Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η γοργόνα με τη μεγάλη καρδιά ( παραμύθι για την υιοθεσία)




       (μουσική υπόκρουση: "Το ερωτικό τραγούδι μιας νεράιδας":
                                                                                                          https://youtu.be/SBapguSTvPA



Μέσα στα βάθη του Μεγάλου Πράσινου Ωκεανού ζούσαν οι  μικρές Γοργόνες. Μικρές, χαριτωμένες, όμορφες, άλλο δεν έκαναν όλη μέρα παρά να παίζουν.  Με τα κύματα έκαναν τσουλήθρα, σ τις σπηλιές έπαιζαν κρυφτό, έκαναν κούνια στα μεγάλα φύκια, έπαιζαν κυνηγητό στην απέραντη επιφάνεια του Ωκεανού.
Ο τόπος γέμιζε από τις φωνές, τα τραγούδια, τις τσιρίδες και τα γέλια τους. Η ζωή τους ήταν τόσο ξέγνοιαστη, πραγματικό γλέντι.
Η πιο φωνακλού ήταν η Κοραλλία. Δε σταματούσε ούτε λεπτό να μιλά, να γελά, να πειράζει, να τραγουδά, να φωνάζει. Ήταν και η πιο όμορφη, μα έκανε τόση φασαρία που ακόμα και οι φιλενάδες της κάποιες φορές δεν άντεχαν και της ζητούσαν να σωπάσει γιατί τους ξεκούφαινε. Η Κοραλλία σώπαινε για μισό λεπτό και μετά, άρχιζε ακόμη πιο δυνατά! Στ’ αλήθεια,  ήταν τόσο ευτυχισμένη!
Μια μέρα ο Βασιλιάς του Ωκεανού φώναξε τις μικρές φιλενάδες στο παλάτι.
- Μικρές μου Γοργόνες, τους είπε με ύφος σοβαρό. Μεγαλώσατε πια. Φτάνουν τα παιχνίδια.  Ήρθε η ώρα να παντρευτείτε και να κάνετε οικογένεια.
Οι Γοργόνες γούρλωσαν τα μάτια τους, κοιτάχτηκαν τρομαγμένες και έχασαν το κέφι τους.
- Ναι, συνέχισε ο Βασιλιάς, μη με κοιτάτε έτσι. Ο καιρός πέρασε και με τα παιχνίδια σας δεν  το καταλάβατε. Λοιπόν, αύριο θα κάνω μια μεγάλη γιορτή στο παλάτι και θα διαλέξετε ποιον θα παντρευτείτε.
Οι Γοργόνες έσκυψαν το κεφάλι και έφυγαν από το παλάτι σιωπηλές. Ακόμη και η Κοραλλία βουβάθηκε. Ώστε πάνε τα παιχνίδια και οι σκανταλιές τους; Πάνε τα γέλια και τα τραγούδια τους; Η ζωή τους θα γίνει βαρετή επειδή μεγάλωσαν και θα κάνουν οικογένεια;
- Κορίτσια, σηκώστε το κεφάλι! Ακούστηκε ξαφνικά η χαρούμενη, τσιριχτή φωνή της Κοραλλίας. Τι κι αν μεγαλώσαμε; Τι κι αν παντρευτούμε, κι αν κάνουμε οικογένεια, δε θα σταματήσουμε να παίζουμε και να διασκεδάζουμε! Εμπρός λοιπόν,  πάμε να φτιαχτούμε, να στολιστούμε, να ομορφύνουμε!  Έχουμε γλέντι αύριο! Γιούχου!!!
Οι Γοργόνες βρήκαν το κέφι τους και την άλλη μέρα πήγαν στη γιορτή πιο όμορφες και πιο χαρούμενες από ποτέ.  Η καθεμιά βρήκε κάποιον όμορφο νεαρό που της άρεσε και δε σταμάτησαν να χορεύουν, να γελούν και να διασκεδάζουν.
Σύντομα έγιναν οι γάμοι και οι Γοργόνες ήταν πολύ ευτυχισμένες. Σε λίγο άρχισαν να μεγαλώνουν και οι κοιλίτσες τους, ετοίμαζαν παιδάκια και η ευτυχία τους έγινε ακόμη μεγαλύτερη.
Εκτός από την Κοραλλία. Κοιτούσε κάθε πρωί την κοιλιά της, μα δεν έβλεπε να αλλάζει. Δε μεγάλωνε. Άρχισε να ανησυχεί. Οι φιλενάδες της τής είπαν να πάει στο γέρο Σοφό, να τη βοηθήσει. Έτσι κι έκανε.
Βρήκε το γέρο Σοφό στη σπηλιά του. Ήταν πολύ πολύ γέρος. Και δεν άκουγε και καλά.
_ Καλημέρα Σοφέ, του είπε η Κοραλλία, ήρθα να με βοηθήσεις.
-Μου έφερες ειδήσεις;;; ρώτησε ο Σοφός με τσιριχτή φωνή
- Να με βοηθήσεις λέω, είπε πιο δυνατά η Κοραλλία. Θέλω να κάνω παιδί, μα η κοιλιά μου δε μεγαλώνει.
-Μα πού το είδες το μπαλόνι;; ρώτησε ο γέρος
-Η κοιλιά μου, λέω, φώναξε ακόμη πιο πολύ η Κοραλλία. Θέλω να κάνω παιδί.
-Τι να το κάνεις το γουδί; ρώτησε ο σοφός
Η Κοραλλία άρχισε να φοβάται ότι δεν πρόκειται να συνεννοηθεί με το γέροντα. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια.
-Θέλω να μεγαλώσει η κοιλιά μου, του φώναξε κατευθείαν μέσα στο αυτί.
-Καλά ντε, τι φωνάζεις, είπε ο Σοφός, σε άκουσα. Εντάξει, θα μεγαλώσει.
Η Κοραλλία έφυγε, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι ο γέρο Σοφός άκουσε τι του είπε. Και πράγματι, πέρασαν μέρες και η κοιλιά της δεν άλλαξε, δε μεγάλωσε καθόλου. Αντίθετα, άρχισε να μεγαλώνει η καρδιά της. Και τότε κατάλαβε. Ο γερο Σοφός, όταν του είπε θέλω να μεγαλώσει η κοιλιά, άκουσε να μεγαλώσει η καρδιά.
Τώρα;; Τι θα κάνει; Οι φιλενάδες της ήταν έτοιμες να γεννήσουν τα μωρά, οι κοιλιές τους ήταν φουσκωμένες. Της Κοραλλίας όμως φούσκωνε η καρδιά! Πήγε στο γερο Σοφό:
- Κάνατε λάθος, του είπε
-Ναι, είναι μεγάλο βάθος, της είπε αυτός.
-Όχι, λέω ότι δεν κάνατε το σωστό, του φώναξε.
- Δε θέλω παγωτό, της είπε ο Σοφός. Και η Κοραλλία έφυγε απελπισμένη. Ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα, όταν άκουσε κάποιον άλλο να κλαίει. Κοιτάζει γύρω, και βλέπει  ένα μικρό, σγουρομάλλικο κοριτσάκι να κάθεται κουλουριασμένο, με το κεφαλάκι του χωμένο στα χέρια.
- Ε μικρούλα μου, τι έχεις; το ρώτησε και του χάιδεψε το κεφαλάκι. Το κοριτσάκι σήκωσε τα μάτια και την κοίταξε.
-Αχ, τι όμορφη, μεγάλη καρδιά που έχεις! της είπε και της χαμογέλασε.
Άπλωσε τα χεράκια του και η Κοραλλία το πήρε αγκαλιά της. Το κρατούσε σφιχτά πάνω στη μεγάλη  καρδιά της και άρχισε να γελά και να τραγουδά όπως παλιά. Ήταν τόσο ευτυχισμένη.
Οι φίλες της την άκουσαν από μακριά και έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Ξετρελλάθηκαν με το σγουρομάλλικο κοριτσάκι. Κι όταν σε λίγο καιρό, έκαναν κι αυτές τα παιδιά τους, έπαιζαν όλοι μαζί, μαμάδες και παιδιά.  Και ο Ωκεανός γέμισε πάλι από γέλια, φωνές και τραγούδια. Και ποια φώναζε πιο πολύ, γελούσε πιο πολύ, τραγούδαγε πιο πολύ, μιλούσε πιο πολύ; Ποια;
Το σγουρομάλλικο κοριτσάκι της Κοραλλίας!




-