(Από το εξαντλημένο βιβλίο: Με τις κούκλες πίσω απ'τη σκηνή
εκδ.Ελληνικά Γράμματα,1998)
Κυρα Καλή,Κυρά Κοντύλω,Άνοιξη,Καλοκαίρι,Φθινόπωρο,Χειμώνας
Η ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΟΙ 4 ΕΠΟΧΕΣ
ΠΡΟΣΩΠΑ: Κυρα Καλή,
Κυρά Κοντύλω,
Άνοιξη,
Καλοκαίρι,
Φθινόπωρο,
Χειμώνας
(Σκηνικό Δάσους. Η κυρα Κοντύλω μαζεύει ξύλα και γκρινιάζει)
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ορίστε, δε μου φτάναν όλα τα άλλα , πρέπει να μαζέψω και ξύλα για το τζάκι. Άσ’ το καλό πια! Δεν αντέχω αυτή την ταλαιπωρία, όλη μέρα παλεύω! Ουφ! Κοψομεσιάστηκα!
(Έρχεται η κυρα Καλή)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Ε, γειτόνισσα, τι σου συμβαίνει; Ακούγεσαι ως πέρα. Τι έχεις και γκρινιάζεις;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Τι έχω; Και τι δεν έχω; Για κοίτα κουβάλημα! Πονάει η μέση μου. Πονάνε τα πόδια μου. Πονάνε τα χέρια μου. Λερώθηκαν τα ρούχα μου. Φυσάει και κάνει κρύο! Όλα χάλια!
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μα δε χαίρεσαι που δε βρέχει και μπορούμε να έρθουμε στο δάσος για ξύλα; Δε λες καλά που τα σπίτια μας είναι κοντά στο δάσος και δε χρειάζεται να κάνουμε μεγάλο δρόμο; Δε χαίρεσαι που είμαστε καλά και μπορούμε να κουβαλάμε τα ξύλα μας;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Σιγά μην τραγουδάω κιόλας πούχω να κουβαλήσω ετούτο το δεμάτι. Άσε με στην ησυχία μου, πρέπει να το πάω σπίτι και να γυρίσω για ένα ακόμη. Ουφ! Αχ! Μαύρη ζωή! (φεύγει βαρυγκομώντας!)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Στο καλό να πας! (μόνη της) Αυτή η γειτόνισσά μου δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Όλο γκρινιάζει, όλα της φταίνε. Κι όμως, υπάρχουν τόσο όμορφα πράγματα ( παίρνει βαθιά ανάσα) Αχχ! Μοσχοβολά το δάσος! Μπα, κάτι ακούγεται εκεί. Μην είναι κανένα ελαφάκι;
(Εμφανίζεται το Φθινόπωρο)
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Γειά σου γιαγιούλα. Τι κάνεις;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Γειά σου και σένα γιέ μου. Καλά είμαι. Του λόγου σου, ποιος είσαι; Πώς από τα μέρη μας;
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Πάντα έρχομαι τέτοια εποχή. Εσένα, σου αρέσει αυτή τη εποχή; Το Φθινόπωρο, σου αρέσει το Φθινόπωρο;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μα και βέβαια μου αρέσει το Φθινόπωρο. Βρέχει και ξεδιψά η γης, ποτίζονται τα δέντρα και τα χωράφια. Βγαίνουν και τα σταφύλια, που μας δίνουν κρασί και μούστο. Εγώ κάνω και μουστοκούλουρα, άμα θες να σου φέρω.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Α, σε ευχαριστώ κυρα Καλή, μιαν άλλη φορά. Γειά σου τώρα. (φεύγει)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Γειά σου παλλικάρι μου! ( μόνη της ) Περίεργο, πού ήξερε το όνομά μου; Μπας κι ήταν κανένας γνωστός; Μα, σα να βλέπω κι άλλον να έρχεται. Γέρος φαίνεται αυτός, ασπρομάλλης. Καλώς τον!
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Γειά σου και σένα κυρα Καλή. Τι κάνεις εδώ;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μαζεύω ξύλα για το τζάκι. Θ’ αρχίσουν τα κρύα σε λίγο.
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Δηλαδή δεν σου αρέσει ο Χειμώνας;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: καλέ πώς δε μ’ αρέσει! Βγαίνουν τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια Έρχονται οι γιορτές: τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά. Φτιάχνω ωραία βασιλόπιττα. Αμα θες να σου φέρω ένα κομμάτι.
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Σ’ ευχαριστώ κυρα Καλή. Μιαν άλλη φορά. Δες, έρχεται η αδερφή μου κι εγώ θα σε αφήσω. (Φεύγει ο Χειμώνας )
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: (φωνάζει μάταια) Στάσου, πες μου, πού ξέρεις το όνομά μου; Μπα, έφυγε… Α, μια όμορφη κοπέλα!
(Έρχεται η Άνοιξη)
ΑΝΟΙΞΗ: Γειά σου γιαγιούλα!
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Γειά σου κοπέλα μου! Στις ομορφιές σου, λουλουδοφορεμένη, σαν την Άνοιξη.
ΑΝΟΙΞΗ: Σου αρέσει η Άνοιξη κυρα Καλή;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Αμ , είναι να μη μ’ αρέσει; Όλη η φύση μοσχοβολά κάθε λογής λουλούδι, τα πουλιά, οι πεταλούδες πετούν παντού. Τα λιβάδια πρασινίζουν. Είναι και η μεγάλη γιορτή: το Πάσχα με τα κόκκινα αβγά και τα τσουρέκια. Άμα θες να σου φέρω ένα, τα φτιάχνω πεντανόστιμα.
ΑΝΟΙΞΗ: Ευχαριστώ κυρα Καλή. Νάσαι καλά. Πρέπει να φύγω εγώ, όμως κοίτα, έρχεται ο μικρός μας αδερφός. (Φεύγει)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Περίμενε, δε μου είπες, πώς ξέρετε το όνομά μου; Αχ, έφυγε...
(έρχεται το Καλοκαίρι)
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Γειά και χαρά σου γιαγιούλα!
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: καλώς το μου! Είσαι σαν τον εγγονό μου! Έρχεται κάθε Καλοκαίρι εδώ και κάνει διακοπές στο χωριό.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Σου αρέσει το Καλοκαίρι κυρα Καλή;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Μα τι λες παιδί μου; Το καλοκαίρι είναι ευλογημένο! Θερίζουμε το σιτάρι. Τα περιβόλια και τα δέντρα γεμίζουν καρπούς, βγαίνουν τα καρπούζια, τα πεπόνια, οι ντομάτες. Και το καλυτερο; Πάμε στη θάλασσα με τον εγγονό μου που τρελαίνεται για τα παγωτά. Εγώ φτιάχνω το παγωτό, από το γάλα της κατσίκας μου, άμα θες να σου φέρω.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Ευχαριστώ κυρα Καλή. Έχεις μεγάλη καρδιά. Γι’ αυτό, εγώ και τα αδέρφια μου αποφασίσαμε να σου δώσουμε αυτό εδώ το δώρο.
(της δίνει ένα σακί και εξαφανίζεται)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Ευχαρ…Μα, στάσου… να σε ρωτήσω, πώς ξέρετε... Μπα, χάθηκε.
(Έρχεται η Κοντύλω)
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ορίστε, άντε πάλι τώρα να αρχίσω το μάζεμα. Το δεύτερο δεμάτι. Ουφ, παλιοκατάσταση! Κι εσύ μου λες να μην γκρινιάζω. Μονάχα αυτό το σακί μάζεψες εσύ;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Τι να σου πω γειτόνισσα… Περίεργα πράγματα… Ήρθαν εδώ που καθόμουν τέσσερα αδέρφια, που ήξεραν το όνομά μου, χωρίς εγώ να τους ξέρω. Ευγενικοί ήταν, μου έπιασαν την κουβέντα και στο τέλος μου έδωσαν αυτό.
ΚΟΝΤΥΛΩ: Τι είναι επιτέλους, άνοιξέ το!
(Με περιέργεια ανοίγουν το σακί και οι δυο μαζί φωνάζουν με θαυμασμό)
ΜΑΖΙ: Χρυσά φλουριά!
ΚΟΝΤΥΛΩ: Απίστευτο! Πες μου γρήγορα, Πού καθόσουν, από πού ήρθαν, πώς έμοιαζαν; πόσοι ήταν;Ποιοί ήταν;
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Σου λέω, δεν τους ξέρω. Εγώ εδώ ακριβώς ήμουν, δεν κούνησα βήμα. Μόνοι τους ήρθαν και με βρήκαν. Δε σου το έλεγα πως είναι μια όμορφη και καλή μέρα από το πρωί; Αχου, πόσα προβλήματα θα μου λύσουν τούτα τα φλουριά. Νάναι καλά τα αδέρφια! Νάναι καλά! ( παίρνει το σακί και φεύγει)
ΚΟΝΤΥΛΩ: (μόνη της) Για να κάτσω κι εγώ να δω αν θα μου έρθουν κι εμένα… Α, να τος κιόλας, ο πρώτος θα είναι!
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Γειά σου κυρούλα!
ΚΟΝΤΥΛΩ: Άκου να σου πω, χρόνο δεν έχω. Δώστε μου το σακί να τελειώνουμε.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Μα, στάσου να πούμε μια κουβέντα. Πες μου, το Φθινόπωρο σου αρέσει;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Τι μου λες τώρα; Μπλιαχχ! Βροχή, υγρασία, πονούν τα αρθριτικά μου. Χάλια.
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ: Α, έτσι… Εγώ θα σε αφήσω τώρα, θα έρθει ο μεγάλος μου αδερφός. Νάτος, έρχεται.
(Έρχεται ο Χειμώνας)
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Γειά σου κυρούλα μου.
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ώχου, όρεξη για κουβέντες έχετε μου φαίνεται. Εγώ το σακί περιμένω.
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: Γιατί , δεν θέλεις να κάνουμε λίγη παρέα; Να μου πεις τη γνώμη σου για τον Χειμώνα;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Α πα πα! Τι να σου πω για τον Χειμώνα; Τα χειρότερα! Κρύο, και κακό χάλι. Μαύρη ζωή!
ΧΕΙΜΩΝΑΣ: ¨Ωστε έτσι ε; Α, βλέπω ότι έρχεται η αδερφή μου. Σε αφήνω εγώ. (φεύγει κι έρχεται η Άνοιξη)
ΑΝΟΙΞΗ: Γειά σου κυρα Κοντύλω! Είσαι καλά;
ΚΟΝΤΥΛΩ: Χάλια κι απόχαλια! Και κάνει κρύο και φυσάει κι έχω κι εσάς να παρλάρετε!
ΑΝΟΙΞΗ: Δεν σου αρέσει το κρύο απ’ ό,τι κατάλαβα. Τότε μάλλον θα σου αρέσει η εποχή της Άνοιξης που ο καιρός καλυτερεύει.
Κ ΟΝΤΥΛΩ: Η Άνοιξη; Τι λες καλέ; Γύρη, αλλεργία, μια κρύο μια ζέστη να μην ξέρεις τι να φορέσεις… Α παπα!
ΑΝΟΙΞΗ: Α, ούτε η Άνοιξη σου αρέσει… Εγώ θα σε αφήσω τώρα, έρχεται το αδερφάκι μου. (φεύγει κι έρχεται το Καλοκαίρι)
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Γειά σου κυρα Κοντύλω!
ΚΟΝΤΥΛΩ: Α, να σου πω, μια ο ένας μια ο άλλος… Άσε τις κουβέντες.. Δώσε μου το σακί να τελειώνουμε.
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Θα μου πεις τη γνώμη σου για το Καλοκαίρι και τότε θα σου δώσω το σακί σου.
ΚΟΝΤΥΛΩ: Πφφ! Καλοκαίρι… Ζέστη, ιδρώτας, κουνούπια… Πούν το σακί;
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Κυρά Κοντύλω, υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκουν εύκολα τη χαρά σε ό,τι τους δίνει η φύση κάθε εποχή. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που γκρινιάζουν συνέχεια με τα πάντα. Σα να έχουν κλειστά μάτια, μύτη, αυτιά, στόμα, και δεν καταλαβαίνουν τίποτε από αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Είναι πάντα δυστυχισμένοι. ( βγάζει το σακί) Ορίστε, το σακί σου Κυρα Κοντύλω. Με τα αδέρφια μου αποφασίσαμε να σου δώσουμε αυτό που σου ταιριάζει.
(Το Καλοκαίρι εξαφανίζεται και η Κοντύλω ανοίγει με αγωνία το σακί)
ΚΟΝΤΥΛΩ: Ωραία, επιτέλους. Νάτα τα φ… Αααα! Φίδια! Το σακί έχει φίδια! ΑΑΑ!
(πετά μακριά το σακί και φεύγει φωνάζοντας. Έρχεται η κυρα Καλή)
ΚΥΡΑ ΚΑΛΗ: Ε, γειτόνισσα, τι έπαθες; Πού πας; Α, την καημένη, μάλλον θα άφησε το φαγητό στη φωτιά και τρέχει. Και ήθελα να τη ρωτήσω τι έγινε με τα αδέρφια. Ήρθαν άραγε και σ’αυτήν; Σπάω το κεφάλι μου να καταλάβω, πού ήξεραν το όνομά μου… Ποιοί ήταν;; Ποιος να ξέρει, ποιοί ήταν;;;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου