίληψη είναι βαθιά επίγνωση που μεταμορφώνει τα ίδια τα εγκεφαλικά κύτταρα. Ο εγκέφαλός μας έχει διαμορφωθεί μέσα από το χρόνο και λειτουργεί με τη σκέψη. ΄Εχει παγιδευτεί μέσα σε αυτόν τον κύκλο. Όταν υπάρχει καθαρή παρατήρηση οποιουδήποτε προβλήματος υπάρχει και μια μεταμόρφωση, μεταλλαγή στην ίδια τη δομή των κυττάρων. 57

  • Όταν κατανοήσετε ότι η ζωή και ο θάνατος είναι ένα – είναι ένα όταν αρχίζετε να πεθαίνετε μέσα στη ζωή – τότε ζείτε δίπλα- δίπλα με το θάνατο που είναι το πιο θαυμάσιο πράγμα να κάνει κανείς. Τότε δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε παρόν, ούτε το μέλλον, υπάρχει μόνο το τελείωμα. 61

  • Η συνείδησή σας με την οποία ταυτίζετε τον εαυτό σας σαν ατομική σας συνείδηση είναι μια αυταπάτη. Είναι η συνείδηση και της υπόλοιπης ανθρωπότητας. Εσείς είστε ο κόσμος και ο κόσμος είναι εσείς. 65

  • Από την παιδική ηλικία στο σχολείο, στο κολλέγιο και σε όλη τη ζωή μας συνεχώς πληγωνόμαστε με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό και τη βαθμιαία πορεία της απομόνωσης με σκοπό να μην πληγωνόμαστε. Και τι είναι εκείνο που πληγώνεται; Είναι η εικόνα που έχει χτίσει κανείς για τον εαυτό του. Αν μπορούσε κανείς να ελευθερωθεί ολότελα απ’ όλες τις εικόνες, τότε δε θα υπήρχε πλήγωμα, ούτε κολακεία. 69

  • (Από τις αιτίες του φόβου είναι η σύγκριση, η επιθυμία, ο χρόνος.) Το να παρατηρείς την κίνηση του φόβου μέσα σου, να παρακολουθείς την όλη περιπλοκότητα, τον κυματισμό του φόβου και να μένεις μαζί του τόσο ολοκληρωτικά χωρίς καμιά κίνηση της σκέψης, αυτό είναι ολοκληρωτικό τελείωμα του φόβου. 74

  • Μπορεί να μη σας αρέσει αυτό , μπορεί κανείς να του αρέσει να σκέφτεται ότι είναι ολότελα ανεξάρτητος, ένα ελεύθερο άτομο, αλλά αν κανείς παρατηρήσει πολύ βαθιά, τότε ο καθένας είναι η υπόλοιπη ανθρωπότητα.82

  • Ανακαλύπτοντας κανείς την αταξία της ζωής του και επιθυμώντας να έχει μια ζωή γεμάτη τάξη , βρίσκεται μέσα στην αλυσίδα της αιτιότητας, οπότε βλέπει κανείς ότι αυτό δεν θα είναι τάξη… Το κίνητρο είναι η αιτία της επιθυμίας μου να έχω ζωή με τάξη. Η επιθυμία για τάξη γεννιέται τότε μέσα από την αταξία. Αυτή η επιθυμητή τάξη διαιωνίζει την αταξία .91

  • Αν υπάρξει η ανακάλυψη ότι η νοημοσύνη είναι απόλυτη ασφάλεια και ότι η αγάπη είναι πέρα από κάθε αιτιότητα, πράγμα που είναι τάξη, τότε το σύμπαν είναι ανοιχτό, διότι το σύμπαν είναι τάξη. 93

  • Η νοημοσύνη είναι χωρίς καμία αιτία, όπως και η αγάπη είναι χωρίς καμία αιτία. Αν η αγάπη έχει μια αιτία, δεν είναι αγάπη. 96

  • Νοημοσύνη είναι να αντιλαμβάνεσαι ότι η δραστηριότητα της σκέψης, με όλες τις ικανότητές της, με όλες τις λειτουργίες της, με την καταπληκτική ακατάπαυστη δραστηριότητά της δεν είναι νοημοσύνη. Η νοημοσύνη είναι πέρα από τη σκέψη.99

  • Παρατήρηση της αταξίας και όχι προσπάθεια να επιβάλλουμε τάξη. Ένας συγχυσμένος και γεμάτος αταξία νους , μια κατάσταση του νου αντιφατική, αλλά που συνεχίζει να προσπαθεί να επιβάλλει τάξη, θα φέρει πάλι αταξία. Ένας άνθρωπος συγχυσμένος, αβέβαιος, πηγαίνει από το ένα πράμα στο άλλο, φορτωμένος με τόσα πολλά προβλήματα, και μέσα από έναν τέτοιο τρόπο ζωής αυτός ο άνθρωπος θέλει τάξη. Τότε αυτό που φαίνεται σαν τάξη έχει γεννηθεί από τη σύγχυση αυτού του ανθρώπου και επομένως είναι πάλι σύγχυση. ..Η ριζική αιτία είναι ο εαυτός, το εγώ, η προσωπικότητα που έχει συναρμολογηθεί από τη σκέψη, τη μνήμη, τις διάφορες εμπειρίες, από διάφορες λέξεις, κάποιες ιδιότητες που προκαλούν το αίσθημα της χωριστικότητας, της απομόνωσης. Αυτή είναι η ριζική αιτία της αταξίας.100

  • Είναι δυνατόν να μην καταγράφουμε; …Αντικρίστε την ανατολή του ήλιου με ολάκερη την προσοχή σας και μην καταγράφετε. Η ίδια η προσοχή στο αντίκρισμα αρνείται κάθε πράξη καταγραφής. 106

  • Το τελείωμα της θλίψης είναι η αρχή της αγάπης. 107


https://kfoundation.org/

https://klibrary.gr



Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

ΧΕΓΚΕΛ: Εισαγωγή στην Αισθητική

 ( Μετάφραση Γιώργος Βελούδης, 2000, εκδ. Πόλις)


Ι. Οριοθέτηση της Αισθητικής και αναίρεση ενστάσεων κατά της φιλοσοφίας της τέχνης

  • Η ωραιότητα της τέχνης είναι η ωραιότητα που γεννήθηκε και ξαναγεννήθηκε από το πνεύμα και στον ίδιο βαθμό που τα πνεύμα και τα παράγωγά του είναι ανώτερα από τη φύση και τα φαινόμενά της, είναι ανώτερο και το ωραίο της τέχνης από την ωραιότητα της φύσης (46)

  • Το ωραίο της φύσης εμφανίζεται μόνο ως μια αντανάκλαση του ωραίου που ανήκει στο πνεύμα (47)

  • ...(το ωραίο και η τέχνη) μετριάζουν τη σοβαρότητα των σχέσεων και τις περιπλοκές της πραγματικότητας, εξαλείφουν τη ραστώνη με ένα διασκεδαστικό τρόπο και, όπου δεν υπάρχει τίποτε το καλό να εκτελεστεί, παίρνουν τουλάχιστον τη θέση του κακού πάντα με καλύτερο τρόπο απ’ό,τι το ίδιο το κακό. (48)

  • η τέχνη ανήκει περισσότερο στην ελάττωση, τη χαλάρωση του πνεύματος, ενώ τα ουσιαστικά συμφέροντα χρειάζονται την έντασή του. (49)

  • ...εμφανίζεται μόνο ως μέσον.. το μέσον που χρησιμοποιεί σταθερά γι΄αυτό είναι η ψευδαίσθηση. Γιατί το ωραίο ζει μέσα στο φαινόμενο.

  • ...προσφέρεται στην αίσθηση, στο αίσθημα, στην εποπτεία, στη δύναμη της φαντασίας, έχει ένα διαφορετικό πεδίο από τη σκέψη...(52)

  • Είναι ακριβώς η ελευθερία της παραγωγής και των μορφοποιήσεων που απολαμβάνουμε στην ωραιότητα της τέχνης...Δραπετεύουμε από τα δεσμά του κανόνα και του κανονισμένου.

  • Αν η αισθητική αφήσει κατά μέρος το ωραίο της φύσης...απομακρυνόμαστε από την αναγκαιότητα και τη νομοτέλεια...Στο πνεύμα όμως εν γένει και περισσότερο στη δύναμη της φαντασίας φαίνεται, σε σχέση με τη φύση, να βρίσκονται σαν στο σπίτι τους ιδιαίτερα η αυθαιρεσία και η ανομία)

  • δεν μπορούν να υπάρξουν γενικοί νόμοι του ωραίου και του γούστου.

  • Στα καλλιτεχνικά έργα οι λαοί έχουν καταθέσει τις ουσιαστικότερες εσωτερικές ιδέες και αντιλήψεις τους και για την κατανόηση της σοφίας και της θρησκείας η ωραία τέχνη αποτελεί συχνά, και σε μερικούς λαούς αποκλειστικά, το κλειδί.

  • Είναι το βάθος ενός υπεραισθητού κόσμου, στον οποίο διεισδύει η σκέψη και τον θέτει κατ’αρχήν ως ένα επέκεινα απέναντι στην άμεση συνείδηση και στο παροντικό αίσθημα.

  • Μόνο πέρα από την αμεσότητα τού αισθάνεσθαι και των εξωτερικών αντικειμένων μπορεί να βρεθεί η γνήσια πραγματικότητα.

  • Η ουσία εκφαίνεται βέβαια και στο συνηθισμένο εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο, αλλά με τη μορφή ενός χάους τυχαιοτήτων… Η τέχνη προσδίδει ια ανώτερη, από το πνεύμα γεννημένη, πραγματικότητα. (58)

  • Ο σκληρός φλοιός της φύσης και του συνηθισμένου κόσμου κάνουν στο πνεύμα δυσκολότερο να διεισδύσει στην Ιδέα απ΄ό,τι τα έργα της τέχνης.

  • (από την άλλη) μόνο ένας ορισμένος κύκλος και μια βαθμίδα της αλήθειας είναι ικανά να παρασταθούν στο στοιχείο της τέχνης.

  • (σήμερα) η σκέψη και ο στοχασμός έχουν υπερκεράσει την τέχνη… Οι καλές ημέρες τής ελληνικής τέχνης και ο χρυσός αιώνας του όψιμου Μεσαίωνα έχουν παρέλθει… Ακόμα και ο ενεργός καλλιτέχνης δεν παραπλανάται και μολύνεται, ας πούμε, από το στοχασμό.

  • Η, μέσω μιας απομάκρυνσης από τις βιοτικές σχέσεις να μηχανεύεται και να διεκπεραιώνει μιαν ιδιαίτερη μοναχικότητα που αντικαθιστά ό,τι έχει χαθεί. (62)

  • Η επιστήμη της τέχνης είναι για τούτο στην εποχή μας μια πολύ μεγαλύτερη ανάγκη απ΄ό,τι στις εποχές στις οποίες η τέχνη παρείχε ήδη ως τέχνη δι’εαυτήν πλήρη ικανοποίηση.

  • Άποψη: η τέχνη μπορεί ίσως να αποτελέσει ένα αντικείμενο για φιλοσοφικές-στοχαστικές, όχι όμως για συστηματικές-επιστημονικές διερευνήσεις. Εγώ θεωρώ το φιλοσοφείν πέρα για πέρα αχώριστο από την επιστημονικότητα.( 63)

  • Όσο η αναγκαιότητα ενός αντικειμένου βρίσκεται ουσιαστικά στη λογική-μεταφυσική του φύση μπορεί και μάλιστα πρέπει να χαλαρώνει η επιστημονική αυστηρότητα.

  • Άποψη: το πραγματικό εν γένει, η ζωή της φύσης και του πνεύματος, παραμορφώνεται και φονεύεται από την κατανόηση, αντί με τη νόηση να έρχεται πιο κοντά, απομακρύνεται ακριβώς από μας.

  • Το πνεύμα είναι ικανό να παρατηρεί τον εαυτό του, να έχει μια συνείδηση και μάλιστα μια νοούσα συνείδηση για τον εαυτό του και για κάθετι που πηγάζει απ’ αυτό… Εξίσου αναγνωρίζει τον εαυτό του σ’αυτήν την εξωτερίκευσή του προς το αίσθημα και την αισθητότητα, κατανοεί τον εαυτό του στο άλλο με το να μεταβάλλει το αποξενωμένο σε σκέψη και έτσι να το επαναφέρει στον εαυτό του. (66)

  • Ούτε η ωραία τέχνη είναι ανάξια φιλοσοφικής διερεύνησης, ούτε η φιλοσοφική έρευνα είναι ανίκανη να γνωρίσει την ουσία της ωραίας τέχνης.

ΙΙ. Επιστημονικοί τρόποι διαπραγμάτευσης του ωραίου και της τέχνης

  • Κάθε καλλιτεχνικό έργο ανήκει στην εποχή του, στο λαό του, στο περιβάλλον του και η λογιοσύνη της τέχνης απαιτεί επιπλέον έναν ευρύ πλούτο και μάλιστα πολύ ειδικών γνώσεων.

  • Η φιλοσοφία της τέχνης δεν προσπαθεί να δώσει οδηγίες στους καλλιτέχνες, αλλά σκοπός της είναι να καθορίσει τι είναι ενγένει το ωραίο και πώς έχει εκδηλωθεί στο υπάρχον, στα καλλιτεχνικά έργα.

  • Ο Γκαίτε λέει: Η ύψιστη αρχή των αρχαίων ήταν το σημαίνον, το ύψιστο αποτέλεσμα όμως μια επιτυχημένης εκτέλεσης, το ωραίο.

  • Χαρακτηρίσαμε ως στοιχεία του ωραίου: ένα εσωτερικό, ένα περιεχόμενο και ένα εξωτερικό, που σημασιοδοτεί αυτό το περιεχόμενο. Το εσωτερικό εκφαίνεται στο εξωτερικό και γίνεται γνωστό μέσω αυτού με το να παραπέμπει το εξωτερικό πέρα από τον εαυτό του: στο εσωτερικό.

  • Το νοούν πνεύμα μπόρεσε να αναγνωρίσει βαθύτερα τον εαυτό του στη φιλοσοφία και με τον τρόπο αυτό παρορμήθηκε άμεσα στην πρόσληψη της ουσίας της τέχνης με ένα ριζικότερο τρόπο.

  • Πρέπει να ξεκινήσουμε στη φιλοσοφία της τέχνης από την ιδέα του ωραίου, αλλά δεν πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι μόνο σ’εκείνο το αφηρημένο είδος των πλατωνικών ιδεών με τις οποίες άρχισε η φιλοσοφία για το ωραίο.

ΙΙΙ. Έννοια του ωραίου και της τέχνης

  • Καλλιτεχνικό έργο είναι μόνο στο βαθμό που έχοντας εκπηγάσει από το πνεύμα, ανήκει και τώρα στο χώρο του πνεύματος, έχει πάρει το βάπτισμα του πνευματικού και τώρα αναπαριστάνει μόνο αυτό που έχει διαμορφωθεί σε εναρμόνιση με το πνεύμα...Με τον τρόπο αυτό το καλλιτεχνικό έργο βρίσκεται υψηλότερα από κάθε φυσικό προϊόν, που δεν έχει πραγματοποιήσει τη διάβαση μέσα από το πνεύμα.

  • Το θείο δεν υπάρχει απλά στον άνθρωπο, αλλά ενεργεί μέσα του με μια μορφή που είναι με έναν εντελώς διαφορετικό, έναν υψηλότερο τρόπο, σύμφωνη προς την ουσία του θεού απ’ό,τι στη φύση. Ο θεός είναι πνεύμα και μόνο στον άνθρωπο έχει το μέσο, μέσα από το οποίο διέρχεται το θείο, τη μορφή του ενσυνείδητου πνεύματος που παράγει ενεργητικά τον εαυτό του. (99)

  • Η τέχνη φαίνεται να πηγάζει από μιαν υψηλότερη φυσική ορμή και υψηλότερες ανάγκες. Ο άνθρωπος το κάνει αυτό για να αφαιρέσει, ως ελεύθερο υποκείμενο, και από τον εξωτερικό κόσμο τη σκληρή του κενότητα και να απολαύσει απλά στη μορφή των πραγμάτων μια εξωτερική πραγματικότητα του εαυτού του. (101)

  • και όχι μόνο με τα εξωτερικά πράγματα προβαίνει ο άνθρωπος μ’αυτόν τον τρόπο,αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, με την ίδια τη φυσική του μορφή που δεν την αφήνει όπως τη βρήκε, αλλά την αλλάζει σκοπίμως. Σ’αυτό βρίσκεται η αιτία κάθε είδους καλλωπισμού και στολισμού.

  • Η γενική ανάγκη για την τέχνη είναι λοιπόν η λογική ανάγκη να ανυψώσει ο άνθρωπος τον εσωτερικό και εξωτερικό του κόσμο στην πνευματική συνείδηση ως ένα αντικείμενο, στο οποίο αναγνωρίζει τον ίδιο τον εαυτό του..έτσι ώστε ό,τι είναι μέσα του να το φέρει μ’αυτό

τον αναδιπλασιασμό του στην εποπτεία και τη γνώση γι’αυτόν τον ίδιο και για τους άλλους.

  • Όπου εκδηλώνονται τα μεγάλα πάθη και κινήματα μιας βαθιάς ψυχής, εκεί δεν πρόκειται πια για τις λεπτότερες διαφορές του γούστου και τις μικρολογίες του για λεπτομέρειες.

  • Το αισθητό στο καλλιτεχνικό έργο έχει υπόσταση μόνο όσο υπάρχει για το πνεύμα του ανθρώπου και όχι ως αισθητό αυτό δι’ εαυτό.(110)

  • Αυτά τα αισθητά σχήματα και ήχοι δεν εμφανίζονται στην τέχνη μόνο ως αυτοσκοπός και λόγω της άμεσης μορφής τους, αλλά με το στόχο να προσφέρουν μ’αυτή τη μορφή ικανοποίηση σε ανώτερα πνευματικά ενδιαφέροντα, επειδή έχουν τη δύναμη να προξενούν στο πνεύμα μια συνήχηση και αντήχηση απ’όλα τα βάθη της συνείδησης.Με τον τρόπο αυτό το αισθητό στην τέχνη είναι εκπνευματοποιημένο, αφού το πνευματικό σ’αυτήν εκφαίνεται ως αισθητοποιημένο (116)

  • Οι όψεις του πνευματικού και του αισθητού στην καλλιτεχνική παραγωγή πρέπει να είναι ένα… Αυτή η γνήσια παραγωγή αποτελεί την ενέργεια της καλλιτεχνικής φαντασίας. Ό,τι εν γένει τέτοια ταλέντα έχουν ήδη στη φαντασία τους, ό,τι κινεί και ταράζει το εσωτερικό τους, γίνεται αμέσως σχήμα, σχέδιο,μελωδία ή ποίημα. (120)

  • Κατά την απλή μίμηση η τέχνη δεν μπορεί να κερδίσει το στοίχημα με τη φύση κι έτσι όποιος προσπαθήσει να συρθεί πίσω από έναν ελέφαντα θα κερδίσει την υπόληψη ενός σκουληκιού.

  • Ο σκοπός της τέχνης πρέπει ως εκ τούτου να έγκειται σε κάτι άλλο από την απλά τυπική μίμηση του υπάρχοντος, η οποία σε κάθε περίπτωση, μπορεί να φέρει στο φως μόνο τεχνάσματα και όχι καλλιτεχνήματα.(128)

  • Όθεν ο σκοπός της τέχνης ορίζεται ως εξής: να αφυπνίζει και να ζωογονεί τα αποκοιμισμένα αισθήματα, τις κλίσεις και τα πάθη κάθε είδους, να γεμίζει την καρδιά και να κάνει τον άνθρωπο, τον ώριμο και τον ακόμα ανώριμο, να αισθανθεί πλήρως κάθε τι που κρύβει στα εσώτερα και τα μύχιά του το ανθρώπινο θυμικό, να γνωρίσει και να προβάλει ό,τι μπορεί να κινεί και να συγκινεί το στήθος του ανθρώπου στα βάθη του και στις πολυποίκιλες δυνατότητες και πτυχές του και οτιδήποτε άλλο το ουσιαστικό και υψηλό διαθέτει το πνεύμα προς απόλαυση στο συναίσθημα και στην εποπτεία της μεγαλοπρέπειας του ευγενούς, του αιώνιου, του αληθινού. Επίσης να κάνει κατανοητή τη δυστυχία και την αθλιότητα, έπειτα να γνωρίσει το κακό και το εγκληματικό,κάθε τι το αποτρόπαιο και φρικτό, καθώς και κάθε ηδονή και ευδαιμονία και να αφήσει τέλος τη φαντασία να παραδοθεί στα ξέγνοιαστα παιχνίδια της δημιουργικής της δύναμης να εντρυφήσει στη δελεαστική μαγεία ηδυπαθών θελκτικών ιδεών και αισθημάτων. (129-130)

  • Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος θεάται τις ορμές και τις κλίσεις του και ενώ αυτές τον παρέσυραν πριν χωρίς αυτός να τις αντανακλά μέσα του, τώρα τις βλέπει μπροστά του, και αφού στέκονται απέναντί του, σαν κάτι το αντικειμενικό, αρχίζει να απελευθερώνεται από αυτές. Η τέχνη, όντας η ίδια μέσα στο χώρο των αισθήσεων, με τις αναπαραστάσεις απελευθερώνει ταυτόχρονα από την εξουσία της αισθησιακότητας.

  • Συστατικό στοιχείο της ηθικής είναι ο στοχασμός. ..Ο νόμος όμως αυτός, το καθήκον που επιλέγεται ως κανόνας και εκτελείται χάριν του καθήκοντος από ελεύθερη πεποίθηση και εσωτερική συνείδηση, είναι δι εαυτό το αφηρημένο γενικό της βούλησης, το οποίο έχει την άμεση αντίθεσή του στη φύση, τις αισθησιακές ορμές, τα ιδιοτελή συμφέροντα, τα πάθη και ό,τι χαρακτηρίζει κανείς περιληπτικά ως θυμικό και καρδιά. (143)

  • Η νεότερη παιδεία, η νεότερη διάνοια γεννάει στον άνθρωπο αυτή την αντίθεση, που τον μεταβάλλει σε αμφίβιο, από τη στιγμή που τον αναγκάζει να ζει σε δυο κόσμους, που αντιφάσκουν ο ένας με τον άλλο.

  • Καθήκον της φιλοσοφίας θα είναι να άρει αυτές τις αντιθέσεις, δηλαδή να καταδείξει ότι ούτε η μια, με την αφαίρεσή της, ούτε η άλλη μ’αυτή τη μονομέρεια, ενέχουν αλήθεια, αλλά και οι δυο τους είναι αυτό που αναιρεί τον εαυτό του. Η αλήθεια βρίσκεται μόνο στη συμφιλίωση και τη διαμεσολάβηση και των δυο τους και αυτή η διαμεσολάβηση δεν είναι ένα απλό αίτημα, αλλά το τετελεσμένο καθ’ εαυτό και δι’εαυτό και αυτό που τελείται αδιαλείπτως. (146)

  • Η τέχνη καλείται να αποκαλύψει την αλήθεια με τη μορφή αισθητής καλλιτεχνικής μορφοποίησης και να αναπαραστήσει, συμφιλιωμένη, την αντίθεση εκείνη και έτσι έχει τον τελικό σκοπό της εν εαυτή, σ’αυτή την ίδια αναπαράσταση και αποκάλυψη. Γιατί κάθε άλλοι σκοποί, όπως διδασκαλία, κάθαρση,βελτίωση,χρηματισμός, επιδίωξη δόξας και τιμής, δεν αφορούν καθόλου το καλλιτεχνικό έργο ως τέτοιο και δεν καθορίζουν την έννοιά του.

  • Ο Κάντ συλλαμβάνει την αισθητική κρίση έτσι ώστε αυτή να μην υποκύπτει ούτε απ΄τη διάνοια ως τέτοια, ως δύναμη των εννοιών, ούτε από την αισθητηριακή εποπτεία και την πολύχρωμη ποικιλία της ως τέτοιες, αλλά από το ελεύθερο παιχνίδι της διάνοιας και της φαντασίας.

  • Όταν έχουμε πχ ένα ενδιαφέρον της περιέργειας ή ένα αισθητηριακό ενδιαφέρον για την αισθησιακή ανάγκη μας ή μιαν επιθυμία της κατοχής και της χρήσης, τότε τα αντικείμενα δεν είναι για μας σπουδαία για χάρη των ίδιων των πραγμάτων, αλλά για χάρη τής ανάγκης μας… Η σχέση μας προς το ωραίο δεν είναι του είδους αυτού. Η αισθητική κρίση αφήνει το εξωτερικά υπάρχον να υφίσταται ελεύθερο δι’εαυτό και προκύπτει από μιαν ηδονή, στην οποία συναινεί το ίδιο το αντικείμενο για χάρη του ίδιου του εαυτού του, ενώ η ηδονή αυτή αναγνωρίζει στο αντικείμενο το δικαίωμα να έχει το σκοπό του μέσα στον ίδιο τον εαυτό του.

  • Κατά την παρατήρηση του ωραίου δεν έχουμε συνείδηση της έννοιας και του αθροίσματος κάτω απ’αυτήν και δεν αφήνουμε τα τεθεί σε λειτουργία ο διαχωρισμός του μεμονωμένου αντικειμένου και της γενικής έννοιας, που ενυπάρχει κατά τα άλλα στην κρίση

  • Το ωραίο δεν φέρει επάνω του τη σκοπιμότητα ως μια εξωτερική μορφή, αλλά η σκόπιμη αντιστοιχία του εσωτερικού και του εξωτερικού είναι εμμενής φύση ωραίου αντικειμένου.. Το ωραίο υπάρχει ως σκόπιμο εν εαυτώ, χωρίς το μέσο και ο σκοπόν να φαίνονται ως διαφορετικές πλευρές.

  • Το ωραίο έχει μια αναγκαιότητα τής ευαρέσκειας χωρίς καμία αναφορά σε έννοιες, δηλαδή σε κατηγορίες τής διάνοιας εν εαυτή.

  • Ενώ ο Σίλλερ βυθίστηκε στην παρατήρηση του εσωτερικού βάθους του πνεύματος, ο χαρακτήρας του Γκαίτε τον οδήγησε στη φυσική πλευρά της τέχνης, στην εξωτερική φύση.

  • Θα μπορούσαμε να φανταστούμε δυο τρόπους με τους οποίους ο άνθρωπος στο χρόνο συναντάται με τον άνθρωπο ως Ιδέα. Από τη μια το κράτος, ως το είδος του ηθικού, του δικαίου, του ευφυούς να αίρει την ατομικότητα, από την άλλη το άτομο να εξυψώνεται στο είδος.. Η αισθητική αγωγή καλείται να εκπληρώσει το αίτημα για τη διαμεσολάβηση και συμφιλίωσή τους. (160)

  • [Οι Σλέγκελ ισχυρίζονται ότι] ό,τι είναι, είναι μόνο μέσω του Εγώ και ό,τι είναι μέσω του εαυτού μου, μπορώ εγώ, επίσης μέσω και να το αφανίσω και πάλι.. Τότε όμως και το Εγώ θα μπορεί να μείνει κύριος και αφέντης πάνω σε όλα και δεν θα υπάρχει στη σφαίρα της ηθικότητας τίποτα..Κάθε τι θα ήταν ένα απλό φαίνεσθαι δια του Εγώ.. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η σημασία τής “ιδιοφυούς θείας ειρωνείας” ως τής συγκέντρωσης του Εγώ στον εαυτό του..Εδώ έχουν την αφετηρία τους και τα αδιάκοπα παράπονα εκ μέρους της ειρωνείας για την έλλειψη βαθιού πνεύματος και ιδιοφυίας στο κοινό που δεν μπορεί να καταλάβει το ύψος αυτό της ειρωνείας.

  • Το περιεχόμενο της τέχνης είναι ηΙδέα και η μορφή της η αισθητή, εικονική της διαμόρφωση. Και τις δυο αυτές πλευρές οφείλει λοιπόν να τις διαμεσολαβήσει σε μιαν ελεύθερη συμφιλιωμένη ολότητα.

  • Το εξωτερικό της μορφής μέσω της οποίας το περιεχόμενο γίνεται εποπτεύσιμο και αντιληπτό, έχει ως σκοπό του να υπάρχει μόνο για το αίσθημα και το πνεύμα μας. Μόνο για το λόγο αυτό περιεχόμενο και καλλιτεχνική μορφή είναι διαμορφωμένα το ένα μέσα στο άλλο.

  • Το ύψος και η εξοχότητα της τέχνης στην αρμόζουσα με την έννοιά της πραγματικότητα θα εξαρτάται από το βαθμό της μυχιότητας και συμφωνίας στην οποία η Ιδέα και η μορφή έχουν φτάσει, διεισδύοντας η μια στην άλλη.

  • Οι καλλιτεχνικές μορφές είναι οι διαφορετικές σχέσεις μεταξύ περιεχομένου και μορφής.

  • Συμβολική καλλιτεχνική μορφή.. Η σημασία αδυνατεί να ενσωματωθεί πλήρως στην έκφραση και παρ΄όλο τον αγώνα και την προσπάθεια, η δυσαρμονία μεταξύ Ιδέας και μορφής εξακολουθεί να υφίσταται.

  • Κλασική καλλιτεχνική μορφή.. Η μορφή που έχει αφ΄εαυτής την Ιδέα ως πνευματική και μάλιστα την ατομικά προσδιορισμένη πνευματικότητα, όταν πρόκειται να εξέλθει στην έγχρονη έκφανση, είναι η ανθρώπινη μορφή.

  • Η τέχνη, εφόσον έχει να φέρει το πνευματικό στην εποπτεία με αισθητό τρόπο, οφείλει να προχωρήσει σ΄αυτήν την ανθρωποποίηση, αφού το πνεύμα εκφαίνεται αισθητά, με επάρκεια, μόνο μέσα στο σώμα του.

  • Το πνεύμα καθορίζεται εδώ, ταυτόχρονα ως μερικό, ως ανθρώπινο και όχι ως απλώς απόλυτο και αιώνιο, αφού είναι ικανό να εκδηλώνεται και να εκφράζεται μόνο ως πνευματικότητα.

  • Ρομαντική καλλιτεχνική μορφή. Όταν το καθ΄εαυτό της κλασσικής καλλιτεχνικής μορφής, δηλαδή η ενότητα ανθρώπινης και θείας φύσης, εξυψώνεται με έναν τέτοιο τρόπο από μιαν άμεση σε μια συνειδητή ενότητα, τότε το αληθινό στοιχείο για την πραγματικότητα αυτού του περιεχομένου δεν είναι πια η αισθητή άμεση ύπαρξη του πνευματικού, η σωματική ανθρώπινη μορφή, αλλά η αυτοσυνείδητη εσωτερικότητα.

  • Το εξωτερικό δεν έχει πια την έννοια και τη σημασία του μέσα του και πάνω του όπως στο κλασικό, αλλά στο θυμικό, το οποίο δεν βρίσκει την έκφανσή του στο εξωτερικό και στη μορφή της πραγματικότητας που του αντιστοιχεί, αλλά στον ίδιο τον εαυτό του.

  • Αυτές – η συμβολική, η κλασική, η ρομαντική – συνίστανται στην, επιδίωξη, επίτευξη, υπέρβαση του Ιδεώδους ως της αληθινής Ιδέας της ωραιότητας.

  • Η βασική μορφή της Αρχιτεκτονικής είναι η συμβολική καλλιτεχνική μορφή γιατί ανοίγει αυτή πρώτη το δρόμο στην αρμόζουσα πραγματικότητα του θεού και όντας στην υπηρεσία του μοχθεί με την αντικειμενική φύση .. τού οικοδομεί τον ναό του ως ένα χωρο για την εσωτερική περισυλλογή και τη στροφή προς τα απόλυτα αντικείμενα τού πνεύματος.

  • Η Γλυπτική προσλαμβάνει την κλασική καλλιτεχνική μορφή ως βασικό τύπο της. Γι αυτήν το πνεύμα οφείλει να στέκεται με τη σωματική του μορφή σε άμεση ενότητα, γαλήνιο και μακάριο και η μορφή οφείλει να ζωντανεύει μέσω του περιεχομένου πνευματικής ατομικότητας.

  • Η Ζωγραφική, η Μουσική και η Ποίηση προσλαμβάνουν τον τύπο τους από τη ρομαντική μορφή τέχνης. Η Ζωγραφική απελευθερώνει την τέχνη από την αισθητή χωρική τελειότητα του υλικού, αφού περιορίζεται στη διάσταση τής επιφάνειας.. Ολόκληρο το βασίλειο της μερικότητας, από την υψηλότερη πεμπτουσία του πνεύματος μέχρι το ταπεινότερο μεμονωμένο αντικείμενο τής φύσης, βρίσκει τη θέση του.

  • Η Μουσική προχωρεί σε ακόμη βαθύτερη υποκειμενικότητα και μερίκευση..Μια τέτοια αρχόμενη ιδεατότητα τής ύλης που δεν εμφανίζεται πια ως χωρική, αλλά ως χρονική ιδεατότητα, είναι ο ήχος, το αρνητικά τεθειμένο αισθητό του οποίου η αφηρημένη ορατότητα έχει μεταβληθεί σε ακουστικότητα.

  • Στην Ποίηση ο ήχος γίνεται λέξη ως εν εαυτώ αρθρωμένος φθόγγος, το νόημα του οποίου συνίσταται στο να σημαίνει παραστάσεις και σκέψεις. Με τον τρόπο αυτό, το αληθινό στοιχείο τής ποιητικής αναπαράστασης είναι η ίδια η ποιητική παράσταση και πνευματική απεικόνιση και, αφού το στοιχείο αυτό είναι κοινό σε όλες τις μορφές τέχνης, η Ποίηση τις διαπερνά όλες και αναπτύσσεται μέσα τους αυτόνομα.. Όταν βρίσκεται η τέχνη σε αυτή την ύψιστη βαθμίδα ξεπερνάει και τον εαυτό της, με το να εγκαταλείπει το στοιχείο συμφιλιωτικής αισθητοποίησης του πνεύματος και να περνάει από την ποίηση της παράστασης στην πρόζα της νόησης.. Το χαρακτηριστικό στοιχείο της είναι η ωραία φαντασία, και η φαντασία είναι αναγκαία για κάθε παραγωγή τής ωραιότητας, σε οποιαδήποτε καλλιτεχνική μορφή και να ανήκει.

  • Αυτό λοιπόν που πραγματοποιούν οι επιμέρους τέχνες στα επιμέρους καλλιτεχνικά έργα δεν είναι, σύμφωνα με την έννοιά τους, παρά οι γενικές μορφές της εξελισσόμενης Ιδέας της ωραιότητας, ως εξωτερική πραγματοποίηση της οποίας υψώνεται το ευρύ Πάνθεο της Τέχνης, του οποίου κύριος και πρωτομάστορας είναι το πνεύμα του ωραίου που κατανοεί τον εαυτό του, το οποίο όμως η παγκόσμια ιστορία θα ολοκληρώσει μόνο μέσα στην εξέλιξη της σε ολόκληρες χιλιετίες.

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2023

ΑΜΟΣ ΟΖ: Το Ισραήλ, η Παλαιστίνη και η Ειρήνη

 


( Τα αποσπάσματα είναι από την έκδ. 1997,
μετ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτη)  


  • Δυο φορές στη ζωή μου, το 1967 και το 1973, βρέθηκα στο μέτωπο και γνώρισα το ανατριχιαστικό πρόσωπο του πολέμου. Εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι δεν μπορείς να εξαλείψεις την επιθετικότητα με το να υποκύπτεις σε αυτή κι ότι μονάχα δυο πράγματα δικαιώνουν ένα πόλεμο: η ζωή και η ελευθερία. Θα ξαναπολεμήσω, εάν αποπειραθεί κανείς να μου στερήσει τη ζωή ή να σκοτώσει το διπλανό μου. Θα δώσω μάχη εάν κάποιος επιχειρήσει να με υποδουλώσει. Δεν πρόκειται όμως να πιάσω τα όπλα για «προγονικά δικαιώματα» ή για επέκταση των εδαφών ή για πλουτοπαραγωγικές πηγές ή για την παραπλανητική ιδέα των «εθνικών συμφερόντων».

    Η διαμάχη ανάμεσα στο Ισραήλ και την Παλαιστίνη επιμένω πάντοτε πως είναι μια τραγική σύγκρουση ανάμεσα στο δίκιο και το δίκιο, ανάμεσα σε δυο πολύ πειστικές διεκδικήσεις. Ένα τέτοιο δράμα μπορεί να λυθεί είτε με την ολοκληρωτική καταστροφή του ενός μέρους (ή και των δυο), είτε μέσω ενός λυπηρού οδυνηρού ατελούς συμβιβασμού με τον οποίο οι δυο πλευρές θα κερδίσουν κάποια μόνο από τα πράγματα που ζητούν, οπότε κανείς δεν θα μείνει απόλυτα ευχαριστημένος, αλλά θα πάψουν τουλάχιστον να πεθαίνουν και θα αρχίσουν να ζουν. Η Παλαιστίνη θα έχει ανεξαρτησία και ασφάλεια σε ένα μέρος της χώρας, το Ισραήλ θα ζει με ειρήνη και ασφάλεια σε ένα άλλο μέρος της χώρας. Έτσι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επιτευχθεί κάποια στιγμή η συμφιλίωση, να πάψει ο ανταγωνισμός εξοπλισμών, να αναπτυχθεί μια κοινή αγορά, να γιατρευτούν οι πληγές.

    Η ειρηνιστική μας κίνηση στο Ισραήλ δεν είναι φιλοπαλαιστινιακή. Είναι επείγουσα η ανάγκη να επέλθει ειρήνη ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους και κατά συνέπεια ανάμεσα στο Ισραήλ και τα αραβικά κράτη, όχι για χάρη της εξιλέωσης από τις ενοχές, αλλά για χάρη της ίδιας της ζωής. Εμείς οι Ισραηλινοί ήρθαμε στο Ισραήλ για να μείνουμε. Οι Παλαιστίνιοι βρίσκονται στην Παλαιστίνη και δε σκοπεύουν να φύγουν. Πρέπει λοιπόν να γίνουμε τουλάχιστον πολιτισμένοι γείτονες. Όμως παρόλο που υποστηρίζω τη διαίρεση μιας μικρής χώρας ανάμεσα σε δυο έθνη, εξακολουθώ να είμαι πεπεισμένος ότι πρόκειται απλώς για ένα μέτρο αναγκαιότητας. Θεωρώ κακό κι ανεπαρκές σύστημα το κράτος-έθνος. Πιστεύω ότι πάνω σ’ αυτόν τον χτυπημένο από τη φτώχεια, υπερπλήρη και εν αποσυνθέσει πλανήτη μας, θα έπρεπε να υπάρχουν εκατοντάδες πολιτισμοί, χιλιάδες παραδόσεις, εκατομμύρια περιφερειακές και τοπικές κοινότητες, όχι όμως κράτη-έθνη. Τώρα κυρίως που σε ορισμένες περιοχές του κόσμου η εθνική αυτοδιάθεση έχει εκφυλιστεί, καταρρέοντας μέσα σε αιματοκύλισμα κι απειλώντας να απομονώσει τον καθένα από μας, θα έπρεπε να υπάρξει ένα εναλλακτικό όραμα. Θα έπρεπε να βρεθούν τρόποι εκπλήρωσης των διαφόρων δικαιωματικών πόθων για εθνική ταυτότητα και αυτοπροσδιορισμό, στο πλαίσιο μιας κοινοπολιτείας που θα περιλαμβάνει όλη την οικουμένη. Θα έπρεπε να χτίσουμε τώρα έναν πολυφωνικό κόσμο κι όχι μια κακοφωνία μεμονωμένων εγωκεντρικών κρατών-εθνών. Η ανθρώπινη μοίρα μας, η μοναξιά μας πάνω σ’ έναν εύθραυστο πλανήτη, μετέωρο μες στην ψυχρή κοσμική σιωπή, οι αναπόφευκτες τραγικές ειρωνείες της ζωής και η αδυσώπητη παρουσία του θανάτου, θα έπρεπε όλα αυτά να ξυπνήσουν επιτέλους ένα αίσθημα αλληλεγγύης που να παραμερίσει τη βοή και την αντάρα των διαφορών μας. Ο σημαιοφόρος πατριωτισμός πρέπει να δώσει τη θέση του σ’ έναν πατριωτισμό για τον άνθρωπο, για τη γη, σ’ έναν πατριωτισμό για τα δάση, το νερό, τον αέρα, το φως, σε δημιουργικές σχέσεις με την ίδια τη Δημιουργία. 127-129

  • Το κίνημα Ειρήνη Τώρα δεν είναι ένα κίνημα υπέρ των Παλαιστινίων ούτε ένα κίνημα πασιφιστικό.  Απαρτίζεται από μια ομάδα ανθρώπων που πιστεύουν ότι η μόνη λύση στη σύγκρουσή μας με τον παλαιστινιακό λαό είναι ένας ψύχραιμος και πολιτισμένος χωρισμός, σαν αυτόν που ακολουθεί έναν αποτυχημένο γάμο.92

  • Το ισραηλινό ειρηνιστικό κίνημα έχει ελάχιστα κοινά με την παραδοσιακή άποψη που πρεσβεύει ότι η ειρήνη, η αγάπη, η συμπόνια, η αδελφοσύνη και η συμφιλίωση είναι συνώνυμα. Στην πραγματικότητα δεν είναι συνώνυμα. Το αντίθετο του πολέμου δεν είναι η αγάπη, είναι η ειρήνη. Γι αυτό η δική μου προτροπή προς τους Παλαιστίνιους είναι: κάντε ειρήνη, όχι έρωτα. Άλλωστε δεν πιστεύω στην αγάπη μεταξύ εθνών – είναι ένα πολύ αφελές ιδανικό. Όπως τραγουδούσαν θλιμμένα οι Μπιτλς, «δεν υπάρχει αρκετή αγάπη στον κόσμο». Εγώ, οπαδός της ειρήνης μεν, αλλά όχι πασιφιστής, νομίζω ότι το μεγαλύτερο κακό δεν είναι ο ίδιος ο πόλεμος, μα η επιθετικότητα. Ο Λεβί Εσκόλ, ο πιο ρεαλιστής πρωθυπουργός του Ισραήλ, έλεγε: «Ένα πράγμα είναι χειρότερο από τη χρήση βίας κι αυτό είναι η συνθηκολόγηση μαζί της». 189

  • Και είναι ο εχθρός σου αυτός με τον οποίο πρέπει να συνάψεις ειρήνη – όχι επειδή είναι «καλός», όχι απαραίτητα επειδή αισθάνεσαι ότι τον αδίκησες περισσότερο απ’ ό,τι εκείνος αδίκησε εσένα. Κάνεις ειρήνη με τον εχθρό σου ακριβώς επειδή είναι ο εχθρός σου. 193

  • Νομίζω ότι η ισραηλινο-παλαιστινιακή διαμάχη, σε αντίθεση με την ισραηλινο-λιβυκή ή την ισραηλινο-ιρανική διαμάχη, είναι μια τραγωδία με όλη τη σημασία της λέξης. Μια πολύ ισχυρή διεκδίκηση συγκρούεται με μια άλλη εξίσου ισχυρή. Κι έχει φτάσει η ώρα να αντιληφθούν οι έντιμοι άνθρωποι εκτός της περιοχής μας ότι πρόκειται πράγματι για μια τραγωδία κι όχι για ένα γουέστερν με τους «καλούς» από τη μια και τους «κακούς» από την άλλη. Δυο τρόποι υπάρχουν για την επίλυση των τραγωδιών: ο σαιξπηρικός και ο τσεχοφικός. Στο τέλος μιας σαιξπηρικής τραγωδίας η σκηνή είναι σπαρμένη με πτώματα κι ίσως να αιωρείται κάπου ψηλά το φάσμα της δικαιοσύνης. Στην τσεχοφική τραγωδία, απ’ την άλλη, ο επίλογος βρίσκει όλους τους ήρωες ψυχικά ράκη, δυστυχείς, πικραμένους, αποκαρδιωμένους, αλλά πάντως ζωντανούς. Προτιμώ λοιπόν την τσεχοφική κι όχι τη σαιξπηρική λύση για την ισραηλινοπαλαιστινιακή τραγωδία.196

  • Το πρώτο εγχείρημα στο οποίο θα έπρεπε ίσως να συνεργαστούν Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί, μετά την επίτευξη της ειρήνης, θα ήταν η ανέγερση ενός μνημείου στην κοινή μας βλακεία. Άλλωστε οι Παλαιστίνιοι θα πάρουν τελικά ένα μικρό μόνο μέρος των όσων θα μπορούσαν να κατέχουν με ειρήνη και αξιοπρέπεια το 1948 – πριν από σαράντα πέντε χρόνια, πέντε πολέμους και περίπου 150.000 νεκρούς, δικούς μας και δικούς τους. Και οι Ισραηλινοί θα πάρουν λιγότερα απ’ όσα θα μπορούσαν να έχουν, αν είχαν επιδείξει φαντασία, γενναιοδωρία, ίσως και ρεαλισμό τότε, το 1967 και μέχρι σήμερα. Μόνο οι νεκροί δεν θα πάρουν τίποτε, εκτός από μερικά στεφάνια κι ένα χείμαρρο από πομπώδεις ρητορείες.197

  • Άραβες και Ισραηλινοί είναι δυο έθνη που υπέστησαν κακουχίες και ταπεινώσεις σστα χέρια της Ευρώπης. Είναι τραγικό να κοιτάζει ο ένας τον άλλο και να βλέπει μόνο το πρόσωπο του κοινού τους εχθρού. Ο φόβος και η καχυποψία γεννούν την ανοησία.85

  • Ο σιωνισμός που διεκδικεί ένα μέρος της γης είναι ηθικά δικαιολογημένος. Ο σιωνισμός που ζητά από τους Παλαιστίνιους να απαρνηθούν την ταυτότητά τους και να παραδώσουν όλα τα εδάφη είναι αδικαιολόγητος. 79

  • Δεν θα έπρεπε ίσως να μιλάμε για μια σύγκρουση ανάμεσα σε δυο δίκια, αλλά ανάμεσα σε δυο διεκδικήσεις. Ο όρος "δικαίωμα" στη λαϊκή του τουλάχιστον έννοια, αντιπροσωπεέυι κάτι που αναγνωρίζουν και οι άλλοι κι όχι μια ισχυρή προσωπική πεποίθηση. 179

  • Δεν πρέπει να ακολουθήσουμε τις βάναυσες συμμβουλές εκείνων που προσπαθούν να κάνουν το Ισραήλ να ξεστρατίσει σπρώχνοντάς το στο δρόμο της μαζικής δολοφονίας, ένα δρόμο χωρίς επιστροφή. Η Ισραηλινή κατάληψη της Δυτικής Όχθης της Γάζας καταρρέει όχι γιατί μας πετούν πέτρες οι πιτσιρικάδες αλλά γιατί έχουν γκρεμιστεί τα θεμέλια των επιχειρημάτων πάνω στα οποία ορθώνεται αυτή η κατοχή. 165

  • Η τύφλωση και η ανοησία κινδυνεύουν να ωθήσουν τα πράγματα σε μια κατάσταση όπου δεν θα υπάρχουν ούτε εδάφη ούτε ειρήνη. Πιστεύω ότι ακόμα και τώρα ο αριθμός των Ισραηλινών που αισθάνονται έτσι είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό εκείνων που είναι διατεθειμένοι να εξάγουν λογικά συμπεράσματα. Κάθε μέρα μερικά μάτια ανοίγουν. Κάθε μέρα όμως σκοτώνονται κι άλλοι άνθρωποι, με αποτέλεσμα να εξαπλώνονται το μίσος και η τύφλωση. Στην  κούρσα ανάμεσα στο άνοιγμα των ματιών και το δυνάμωμα του μίσους ποια πλευρά θα νικήσει: η λογική ή το μίσος;166

  • Πώς μπορούμε να επωφεληθούμε από το παρελθόν; Τι έχει να προσφέρει ακόμα το Άουσβιτσ στους εν ζωή, εκτός από το να τους μπολιάζει με τρόμο, θλίψη και σιωπή; Ίσως να μπορεί μεταξύ άλλων να επιφέρει την επιτακτική συνειδητοποίηση ύπαρξης του κακού...Το κακό δεν  βρίσκεται απλώς "εκεί έξω", παραμονεύει στο εσωτερικό, μεταμφιεσμένο μερικές φορές δόλια σε πατριωτισμό ή ιδεαλισμό. Πώς μπορεί να εναντιωθεί κανείς στο φανατισμό, χωρίς να γίνει φανατικός ο ίδιος; Πώς να παλέψει για έναν υψηλό σκοπό, χωρίς να γίνει μαχητής; Πώς να εκμεταλλευτεί κανείς την ιστορία, αποφεύγοντας παράλληλα την τοξικότητα μιας υπερβολικής δόσης ιστορίας; 124-5     

  • Παρόλο που υποστηρίζω τη διαίρεση μιας μικρής χώρας ανάμεσα σε δυο έθνη, εξακολουθώ να είμαι πεπεισμένος ότι πρόκειται απλώς για ένα μέτρο αναγκαιότητας. Θεωρώ κακό κι ανεπαρκές σύστημα το κράτος-έθνος. Πιστεύω ότι πάνω σ'αυτόν τον χτηπημένο απ'τη φτώχεια ,υπερπλήρη κι εν αποσυνθέσει πλανήτη μας, θα έπρεπε να υπάρχουν εκατοντάδες πολιτισμοί, χιλιάδες παραδόσεις, εκατομμύρια περιφερειακές και τοπικές κοινότητες, όχι όμως κράτη-έθνη. Τώρα κυρίως που σε ορισμένες περιοχές του κόσμου η εθνική αυτοδιάθεση έχει εκφυλιστεί καταρρέοντας μέσα σε αιματοκύλισμα κι απειλώντας να απομονώσει τον καθένα από μας, θα έπρεπε να υπάρξει ένα εναλλακτικό όραμα. Θα έπρεπε να βρεθούν τρόποι εκπλήρωσης των διαφόρων δικαιωματικών πόθων για εθνική ταυτότητα και αυτοπροσδιορισμό, στο πλαίσιο μιας κοινοπολιτείας που θα περιλαμβάνει όλη την οικουμένη. Θα έπρεπε να χτίζουμε τώρα έναν πολυφωνικό κόσμο κι όχι μια κακοφωνία μεμονωμένων εγωκεντρικών κρατών-εθνών. Η ανθρώπινη μοίρα μας, η μοναξιά μας πάνω σ΄έναν εύθραυστο πλανήτη, μετέωρο μες στην ψυχρή κοσμική σιωπή, οι αναπόφευκτες τραγικές ειρωνείες της ζωής και η αδυσώπητη παρουσία του θανάτου, θα έπρεπε όλα αυτά να ξυπνήσουν επιτέλους ένα αίσθημα αλληλεγγύης που να παραμερίσει τη βοή και την αντάρα των διαφορών μας. Ο σημαιοφόρος  πατριωτισμός πρέπει να δώσει τη θέση του σ'έναν πατριωτισμό για τον άνθρωπο, για τη γη, σ'έναν πατριωτισμό για τα δάση, το νερό, τον αέρα, το φως, σε δημιουργικές σχέσεις με την ίδια τη Δημιουργία. 128

  • Η διαφορά έγκειται ίσως στην προθυμία να δεχτούμε την αβεβαιότητα σαν ένα είδος υπαρξιακής βεβαιότητας: τη βεβαιότητα της αβεβαιότητας. Τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά, όχι επειδή δεν έχουμε καταβάλει αρκετές προσπάθειες να επιλύσουμε το πρόβλημα. Δεν πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, που θα διαρκέσει ώσπου να ωριμάσουμε και να βρούμε τις σωστές απαντήσεις, ούτε οφείλεται στο γεγονός ότι είμαστε τόσο άπιστοι όσο θέλουν να μας παρουσιάζουν όλοι εκείνοι οι φανατικοί. Όχι, τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά επειδή τα θέλουμε έτσι. Αν επιθυμείτε να είναι όλα βολικά και προδιαγεγραμμένα, υπάρχουν γύρω σας πολλές πόρτες: όποια κι αν χτυπήσετε θα σας ανοίξουν. Θα τακτοποιηθείτε εκεί, παρόλο που ίσως δυσκολευτείτε στην περίπτωση που θελήσετε να βρεθείτε ξανά έξω. 67

  • Δυο απλά πράγματα γυρεύουμε: τη γαλήνη και την έξαψη. Μόνο που δεν μπορούμε να τα έχουμε και τα δυο. Μονάχα η λογοτεχνία έχει την ικανότητα να μας τα προσφέρει και τα δυο μαζί. Εκεί βρίσκουμε την έξαψη, τυλιγμένη από γαλήνη. 115

  • Το μόνο που θα μπορούσα να προσθέσω εδώ είναι πως μονάχα ο θάνατος είναι τέλειος. Η ειρήνη, όπως και η ίδια η ζωή, δεν είναι ένα κύμα αγάπης ή μια μυστικιστική επικοινωνία ανάμεσα σε εχθρούς, αλλά ένας δίκαιος και λογικός συμβιβασμός ανάμεσα σε δυο αντίθετα. 140


Προτείνω το καυστικό μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς: "Ο χορός των εφτά πέπλων", όπου ένας Άραβας κι ένας Εβραίος ανοίγουν μαζί ένα εστιατόριο απέναντι από το κτίριο του ΟΗΕ! (Φ.Χ)

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Lars Svendsen: Η φιλοσοφία της βαρεμάρας


(εκδ.Σαββάλας, 2006. Μετ.Π.Καλαμαράς)


·         Η βαθιά βαρεμάρα συνδέεται μιλώντας φαινομενολογικά, με την αϋπνία, όπου το Εγώ χάνει την ταυτότητά του μέσα στο σκοτάδι, βυθισμένο σ’ ένα φαινομενικά άπειρο κενό. Προσπαθεί κάποιος να κοιμηθεί, ίσως κάνει μερικά διστακτικά βήματα, αλλά δεν τον παίρνει ο ύπνος, καταλήγοντας σε μια γη του πουθενά, ανάμεσα στον ξύπνο και τον ύπνο. 16

·         Πιστεύω ότι ο Κίρκεγκορ ήταν υπερβολικός όταν ισχυριζόταν ότι «η βαρεμάρα βρίσκεται στη βάση κάθε κακού». Ωστόσο συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτό.. 21

·         Η βαρεμάρα συνδέθηκε με τη χρήση ουσιών, το αλκοόλ, το κάπνισμα, την πολυφαγία, την ερωτική ασυδοσία, το βανδαλισμό, την κατάθλιψη, την επιθετικότητα, την εχθρότητα, τη βία, την αυτοκτονία, την επικίνδυνη συμπεριφορά, κλπ. Υπάρχουν στατιστικά στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή τη σύνδεση.  Δεν πρέπει να ξαφνιάζεται κανείς που οι Πατέρες της Εκκλησίας γνώριζαν ήδη αυτή τη σύνδεση, θεωρώντας τον προνεωτερικό πρόγονο της βαρεμάρας, την ακηδία, ως τη χείριστη αμαρτία, αφότου όλες οι υπόλοιπες αμαρτίες προέρχονται απ’ αυτήν. Ότι η βαρεμάρα έχει σοβαρές συνέπειες για την κοινωνία, και όχι μόνο για τα άτομα, πρέπει να θεωρείται γεγονός αναμφισβήτητο. Το ότι είναι επίσης σοβαρό ζήτημα για τα άτομα οφείλεται στο ότι η βαρεμάρα εμπεριέχει την απώλεια του νοήματος και η απώλεια του νοήματος είναι κάτι πολύ σοβαρό για το άτομο που υποφέρει απ’ αυτή. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε ότι ο κόσμος εμφανίζεται άνευ νοήματος γιατί κάποιος βαριέται, ή ότι κάποιος βαριέται επειδή ο κόσμος εμφανίζεται άνευ νοήματος. Δύσκολα θα βρούμε εδώ μια απλή σχέση αιτίου-αιτιατού. Αλλά με κάποιο τρόπο η βαρεμάρα και η απώλεια του νοήματος συνδέονται. 22-23

·         Σε μια προσπάθεια να βρει τουλάχιστον κάτι θετικό σε σχέση με τη βαρεμάρα, ο κοινωνιολόγος Ρόμπερτ Νίσμπετ ισχυρίστηκε ότι η βαρεμάρα δεν βρίσκεται μόνο στη ρίζα μιας σειράς κακών, αλλά ότι έχει θέσει τέρμα και σε κάποια άλλα, για τον απλό λόγο πως βαθμιαία έγιναν πολύ βαρετά. Παίρνει για παράδειγμα την πρακτική  του καψίματος των μαγισσών, ισχυριζόμενος ότι δεν σταμάτησε για νομικούς, ηθικούς ή θρησκευτικούς λόγους, αλλά απλώς επειδή είχε γίνει τόσο βαρετό, ώστε οι άνθρωποι έλεγαν: « Αν δεις μια να καίγεται, τα έχεις δει όλα». 22

·         Ο Φερνάντο Πεσόα περιέγραψε κάτι τέτοιο « σα να υποφέρεις χωρίς να υποφέρεις, να θέλεις χωρίς να επιθυμείς, να σκέφτεσαι χωρίς λόγο». Και, όπως θα δούμε στην ανάλυση του Χάιντεγκερ για τη φαινομενολογία της βαρεμάρας, αυτή η εμπειρία μπορεί να ανοίξει ένα δρόμο προς τη φιλοσοφία.
Από τη βαρεμάρα λείπει η γοητεία της μελαγχολίας- μια γοητεία που έχει να κάνει με την παραδοσιακή σχέση της μελαγχολίας με τη σοφία, την ευαισθησία και την ομορφιά. Γι’ αυτό το λόγο, η βαρεμάρα είναι λιγότερο ελκυστική στους ευαίσθητους. Της λείπει επίσης η σοβαρότητα της κατάθλιψης κι έτσι είναι λιγότερο ενδιαφέρουσα για τους ψυχολόγους και τους ψυχιάτρους. 26

·         Ο Ρόμπερτ Νίσμπετ θεωρεί δεδομένο ότι ο θεός έδιωξε τον Αδάμ και την Εύα από τον Παράδεισο για να τους σώσει από τη βαρεμάρα, η οποία θα τους έπληττε με το πέρασμα του χρόνου. 28

·         Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι συγκεκριμένες μορφές βαρεμάρας υπάρχουν αφότου ξεκίνησε ο χρόνος, ανάμεσά τους αυτή στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα ως «καταστασιακή» βαρεμάρα, δηλαδή μια βαρεμάρα που έχει να κάνει με κάτι ιδιαίτερο σε μια δεδομένη κατάσταση. Ενώ η υπαρξιακή βαρεμάρα εμφανίζεται σαν ένα φαινόμενο της νεωτερικότητας. 28

·         Πριν από το ρομαντισμό έμοιαζε να είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο, άξιο μόνο για τους μοναχούς και τους ευγενείς. Για πολύ καιρό η βαρεμάρα ήταν σύμβολο της κοινωνικής θέσης, αποτελούσε δηλαδή προνόμιο των ανώτερων στρωμάτων της κοινωνίας, αφότου αυτά ήταν τα μόνα τα οποία είχαν την υλική βάση που απαιτείται για τη βαρεμάρα. Καθώς η βαρεμάρα εξαπλώθηκε σε όλα τα κοινωνικά στρώματα έχασε την αποκλειστικότητά της. 30

·         Ο άνθρωπος περίπου δυο αιώνες πριν  άρχισε να βλέπει τον εαυτό του ως ιδιαίτερο όν το οποίο πρέπει να πραγματώσει τον εαυτό του οπότε είναι λογικό η καθημερινή του ζωή να του φαίνεται τώρα πια σαν φυλακή. Η βαρεμάρα δεν συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με την επιθυμία. Κι αυτή είναι μια επιθυμία για αισθητηριακά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα είναι το μόνο πράγμα που έχει «ενδιαφέρον». Ότι η ζωή σε μεγάλο βαθμό είναι βαρετή, αποδεικνύεται από τη μεγάλη έμφαση που δίνουμε στην αυθεντικότητα και την καινοτομία. Σήμερα δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στο κατά πόσο κάτι είναι «ενδιαφέρον» από το αν έχει οποιαδήποτε «αξία».37-38

·         Η έλλειψη νοήματος είναι βαρετή. Και η βαρεμάρα μπορεί να περιγραφεί μεταφορικά σαν ένα ακυρωμένο νόημα. Μπορούμε να κατανοήσουμε τη βαρεμάρα σαν μια δυσανεξία που μας δείχνει ότι η ανάγκη για νόημα δεν έχει ικανοποιηθεί. Προκειμένου να πάψει αυτή η δυσανεξία, επιτιθέμεθα μάλλον στα συμπτώματα παρά στην ίδια την αρρώστια και αναζητούμε κάθε είδους υποκατάστατο. Μια κοινωνία που λειτουργεί καλά, ενισχύει την ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει νόημα στον κόσμο. Αυτή που λειτουργεί άσχημα, δεν το κάνει. 43

·         Με το Ρομαντισμό υπάρχει μια έντονη επικέντρωση στον εαυτό που απειλείται διαρκώς από την έλλειψη νοήματος. Η ανάπτυξη της βαρεμάρας συνδέεται με την ανάπτυξη του μηδενισμού… Η βαρεμάρα και ο μηδενισμός συγκλίνουν ως προς το θάνατο του θεού… Εν τη απουσία του θεού ο άνθρωπος  αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του κέντρου βάρους του νοήματος- αλλά αυτός είναι ένας ρόλος που μπορεί να παίξει μόνο σε περιορισμένο βαθμό. 47

·         Ο κόσμος γίνεται βαρετός όταν τα πάντα είναι διαφανή. Να γιατί μερικοί άνθρωποι διψούν γι’ αυτό που είναι ριψοκίνδυνο και σοκαριστικό. Αντικαθιστούν το μη διαφανές με το ακραίο. 53
·         Αυτό που έχει η βαρεμάρα είναι ότι δίνει ένα είδος προοπτικής στην ύπαρξη, όταν κανείς αντιλαμβάνεται πως είναι εντελώς ασήμαντος μέσα σ’ ένα τόσο τεράστιο πλαίσιο. Ο Τζόζεφ Μπρόντσκι θεωρεί  ότι  «η βαρεμάρα μιλά τη γλώσσα του σήμερα και σου δίνει το πιο σημαντικό μάθημα της ζωής σου… ότι είσαι τελείως ασήμαντος». 56

·         Ο Φλομπέρ διακρίνει μεταξύ «κοινής βαρεμάρας» και «σύγχρονης βαρεμάρας», η οποία, μιλώντας γενικά, αντιστοιχεί στη δική μας διάκριση μεταξύ καταστασιακής και υπαρξιακής βαρεμάρας… Ένας τρόπος διάκρισης μπορούμε να πούμε πως έχει να κάνει με το ότι  ενώ η καταστασιακή βαρεμάρα εμπεριέχει μια λαχτάρα για κάτι συγκεκριμένο που επιθυμείται, η υπαρξιακή βαρεμάρα εμπεριέχει μια λαχτάρα για οτιδήποτε. Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι η καταστασιακή και η υπαρξιακή βαρεμάρα έχουν διαφορετικούς συμβολικούς τρόπους έκφρασης, ή μάλλον πως ενώ η καταστασιακή βαρεμάρα εκφράζεται μέσω του χασμουρητού, του στριφογυρίσματος σε μια καρέκλα, του τεντώματος των χεριών και των ποδιών κλπ, η βαθιά υπαρξιακή βαρεμάρα λίγο πολύ στερείται εκφραστικών μέσων. 60

·         Η προεξάρχουσα θέση της ακηδίας μεταξύ των αμαρτιών δεν οφείλεται μόνο στο ότι οι άλλες αμαρτίες πηγάζουν απ΄αυτήν, αλλά και στο ότι εμπεριέχει μια απόρριψη- η μάλλον μια αποστροφή- του θεού και της δημιουργίας του. 74

·         Προκειμένου να αποφύγει τη βαρεμάρα, ο άνθρωπος ανάγει τα πάντα στη διασκέδαση ή καταφεύγει σε διάφορες μορφές μυστικισμού. 93

·         Το ανθρώπινο σώμα δεν είναι πλέον ικανό να ικανοποιείται μόνο του και πρέπει να αναζητά βοήθεια από την τεχνολογία ώστε να φτάσει στην κορύφωση. Υπάρχει μια κοινή παρεξήγηση ότι η τεχνολογία είναι εξωτερική ως προς εμάς, ότι άνθρωπος και τεχνολογία μπορούν να είναι χώρια. Ο άνθρωπος, το τεχνολογικό αντικείμενο και ο έξω κόσμος , συνιστούν ένα συνεχές. Συνδέουμε αυθορμήτως τον εαυτό μας με τον κόσμο μέσω των τεχνολογικών αντικειμένων. 130

·         Όπως ευφυώς  το έθεσε ο Κάρλ Κράους: «Το πραγματικό θαύμα της τεχνολογίας είναι ότι καταστρέφει με ειλικρίνεια αυτό που καλείται να αναπληρώσει». 133

·         Θα ισχυριστώ ότι η βαρεμάρα μπορεί να είναι ένα συναίσθημα, αλλά μπορεί να είναι και μια διάθεση. Είναι συναίσθημα όταν κάποιος βαριέται κάτι συγκεκριμένο και είναι διάθεση όταν ο κόσμος καθ’ εαυτόν είναι βαρετός. Μπορούμε να πούμε ότι η καταστασιακή βαρεμάρα είναι συχνά συναίσθημα, ενώ η υπαρξιακή βαρεμάρα είναι πάντοτε διάθεση.167

·         Για τον Χάιντεγκερ, η βαρεμάρα είναι μια προνομιακή, θεμελιώδης διάθεση, γιατί μας οδηγεί άμεσα στην ουσία του σύνθετου προβλήματος του Είναι και του χρόνου. 175

·         Όπως λέει ο Τζόζεφ Μπρόντσκι, η βαρεμάρα «αντιπροσωπεύει έναν καθαρό, αμιγή χρόνο, σε όλο του το περιττό, μονότονο μεγαλείο».192

·         Στη βαρεμάρα βιώνουμε την πραγματικότητα της ανυπαρξίας, ή μάλλον την ανυπαρξία της πραγματικότητας. 195

·         Χωρίς την ικανότητα να αντέξει κανείς ένα συγκεκριμένο βαθμό βαρεμάρας, θα ζήσει μια δυστυχισμένη ζωή, αφού θα πρέπει να βιώνει τη ζωή ως μια συνεχή φυγή από τη βαρεμάρα. Έτσι όλα τα παιδιά θα πρέπει να μεγαλώνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να βαριούνται. Το να δραστηριοποιείς συνεχώς ένα παιδί σημαίνει ότι αγνοείς ένα ουσιαστικό μέρος της παιδικής ανατροφής. 214

·         Υποπτεύομαι ότι μεγάλο μέρος του μεταφυσικού μας πόνου, η απώλεια της εμπειρίας που περιέγραψα προηγουμένως, έχει να κάνει με τη χαμένη παιδική ηλικία. Αυτό τουλάχιστον είναι που μας έρχεται αμέσως στο μυαλό. Όπως λέει και ο Κίρκεγκορ: «Η παρούσα δυστυχία μου οφείλεται στο ότι ζηλεύω το παρελθόν μου»… Αρνούμαστε να αποδεχτούμε ότι πρέπει σταδιακά να εγκαταλείψουμε το μαγικό  κόσμο της παιδικής ηλικίας, όπου τα περισσότερα πράγματα είναι καινούργια και ενδιαφέροντα. Για άλλη μια φορά ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την ωριμότητα, σε μια αιώνια εφηβεία – και η εφηβεία είναι γεμάτη βαρεμάρα. Αφότου η παιδική ηλικία έχει χαθεί για τα καλά, είναι πιο ελπιδοφόρο το να κινηθούμε προς την ωριμότητα.226

·          Το να ωριμάσεις σημαίνει να αποδεχτείς  ότι  η ζωή δεν μπορεί να παραμείνει στη διευρυμένη σφαίρα της παιδικής ηλικίας, ότι η ζωή σε κάποιο βαθμό είναι βαρετή, αλλά ταυτοχρόνως να αντιληφθείς ότι αυτό δεν κάνει τη ζωή αβίωτη. Κάτι τέτοιο, σαφώς, δεν επιλύει τίποτα, αλλάζει όμως τη φύση του προβλήματος. 229