Σάββατο 30 Μαΐου 2026

ΤΖΩΝ ΜΙΛΤΩΝ: Ο απολεσθείς Παράδεισος

 

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το πρωτότυπο: 

(The complete English poems of John Milton.

Washington Square Press. N.Y.1964

και δυο μεταφράσεις:

1)του Αλέξανδρου Κάσδαγλη, Λονδίνο, 1887,

που είναι και η πρώτη που έγινε. 

Σε γλώσσα καθαρεύουσα.

2)του Αθ. Οικονόμου,εκδ. Οδός Πανός,2010.

Σε καμία,δυστυχώς, δεν τηρώ το πολυτονικό...

Ως προς το αγγλικό κείμενο, πρέπει να

έχουμε στο νου ότι ο Μίλτων,

 προκειμένου να επιτύχει τον δεκασύλλαβο

ιαμβικό ανομοιοκατάληκτο στίχο και ένα φυσικό

ρυθμό στην ανάγνωση, αλλοιώνει συχνά

τη γραφή των λέξεων.

Οι γκραβούρες είναι του Γκουστάβ Ντορέ























ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

(επίκληση του Ποιητή στη Μούσα)

Ψάλλε, ουράνιος Μούσα, απείθειαν πρώτην Ανθρώπου,

και τον του δένδρου εκείνου καρπόν τον απηγορευμένον,

Ού η θανάσιμος γεύσις τον θάνατον ήνεγκε κόσμω,

Πάντα ημών τα δεινά, και Εδέμ την απώλειαν έως

Άνθρωπος μείζων ημάς εις την θέσιν ημών καταστήση…

(1-5)

Τον ξεπεσμό του πρώτου Αδάμ, την ανυποταξία

κι απέ τη βρώση του καρπού τ’αφορισμένου δέντρου

που η γέψη του η θανάσιμη έφερε τη θνητότη

κι όλα τα συνακόλουθα:θάνατ’, οδύνες,θλίψεις

και την απώλεια της Εδέμ, ως να μας ανορθώσει

ο αναμάρτητος Αδάμ στη μακαρία έδρα,

Τραγούδα Μούσα τ’ουρανού...


Of Mans First Disobedience and the Fruit

Of that Forbidden Tree,whose mortal tast

Brought Death into the World,and all our woe,

With loss of Eden, till one greater Man

Restore us, and regain the blissful Seat,

Sing Heav’nly Muse…

***

Ει τι εστίν εν εμοί σκοτεινόν, διαφώτισον τούτο,

Ει τι εστί ταπεινόν, Συ ανύψωσον, στήριξον δ΄άμα

(22-23)

Ό,τι σε μένα σκοτεινό,καλώ σε να φωτίσεις

Ό,τι σε μένα χθαμαλό,καλώ σε να υψώσεις

...What in me is dark

Illumin,what is low raise and support;


(Οι εκπεσόντες Άγγελοι στην Κόλαση,

τιμωρημένοι για την εξέγερσή τους ενάντια

στον Ουράνιο Μονάρχη, συνέρχονται μόλις η πύρινη

λαίλαπα της πτώσης κοπάζει.Ο ηττηθείς Σατάν

φιλοσοφεί και αυτοενθαρρύνεται)


Χαίρε κι εσύ, καταχθόνιε κόσμε!και συ,βαθυτάτη

Κόλασις, δέξαι τον νέον σου κτήτορα, φέροντα όμως

Νουν αμετάτρεπτον, ναι, υπό θέσεως ή υπό χρόνου.

Ότι ο νους καθ’αυτόν εν αυτού τη μονή διαμένων

Δύναται τρέψαι τον Άδην αυτόν εις μονήν Ουρανίαν,

Ως τας μονάς Ουρανού εις αυτούς τους κευθμώνας του Άδου.

(265-270)

Ζήτω η φρίκη, ζήτωσαν οι κόσμοι της αβύσσου!

Κόλαση, υποδέξου τον τον νέο κατακτητή σου!

Έχει μυαλά ασάλευτα σε τόπο και σε χρόνο

Δικό του κόσμο πλάθει ο νους και δύναται ο ατός του

Παράδεισο την Κόλαση τούτ΄ένεκεν ν’αλλάξει

σε Κόλαση Παράδεισο να κάμει να φαντάξει.

...Hail horrours,hail

Infernal world and thou profoundest Hell

Receive thy new Possessor:One who brings

A mind not to be chang’d by Place or Time,

The mind is its own place,and in it self

Can make a Heav’n of Hell,a Hell of Heav’n.

***

...καλλίτερον,ναι, το ανάσσειν εν Άδου

Ή το δουλεύειν εντός Ουρανού!

(279-280)

Κάλλιο Ρήγας στην Κόλαση για δούλος στα Ουράνια.

Better to reign in Hell, then serve in Heav’n

***

... όστις Βία νικά, 

κατά ήμισυ μόνον νικά τον εχθρόν του

(694)

Όπου με βία υπερτερεί,μισό εχθρό ορίζει.

... who overcomes

By force, hath overcome but half his foe.










ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

(Συγκαλείται Γενική Συνέλευση των

πεπτωκότων Αγγέλων, όπου παίρνει

ο Σατάν πρώτος τον λόγο )


Δεν θεωρώ ολεσθέν εντελώς το Ουράνιον Κράτος.

Ότι εκ πτώσεως τόσον οικτράς αρεταί Ουρανίων

Αύθις υψούμεναι θέλουν φανή φαεινότεραι όντως,

Ναι, φοβερώτεραι, ώσπερ εάν μη συνέβαινε πτώσις.

(18-20)

Δεν θεωρώ τον Ουρανό οριστικά χαμένο

Κείθ’έχουνε καταβολή ουρανικές ουσίες

που σύντας σε εξέγερση πιο ένδοξες φαντάζουν

και τρομερές,απτόητες από την κάθε πτώση

να μη δειλιούν κακομοιριά ότι θα δευτερώσει.


I give not Heav’n for lost.From this descent

Celestial vertues rising, will appear

More glorious and more dread then from no fall


(Ακούγονται διάφορες προτάσεις από

τους ομιλητές. Ο Ποιητής εκφράζει την πικρία του,

βλέποντας τους Διαβόλους ενωμένους, ενώ οι άνθρωποι δεν

το μπορούν)


Αίσχος ανθρώποις! Κατάρατος δαίμων συν δαίμονι άλλω,

Πίστιν τηρεί ομονοίας, διχόνοια δε παρ’ανθρώποις

Μόνον υφίσταται,καίπερ τω λόγω εισί προικισμένοι

Καίπερ ουράνιον χάριν ελπίζουν. Ενώ δε ειρήνην

ο Ύψιστος πάσι κηρύττει, εν μίσει πλην κ’έχθρα

Ούτοι τον βίον διάγουν ερίζοντες πάντοτ’αλλήλοις

Όντως σκληρούς δε πολέμους εγείρουν, την γην ερημούντας,

Ούτω δι’αλλήλους σπαράσσουσι, χέοντες αίμα αλλήλων.

(616-623)

Ώ καταισχύνη κι όνειδος ανάμεσα σ’ανθρώπους!

Διάβολος με τον διάβολο-τον πιο κατηραμένο-

τηρεί τις συμφωνίες του και σταθερά συμβόλαια.

Βλέπεις όντα νοήμονα, οι άνθρωποι, ερίζουν,

διαφωνούν, τσακώνονται,ελπίζοντας ωστόσο

στη θεία Χάρι, μόνο αυτοί.Κι ενώ ο Θεός καλεί τους

και διακηρύττει ειρήνη,εκείνοι ακόμα συντηρούν

μίσος,έχθρα,διένεξη μέσα και μεταξύ τους.


O shame to men!Devil with Devil damn’d

Firm concord holds,men onely disagree

Of Creatures rational, though under hope

Of heavenly Grace. And God proclaiming peace,

Yet live in hatred, enmitie and strife

Among themselves and levie cruel warres

Wasting the Earth,each other to destroy.


(Με απόφαση τής Γενικής τους Συνέλευσης

ο Σατάν πάει στον Παράδεισο με σκοπό

να παραπλανήσει τον Άνθρωπο, το αγαπημένο

δημιούργημα του Θεού. Διασχίζει ένα

κολασμένο Χάος)


Ύπερθεν πάντων κριτής διαιτών προεδρεύει το Χάος

Πλείω την πάλην συγχέων αυτού αποφάσεσιν, ότι

Ούτος αυτού βασιλείας το σκήπτρον τη πάλη οφείλει.

Άνασσα δε υπερτάτη κατόπιν του Χάους η Τύχη

Πάντα διέπει. Εν ταύτη λοιπόν τη αγρία αβύσσω

Ήτις η μήτρα και ίσως ο τάφος της Φύσεως είνε

Ότι αυτής τα στοιχεία ουδόλως υφίστανται έτι,

Ότι το ύδωρ, η γη, ο αήρ και το πυρ μεμιγμένα

Πάντα εισίν εν αυτών κυήσει κ’αρχή πρωτογόνω..

(1112-1120)

..Το Χάος διαιτεύει εκεί

Με τις απόφασές του, πιότερο εξάπτει τον καβγά

γι’αυτό και βασιλεύει. Μεγαλοδικηγόρος του

δίπλα του η Τύχη συνεργεί,η παντοκυβερνήτρα.

Μέσα στην αγριόχαρη άβυσσο τούτη, πούναι

της Φύσεως η μήτρα,ανίσως και ο τάφος της,

που μήτε είναι θάλασσα,μηδέ ακτή, μα ούτε

φωτιά ή αέρας,παρά όλα τούτα ανάμεικτα

συγκεχυμένα, σε κυοφορούμενη μορφή.


...Chaos Umpire sits,

And by decision more imbroiles the fray

By which he Reigns:next him high Arbiter

Chance governs all. Into this wilde Abyss,

The Womb of nature and perhaps her Grave,

Of neither Sea,nor Shore,nore Air,nor Fire,

But all these in thir pregnant causes mixt.








ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

(Νέα επίκληση του ποιητή στη Μούσα,

καθώς έχει αρχίσει να τυφλώνεται)

Τόσω το κάλυμμα μέλαν τ’οράσεως δώρον καλύψαν!

Πλην επ’αυτή τη δεινή συμφορά μου δεν έπαυσα ίνα

Μάλλον πλανώμαι μονήρης εκεί όπου Μούσαι συχνάζουν…

Ων τετρωμένος υπ’ έρωτος ύμνων κι οσίων ασμάτων.

(30-5)

Τόσο παχειά αμαύρωση έσβησε τους βολβούς τους

κι η μέλαινα υπόχυσις με βέλο τους σκεπάζει.

Όμως εγώ να τριγυρνώ δεν παύω απ’τα στέκια

των Μουσών, δροσοπηγή ή άλσος σκιερό ή λόφο

φωτόλουστο και λιόχαρο,εκστατικός μ’αγάπη

προς το τραγούδι το ιερό.


So thick a drop serene hath quencht their Orbs

Or dim suffusion veild. Yet not the more

Cease I to wander where the Muses haunt…

Smit with the love of sacred song;

***

Πάντα τα έργα της Φύσεως νυν δι’εμέ δεν υπάρχουν

Ναι,εξαλείφθησαν ταύτα, δεν φαίνονται πλέον εμπρός μου

Άμοιρος ούτω του δώρου οράσεως ων, ουδέ βλέπων,

Έχω αεί κεκλεισμένον τον ένα πυλώνα Σοφίας

Όθεν εσώτερον λάμψον, ουράνιον Φως, εις τον νουν μου

Πάσας εμού τας δυνάμεις νοός διαφώτισον ήδη

Όμματα θες εν αυτώ,την αχλύν εκκαθάρισον πάσαν.

Σκόρπισον ταύτην καλώς,όπως ίδω σαφώς κ’εξυμνήσω

Πράγματ’απρόσιτ’,αόρατα όλως εις όψεις ανθρώπων.

(58-66)

Και από το φωτόχαρο της γνώσεως βιβλίο

όπου αναπαρίστανται τής Φύσεως τα έργα

μ’ένα καθολικό κενό για μένα ξεγραμμένα.

Δια μιας εισόδου σοφία σχεδόν αποκλεισμένη.

Μα τώρα, μάλλον πιο πολύ θα πρέπει ν’αντιλάμψεις

με φως εσώτερο συ,επουράνιο φως, και τον του

να καταυγάσεις πρέπει. Φύτεψε μάτια στο μυαλό

και διώξε κάθε ομίχλη και κάθαρε,διασκόρπισε,

ώστε πρώτα να ιδώ κι έπειτα να μιλήσω, παρά

για πράγματα αθώρητα στην όραση τ’ανθρώπου!


But cloud in stead,and ever-during dark

Surrounds me,from the chearful wayes of men

Cut off,and for the Book of knowledge fair

Presended with a Universal planc

Of Natures works to mee expung’d and ras’d

And wisdome at one entrance quite shut out

So much the rather thou Celestial light

Shine inward,and the mind through all her powers

Irradiate,there plant eyes,all mist from thence

Purge and disperse,that I may see and tell

Of things invisible to mortal sight.


(Πίσω στην υπόθεσή μας, ο Θεός εξηγεί στον Υιό του

το επικείμενο αμάρτημα των πρωτόπλαστων. Μα γιατί

δεν το εμποδίζει; Περί ελευθερίας ο λόγος)


Αν μη ελεύθεροι ήσαν,γνησίαν απόδειξιν ποίαν

Είτ’αληθούς ευπειθείας των, είτε στερράς πίστεώς των,

Είτε αγάπης αυτών να παράσχωσ’ηδύναντο ούτοι;

Αν τη ανάγκη υπείκον,ουχί τη οικεία θελήσει

Άξιοι τίνος επαίνου θα ήσαν;εγώ δε οποίαν

Ήν δυνατόν ίνα δρέψω χαράν ευπειθείας τοιαύτης…

Έπλασ’αυτούς ελευθέρους κ’ελεύθεροι πρέπει να μένουν

Μέχρι της ώρας καθ’ήν εαυτούς θα δουλώσωσι μόνοι.

(121-147)

Ελεύθερα εστάθησαν και πέσαν όσες πέσαν.

Αν όχι, ποια απόδειξη θα έδειχναν στ’αλήθεια

πιστότητας ειλικρινούς,πίστης κι αγάπης στέριας

που μόνο στην ανάγκη τους δείχτηκαν αρετές τους

κι όχι εις τα προθέσεις;Ποιον έπαινο θα ελάμβαναν;

Και ποια ικανοποίηση απ’την υπακοή τους…

Έτσι τους διαμόρφωσα,ελεύθεροι να είναι

κι έτσι να παραμείνουνε πρεπό είναι,ωσότου

απ’την αφεντοσύνη τους καταγοητευτούνε.


Not free, what proof could they have gin sincere

Of true allegiance,constant Faith or Love

Where onely what they needs must do,appeard,

Now what they would?what praise could they receive?

What pleasure I from such obedience paid…

I formd them free and free they must remain

Till they enthrall themselves...










ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

(Ο Σατάν εισέρχεται κρυφά στον Παράδεισο,

μεταμορφωμένος σε αγαθό Άγγελο.

-Πάντα έτσι δεν δουλεύει το Κακό; -

Μα, το είπε κι ο ίδιος πριν, πως ο τόπος

δεν επηρεάζει το μυαλό)


ότι εντός του την Κόλασιν φέρει

Αύτη δε κύκλω αυτού μαινομένη αυτόν περιβάλλει

Βήμα μακράν της Κολάσεως ήδη αδύνατον είνε

Όπως ποιήση,αδύνατον όπως την Κόλασιν φύγη

Ως εαυτού να εκφύγη αδύνατον είνε επίσης.

Καίπερ φυγών δε την θέσιν Κολάσεως, αύτη εν τούτοις

Μαίνεται έτι εν στήθει αυτού, ουδ’ αυτόν καταλείπει.

(28-34)

Τι εντός του κόλαση ξεσπά

κι ολόγυρα την κόλαση φέρνει και κουβαλάει

μήτ’ένα βήμα πιο μακριά μήτ’απ’τον εαυτό του

ν’αλλοπετάξει δεν μπορεί με αλλαγή μιας θέσης.


...The Hell within him, for within him Hell

he brings and round about him nor from Hell

One step, no more then from himself can fly

By change of place...


(Το ξέρει, το νιώθει, το ομολογεί)

Οίαν οδόν και αν λάβω η Κόλασις είνε εμπρός μου

Κόλασις δ’είμαι εγώ, οπουδήποτε αν διαφύγω.

Πόσω βαθεία η άβυσσος, πόσω βαθύτερον ταύτης

Είναι το χάσμα, ό ένδον του στήθους μου χαίνον ανοίγει

Μέγ’απειλούν καταβρόχθισιν νυν εμαυτού φρικαλέαν.

(108-111)

Όπου σταθώ ή βρεθώ

κόλαση παντού,σκέτη ο εαυτός μου κόλαση!

Και στον κατώτατο βυθό, βαθύτερο ακόμα

ξανοίγεται διάπλατα άπατο,απειλώντας

να με καταβροχθίσει


Which way I flie is Hell;my self am Hell;

And in the lowest deep a lower deep

Still threatning to devour me opens wide

(Το δέλεαρ της ομορφιάς που βλέπει

τον λυγίζει, μα φευγαλέα)

Ουδείς μετανοίας, αφέσεως,λείπεται τόπος;

Τόπος ουδείς, άνευ σης υποτάξεως.Ταύτην την λέξιν

Φρόνημ’αγέρωχον νυν με κωλύει να είπω και μόνον

(115-7)

Χώρος για μεταμέλεια

ή χώρος για συγχώρεση άραγε δεν υπάρχει;

Δεν έχει μείνει τίποτα,πάρεξ με υποταγή μου!

Αυτή τη λέξη ,απάρνηση μου την απαγορεύει


...is there no place

Left for Repentance,none for Pardon left?

None left but by submission;and that word

Distain forbids me…


(Σηκώνει το κεφάλι, συνέρχεται και

διώχνει τις... ευαισθησίες)


Χαίρε ελπίς,μετά σου δ’οιοσδήποτε φόβος επίσης!

Χαίρε, συνείδησις,έλεγχοι,χαίρετε νυν συνειδότος!

Παν δι εμέ απωλέσθη καλόν, ουδ’αυτό αναμένω

Συ πονηρόν, αρωγός μου νυν έσο και συ το καλόν μου

(154-7)

Αντίο ελπίδα, χαίρε συ,μαζί σου αντίο φόβε!

Αντίο μαύρες σκέψεις!Μέσα μου κάθε το καλό

εχάθηκε για πάντα.Και το κακό, έστω καλό!


So farwel Hope and with Hope farwel Fear

Farwel Remorse: all Good to me is lost;

Evil be thou my Good…


(Βλέπει το ευτυχές ζεύγος των πρωτόπλαστων, που

ο Θεός δημιούργησε αφότου έδιωξε αυτόν και τους άλλους

Άγγελους. Και πάλι τον πιάνουν οι ευαισθησίες του)


Ω Κόλασις! Θέαμα ποίον

Πλήττει ενταύθα τας όψεις μου;τι θεωρώ μετά λύπης;

Πλάσματα είδους ετέρου εις θέσιν ημών την ολβίαν

Ύψος τοιούτο κατέχοντα, ίσως εκ γής γεννηθέντα

Πνεύματα όχι, αλλά των λαμπρών ουρανίων Πνευμάτων

Πόσο ολίγον κατώτερα!ταύτα ο νους μου διώκει

Πλήρης εκπλήξεως, ώστ’ηδυνάμην αυτά ν’αγαπήσω

(484-490)

Κόλαση! Τι τα μάτια μου με θλίψη αντικρύζουν;

Στον χώρο τον ευδαίμονα,τόσο ψηλά φτασμένα

πλάσματα άλλου καλουπιού,ίσως χοϊκά,γηγενή,

πνεύματα όχι,και από πνεύματα επουράνια,

φωτερά λίγο ελαττωμένα-που οι λογισμοί μου

διώκουν με κατάπληξη,μπορεί κι ερασμιότη.


O Hell!what doe mine eyes with grief behold

Into our room of bliss thus high advanc’t

Creatures of other mould,earth-born perhaps,

Not Spirits,yet to beav’nly Spirits bright

Little inferior;whom my thoughts pursue

With wonder, and could love…


(Αμάν αυτές οι ευαισθησίες...εμπρός στο σχέδιο!)


Έν εις το μέρος εκείνο υπάρχει ,ως ήκουσα, δένδρον

Όπερ τής Γνώσεως λέγεται δένδρον,ολέθριον ίσως,

Τούτου δ’ο Πλάστης αυτοίς απηγόρευσεν ίνα γευθώσιν.

Ύποπτον, ναι!απαγόρευσις Γνώσεως;άλογον όντως!

Ένεκα τίνος ο Πλάστης των τούτο αυτοίς να φθονήση;

Είνε η Γνώσις αμάρτημα;μη αύτη θάνατος είνε;

Μένουσιν άρα γε ούτοι πιστοί δι’αγνοίας και μόνης;

Αύτ’ η τρισόλβιος θέσις των;μη τούτο είνε το δείγμα

Πίστεως πάσης αυτών κ’ευπειθείας τω Πλάσαντι τούτους;

(688-696)

Απ’ό,τι τώρα φαίνεται, ένα μοιραίο δέντρο

στέκετ’εκεί, της γνώσης τ’ονομάζουν

κι η γέψη του είν’απαγορευμένη.Γνώσις απαγορευτική!

Ύποπτο...ακατανόητο...Γιατί ο Κύριός τους

τούς βάζει τέτοιο πρόσκομμα;Ειν’αμαρτία να ξέρεις;

Μην είναι θάνατος;Κι αυτοί,μέσα την άγνοιά τους

νομίζουν ότι στέκονται μακάριοι,κι ωστόσο

η θέση τους απόδειξη υπακοής και πίστης;


One fatal Tree there stands of Knowledge call’d

Forbidden them to taste:Knowledge forbidd’n?

Suspicious,reasonless. Why should thir Lord

Envie them that?can it be sin to know,

Can it be death?and do they onely stand

By Ignorance?Is that thir happie state

The proof of thir obedience and thir faith?


(Και πώς γίνονται εγκλήματα στο

όνομα κάποιου ανώτερου σκοπού; ε,να!)


Ίν’αντ αυτού εφ’υμών την εκδίκησιν ταύτην τελέσω

Ναι, εφ’υμών των αθώων αντί επ’εκείνου του πταίστου

Αν τη υμών αβλαβεί αθωότητι δε ησθανόμην

Έσω πραότερος, ώσπερ τω όντι αισθάνομαι τούτο,

Αίτιον πλην δημοσίου καλού, η τιμή και το κράτος...

(524-8)

Εκείνον συγχωρνάτε που μ’έβαλε απρόθυμα

εσάς που δεν μου σφάλατε,εκδίκηση να πάρω

κι όχι απ’Αυτόν που μού’σφαλε. Κι άμα με κάμει λειώμα

η άβλαβη και άπραγη δικιά σας αθωότης,

όπως το κάμει-εντούτοις,συμφέρον έχει πάγκοινο

η στάση μου και στόχο να διευρύνει την τιμή

και χωροδεσποτεία με εκδικητικότητα


Thank him who puts me loath to this revenge

On you who wrong me not for him who wrongd

And should I at your harmless innocence

Melt,as I doe,yet public reason just

Honour and Empire with revenge enlarg’d...


(Πες τα καλέ μου Μίρωνα...)

...Ούτως ωμίλησ’ ο Δαίμων αυτού δικαιοί δε τας πράξεις

Πρόφασιν φέρων αυτού των δολίων σκοπών την ανάγκην

Ήτις τυράννων το σύνηθες μέσον προφάσεως είνε

(524-535)

Έτσι ο Δαίμων μίλησε κι ως ήταν αναγκαίο

η έκκληση του τύραννου σαν νάχε συγχωρέσει

τα έργα τα διαβολικά.


So spake the Fied and with necessitie

The Tryants plea, excus’d his devilish deeds.


(Η εικόνα μας τώρα στους πρωτόπλαστους,

οι οποίοι αγαθοί κι ευτυχισμένοι, ξαπλώνουν

τη νύχτα αγκαλιά. Ο Ποιητής εξυμνεί τον έρωτα,

σχολιάζοντας συγκαιρινές του αντιλήψεις)


Πάραυτ’αλλήλων εγγύς κατακλίνονται ούτοι πλαγίως.

Ούτ’ο Αδάμ απ’αυτού τής ωραίας συμβίας εστράφη

Ούτε η Εύα ηρνήθη αυτώ τα μυστήρια άπερ

Έρως συζύγων αγνός επιτρέπει εις ζεύγη συμβίων

Ει και πολλά κατ’αυτού αυστηρώς ψευδολόγοι λαλούσιν

Λόγω αγνότητος, θέσεως ή ηθικής φλυαρούντες

Ως απρεπές και ακάθαρτον ούτω δ’οικτρώς δυσφημούντες

Όπερ ο Πλάστης κηρύττει αγνόν εις το γένος ανθρώπων.

Αύξησιν ότι του γένους ημών επιτάσσει ο Πλάστης.

...Χαίρε υμέναιε έρως, μυστήριον είσαι και νόμος

Συ η γνησία πηγή της ζωής των ανθρώπων υπάρχεις!

Ίδιον κτήμα ανθρώπου ανάσσεις εντός Παραδείσου

Ένθα τα άλλ’αγαθά προσιτά και κοινά είνε πάσιν!

...Άφατον δε ηδονήν και χαράν προξενεί την οποίαν

Ούτ’ωνητά μειδιάματα,ούτ’ερωμένης θωπείαι,

Ούτ’αναιδείς ομιλί’ασελγούς κ’ακολάστου εταίρας

Δύνανται ίνα παράσχωσιν…

(996-1034)

Κι ευθύς ο ένας ξάπλωσε ‘πα στο πλευρό του άλλου

Νομίζω δε πως ο Αδάμ απ’τ’όμορφό του ταίρι

το σώμα δεν απέστρεψε, μα κι ούτε πως η Εύα

τις μυστικές του έρωτα αρνήθηκε γοητείες.

Ό,τι κι αν λεν υποκριτές με αυστηρούς τους τόνους

γι’αγνότητα,αθωότητα καθήκον κι άλλα τέτοια

να δυσφημίσουν προσπαθούν ακάθαρτο εκείνο

που ο Θεός αγνό καλεί κι ελεύθερο αφήνει

για όλους, σαν εντέλεται το ίδιο για ολίγους.

Ο Πλάστης όρισε αύξηση, “αυξάνεσθε” σαν είπε…

Χαίρ’έρωτα συζυγικέ, νόμε μυστηριώδη

χαίρε πηγή αληθινή κάθε παιδοποιΐας

ανθρώπινης και μόνο κτητορικό δικαίωμα

ήδη μεσ’στον παράδεισο- όλα κοινά τα άλλα!…

Εδώ τα χρυσά βέλη του ο Έρωτας τανύζει..

Εδώ και βασιλεύει.

Όχι στο γέλιο των πορνών τ’ακριβοπληρωμένο,

το ανέραστο, το άχαρο...


Strait side by side were laid, nor turnd I weene

Adam from his fair Spouse,nor Eve the Rites

Mysterious of connubial Love refus’d:

Whatever Hypocrites austerely talk

Of puritie and place and innocence

Defaming as impure what God declares

Pure, and commands to som,leaves free to all.

...Haile wedded Love, mysterious Law,true sourse

Of human ofspring,sole proprietie

In Paradise of all things common else...

Here Love his golden shafts imploies..

Reigns here and revels;not in the bought smile

Of Harlots,loveless,joyless,unindeard,

Casual fruition…









ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

(Ο Σατάν εμβάλλει στην κοιμισμένη Εύα ένα όνειρο.

Αυτή αναστατωμένη το αφηγείται στον Αδάμ, ο οποίος

την παρηγορεί με ...επιστημονικά επιχειρήματα. Πού

νάξερε ο έρμος τι προμηνούσε τ’όνειρο)


Γνώρισον πλην πως εντός της ψυχής μας πολλαί συνυπάρχουν

Άλλαι δυνάμεις κατώτεραι, Λόγου διάκονοι ούσαι

Πρώτιστος ότι πασών των δυνάμεων είναι ο Λόγος...

Όταν η Φύσις καθεύδη ο Λόγος εντός του ιδίου

Πάραυτ’εμβαίνει κοιλώματος, όπως ανέσεως τύχη.

Τούτου δ’απόντος εγείρετ’ευθύς η ημών Φαντασία

Θέλουσα όπως αυτόν μιμηθή κατά πάντα. Πλην αύτη,

Ούσα ανίκανος άνευ του Λόγου να πλάση ιδέας

Θέτει ατάκτως αυτής τα ινδάλματα, ούτω δε πλάττει

Έργα αλλόκοτα, τούτο πολύ δε συχνά εν ονείροις,

Λέξεις και πράξεις κακώς συνδυάζουσα είτε προσφάτους

Είτε συμβάσας προ χρόνου πολλού κ’εν τη μνήμη της ούσας.

(130-150)

Γνώριζε όμως ότι

μες’στην ψυχή εδρεύουνε κατώτερες ενέργειες

τον λόγο που υπηρετούν πρωτίστως και κυρίως…

(Η Λογική) αποσύρεται στα ιδιαίτερά της

δώματα -κελιά του νου- όταν η φύση ηρεμεί.

Συχνά εν απουσία της η Φαντασία ξυπνάει

με μιμική προδιάθεση, αλλά ανακατώνει

τα σχήματα και τις μορφές κι εργόχειρο παράγει

συχνά ακατανόητο, στα ονείρατα το πλέον:

λέξεις αταίριαστες και πράξεις αρχαίες ή πρόσφατες.


But know that in the Soule

Are many lesser Faculties that serve

Reason as chief;among these Fancie next

Her office holds;..

Into her absence mimic Fancie wakes

To imitate her;but misjoyning shapes,

Wilde work produces oft and most in dreams,

Ill matching words and deeds log past or late.


(Ο Θεός που παρακολουθεί τις κινήσεις του Σατάν,

στέλνει τον Αρχάγγελο Ραφαήλ στους πρωτόπλαστους.

Αυτός θα ενημερώσει για πολλά θέματα

-κυρίως τον Αδάμ, την Εύα την έχουμε για άλλα)


Ελεύσετω ίσως

Χρόνος οπόταν οι Άνθρωποι φύσιν λαβόντες Αγγέλων.

Αν αναλλοίωτον, ναι,την αγάπην τηρήσητ’Εκείνου…

Προς απόλαυσιν όλβου

Μείζονος ού νυν μετέχετε, είσθε ανέτοιμοι έτι.

Ότι μεν είσαι ευδαίμων, οφείλεις αυτό τω Υψίστω

Όπως τοιούτος δ’εμμείνης αυτό εαυτώ σου οφείλεις…

Τέλειον σ’έπλασ’ο Πλάστης,ουχί αναλλοίωτον όμως.

(647-662)

Καιρός θε νάρθει

που οι άνθρωποι με άγγελους αντάμα, θα μετέχουν

...Αν μείνετε υπάκουοι και τη δική Του αγάπη

αμείωτη τηρήσετε κι όχι μεταλλαγμένη…

τόση πιο ευτυχία, όση αντιλαμβάνεστε,

μην προσδοκώντας πιότερα ο τόπος να σας δώσει…

Το ότι είσαι ευτυχής τ’οφείλεις στον Θεό μας

Το να το διατηρήσεις, στον εαυτό σου το χρωστάς…

τέλειο σ’έπλασε ο Θεός,άτρεπτο όμως όχι.


Time may come when men

With Angels may participate…

If ye be found obedient,and retain

Unalterably firm his love entire…

Mean while enjoy

Your fill what happiness this happie state

Can comprehend,incapable of more…

That thou art happie,owe to God;

That thou continu’st such,owe to thy self.

God made thee perfet,not immutable.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ

(Ο Ραφαήλ διηγείται στον Αδάμ για την

ανταρσία του Σατάν, ο οποίος παρέσυρε

κι άλλους στην ανταρσία. Ο Αβδιήλ ήταν ο μόνος

από την ομάδα που διαχώρισε τη θέση του

και παρέμεινε πιστός κι ο Θεός τον επαινεί)


Συ κατά πλήθους πολλού ανταρτών υπεστήριξας μόνος

Ναι,αληθείας τον λόγον, πολύ ισχυρότερον όντα

Όσων αυτοί οι αντάρται εδράξαντο όπλων πολέμου.

Όπως δ’εν τούτω στερρώς καρτερήσης,εκ πάντων υπέστης

Χλεύην,πολύ τω αυτήν υπομένοντι χείρονα βίας.

(39-42)

Και τον αγώνα τον καλό διεξήγαγες μονάχος

ενάντια στο αντάρτικο,λόγον της αληθείας

μονάχος διετράνωσας στα εξεγερμένα πλήθη

με λόγο ισχυρότερο απ’ό,τι αυτοί ενόπλως.

Και μαρτυρία αληθής του πράγματος το ότι

επέσυρες την πάγκοινη κατακραυγή και μίσος,

κάτι πολύ χειρότερο από τη σκέτη βία.


Well hast thou fought

The better fight,who single hast maintaind

Against revolted multitudes the Cause

Of Truth,in word mightier than they in Armes;

And for the testimonie of Truth hast born

Universal reproach,far worse to beare

Then violence…


(Δεν ήταν εύκολο για τον Αβδιήλ. Δεν είναι εύκολο

να αντισταθείς σ’ένα πλήθος ενόπλων Αγγέλων

και, κυρίως, σ’έναν γοητευτικό αρχηγό,όπως ήταν

ο Σατάν)

Ω Ουρανέ!ομοιότης Υψίστω τοιαύτη να μένη

Ένθα αλήθεια πάσα και πίστις απέπτησαν άμα;

Ω,διατί να μη λείπουν ωσαύτως ισχύς τε και ρώμη

Όθεν εξέλιπε μεν αρετή,η κακία δ’ υπάρχει;...

Δίκαιον δε ο εν λόγω ορθώ αληθείας κερδήσας

Πάλιν αυτός να κερδήση εν όπλοις, διττώς θριαμβεύων.

Ότε δε λόγος προς δύναμιν μάχεται, ει και η πάλη

Είνε σκληρά κ’επονείδιστος,δίκαιον αύθις ο λόγος

Ν’άρη την νίκην,δυνάμεως ων ισχυρότερος ούτος.

(133-143)

Ω Ουρανοί!ομοιότητα τέτοια πώς παραμένει

με την ειδή του Υψίστου όταν πίστη κι ευλάβεια

παρέρχονται;Άρα γιατί να μην αποτυγχάνουν

η δύναμη και η ισχύς,όπου η αρετή ξεπέφτει,

γιατί ως ασθενέστερη να φαίνεται στην πράξη

εκεί που τολμηρότερη κι αμάχητη τα μάλλα,

μάλλον ακαταγώνιστη;…

Κι είναι καθόλα δίκαιο εκείνος που νικάει

στη μάχη της αλήθειας κι ενόπλως να νικάει,

νάναι εξίσου νικητής και στις δυο διενέξεις.

Παρ’όλο που τ’αγώνισμα ακάθαρτο και φαύλο

όταν στη βία η λογική προσκρούει κι αντιβάλει

είναι πολύ πιο συνετό η λογική να ισχύσει.


O Heav’n!that such resemblance of the Highest

Should yet remain, where faith and realtie

Remain not;wherefore should not strength and might

There faill where Vertue fails,or weakest prove

Where boltest…

That he who in debate of Truth hath won,

Should win in Arms,in both disputes alike

Victor;though brutish that contest and foule,

When Reason hath to deal with force,yet so

Most reason is that Reason overcome.


(H πρώτη μέρα του εμφύλιου των Αγγέλων βρίσκει

τους αποστάτες σακατεμένους και πληγωμένους. Ένας

από αυτούς, ο Νισρώχ, γκρινιάζει)

Ότι προς τι ωφελούσιν ανδρεία και ρώμη,οπότε

Καίπερ ασύγκριτοι ούσαι,νικώνται δεινώς υπό πόνου;

...πλην πόνος είν’ εντελής αθλιότης,

κακών δε το χείριστον πάντων

Άμα δε τούτος υπέρμετρος γείνη,ευθύς υπερβαίνει

Πάσαν ψυχής καρτερίαν…

(532-542)

Ποιο κέρδος έχει η ισχύς και η τιμή συνόμοια

έστω σε σύγκριση άφθαστη,σύντας ο πόνος ρεύει

και καταστέλλει άπαντα και παραλύει τα χέρια

των νυν πιο επικρατέστερων σε δύναμη συντρόφων;

Όμως ο πόνος εντελής είναι αθλιοσύνη,

το χείριστο είναι των δεινών κι άμα καθυπερβάλλει

κάθε ανοχή κι υπομονή και αντοχή ανατρέπει.


For what availes

Valour or strength,though matchless,quelld with pain

Which all subdues and makes remiss the hands

Of Mightiest…

But pain is perfet miserie,the worst

Of evils,and excessive, overturnes

All patience…


(Ο Σατάν εμψυχώνει το στρατό του και

τους προτείνει να κατασκευάσουν μια

πολεμική μηχανή με την οποία,τη δεύτερη μέρα

θα νικήσουν! Εδώ ο Ραφαήλ-βλέπε Μόλτων-

προειδοποιεί τον Αδάμ)


Πλην από γένους του σου εν μελλούσαις ημέραις τυχαίως

(Αν πλεονάση κακία) υιός προς κακόν δεδομένος,

Είτε εμπνεύσει κακών τεχνασμάτων σκοπού σατανίου

Όμοιον ίσως θα εύρη μηχάνημα, όργανον φόνου

Όπως τα τέκνα ανθρώπων δηοί,όταν ταύτ’αμαρτία

Σύρη προς πόλεμον ή αμοιβαίαν σφαγήν κατ’αλλήλων.

(586-591)

Κι αν ίσως σε μελλούμενες μέρες και η φυλή σου

αν πλεονάσει το κακό και κάποιος ταραξίας

με πρόθεση και έμπνευση διαβολικού του τύπου

επινοήσει μηχανή παρόμοια κι εργαλείο

να πλήξει θέλοντας τους γιους, τα τέκνα του ανθρώπου,

για αμαρτίες τάχατες,πόλεμο θα κινήσει

και αμοιβαίο μακελειό, σφαγή θα προξενήσει.


In future dayes,if Malice should abound,

Some one intent on mischief,or inspir’d

With dev’lish machination might device

Like instrument to plague the Sons of men

For sin,on warr and mutual slaughter bent.


(Την τρίτη μέρα του εμφυλίου, με την

παρέμβαση του Υιού, οι Άγγελοι νικούν, και

οι αποστάτες γκρεμίζονται στην Κόλαση.

Ο Ραφαήλ εφιστά την προσοχή

του Αδάμ στον ύπουλο Σατάν)










ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

(Το έπος βρίσκεται στο μέσον του

και ο ποιητής επικαλείται και πάλι

τη Μούσα)


Ω Ουρανία,κατάβ’ουρανόθεν,αν ούτω καλείσαι…

Ση οδηγία ετόλμησα όπως ανέλθω πτερόεις

Ει και της γης διαβάτης,εντός Ουρανού Ουρανίων...

Νυν ασφαλέστερον μέλλω να ψάλω,φωνή ανθρωπίνη

Ούτε τραχεία αλλ’ούτε αμοίρω αυδής γενομένη

Ει και πεσών εις ημέρας κακάς,εις αθλίας ημέρας,

Γλώσσας κακάς, εν τω σκότει κ’εν μέσω παντοίων κινδύνων

Οίπερ εμέ περιβάλλουσι μόνον,χωρίς βοηθείας.

Μόνος εν τούτοις ουδόλως ειμί,ότι συ ανά πάσαν

Νύχτα καθ’ ύπνους εμέ επισκέπτεσαι,θεία προστάτις

Ή και οπότε ηώς πορφυροί την αιγλήεσσαν έω.

Άρχε του άσματος έτι εμού,ουρανία θεότης!

Πρέπουσαν τούτω δ’ευρέ την ακρόασιν,ει και ολίγην

(1-35)

Κατέβα απ’τα ουράνια, ω Μούσα Ουρανία,

αν και εφόσον τ’όνομα σωστά το επικαλούνται…

Στον Ουρανό των Ουρανών οδήγεις,υποθέτω

έναν επίγειο κάτοικο…

πλέον ασφαλεστέρως θα τραγουδώ

με τη θνητή φωνή απαραλλάκτως,

είτε βραχνά είτε βουβά καίτοι παραπεσόντες

κι είν’αι ημέραι πονηραί,γλώσσες διεστραμμένες

λαλούν κι έχουν ξεπέσει. Μες στο σκοτάδι, ολόγυρα

με μύριους κινδύνους ζωσμένοι,μές στη μοναξιά.

Κι όμως δεν νοιώθω μόνος,σύντας με επισκέπτεσαι

καθ’ύπνους μεσ’στη νύχτα ή όταν το πολύ πρωί

η ανατολή ροδίζει.Κυβέρνα το τραγούδι μου,ω Ουρανία μάνα,

σωστό ακροατήριο ψάξε και βρές μου, λίγους!


Descend from Heav’n Urania,by the name

If rightly thou art call’d…

Standing on Earth not rapt above the Pole,

More safe I sing with mortal voice,unchang’d

To hoarce or mute,though fall.n on evil dayes

On evil dayes though fall’n and evil tongues;

In darkness and with dangers compast round

And solitude;yet not alone,while thou

Visit’st my slumbers Nightly, or when Morn

Purples the East:still govern thou my song

Urania,and fit audience find,though few.


(Ήμαστε εκεί που ο Ραφαήλ έχει επισκεφθεί

τον Αδάμ- είπαμε, η Εύα, αμελητέα. Όταν ο Αδάμ

τον ρωτάει πώς ξεκίνησε ο κόσμος,

ο Άγγελος θα ξεκινήσει με μια διευκρίνιση,

και μάλιστα πνευματώδη)


Ένταλμα άνωθεν έλαβον όπως προθύμως πληρώσω

Πάντα σου γνώσεως πόθον,εντός εγνωσμένων ορίων

Πέραν αυτού μη ερώτα.Ουτ άφες τας σας εικασίας

Όπως ελπίζωσι πράγματα πέραν αυτού του ορίου.

Πράγματα άδηλα, άπερ ο Κτίστης,αόρατος Άναξ

Πάνσοφος μόνος, εν σκότει νυκτός διεφύλαξεν,όπως

Ταύτ’ουδενί επί γης ή εντός Ουρανού κοινωθώσιν.

Πλην των τοιούτων,αρκούντα προς έρευναν μένουν και γνώσιν.

Ότι η γνώσις εστί ως τροφή,δεομένη ουχ ήττον

Ώσπερ αυτή εγκρατείας πολλής επ’ορέξεως, ήτοι

Μέτρω γιγνώσκειν ό δύνατ’ο νους υγιώς να χωρήση.

Άλλως βαρύνει αυτής πλησμονή, την σοφίαν δε άμα

Τρέπει ευθύς εις μωρίαν,καθώς η τροφή εις αέρα.

(135-148)

Τέτοια μου ανετέθη αφ’υψηλού αποστολή

στην πεθυμιά σου ν’απαντώ για γνώση μεσ’στα πλαίσια

Πέρα απ’αυτά, απόφυγε άλλο να με ρωτήσεις!

Και μην αφήσεις σπέκουλα δική σου να ελπίσει

για πράγματα απόκρυφα που μόνος Παντογνώστης

ειν’ο αόρατος Θεός κι έχει στη Νύχτα κλείσει

και που κανέναν κοινωνό δεν έχει καταστήσει

πάνω στη γη ή σ’Ουρανό. Πολλά εναπομένουν

εξάλλου για να μάθετε με έρευνα δική σας.

Η γνώση είν’σαν την τροφή και σωφροσύνη θέλει

να υπερισχύει στην όρεξη και μάλιστα,να μάθεις

ό,τι ο νους να συγκρατεί με μέτρο πούναι πρέπον.

Σαν καταστεί υπερτροφική και βαρυστομαχιάσεις,

τότε η σοφία σύντομα μωρία καταντάει

όπως ο όγκος της τροφής σ’αέρια καταλήγει.


Such Commission from above

I have receav’d to answer thy desire

Of knowledge within bounds;beyond abstain

To ask,nor let thine own investions hope

Things not reveal’d,which th’invisible King

Onely Omniscient,hath supprest in Night

To none communicable in Earth or Heaven:

Anough is left besides to search and know.

But Knowledge is as food and needs no less

Her Temperance over Appetite,to knowledge

In measure what the mind may well contain

Oppresses else with Surfet,and soon turns

Wisdom to Folly,as Nourishment to Winde.










ΒΙΒΛΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ

(Ανέλυσε εκτενώς τη δημιουργία του κόσμου ο Ραφαήλ,

επανέρχεται ωστόσο στην επικινδυνότητα τής Γνώσης,

για να υπαινίσσεται και τον απαγορευμένο καρπό)


Ότι ο Μέγας αυτών Αρχιτέκτων,σοφώς προνοήσας

Άδηλα ταύτα Ανθρώπω αλλά και Αγγέλοις αφήκεν

Ούτ’απεκάλυψ’ αυτού τα μυστήρια,όπως και μόνον

Μη ερευνώνται υφ’ών να θαυμάζωνται μάλλον προσήκει

(81-84)

Σ’άνθρωπο και σε άγγελο ο μέγας Αρχιτέκτων

πολλά κι άλλα απέκρυψε με περισσή σοφία

και δεν τα αποκάλυψε, στην έρευνα εκείνων

μη δίδοντας μυστήρια και μυστικά των κόσμων

που θάπρεπε για ταύτα δα θάμβος να αποσπάσει.


From Man or Angel the great Architect

Did wisely to cenceal and not divulge

His secrets to be scann’d by them who ought

Rather admire;


(Για ποιον χτυπά η καμπάνα Αδάμ;..)


Ο Θεός ίν’αυτού τας οδούς αποκρύψη

Όπως αυτάς ενεφίκτους ποιήση αισθήσει Ανθρώπου

Τόσω μακράν από Γης τα Ουράνια έθετο,όπως

Αν εικασίας τολμήση ποτέ η ανθρώπινος όψις

Πίπτη εις πλάνην εν μέσω πληθύος υψίστων πραγμάτων

Άνευ τινός εαυτή ωφελείας ή κέρδους ετέρου.

(134-139)

Για να μακρύνει ο Θεός τους τρόπους,τας οδούς Του

απ’την ανθρώπινη αίσθηση μάκρυνε τα Ουράνια

από τη γη τόσο πολύ,όσο γήινη όραση

κι αν το αποτολμήσει για πράγματα τόσο υψηλά

θα σφάλλει και πλεονέκτημα κανένα δεν κερδίζει.


God to remove his wayes from human sense

Plac’d Heaven from Earth so farr,that earhly sight

If it presume,might erre in things too high

And no advantage gaine.


(Με τη σειρά του ο Ραφαήλ ρωτά τον Αδάμ

για τη δημιουργία των πρωτόπλαστων από τον Θεό,

διότι όταν έγινε αυτός απουσίαζε! Ο Αδάμ απαντά

και όταν φτάνει στη δημιουργία τής Εύας τα πράγματα

ζορίζουν...)


Έξαλλος γίνομαι βλέπων αυτήν ή απτόμενος ταύτης

Πόθον ενταύθα το πρώτον ησθάνθην,παράδοξον πάθος!

Ει και εν πάσαις ταις άλλαις πολλαίς απολαύσεσι βίου

Ήμην υπέρτερος,όλως ατάραχος τέρψει παντοία.

Μόνον ενταύθ’ασθενή εμαυτόν συνησθάνθην,οπότε

Κάλλους πανίσχυρον έτρωσε βλέμμα εμού την καρδίαν

Είτε η Φύσις εσφάλη που έσω εμού και αφήκε

Μέρος τι ήττον δυνάμει,ουχί ισχυρόν δε αρκούντως

Ίν’αντιστή κατά πλάσματος τόσω ωραίου την όψιν.

Είτ’εκ της πλευράς μου αφήρεσε πλέον ή όσον θα ήρκει.

(599-608)

Εδώ πρωτοαισθάνθηκα το πάθος και την ξένη

παράδοξη συγκίνηση!στις άλλες τις χαρές μου

στάθηκα ασυγκίνητος,απτόητος,πιο πάνω.

Πόσο εδώ αδύναμος μπροστά στα θέλγητρά της

τής καλλονής της τα ισχυρά, βλέμματα και θωπείες;

Είτε η φύση αστόχησε και μου άφησε ένα μέρος

όχι και τόσο σθεναρό με επάρκεια να αντέξω

και να μπορώ ν’αντισταθώ σε λατρεμμένο πράγμα

Είτ’αφαιρώντας το πλευρό,αφαίρεσε περίσσια

ίσως απ’το κανονικό.


Here passion first I felt

Commotion strange,in all enjoyments else

Superior and unmov’d,here onely weake

Against the charm of Beauties powerful glance.

Or Nature faild in mee,and left some part

Not proof enough such Object to sustain

Or from my side subducting,took perhaps

More then enough;


(Λες και δεν ήξερε ο Ραφαήλ… Γιατί άλλωστε

την έχει απούσα;)


Ότι τι όπερ θαυμάζεις;και τι παραφέρει σε τόσον;

Μόνον το έξω αυτής! Τούτο κάλλιστον είνε βεβαίως

Άξιον όντως τής σης θεραπείας κ’αγάπης σου άμα

Άξιον,ναι,της τιμής σου,ουχί υποτάξεως όμως.

(639-642)

Τι τάχα συναρπάζει σε τόσο και το θαυμάζεις;

Απ’έξω όμορφη πολύ,χωρίς αμφιβολία,

ν’αξίζει την λαχτάρα σου,τιμή και την αγάπη

περίσσια κι όχι ωστόσο,την πλήρη σου υποταγή.


For what admir’st thou,what transports thee so,

An outside? Fair no doubt,and worthy well

Thy cherishing,thy honouring,and thy love,

Not thy subjection.


(Δεν καταλαβαίνουν από έρωτα οι Άγγελοι,

ή μήπως;...αλλά, πώς;)


Ου κατακρίνεις εμέ αγαπώντα, καθότ’η Αγάπη

Φέρει,ως λέγεις,ημάς και υψοί εις Ουράνια ύψη

Ότι οδός Ουρανών εστί και ηγέτις ωσαύτως.

Όθεν επίτρεψον,ει θεμιτή η ερώτησις αύτη.

Ουκ αγαπώσι τα Πνεύματ’εντός Ουρανού;Τίνι τρόπω

Ταύτα αυτών την αγάπην εκφράζουσι;βλέμμασι μόνον;

Ή αναμίξει ακτίνων;ιδία αφή ή αμέσω;

(689-695)

Δεν θα κατηγορήσεις

που αγαπώ ό,τι αγαπώ. Η αγάπη όπως λέγεις

μας οδηγεί στον Ουρανό,μαζί οδός και δείκτης

Στάσου λοιπόν κι υπόμεινε μαζί σ’ό,τι ρωτάω

και άμα είναι θεμιτό,απάντηση μού δίνεις:

δεν αγαπούν τα πνεύματα τα ουρανικά, κι αν είναι,

αγάπη πώς εκφράζουνε;Μόνο με τις ματιές τους;

Ή σμίγουν αστραποβολιές και άπτονται ανεπάφως;


To love thou blam’st me not,for love thou saist

Leads up to Heav’n,is both the way and guide;

Bear with me then,if lawful what I ask,;

Love not the heav’nly Spirits,and how thir Love

Express they,by looks onely, or do they mix

Irradiance,virtual or emmediate touch?









ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΑΤΟΝ

(Έχοντας αφήσει έξω την Εύα, δεν μπόρεσε

το κορίτσι να προετοιμαστεί, και να που

υπέπεσε στο αμάρτημα. Τέλος πάντων…

Ο Ποιητής έφτασε στο κεφάλαιο τής Πτώσης και

συγκρίνει το έργο του με τα αρχαία έπη)


Έργον πολύ λυπηρόν!αλλά θέμα εξόχως ηρώον,

Ήττον ουχί,αλλά κρείττον πολύ της οργής Αχιλλέως,

Ότε αυτού τον εχθρόν περί φρύγια τείχη Ιλίου,

Τρις εκφυγόντα αυτόν,αμειλίκτως εδίωκεν ούτος.

Ή τής του Τύρνου οργής εξ αιτίας χειρός Λαυινίας

Ή τής εμμόνου οργής Ποσειδώνος, ή μήνιδος Ήρας

Ότε ο μεν επί μακρόν χρόνον τον υιόν του Λαέρτου

Είχεν εν θέσει απόρω, η δε τον υιόν Αφροδίτης.

(15-22)

Έργο τω όντι λυπηρό!Πάντως το ζήτημα είναι

ίδια και πιο ηρωικό απ’του Αχιλλέα την μήνιν

του στιβαρού που τον εχθρό κυνήγησε στα τείχη

γύρω της Τροίας τρεις φορές που τόσκαγε φυγάδας

κι από του Τούρνου την οργή που έχανε σύζυγό του

Τη Λαβινία τη λυγερή. θυμό του Ποσειδώνα

που τόσο περιέπλεξε τον Έλληνα εκείνον,

μα κι απ’της Ήρας τον θυμό τον γιο της Κυθερείας


Sad task,yet argument

Not less but more Heroic then the wrauth

Of stern Achilles on his Foe pursu’d

Thrice Fugitive about Troy Wall;or rage

Of Turnus for Lavinia disespous’d

Or Neptun’s ire or Juno’s that so long

Perplex’d the Greek and Cutherea’s Son;


(και το κάνει αυτό-τη σύγκριση δηλαδή-

με αγωνία, αν θα τα καταφέρει να το φέρει εις πέρας)


Θέμα υψίτερον ό απελείφθη εμοί,εδραξάμην

Λίαν αρκούν καθ’αυτό να υψώση το όνομα ‘κείνου

Όσπερ εποίησε τούτο,εκτός αν βραδύ νήμα χρόνου

Κλίμα ψυχρόν ή το γήρας χαυνώση την πτήσιν μου,ήτις

Ήδη εστίν ασθενής,πιθανόν δε θα ‘γίνετο τούτο.

Αν εν τω έπει μου άπαντα ήσαν εμά, ουχί ‘κείνης

Ήτις αυτά κατά νύκτα εκάστην εμοί αφηγείται.

(49-54)

Για μένα, παραμένει ψηλότερο το ζήτημα

όσο για τ’άλλα πάσχω

είτε απ’αδεξιότητα είτε’απ’απροσεξία.

Εξ εαυτού εκ περισσού το θέμα μου να φέρει

τ’όνομα το ηρωικό,εκτός κι αν η ηλικία

προβέβηκε ή το ψυχρό το βορεινό το κλίμα

νοτίσουν και τη φτέρουγα τής πρόθεσης βαρύνουν

πράγμα που θα το κάμουν,άμα τα θέλω όλα δικά μου

κι όχι εκεινής που φέρνει τα τη νύχτα μες στ’αφτί μου.


...Mee of these

Nor skilled nor sudious, higher Argument

Remains,sufficient of it self to raise

That name, unless an age too late, or cold

Climat,or Years damp my intended wing

Deprest and much they may, if all be mine

Not Hers who brings it nightly to my Ear.


(Η Εύα παρακαλάει τον Αδάμ να την εμπιστευτεί

για να πάει μόνη της στον κήπο και να επανέλθει.

Εν τω μεταξύ ο Ποιητής, πετάει σχόλια

σαν να παρακολουθεί με αγωνία μια ταινία)


Πόσον οικτρώς ηπατάσο! Ώ,πόσον οικτρώς επλανάσο,

δύστηνος Εύα,φρονούσα ότ’έμελλες να επανέλθης!

(493-4)

Πόσο πλανιέσαι άστοχα,δυστυχισμένη Εύα,

για την υποτιθέμενη επιστροφή σου πάλε;

Διεστραμμένο δρώμενο!


O much deceav’d, much failing,hapless Eve,

Of thy presum’d return!event perverse!


(Σχόλιο κι όταν ο Αδάμ κι αυτός φάει για να είναι μαζί

παντού και πάντα)

Ω, από τούδε ουδείς ας ζητήση δι’ άχρηστον λόγον

Ίνα την πίστιν αυτού αποδείη.οπόταν τοιούτο

Δείγμα ζητή τις, τεκμήριον ότι η πτώσις αρχίζει.

(1332-4)

Κανένας μας εις το εξής,αχρείαστη αιτία

μην εκζητήσει απόδειξη για την ορθή του πίστη

Όταν το κάμει σοβαρά,άρα,αρχίζει η πτώση.


Let none henceforth seek needless cause to approve

The Faith they owe;when earnestly they seek

Such proof,conclude,they then begin to faile.


(Σχόλιο μαζί και... ηθικόν δίδαγμα!)


Τούτο αυτό θα συμβαίνη εκείνω

Ος, εις αξίαν πιστεύων παρά γυναικί, επιτρέψει

Κράτος βουλή γυναικός. Αντιστάσεις αυτή δεν θ’ακούση

Αν δ’εαυτή αφεθή, από τούτου κακόν δ’εκπηγάση

Αύτη ανδρός την ευμένειαν ως ασθενή εγκαλέσει.

(1377-9)

Τέτοια παθαίνει όποιος

γυναίκες εμπιστεύεται με υπέρμετρη αξία

κι αφήνει να τον κυβερνούν κατά τη θέλησή τους.

Συγκράτηση,αναχαίτηση καμμιά δεν θα δεχτούνε.

Στους εαυτούς αν στηριχτούν και το κακό προκύψει,

πρώτες αυτές για αδυναμιά θα τον κατηγορήσουν.


That is shall befall

Him who to worth in Women overtrusting

Lets her Will rule;restraint she will not brook,

And left to her self,if evil thence ensue

Shee first his weak indulgence will accuse.










ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ

(Η τιμωρία των πρωτόπλαστων, είναι δεδομένη.

Ο Αδάμ θρηνεί, αλλά με ένα ύφος...αντιδραστικό;)


Ώ βραχείαι χαραί Παραδείσου!

Ήδη τοσούτω αδρώς δι’οδύνων μακρών πληρωθείσαι!

Μη ητησάμην σου Πλάστα, εμέ εκ πηλού να μορφώσης

Άνθρωπον; μη εδεήθην σου ίνα εγείρης μ’εκ’σκότους;

Ή να με θέσης ενταύθα εντός του τερπνού τούτου κήπου;

Αν τη υπάρξει εμού η βουλή μου ασύμφωνος ήτο

Δίκαιον ήθελεν είναι κ’ορθόν, τούτου έχοντος ούτω

Ίν’αναγάγης με αύθις εις κόνιν εμού την προτέραν

Άσμενος δε θα απέδιδον πάνθ’όσα έλαβον δώρα

Ουχ ικανός να εμμείναι τοις όροις εφ’οίς τε και μόνοις

Ώφειλον ίνα κατέχω το δώρον ό ουκ ητησάμην.

Νυν διατί τη αυτού απωλεία, ποινή επαρκούση,

Άλλην προσέθηκας αίσθησιν ήτοι δεινών αιωνίων;

Ως ανεξήγητος φαίνεται η Δικαιοσύνη Σου Πλάστα!

(813-826)

Ω φευγαλέες μου χαρές, χαρές του Παραδείσου

που τώρα εξαγοράζεστε

με τίμημα τεράστιο, θλίψεις και γόους διηνεκείς!

Στο ζήτησα Δημιουργέ, απ’τον πηλό να πλάσεις

ω προαιώνιε Κεραμευ ‘μενα το ανθρωπάριο;

Μήπως σε παρακάλεσα απ’τη σκοτία να φέρεις

μένα στο φως και μ΄έθεσες μεσ’στον θεσπέσιο κήπο;

Καθώς το θέλημά μου με το είναι μου δεν συμφωνεί

θάτανε δίκαιο και ορθό στον χου να μ’αφανίσεις.

Να επιστρέψω πεθυμώ όσα από Σε εδέχθην,

το είναι να παραιτηθώ.Ανίκανος τους όρους

τόσο σκληρούς να εκπληρώ, που θάπρεπε με κείνους

να συντηρήσω το καλό, δίχως να επιδιώξω.

Και πάνω στην απώλεια, δεν έφτανε η ποινή μου,

παρά που επιπρόσθετα την αίσθηση επιφέρεις

τόσων ατέλειωτων πληγών. Τέτοια δικαιοσύνη

φαίνεται ανεξήγητη.


O fleeting joyes

Of Paradise,deare bought with lasting woes!

Did I request thee,Maker, from my Clay

To mould me Man,did I sollicite thee

From darkness to promote me,or here place

In this delicious Garden? As my Will

Concourd not to my being,it were but right

And equal to reduce me to my dust

Desirous to resigne,and render back

All I receav’d, unable to performe

Thy terms too hard, by which I was to hold

The good I sought not. To the loss of that

Sufficient penaltie,why hast thou added

The sense of endless woes?inexplicable

Thy Justice seems


(Θρηνεί και η Εύα, που καταδικάζονται

να αποκτήσουν με πόνο και κόπο

απογόνους, θάνατο κλπ.,όμως αυτή με νου πρακτικό)


Αν η φροντίς περί τέκνων ημών ανιά ημάς μάλλον

Ότι προς βέβαια όντως δεινά γεννηθήσονται ταύτα

Βρώσις Θανάτου γενόμενα τέλος…

Σοι αυτώ έγκειτα, πριν ή αυτό συλληφθή να κωλύσης

Γένους αθλίου την γέννησιν πριν τούτο ύπαρξιν λάβη.

Άτεκνος είσαι νυν, άτεκνος μένε.ο Θάνατος ούτω

Όψετ’εν πλάνη τον κόρον αυτού,με ημάς δε τους δύο.

(1079-1090)

(και το πάει ακόμη πιο πέρα…)

Μέσον βραχύ πειραθώμεν τον Θάνατον μόνοι ζητούντες

Η μη αυτού ευρεθέντος, τελέσωμεν τούτου το έργον

Ναι,εφ ήμών εαυτών δι’αυτών των ιδίων χειρών μας.

Ένεκα τίνος μακρότερον μένομεν φόβω ριγώντες;

(1100-3)

Αν για τους κατιόντες μας η μέριμνα συντρέχει

και περιπλέκει μας πολύ,πως θέλει γεννηθούνε

υπό το κράτος οδυνών,θάνατος να τους χάψει…

στην εξουσία σου έγκειται ακόμα να μποδίσεις

πριχού από τη σύλληψη γενιά καταραμένων

στο είναι να προέλθουνε,πριχού καν γεννηθούνε

Άτεκνος είσαι, άτεκνος παράμεινε ως το τέλος

Έτσι χάνει ο θάνατος λαχταριστούς πατσάδες

κι αρκείται κατ’ανάγκην με μας τους δυο να χορταστεί.


Ζητάμε εμείς τον θάνατο.Και άμα δεν τον βρούμε

εμείς με τα χεράκια μας κλέβουμε τη δουλειά του

αφού τα εξοπλίσουμε μ’όλα τα σύνεργά του.

Τι άλλο πια καθόμαστε και τρέμουμε από φόβους;


If care of our descend perplex us most

Which must be born to certain woe,devourd

By Death at last..

It lies yet ere Conception to prevent

The Race unblest,to being yet unbegot.

Childless thou art.Childless remaine: So Death

Shall be deceav’d his glut and with us two

Be forc’d to satisfie his Rav’nous Maw.


Then both our selves and Seed at once to free

With our own hands his Office on our selves

From what we fear for both,let us make short.

Let us seek Death,or hee not found,supply.

Why stand we longer shivering under feares

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΔΕΚΑΤΟΝ

(Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ τούς αναγγέλλει την έξωση.

Η Εύα θρηνεί για τα ...λουλούδια της!)


Άνθη μου, ου δυνατόν να φυήτε εν κλίματι άλλω,

Πρώτη μου μέριμνα πάσης πρωίας,υστάτη δ’εσπέρας

Άπερ χειρί τρυφερά απ’ανθήσαντος κάλυκος πρώτου

Πάντα ανέθρεψα, ίδιον όνομα δούσα εκάστω!

Τις τα στελέχη υμών προς τον ήλιον νυν θα ευθύνη;

Τις δε υμών τας φυλάς και τα είδη θα θέση εν τάξει;

Άνθη μου, τις εκ κρηνών αμβροσίων υμάς θα ποτίση;

(305-312)

Ώ άνθη που δεν φύεστε ποτέ σε άλλο κλίμα,

το εωθινό μου μέλημα και το έσχατο το βράδυ,

άνθη που καλλιέργησα με τρυφερό το χέρι

από το πρώτο άνοιγμα του μπουμπουκιού που εφύη

κι ονόματα σας έδωσα!Ποιος τώρα να σηκώσει

τα πέταλα στον ήλιο, να σας ταξινομήσει δε

κατά τις πατριές σας,νερό να κουβαλήσει σας

απ’της αμβροσίας πηγάδι;


O flours,

That never will in other Climate grow

My early visitation and my last

At Eev’n,which I bred up with tender hand

From the first op’ning bud and gave ye Names,

Who now shall reare ye to the Sun,or ranke

Your Tribes and water from th’ambrosial Fount?


(κι αφού τους έκανε την καρδιά...περιβόλι,

τους δίνει και αγγελικές συμβουλές ο Μιχαήλ)


Γνώση δ’εκ τούτου οποία εστίν αληθής καρτερία

Όπως χαράν μετά φόβου και λύπης οσίας μιγνύης

Δύνησαι δε ειωθώς μετριότητι παν υπομένειν.

Τύχην ευδαίμονα ή εχθρικήν,εκατέραν ομοίως,

Ούτω τον βίον σου συ ασφαλέστατον μέλλεις βιώσαι.

Κάλλιστα δ’έτοιμος ων δυνηθήση στερρώς υπομείναι

Σού την πορείαν θανάτου,οψέποτε ούτος επέλθη.

(400-5)

μα κι απ’αυτά την αληθή υπομονή να μάθεις

να μετριάζεις τη χαρά με φόβο και με λύπη

την ευλαβή κατά Θεόν,εξίσου παιδεμένος

με την μετριοπάθεια κάθε τύχη ν’ανθέξεις

είτε την ευδοκίμηση είτε κακοτυχία.

Έτσι βαδίζεις ασφαλώς μάλιστα τη ζωή σου,

καλλίστη προπαρασκευή νάχεις να υπομείνεις

θανάσιμό σου πέρασμα όταν το τέλος έρθει.


Thereby to learn

True patience and to temper joy with fear

And pious sorrow,equally enur’d

By moderation either state to beare

Prosperous or adverse:so shalt thou lead

Safest thy life and best prepar’d endure

Thy mortal passage when it comes.


(εδώ δε, δίνει ρεσιτάλ παρηγοριάς, ο Μιχαήλ)


Πολλά πλην τα είδη Θανάτου

Πλείσται οδοί δ’εις το άγριον άντρον αυτού οδηγούσι

Πάσαι στυγναί…

Έτεροι δε εκ πυρός ή πλημμύρας,πολλοί δε εκ πείνης

Πλείονες δε ακρατεία πολλών φαγητών και ποσίμων

Ήτις πολλάς επί γης ασθενείας φρικώδεις θα φέρη

...Πάσαι αι νόσοι σπασμών φρικωδών,σπαρακτρίων βασάνων

Λιποθυμία καρδίας αλγούσης, δειναί αγωνίαι

Πάντα τα είδη θερμών πυρετών και αγώνες σπασμάτων

Επιληψίαι,κατάρροι σφοδροί,λιθιάσεις κ’ελκώσεις

Πόνοι οξείς κωλικής ή φρενών πυρετώδης μανία

Η του νοός εκ μελαίνης χολής λυπηρά αθυμία,

Η σεληνήτις απόνοια, η πελιδνή ατροφία

Ο μαρασμός κ’ η ευρέως θερίζουσα νόσος πανώλης

Ύδρωπες,άσθματα και η στρεβλούσα τα μέλη αρθρίτις

Ήν δε φρικώδης ο φηξ και βαθείς των νοσούντων οι στόνοι.

(517-540)

Πολλές μορφές ο θάνατος κι είναι πολλοί οι τρόποι

που έχει για να οδηγεί στη θλιβερή σπηλιά του

όλοι απαίσιοι…

από φωτιά,από λιμό,πλημμύρα. Περσότεροι

απ’ακρασία φαγητού και πότου που θα φέρουν

τρομαχτικές αρρώστιες πάνω στη γη…

μαλακωσιές κι ασθένειες,παθήσεις και λοιμώξεις

αλγήματα,δυσπνοϊκοί σπασμοί,άλγη και πόνοι

βασανιστικοί,ρίγη αγχώδους καρδιοπάθειας

εμπύρετες ασθένειες κάθε αιτιολογίας

συσπάσεις επιληπτικές,καταρροές οξείες,

χολόλιθοι,έλκη στομάχου,εντέροι κολικοί

φρενίτιδα δαιμονική,μαύρη μελαγχολία,

τρέλλα σεληνιαζόμενου, ανόρεχτη ατροφία,

μαρασμός,ολέθρια πανώλης μεταδοτική

και κύστεις και οιδήματα και άσθμα,αρθρίτιδες

ρευματισμοί με πόνους στις αρθρώσεις κι άλλα πολλά.

Φριχτή η αναστάτωση από τα πήγαινε-έλα

βαθύτατα τα βογγητά.


But many shapes

Of Death and many are the wayes that lead

To his grim Cave,all dismal;…

By fire,Flood,Famin,by intemperance more

In Meats and Drinks,which on Earth shal bring

Deseases dire,of which a mostrous crew

Before thee shall appear;…

Numbers of all deseas’d,all maladies

Of gastly Spasm,or racking torture,qualmes

Of Heart sick Agonie,all feavorous kinds

Convulsions,Epilepsies,fierce Calarrhs,

Intestin Stone and Ulcer,colic pangs,

Daemoniac phrenzie,moaping Melancholie

And Moon-struck madness,pining Atrophie

Marasmus and wide-wasting Pestilence,

Dropsies and Asthma’s and Joint-racking Rheums.

Dire was the tossing,deep the groans,despair

Tended the sick busiest from Couch to Couch;


(Και απορεί ο έρμος ο Αδάμ)


Ώ δυστυχέστατον γένος ανθρώπων!

Πτώσιν οικτράν,εις ποίαν επέπτρωτο θέσιν να έλθης!

Κάλλιον ήθελεν είναι να μη εγεννώμεθα ώδε!

Ένεκα τίνος δωρείται ημίν η ζωή,εάν αύτη

Πέπρωται ούτω σφοδρώς αφ’ημών ν’αφαιρήται; ή μάλλον

Ένεκα τίνος ημίν ακοντί επιβάλλεται άρα;

Οίτινες αν εγινώσκομεν όπερ λαμβάνομεν πράγμα

Ή θα ηρνούμεθα ίνα δεχθώμεν αυτήν δωρουμένην

Ή θα ηυχόμεθα όπως αυτήν αποδώσωμεν αύθις

Άσμενοι ίνα παρέλθωμεν ούτω εν πάση ειρήνη.

(554-563)

Ώ θλιβερή ανθρωπότητα,σε πτώση βουλιαγμένη.

πόσο και ποιο κατάντημα σούν’επιφυλαγμένο!

Καλύτερα να τέλειωνες αγέννητη δω,τώρα.

Γιατί να σου δοθεί ζωή και μεις να στην αρπάμε;

Μάλλον γιατί παρείσακτη από μας έτσι να γίνει;

που αν ξέραμε τι πρόκειται εμείς να υποδεχτούμε

είτε δεν θα δεχόμαστε την προσφορά της ζήσης

είτε θα παραδίδαμε με ικεσία συντόμως

πανευτυχείς γι’απόλυση δική μας εν ειρήνη.

O miserable Mankind,so what fall

degraded, to what wretched state reserv’d!

Better end heer unborm.Why is life giv’n

To be thus wrested from us?rather why

Obtruded on us tus?who if we knew

What we receive,would either not accept

Life offer’d or soon beg to lay it down

Glad to be so dismist in peace.


(Τι να πει κι ο Μιχαήλ, εντολές εκτελεί)


Μήτε την σην αγαπήσης ζωήν,μήτε ταύτην μισήσης

Όσας δ’ημέρας βιώσης,καλώς διαβίωσον ταύτας

Πόσω μακράς ή βραχείας,φροντίς Ουρανού τούτο είνε

(613-5)

Τη ζήση μη την αγαπάς μήτε μισείς διόλου

Όση ζωή και να δοθεί,χρέος σου να την ζήσεις

όσο μπορείς καλύτερα.Μακρόχρονη ή βραχεία

όσο σου επιτρέψει ο Ουρανός.


Nor love thy Life,nor hate;but what thou livst

Live well,how long or short permit to Heav’n


(Και για να μην ξεχνιόμαστε...)


(Αδάμ) Καθά βλέπω η πρώτη πηγή των δεινών του Ανθρώπου

Γίνεται εκ Γυναικώς αρχομένη

(Άγγελος)Άρχεται μάλλον αυτή εξ αβράς του ανδρός ασθενείας.

(705-8)

((Αδάμ)Βλέπω τη χροιά υψίφωνη της θλίψης

τ’ανθρώπου να ισοκρατεί κι από γυναίκα αρχίζει.

(Μιχαήλ)Απ’του ανθρώπου τη νωθρή αρχίζει θηλυπρέπεια


(Adam)I see the tenor of Mans woe

Holds on the same,from Woman to begin.

(Angel)From Mans effeminate slackness it begins










ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΩΔΕΚΑΤΟΝ

(Ο Μιχαήλ, με μορφή προφητείας, εξιστορεί

όλο το συφοριασμένο Βιβλικό ιστορικό

των απογόνων τους, οι οποίοι θα έκαναν σημεία

και τέρατα)


Ότι αφ’ήσπερ στιγμής σκοτισθή παρ’ανθρώπω ο λόγος

Ή τη αυτού οδηγία ο άνθρωπος παύση υπείκων

Πάραυτ’ορέξεως ακόλαστου,πάθη σφοδρά εξαφθέντα

Λόγου το κράτος αιρούσι,τον δ’άνθρωπον δούλον ποιούσιν

Όλως ελεύθερον μένοντα μέχρι της ώρας εκείνης.

Όθεν,επεί συγχωρεί αναξίαις δυνάμεσιν όπως

Άρχωσιν ένδον αυτού επί λόγου αυτού ελευθέρου

Κρίσει ευθεία αυτών ο Θεός υποτάσσει τυράννοις.

Έξωθεν δούλον αυτόν καθιστών δεσποτών αυθαιρέτων

Οίπερ παρά το προσήκον τήν έξω αυτού ‘λευτερίαν

Δούλην ποιούσιν.ανάγκη λοιπόν Τυραννία υπάρξει

Έστω εάν ουδεμίαν ο τύραννος πρόφασιν έχη.

(95-106)

Σύντας χαθεί η λογική ή δεν την υπακούει

ο άνθρωπος,αυτόματα,σε άτακτες λαχτάρες

και πάθη που εξάπτονται λυγά και υποκύπτει

και τη διακυβέρνηση χάνει η λογική του

κι ο άνθρωπος δουλούται,μειούμενος σε άλογο

κι ανελεύθερο πλάσμα,ο μέχρι τότε λεύτερος.

Όσο επιτρέπει τους λοιπόν σ’ανάξιες δυνάμεις

μέσα του να τον κυβερνούν,πάνω απ’τη λογική του

την άδουλη και λεύτερη,κάνει ο Θεός την κρίση

δικαίως,να υποταχτεί σε βίαιους αφεντάδες

και καθιστά υποχείριο σ’εξώτερο δυνάστη

που του καταπιστεύει συχνά το ίδιο ανάξια

τη λευτεριά τ’απ’έξω.


Reason of man obscur’d, or not obeyed

Immediately inordinate desirew

And upstart Passions catch the Government

From Reason and to servitude reduce

Man till then free.Therefore since hee permits

Within himself unworthie Powers to reign

Over free Reason,God in judgement just

Subjects him from without to violent Lords;

Who oft as undeservedly enthrall

His outward freedom:Tyrannie must be

Though to the Tyrant thereby no excuse.


(Κι αφού του συστήσει πίστη και αρετή

τον αποχαιρετά με μια παρηγοριά)


Ότι δ’ θάνατος πάσι πιστοίς της ζωής είνε πύλη.

(640)

κι ο θάνατος,πύλη ζωής γι’αυτούς που Τον πιστεύουν.


And to the faithful Death the Gate of Life.


(κι αποχαιρέτα την την Εδέμ που χάνεις…)


Είτα δ’ομού,με πλανώμενον βήμα,βραδύ κι’αμφιρρέπον

Τρέπονται μέσον της χώρας Εδέμ την μονήρη οδόν των

(728-9)

Χέρι με χέρι,σιγαλά,

με πλανώμενα ζάλα, βήματα μεσ’απ’την Εδέμ

διαβήκανε και πήραν τον δρόμο τον μοναχικό.-


They hand in hand with wandring steps and slow

Through Eden took thir solitarie way.


ΤΕΛΟΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου