Γιάννος
Μυλωνάς
Γιαγιά Διαμάντω
Νεράϊδα
Αγέρας
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
(Στον Νερόμυλο. Ο γερο Μυλωνάς κουβαλά ένα σακί σιτάρι βαριανασαίνοντας)
ΜΥΛΩΝΑΣ: Βάι, βάι, σκληρή και τούτη η μέρα! Ευτυχώς φέτος τα χωράφια έβγαλαν μπόλικο σιτάρι, είχαμε πλούσια σοδειά. Θα χορτάσει το χωριό ψωμάκι. Αχ, καλά που έχω και το γιό μου και με βοηθά, αλλιώς δε θα τα έβγαζα πέρα με τόση δουλειά. Ας είναι καλά ο Γιάννος μου. Δουλευταράδικο παλικάρι, ακούραστο. Μου’ μοιασε! ( μπαίνει μια γριούλα) Καλώς την κυρα Διαμάντω! Ήρθες να πάρεις το αλεύρι σου; Έτοιμο είναι.
ΓΡΙΟΥΛΑ: Καλή σου μέρα κυρ Μυλωνά. Ουφ, κουράστηκα νάρθω ως εδώ. Μα πότε θα γίνει και στο χωριό μας ένας μύλος για να μην ταλαιπωρούμαστε να ερχόμαστε από τόσο μακριά;
ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι να κάνουμε κυρα Διαμάντω; Εδώ είναι βλέπεις το ποτάμι, εδώ και ο νερόμυλος.
ΓΙΑΓΙΑ: Ναι, αλλά μπορούμε να κάνουμε ανεμόμυλο, γιατί εκεί ψηλά στους λόφους φυσά πολύ.
ΜΥΛΩΝΑΣ; Έχεις δίκιο, δεν το σκέφτηκα! Αλλά ποιος θα κάνει τον ανεμόμυλο; Εύκολο το’ χεις; Ξέρεις τι τράβηξα εγώ για να χτίσω τούτο το νερόμυλο; Είναι δύσκολη δουλειά σου λέω..
ΓΙΑΓΙΑ: Και γιατί δεν τον κάνει ο Γιάννος, ε; Μια χαρά γερό και δυνατό παλικάρι είναι!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Ο Γιάννος μου; Ούτε να το κουβεντιάζεις! Τον Γιάννο τον χρειάζομαι εδώ στο νερόμυλο, δεν έχει να πάει πουθενά!
ΓΙΑΓΙΑ: Μα σκέψου το καλύτερα. Ο Γιάννος είναι ολόκληρο παλικάρι, πρέπει να κάνει τη δική του δουλειά. Και είναι ο πιο κατάλληλος για να ανέβει στο χωριό μας και να χτίσει έναν ανεμόμυλο. Είναι ικανό και προκομμένο παιδί.
ΜΥΛΩΝΑΣ: Χμ… δεν ξέρω, τι να σου πω…
ΓΙΑΓΙΑ: Έλα, δώσε μου το αλεύρι τώρα, γιατί έχω να ζυμώσω, βιάζομαι.
ΜΥΛΩΝΑΣ: Πήγαινε εσύ κυρά Διαμάντω, μην κουράζεσαι. Θα στείλω τον Γιάννο να σου φέρει το αλεύρι. Νάτον που έρχεται με το γαϊδούρι.
ΓΙΑΓΙΑ: Νάσαι καλά κυρ Μυλωνά, ευχαριστώ! Πάω, και σκέψου καλά όσα σου είπα!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Εντάξει, να πας στο καλό! (Φεύγει η γιαγιά. Έρχεται ο Γιάννος) Έλα, έλα Γιάννο, να φορτώσεις το αλεύρι της κυρα Διαμάντως, άντε παιδί μου!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Αμέσως πατέρα! Πάω!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Για στάσου λίγο, για έλα να σου πω…
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ορίστε πατέρα, τι θέλεις;
ΜΥΛΩΝΑΣ: Ξέρεις, η κυρα Διαμάντω μου είπε πως εκεί πάνω, στο χωριό τους, χρειάζονται έναν μύλο, για να μην ταλαιπωρούνται να κατεβαίνουν ως εδώ στον νερόμυλο.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Καλή ιδέα πατέρα! Ένας ανεμόμυλος θα ήταν ό,τι έπρεπε για τους λόφους!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Τι θα έλεγες γιέ μου να τον φτιάξεις εσύ;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Πολύ θα το ήθελα πατέρα!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Ξέρεις, είναι μια δύσκολη δουλειά, θέλει υπομονή και επιμονή.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Έχε μου εμπιστοσύνη πατέρα, δεν φοβάμαι τη δουλειά, θα τα καταφέρω, σου το υπόσχομαι!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Το νου σου, μην τα παρατήσεις μόλις βρεις δυσκολίες, μην παραιτηθείς.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Μη νοιάζεσαι πατέρα! Θα δεις, θα τα καταφέρω! Αύριο κιόλας θ’ ανέβω να αρχίσω δουλειά!
ΜΥΛΩΝΑΣ: Εντάξει, όμως τώρα , έλα, κουβάλησε το αλεύρι κι έπειτα έλα να με βοηθήσεις στο άλεσμα.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Έγινε πατέρα!
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
( Ο Γιάννος στον λόφο)
ΓΙΑΝΝΟΣ: Εδώ είναι ό,τι πρέπει. Φυσά αρκετά για να γυρίσει ο μύλος. Και είναι κοντά στο χωριό, ώστε να μην κουράζονται οι χωρικοί να κουβαλούν το σιτάρι. Εδώ λοιπόν θα χτίσω τον ανεμόμυλο! ( φυσά και του φεύγει το καπέλο) Ου! Ο αγέρας μου παίρνει το καπέλο! (Εμφανίζεται ο Αγέρας. Αρκετές φορές ο Γιάννος πιάνει το καπέλο και ο Αγέρας του το παίρνει πάλι. Ώσπου τελικά του μιλά άγρια)
ΑΓΕΡΑΣ: Ποιος είσαι εσύ και τι θες στο βουνό μου;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ε, κυρ Αγέρα, ο Γιάννος είμαι, ο γιος του μυλωνά. Θέλω να χτίσω έναν ανεμόμυλο για να αλέθουν οι χωρικοί το σιτάρι τους. Δεν πρόκειται να σε ενοχλήσω. Εσύ θα κάνεις ό,τι έκανες πάντα: θα φυσάς ! Έτσι θα γυρίζει η φτερωτή του μύλου.
ΑΓΕΡΑΣ: Θέλεις δηλαδή του λόγου σου να με βάλεις να δουλεύω για λογαριασμό σου νεαρέ; Τράβα να κάνεις αλλού τον ...αντερόμυλό σου!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Όχι αντερόμυλο, ανεμόμυλο! Επειδή εσύ, ο άνεμος, θα φυσάς ,γι’ αυτό και τον λένε ανεμόμυλο. Το όνομά σου θα έχει.
ΑΓΕΡΑΣ: Άσε τα καλοπιάσματα. Δε με τουμπάρεις εμένα με τα κόλπα σου. Δε γίνομαι υπάλληλος κανενός!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Κάνεις λάθος! Όχι υπάλληλος, ευεργέτης θα γίνεις. Οι χωρικοί θα σε ευγνωμονούν. Θα αλέθεις το σιτάρι τους για να φτιάχνουν ψωμί, πίτες, κουλούρια , παξιμάδια, γλυκά.. .
ΑΓΕΡΑΣ: Όχι! πάει και τελείωσε! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις ...αλευρόμυλο! Άντε μη σε πετάξω κι εσένα και το καπέλο σου κάτω από το βουνό! ( φεύγει)
ΓΙΑΝΝΟΣ: Χμ.. άρχισαν οι δυσκολίες. Δίκιο είχε ο πατέρας. Μα δεν πρόκειται να τα παρατήσω. Τι μου είπε; Επιμονή και υπομονή. Θα κουβαλήσω τις πέτρες για να αρχίσω το χτίσιμο. Έπειτα θα βρω ένα γερό πανί για τη φτερωτή, χοντρά ξύλα, καλάμια… Άντε λοιπόν, εμπρός στη δουλειά!
( Τραγουδά κουβαλώντας τα υλικά)
Τριαλαρί τριαλαρό
μύλο χτίζω στο βουνό!
ΑΓΕΡΑΣ: (φυσά με μανία και διαλύει ό,τι έφτιαξε ο Γιάννος) Φουυυυυ!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Αχ μη! Πάει ο κόπος μου! Τα διέλυσες όλα!
ΑΓΕΡΑΣ: Σε προειδοποίησα νεαρέ! Δεν θα σε αφήσω να κάνεις τον ...αγγουρόμυλό σου! Μάζεψέ τα και δίνε του! ( Ο Γιάννος φεύγει) Χα χα! Φοβήθηκε ο μικρός. Ωραία, τώρα ας πάρω τον υπνάκο μου ήσυχος. Ακους εκεί, ...αγγουρόμυλο!...
( Ξαπλώνει και ροχαλίζει: Χρρρρρρ. Εμφανίζεται ο Γιάννος με προσοχή )
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ωραία, αποκοιμήθηκε… Τι νόμιζε, ότι θα τα παρατήσω; Τώρα που κοιμάται του καλού καιρού θα κάνω τη δουλειά μου μια χαρά. Σιγά μονάχα, μην ξυπνήσει και μου τα διαλύσει πάλι. Σσσσς… Αν καταφέρω να κάνω ησυχία, αυτός ξέρω πως μπορεί να κοιμηθεί για ένα μήνα, μπορεί και περισσότερο! Εμπρός λοιπόν!
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
( Ο ανεμόμυλος τελειωμένος. Τα φτερά γυρίζουν)
ΓΙΑΝΝΟΣ : Ο πατέρας θα χαρεί πολύ όταν δει τι όμορφο έκανα τον ανεμόμυλο! Κι ο Αγέρας ακόμη ροχαλίζει! Χα χα! Ακόμα και με το ροχαλητό του τα φτερά γυρίζουν!
(Μπαίνει μια Νεράιδα)
ΝΕΡΑΪΔΑ: Μπράβο Γιάννο! Έκανες τέλεια δουλειά! Ο ανεμόμυλός σου είναι υπέροχος!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ευχαριστώ καλή κυρά! Μα ποια είσαι;
ΝΕΡΑΪΔΑ: Α Γιάννο, με ξέχασες; Ήσουν μικρός όταν ο πατέρας σου έχτιζε τον νερόμυλο στο ποτάμι, εκεί συναντηθήκαμε, θυμάσαι;
ΓΙΑΝΝΟΣ: Η Νεράιδα! Η Νεράιδα του ποταμού!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Χαίρομαι που βλέπω πόσο μεγάλωσες και έγινες κι εσύ προκομμένος σαν τον πατέρα σου.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Ναι, απλά, ξέρεις, έχω ένα πρόβλημα… Έχτισα τον μύλο κρυφά από τον Αγέρα, όσο κοιμόταν. Και φοβάμαι μήπως τώρα που ξυπνήσει μού δημιουργήσει προβλήματα. Είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου, δε θέλει τον μύλο με τίποτε!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Ώστε έτσι ε; Μη φοβάσαι, άφησέ τον σε μένα τον Αγέρα. Εσύ φύγε, πήγαινε να καλέσεις τους χωρικούς να δουν το μύλο, να χαρούν και να γλεντήσουν. Εγώ στο μεταξύ θα σου τον έχω κάνει αρνάκι τον Αγέρα. Άντε, πήγαινε.
ΓΙΑΝΝΟΣ: Σ’ ευχαριστώ πολύ καλή μου νεράιδα! Τρέχω να πω τα νέα στο χωριό!
( Ο Γιάννος φεύγει. Η Νεράιδα πλησιάζει τον Αγέρα και τον σκουντά με το ραβδί της)
ΝΕΡΑΪΔΑ: Αγεράκοοοο, ξύπνα! Υπναρά, σήκω, σούχω μια έκπληξηηηη!
ΑΓΕΡΑΣ: Τι; τι συμβαίνει;;; Μπα, η Νεράιδα. Πώς κι έξω από τα νερά σου, πώς κι από τα μέρη μας; (Ξαφνικά βλέπει τον μύλο) Αμάν! Τι βλέπουν τα μάτια μου; Ο... γαϊδουρόμυλος χτίστηκε! Το παλιόπαιδο, το ξεροκέφαλο, τώρα θα δει…
ΝΕΡΑΪΔΑ: Στάσου καλέ, μη βιάζεσαι… Κάτσε να σου πω..
ΑΓΕΡΑΣ: Άσε με, άσε με να κάνω τον ...σαβουρόμυλο κομμάτια!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Μα στάσου να σου πω ντε.. Θυμάσαι τότε που ο μυλωνάς έχτιζε τον νερόμυλο στο ποτάμι μου; Ε, τότε κι εγώ είχα θυμώσει, νόμιζα πως θα έχανα την ησυχία μου. Όμως μετά που λειτούργησε ο μύλος κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος. Οι χωρικοί έρχονταν με τα ζώα, τα παιδιά, τα τραγούδια τους, τα γέλια τους… Ο τόπος ζωντάνεψε, κι εγώ είχα συντροφιά και περνούσα ωραία. Ήμουν περήφανη που φάνηκα χρήσιμη σε τόσο κόσμο. Οι μεγάλοι με ευχαριστούσαν, τα παιδιά...
ΑΓΕΡΑΣ: Παιδιά;; Είπες παιδιά; Μου αρέσουν τα παιδιά γιατί πετάνε χαρταετούς και χαίρομαι να τους φυσώ και να παίζω μαζί τους… Πολύχρωμοι χαρταετοί, με παρδαλές ουρές, ω, τι ωραία!
ΝΕΡΑΪΔΑ: Μα τι σου λέω; Ορίστε, κοίτα! Ανεβαίνει όλο το χωριό! Τραγουδούν και χορεύουν. Να και τα παιδιά!
ΑΓΕΡΑΣ: Μόνο που δεν καταλαβαίνω κάτι… Ο ...αγγουρόμυλος θα αλέθει αγγούρια;
ΝΕΡΑΪΔΑ: (γελά) Έλα, έλα μαζί μου, έλα να διασκεδάσουμε!
( φεύγουν . Έρχονται ο Μυλωνάς με τον Γιάννο)
ΜΥΛΩΝΑΣ: Μπράβο σου Γιάννο! Υπέροχος ανεμόμυλος! Τα κατάφερες θαυμάσια!
ΓΙΑΝΝΟΣ: Αν δεν ήταν η Νεράιδα, δεν θα υπήρχε ο μύλος πατέρα. Θα τον είχε κάνει ο Αγέρας κομματάκια.
ΜΥΛΩΝΑΣ: Ώστε ήρθε πάλι η Νεράιδα; Κι εμένα με είχε βοηθήσει πολύ τότε που έχτιζα τον νερόμυλο. Μπράβο όμως και σε σένα γιέ μου, που δεν τα παράτησες, που δεν παραιτήθηκες μπροστά στις δυσκολίες.
( μπαίνει η γιαγιά)
ΓΙΑΓΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΩ: Άντε, ελάτε μυλωνάδες, ελάτε μαζί μας στο γλέντι! Ελάτε να χορέψετε, να φάτε και να πιείτε μαζί μας! Έχουμε μύλο! Έχουμε γιορτή!
(Ακούγονται τραγούδια και φεύγουν χαρούμενοι. Ένας χαρταετός πετάει)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου