Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

ΦΡΟΣΩ ΧΑΤΟΓΛΟΥ: Η κυρά Καλή και οι 4 εποχές (βασισμένο σε λαϊκό μύθο)



ΠΡΟΣΩΠΑ: Κυρα Καλή,
Κυρά Κοντύλω,
Άνοιξη,
Καλοκαίρι,
Φθινόπωρο,
Χειμώνας

(Σκηνικό Δάσους. Η κυρα Κοντύλω μαζεύει ξύλα και γκρινιάζει)
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ορίστε, άλλη δουλειά δεν είχα, πρέπει να μαζέψω και ξύλα για το τζάκι. Άσ’ το καλό πια! Δεν αντέχω αυτή την ταλαιπωρία. Ουφ! Κοψομεσιάστηκα!
(Έρχεται η κυρα Καλή)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Ε, γειτόνισσα, τι σου συμβαίνει; Ακούγεσαι ως πέρα. Τι έχεις και δεν είσαι ευχαριστημένη;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Τι έχω; Και τι δεν έχω; Πονάει η μέση μου. Πονάνε τα χέρια μου να κουβαλώ ξύλα. Λερώθηκαν τα ρούχα μου. Όλα χάλια! Με τι να είμαι ευχαριστημένη;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μα δε χαίρεσαι που δε βρέχει και μπορούμε να έρθουμε στο δάσος για ξύλα; Δε λες καλά που τα σπίτια μας είναι κοντά στο δάσος και δε χρειάζεται να κάνουμε μεγάλο δρόμο; Δε χαίρεσαι που είμαστε καλά και μπορούμε να κουβαλάμε τα ξύλα μας;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ωχου, άσε με κι εσύ. Να, εγώ μάζεψα ετούτο το δεμάτι. Το πάω σπίτι και θα γυρίσω για ένα ακόμη. Ουφ! Αχ! (φεύγει βαρυγκομώντας!)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Στο καλό να πας! (μόνη της) Αυτή η γειτόνισσά μου δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Όλο γκρινιάζει, όλα της φταίνε. Κι όμως, υπάρχουν τόσο όμορφα πράγματα ( παίρνει βαθιά ανάσα) Αχχ! Μοσχοβολά το δάσος! Μπα, κάτι ακούγεται εκεί. Μην είναι κανένα ελαφάκι;
(Εμφανίζεται το Φθινόπωρο)
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Γειά σου γιαγιούλα. Τι κάνεις;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Γειά σου και σένα γιέ μου. Καλά είμαι. Του λόγου σου, ποιος είσαι; Πώς από τα μέρη μας;
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Πάντα έρχομαι τέτοια εποχή. Εσένα, σου αρέσει αυτή τη εποχή, σου αρέσει το Φθινόπωρο;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μα και βέβαια μου αρέσει το Φθινόπωρο. Βρέχει και ξεδιψά η γης, ποτίζονται τα δέντρα και τα χωράφια. Βγαίνουν και τα σταφύλια, που μας δίνουν κρασί και μούστο. Εγώ κάνω και μουστοκούλουρα, άμα θες να σου φέρω.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Α, σε ευχαριστώ κυρα Καλή, μιαν άλλη φορά. Γειά σου τώρα. (φεύγει)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Γειά σου παλληκάρι μου! ( μόνη της ) Να, βρήκα και μια συντροφιά να πω καμιά κουβέντα. Μα, σα να βλέπω κι άλλον να έρχεται. Γέρος φαίνεται, ασπρομάλλης. Καλώς τον!
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Γειά σου και σένα κυρα Καλή. Τι κάνεις εδώ;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μαζεύω ξύλα για το τζάκι. Θ’ αρχίσουν τα κρύα σε λίγο.
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Δηλαδή δεν σου αρέσει ο Χειμώνας; 
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: καλέ πώς δε μ’ αρέσει! Βγαίνουν τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια Έρχονται οι γιορτές: τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά. Φτιάχνω ωραία βασιλόπιττα. Αμα θες να σου φέρω ένα κομμάτι
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Σ’ ευχαριστώ κυρα Καλή. Μιαν άλλη φορά. Γειά σου τώρα από μένα. Να, έρχεται η αδερφή μου. (Φεύγει ο Χειμώνας κι έρχεται η Άνοιξη)
ΑΝΟΙΞΗ: Γειά σου γιαγιούλα!
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Γειά σου κοπέλα μου! Στις ομορφιές σου, λουλουδοφορεμένη, σαν την Άνοιξη.
ΑΝΟΙΞΗ: Σου αρέσει η Άνοιξη κυρα Καλή;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Αμ , είναι να μη μ’ αρέσει; Όλη η φύση μοσχοβολά κάθε λογής λουλούδι, τα πουλιά, οι πεταλούδες πετούν παντού. Τα λιβάδια πρασινίζουν. Είναι και η μεγάλη γιορτή: το Πάσχα με τα κόκκινα αβγά και τα τσουρέκια. Άμα θες να σου φέρω ένα, τα φτιάχνω πεντανόστιμα.
ΑΝΟΙΞΗ: Ευχαριστώ κυρα Καλή. Νάσαι καλά. Μα τώρα θα σε αφήσω. Έρχεται ο μικρός μας αδερφός. (Φεύγει και έρχεται το Καλοκαίρι)
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Γειά και χαρά σου γιαγιούλα!
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: καλώς το μου! Είσαι σαν τον εγγονό μου! Έρχεται κάθε καλοκαίρι εδώ και κάνει διακοπές στο χωριό.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Σου αρέσει το καλοκαίρι κυρα Καλή;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μα τι λες παιδί μου; Το καλοκαίρι είναι ευλογημένο! Θερίζουμε το σιτάρι, τα περιβόλια, τα δέντρα γεμίζουν καρπούς, βγαίνουν τα καρπούζια και τα πεπόνια, οι ντομάτες. Πάμε στη θάλασσα με τον εγγονό μου που τρελαίνεται για τα παγωτά. Εγώ φτιάχνω παγωτό, άμα θες να σου φέρω.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Ευχαριστώ κυρα Καλή. Έχεις μεγάλη καρδιά. Γι’ αυτό εγώ και τα αδέρφια μου αποφασίσαμε να σου δώσουμε αυτό εδώ το δώρο.
(της δίνει ένα σακί και εξαφανίζεται)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Ευχαρ…Μα, στάσου…  Μπα, χάθηκε. Τι είναι αυτό;
(Έρχεται η Κοντύλω)
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ορίστε, άντε πάλι τώρα να αρχίσω το μάζεμα. Το δεύτερο δεμάτι. Ουφ, παλιοκατάσταση! Ε, συ, δε μάζεψες τίποτε; Τι είναι τούτο που κρατάς;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Τι να σου πω γειτόνισσα… Περίεργα πράγματα… Ήρθαν εδώ που καθόμουν τέσσερα αδέρφια, μου έπιασαν την κουβέντα και στο τέλος μου έδωσαν αυτό.
ΚΟΝΤΥΛΩ: Τι είναι επιτέλους, άνοιξέ το! (με περιέργεια κοιτά το σακί. Η κυρα Καλή το ανοίγει και οι δυο μαζί φωνάζουν με θαυμασμό)
ΜΑΖΙ: Χρυσά φλουριά!
ΚΟΝΤΥΛΩ: Πού είπες καθόσουν;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: εδώ ακριβώς, δεν κούνησα βήμα. Μόνοι τους ήρθαν και με βρήκαν. Μπα, το ένιωθα εγώ πως ήταν μια όμορφη και καλή μέρα από το πρωί. Αχου, πόσα προβλήματα θα μου λύσουν τούτα τα φλουριά. Νάναι καλά τα αδέρφια! Νάναι καλά! (φεύγει μιλώντας έτσι)
ΚΟΝΤΥΛΩ: (μόνη της) Για να κάτσω κι εγώ να δω αν θα μου έρθουν κι εμένα… Α, να τος κιόλας ο πρώτος.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Γειά σου κυρούλα!
ΚΟΝΤΥΛΩ: Άκου να σου πω, χρόνο δεν έχω. Δώστε μου το σακί να τελειώνουμε.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Μα, στάσου να πούμε μια κουβέντα. Πες μου, το Φθινόπωρο σου αρέσει;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Τι μου λες τώρα; Μπλιαχχ! Βροχή, υγρασία, πονούν τα αρθριτικά μου. Χάλια.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Εγώ θα σε αφήσω τώρα, θα έρθει ο μεγάλος μου αδερφός. Νάτος.
(Έρχεται ο Χειμώνας)
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Γειά σου κυρούλα μου.
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ώχου, όρεξη για κουβέντες έχετε.
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Γιατί δεν θέλεις να κάνουμε λίγη παρέα; Να μου πεις τη γνώμη σου για το Χειμώνα;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Α πα πα! Τι να σου πω για το Χειμώνα; Τα χειρότερα! Κρύο, και κακό χάλι.
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Βλέπω ότι έρχεται η αδερφή μου. Σε αφήνω εγώ. (φεύγει κι έρχεται η Άνοιξη)
ΑΝΟΙΞΗ: Γειά σου κυρα Κοντύλω! Είσαι καλά;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Χάλια κι απόχαλια!
ΑΝΟΙΞΗ: Δεν σου αρέσει το κρύο απ’ ό,τι κατάλαβα. Τότε μάλλον θα σου αρέσει η εποχή της Άνοιξης που ο καιρός φτιάχνει.
Κ ΟΝΤΥΛΩ: Η Άνοιξη; Τι λες καλέ; Γύρη, αλλεργία, μια κρύο μια ζέστη να μην ξέρεις τι να φορέσεις… Α παπα!
ΑΝΟΙΞΗ: Εγώ θα σε αφήσω τώρα, έρχεται το αδερφάκι μου. (φεύγει κι έρχεται το Καλοκαίρι)
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Γειά σου κυρα Κοντύλω!
ΚΟΝΤΥΛΩ: Α, να σου πω, μια ο ένας μια ο άλλος… Δώστε μου το σακί να τελειώνουμε.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Θα μου πεις τη γνώμη σου για το Καλοκαίρι και τότε θα σου δώσω το σακί σου.
ΚΟΝΤΥΛΩ: Πφφ! Καλοκαίρι… Ζέστη, ιδρώτας, κουνούπια…
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκουν εύκολα τη χαρά σε ό,τι τους δίνει η φύση κάθε εποχή. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που γκρινιάζουν συνέχεια με τα πάντα. Σα να  έχουν κλειστά μάτια, μύτη, αυτιά, στόμα, και δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά που συμβαίνουν γύρω τους Είναι πάντα δυστυχισμένοι.
( βγάζει το σακί) Ορίστε, το σακί σου Κυρα Κοντύλω. Με τα αδέρφια μου αποφασίσαμε να σου δώσουμε αυτό που σου ταιριάζει.
(Το Καλοκαίρι εξαφανίζεται και η Κοντύλω ανοίγει με αγωνία το σακί)
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ωραία, επιτέλους. Νάτα τα φλ… Αααα! Φίδια! Το σακί έχει φίδια! ΑΑΑ!
(πετά κάτω το σακί και φεύγει φωνάζοντας)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου