Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ: Ο δωδεκάλογος του γύφτου ( αποσπάσματα)




 «Είμαι ποιητής του καιρού μου και του γένους μου κι ό,τι μέσα μου κρατώ δεν μπορεί να χωριστεί από τήν έξω πλάση».
  «χίλιες χρυσές λιανοκάμωτες αλυσίδες με δένουνε με την πραγματικότητα».
(από τον Πρόλογο του ποιητή)


ΛΟΓΟΣ Α΄: Ο ΕΡΧΟΜΟΣ
και μαυρολογούσες, ώ καρδιά μου,
με τα κυπαρίσσια
……………………………..
και σα νάχασαν το δρόμο τους,
και μαζί μ’ αυτό σα νάχασαν
λίγο λίγο και την έγνοια,
λίγο λίγο και τη γνώμη,
κ’ ύστερα και κάθε μνήμη,
κ’ ύστερα και κάθ’ ελπίδα,
και που δεν κρατούσαν πίσω τους
και που μήτε ξάνοιγαν εμπρός
μια πατρίδα
…………………………………..
και ήτανε σα να ταξίδευαν
πατρικά συντροφιαστοί
από Χάροντα ευεργέτη
σε μιαν άλλη αμίλητη ζωή
……………………………………….
και είχανε τα μάτια σαν αγάλματα,
και είχανε τα μάτια χωρίς βλέμματα,
γιατί λείπαν οι ματιές τους προς μαντέματα
δυσκολοξεδιάλυτα
…………………………………..
κι από κάθε χάδιο ασκλάβωτος
……………………………………….
Κι αν ποτέ σου εσύ δεν είπες «όχι»,
από πείσμα δεν το είπες,
όχι από μιαν ήμερην υπακοή.
…………………………………..
κοίταζα να πρωτανοίξω
στα νερά, στα ρέματά του,
γλήγορο ένα μονοπάτι,
που θα ζούσε τόσο μόνο
όσο και το διάβα μου.
……………………………….
Και δεν είναι ο γύφτος του σπιτιού ραγιάς,
και το σπίτι έχει φτερούγια σαν εμάς,
και το σπίτι ακολουθάει,
και είν’ αυτό πιστό
στον αφέντη, όχι εκείνος προς αυτό
………………………………….
για να ιδώ την όψη της αυγής
με μια θείαν αφροντισιά


ΛΟΓΟΣ Β΄ : ΔΟΥΛΕΥΤΗΣ

Κ ΄έσκυψα προς την ψυχή μου
σα στην άκρη πηγαδιού,
κ’ έκραξα προς την ψυχή μου
με το κράξιμο του νου
κι από το πηγάδι το βαθύ,
σαν από ταξίδια, ξένη,
προς εμένα ανεβασμένη
ξαναγύρισε η φωνή
………………………….
έγειρα την όψη προς τη λίμνη
που θλιμμένα μου χαμογελούσε.
……………………………..
ταίριαζε, άκουε, φρόντιζε και ρώτα,
γείρε, αν θέλεις να υψωθείς
νίκη σου, ανυπόταχτε, σ’εσέ να πεις:
«Υποτάξου πρώτα!»
……………………………….
Γρίκησε τι λέει το δέντρο
που το κόψαν και το κάμανε καράβι:
«Μεσ’ στο νέο κορμί μου ολάσβηστη
η παντοτινή ψυχή μου ανάβει.
………………………………………
Κι ο τεχνίτης που δετό κρατάει το χέρι του
και τη φαντασία του δετή,
όταν του θεού σκαλίζει το είδωλο
με του ιερέα την προσταγή,
το σπαργανωμένο, το ίδιο πάντοτε,
βρίσκει τόπο ν’ απιθώσει κάπου απάνω του
κάποιον έρωτα από μεσ’ από την καρδιά του
προς το είδωλο που πέφτοντας μπροστά του
έτσι το ποθείς, λαέ,
κ ΄έτσι, λαέ, το προσκυνάς.
………………………………………….
τ΄ανωφέλευτα, τ΄αχρείαστα και τ΄αλλόκοτα,
που τους λείπει πότε πρόσωπο,
που τους λείπει πότε σώμα,
που τους λείπει πάντα τ΄όνομα.
………………………….
Και όταν τράβηξα ασυντρόφιαστος
το δικό μου δρόμο πάλι,
γνώρισα μια θλίψη μέσα μου,
θλίψη ασώπαστη μεγάλη!

ΛΟΓΟΣ Γ΄: ΑΓΑΠΗ

Μάθε με όλα να διαβάζω
τα υπερκόσμια μυστικά
στο σκολειό της αγκαλιάς σου
μέσα στα φιλιά.

ΛΟΓΟΣ Δ΄: Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

γω δε δέθηκα τρεμάμενος
με κανέναν ουρανό.
…………………
Κι έκραζες βραχνά, -το κράξιμό σου
δεν μπορώ να τ’ απολησμονήσω-
κ’ έκραζες: «Φωτιά! να κάψω την Παράδεισο»
κ’ έκραζες: «Νερό! την Κόλαση να σβήσω!»
……………………..
Μεγαλόπρεπα περάσματα
των θεών που δεν πιστεύω
από σας πιο μεγαλόπρεπος
γαληνά σας αγναντεύω.
……………………..
Είμ’ εγώ που τρέχω. κι όχι εσείς
τα ριζόδετα εσείς είστε,
φτάνει ο καβαλλάρης να σταθεί
για να σταματείστε!
………………
Τέλους κανενός, καμμιάς αρχής
τη δική μου γνώμη φράχτης
δεν ορίζει. είμαι του Τίποτε
πανελεύτερος ο κράχτης.

Είμ’ εγώ που σβήνω το Γιατί
κ’ είμ’ ο απαρνητής του Κάτι.
- Αεροπέρνα ακαβαλλίκευτο
της ερμιάς αδάμαστο άτι!-
…………….
είμ’ εγώ ο προφήτης, είμ’ εγώ
κ’ ήρθα για να διαλαλήσω
βασιλιά θεό το Τίποτε
στον αιώνα εμπρός και πίσω.

Χωρίς έχτρα, χωρίς έρωτα,
ο τεχνίτης ήρθα εδώ
για των ψευτονείρων σου άνθρωπε,
το ναό να πλάσω εγώ

τέρας άγαλμα το Τίποτε
μ’ όλες τις θρησκείες της πλάσης,
τέρας για να φοβηθείς
και μαζί για να γελάσεις!
 -----------------------
Ξένος έμεινα κι ασκλάβωτος
από σέβας, δέηση, τάμα.
ειμ' εγώ των άθεων ο προφήτης
κι η ζωή μου είναι το θάμα.
ΛΟΓΟΣ Ε΄ : Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

Και σπρωγμένοι ως εδώ πέρα
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι
από ανέμους και φουρτούνες
και σεισμούς και χαλασμούς,
και καραβοτσακισμένοι
και σκληρά κατατρεγμένοι
κι από ξένους και δικούς!
Και κρυψώνες ηύρανε και σκήτες
μοναστήρια και κελλιά
κι ηύρανε παλάτια και σχολειά
και δεν ηύρανε τον ήλιο
και τη λευτεριά
και δεθήκαν κι αρρωστήσαν
και χτίκιασαν τ' απολλώνια κορμιά
και γινήκαν βρυκολάκοι και στοιχειά.
--------------
Ζήσανε κουλουριασμένοι
μες στου δάσκαλου τα χέρια
κι από κάτω απ την κοντόφωτη ματιά
ζήσανς ζωή μες στα δεφτέρια
ζήσανε ζωή μες στη σκλαβιά
ζήσανε ζωή τυραννισμένη
και τους ηύρε μια λατρεία καταραμένη
σαν τα βάσανα και σαν την καταφρόνια
χίλια χρόνια, χίλια χρόνια!
.........................................

Και του κόσμου γίνονται πολίτες,
οι Αθάνατοι κι οι Ωραίοι!
………………….
μα η Ελλάδα μια, και αγύριστη
πάει, και να την κλαίς!
……………….
οι Αθάνατοι κ’ οι Ωραίοι θα βοηθείστε
των εθνών τη στράτα,
σαν τ’ αστέρι πόχει χρόνια,
χρόνια και καιρούς σβηστεί,
μα ορφανό το φως του ακόμα περπατάει,
μέσ’ στ’ απέραντα κι αχνοφωτάει
τον ακούραστο νυχτοταξιδευτή

ΛΟΓΟΣ ΣΤ΄ : ΓΥΡΩ ΣΕ ΜΙΑ ΦΩΤΙΑ

Θεός αλύπητος. το Χρέος.
…………….
μαρτυρώντας, πολεμώντας, τραγουδώντας,
τη ζωή και την αλήθεια.
……………
Κ’ ένα φώς απ’ την Ανατολή
τρύπησε της Δύσης την κατάχνια.
παντού η σάρκα, παντού η τρέλλα κ’ η ηδονή!
Ελικώνες και Υμηττοί το φώς το στέλνουν
κ’ είναι σαν Απόλλωνες οι Σταυρωμένοι
των Ορφέων κρατάν τις λύρες οι Χριστοί.

ΛΟΓΟΣ Ζ΄ : ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ  ΚΑΚΑΒΑΣ

Όσα βουνά κι αν ανεβείτε,
απ’ τις κορφές τους θ’ αγναντεύετε άλλες κορφές
ψηλότερες, μιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα.
και στην κορφή σα φτάστε την κατάψηλη,
πάλε θα καταλάβετε πως βρίσκεστε
σαν πρώτα κάτω απ’ όλα τα’ άστρα.
…………………
Κι αν μας έλεγες: Γύφτοι, θα γυρίσετε
στην πρώτη σας κοιτίδα την ξεχειλιστή…
και τότε θα σου κράζαμε: Δε θέλουμε,
το πανηγύρι μη χαλάς. γιορτάζουμε
το συντριμμό των αλυσίδων,
ό,τι κι αν είναι, από διαμάντια ή από σίδερα.
οι τρανοί λυτρωμένοι είμαστε’ εμείς.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!

ΛΟΓΟΣ Η΄ : ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ
τέρατα είδε γεννημένα
μέσ’ απ΄ τα φιλιά των άδειων
……………………….
ένα γέλιο, ένα παράλλαμα, ένα ψέμα,
ένα κλάμα, ένα ΒΑΣΙΛΕΙΟ.
………………………..
Μ’ όλα σου θα ζει τα χαμηλά
με καμιά σου δε θα ζει μεγαλωσύνη
κ’ οι προφήτες που θα προσκυνά
νάνοι και αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι
και διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.
………………………………….
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα-
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!

ΛΟΓΟΣ Θ΄: ΤΟ ΒΙΟΛΙ
Και κανενός ακουμπηστήρι,
σκέπη δεν είμαι κανενός
………………
Ώ γνώμη, ώ έγνοια, ώ λογισμέ,
σας έστρωσα να κοιμηθείτε
κι αξύπνητα μέσα σ’ εμέ.
μια στάχτη μέσα μου γενείτε.
η έγνοια, η γνώμη, ο λογισμός,
κόσμος νεκρός.

Και ρίξου, σα σπαθί, δοξάρι,
προς την τετράδιπλη χορδή,
και χτύπα την και σπάραξέ την,
η αρμονία να γεννηθεί.

Γιατί κι ο κόσμος ο βαθύς
γεννιέται πάντα απόνα  πάλαιμα
 σα δοξαριού με μια χορδή.
κι ό,τι είν’ ωραίο κι ό,τι μεγάλο
στέκει εδώ πέρα,
μέσα στη λύσσα ενός πολέμου
δουλεύεται, κι έχει πατέρα
 το νικητή.
………………………………..
Κι αν είμαι δέντρο, είμ’ ένα δέντρο
από χορδή και μουσική
και τίποτ’ άλλο. κι ένας ήχος
και μια πνοή κ’ ένα τραγούδι
μέσα μου ζεί.

ΛΟΓΟΣ Ι΄ : ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΣ

της απάτριδης ψυχής μου
χίλιες δυό οι πατρίδες είναι
……………………
όσο του ήλιου και οι αχτίδες
δε ζεσταίνουν όμοια και μαζί
πολυπρόσωπη, πολύψυχη τη Γη –
δόξα, δόξα στις Πατρίδες!

ΛΟΓΟΣ ΙΑ΄: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΑΔΑΚΡΥΤΟΥ

ένα παραμύθι με συντρίβει.
………………………..
Κ’ ήταν ήσυχη σαν όλα
τα βαθιά και τα σκληρά
………………………….
λίγο λίγο η χαρά θα φουντώσει
του σκληρού, του γερού και τ’ αδάκρυτου

ΛΟΓΟΣ ΙΒ΄: ΚΟΣΜΟΣ

Πού είν’ η Αλήθεια; Μην πλανάν εσέ
βαθιονόητα λόγια τάχα.
την πηγή της δεν τη βρίσκεις
μέσα σου, Άνθρωπε, μονάχα.
Θα τη βρεις παντού στο ταίριασμα
-ώ αρραβώνας λυτρωτής!-
της καρδιάς σου και του νού σου
με τα πάντα της ζωής.

ΣΤΕΡΝΟΣ ΛΟΓΟΣ: ΣΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Τα δυνατά σου χέρια τ’ άξια, τα κοσμικά,
χάρισμα πιο μεγάλο κι απ’ τα φτερά.
………………………..
Κ’ ένα τυφλό αηδονάκι σ’ακάθαρτο κλουβί
τη νύχτα του, και μέρα και νύχτα, κελαϊδεί.
………………………
Κ’ ήταν ο νούς μου μαύρου πουλιού τριγυρισμός,
της νυχτερίδας ταίρι, του κόρακα αδερφός.
…………………….
Χωρίς κανένα αγώνα, κανένα σκούσμα, ωιμέ!
πλέκεται κάποιο δράμα μες στην ψυχή μου εμέ.
…………..
Και βολετό δεν ήταν αγνά να πει σ’ εσέ
μηδέ το στόμα το Όχι, μηδέ η καρδιά το Ναι.
Το στόμα μου τ’ ανοίγει του τραγουδιού η πνοή
προς την ωραίαν αλήθεια, προς την ωραία ζωή.

κι όντας μου λείψει η θεία του τραγουδιού πνοή
της σιωπής η κρύα ταφόπετρα με κλει.
…………………….
Εγώ είμ’ απ’ τη μεγάλη γενιά του αστενικού,
που με πατάει το πόδι και του περιστεριού