(Ξανα)διάβασα το έπος αυτό μέσα από τρεις μεταφράσεις:
1)Νίκου Καζαντζάκη, εκδ. Καζαντζάκη,2010
2)Γεωργίου Αντωνιάδου,εκδ.1881
3)Βουτσινά και Σταυροπούλου, εκδ. 1894
Η πρώτη έχει την αξία της, η δεύτερη με γοήτευσε με την καθαρεύουσά της,της τρίτης ο πεζός της λόγος υστερεί .
Στα αποσπάσματα παραθέτω πρώτα το ιταλικό κείμενο- είναι από τη δίγλωσση έκδοση Δαρδανός. Έπειτα τη μετάφραση Αντωνιάδου, που χωρίζει τα "άσματα" με αριθμητική σειρά και αριθμεί τους στίχους ανά τέσσερις. Τρίτη γράφω τη μετάφραση Καζαντζάκη- με πλάγια γράμματα!- η οποία χωρίζει τα "τραγούδια" με αλφαβητική διάταξη και αριθμεί τους στίχους ανά έναν, όπως και το ιταλικό. Φ.Χ
Temer si dee di sole quelle cose
c'hanno potenza di fare altrui male.
de l'altre no, che non son paurose.(ΙΙ,88-90)
Εγώ ειμί η άγουσα εις την αλγούσα πόλιν
εγώ ειμί η άγουσα εις το αιώνιον άλγος
εγώ ειμί η άγουσα προς τους απολωλότας (3/1)
Εγώ οδηγώ προς τη θλιμμένη χώρα,
εγώ προς τον απέθαντο τον πόνο,
εγώ προς τις ψυχές τις κολασμένες(Γ,1-3)
------------------------------------------------------
e dietro le venia si lunga tratta
di gente, ch'io non averei creduto
che morte tanta n'avesse disfatta.(ΙΙΙ,55-57)
Και όπισθέν της ήρχετο ψυχών ακολουθία
τόσον μακρά, ώστε ποτέ δεν ήθελα πιστεύσει
πως είχε κάμει θύματα ο θάνατος τοσαύτα (3/19)
Και πίσω του λαός ακλούθαε τόσο
πυκνός,που απίστευτο μου εφάνη τόσες
νάχει ζωές ο χάρος θερισμένες ( Γ,55-57)
--------------------------------------------
vidi e conobbi l'ombra di colui
che fece per vilta il gran rifiuto(ΙΙΙ,59)
τη σκιάν διέκρινα εκείνου
όστις το μέγ'αξίωμα ηρνήθη εκ δειλίας (3/20)
είδα κι απείκασα τον ίσκιο εκείνου
που από αναντριά το μέγα φώναξε όχι! (Γ,59-60)
-------------------------------------------------------
Ruppemi l'alto sonno nella testa
un greve truono, si ch'io mi riscossi
come persona ch'e per forza desta.(ΙV,1-3)
Διέκοψε' εν τη κεφαλή τον μέγαν λήθαργόν μου
τόσον βαρύγδουπος βροντή, ώστ'άνω ετινάχθην
ως άνθρωπος εξεγερθείς βιαίως εκ του ύπνου (4/1)
Το μέγα μου έκοψε ύπνο μες στα φρένα
βαριά βροντή κι ανατινάχτηκα όλος
σαν άνθρωπος που στανικώς ξυπνάει (Δ,1-3)
-----------------------------------------------------
Quivi,secondo che per ascoltare,
non avea piante mai che di sospiri
che l'aura eterna facevan tremare(IV,25-7)
Εκεί,καθ'όσον δυνατόν μέ ήτον να ακούσω,
ολολυγμοί μεν ουδαμώς, πλην στεναγμοί υπήρχον
ποιούντες τον αιώνιον αέρα να δονήται (4/9)
Εδώ, κατά που μπόρουν πια ν'ακούσω,
δεν έκλαιγαν,μον'τόσο αναστενάζαν
που το αιώνιο αγέρι τό' καναν να τρέμει(Δ,25-27)
---------------------------------------------------
Nessun maggior dolore
che ricordarsi del tempo felice
ne la miseria (V,121-3)
μεγαλήτερος δεν είναι άλλος πόνος,
παρά να ενθυμήται τις καιρούς ευτυχισμένους
εν συμφοραίς (5/41)
quanto la cosa e piu perfetta,
piu senta il bene,ecossi la doglienza.(VI,107-8)
καθ΄όσον τελειότερον το ον
κατά τοσούτον την χαράν αισθάνεται και λύπην (6/36)
…όσο το πλάσμα και πιο τέλειο
και πιο αναγάλια χαίρεται και πόνο. (ΣΤ,107-8)
------------------------------------------
passamo tra i martiri
e li alti spaldi(IX,133)
διέβημεν εν μέσω των υψηλών επάλξεων
και των σκληρών βασάνων. (7/43)
…απ’ τους λαύρους τάφους
κι απ’ τ’ αψηλά κορφοτειχιά περνούμε (Θ,133)
--------------------------------------------
λες και βαριά τον άδη καταφρόναε (Ι,35-36)
Lo credo ch’ ei credette ch’io credesse (XIII,25)
Πιστεύω θα επίστευσεν ότι εγώ πιστεύω (13/9)
Θαρρώ πως κείνος θάρρεψε πως θάρρουν (ΙΓ, 25)
------------------------------------------------------------
Io fei gibbetto a me de le mie case(XIII,151)
Εγώ παρέσχον εμαυτώ τον οίκον μου αγχόνην (13/50)
«Έκαμα εγώ το σπίτι μου κρεμάλα» (ΙΓ,151)
---------------------------------------------------------
Qual io fui vivo,tal son morto(XIV,51)
Οποίος ήμουν ζωντανός, κι αποθαμμένος είμαι(14/17)
«Εγώ’ μαι, και νεκρός και ζώντας, ο ίδιος!» (ΙΔ,51)
------------------------------------------
Se tu segui tua stella,
non quoi fallire a glorioso porto(XV,55-6)
Αν ακολουθείς το άστρο σου δεν δύνασαι
εις ένδοξον λιμένα να μην φτάσεις(15/19)
Αν το άστρο σου ακλουθήσεις,
λαμπρό θα φτάσεις σίγουρα λιμάνι (ΙΕ,55-56)
--------------------------------------------
ed e ragion,che tra li lazzi sorbi
si disconvien fruttare al dolce fico(XV,65-6)
διότι μεταξύ αυγαριών αγρίων
δεν πρέπει να καρποφορεί η γλυκερά συκέα (15/22)
Και δίκια αναμεσός στα στυφοσούρνα
δε στέκει στη γλυκιά συκιά να ουρμάζει. (ΙΕ,65-66)
-------------------------------------------------
Bene ascolta chi la nota(XV,99)
Καρπίμως ακροάζεται ο σημειών τους λόγους (15/53)
Καλά γρικά που και καλά θυμάται (ΙΕ,99)
------------------------------------------
Se l'altre volte si poco ti costa,
rispuoser tutti il satisfare altrui,
felice te se si parli a tua posta!
Pero, se campi d'esti luoghi bui
e torni a riveder le belle stelle,
quando ti giovera dicere "I fui",
fa che di noi a la gente favelle.(XVI,779-84)
Αν κατορθώνεις πάντοτε τοσούτον ακινδύνως
τους άλλους να ευχαριστείς,
ευδαίμων συ ο ομιλών με τόσην παρρησίαν...
Όθεν εάν τους ζοφερούς εκφύγεις τούτους τόπους
και επιστρέψας τους λαμπρούς αστέρας επανίδεις
ότε και θέλεις εύθυμος ειπείς «Εκεί υπήρξα»
περί ημών προς τον λαόν μη λείψης να λαλήσης (16/27-28)
Αν τόσο λίγο πάντα σου στοιχίζει
να ευχαριστάς τους άλλους
χαρά σ’ εσέ που λεύτερα έτσι κρένεις!
Μα απ’ τους ζοφούς αυτούς αν φύγεις τόπους
και τα πανώρια ξαναδείς αστέρια
μπορώντας με χαρά να λες: «Επήγα»,
δέξου για μας στον κόσμο να μιλήσεις (ΙΣΤ,79-84)
----------------------------------------------------
Qui vive la pieta quand' e ben morta (XX,139)
Εδώ ν’ο οίκτος ζωντανός αν όλως αποθάνη (20/10)
Ζει εδώ η σπλαχνιά μονάχα σαν πεθάνει (Κ,28)
----------------------------------------------------
Εd egli avea del cul fatto trombetta (XXI,139)
κι εκείνος του εσάλπιζε με τον οπισινόν του (21/46)
κι έκαμε αυτός τον πισινό τρουμπέτα (ΚΑ,139)
--------------------------------------------------
S'i fossi di piombato vetro,
l'imagine di fuor tua non trarrei
piu tosto a me, che quella dentro'mpetro(XXIII,25-7)
και κάτοπτρο να ήμουν,
την έξωθεν εικόνα σου
δεν θάπιανα γοργά σαν την εντός σου(23/9)
Γυαλί μολυβωμένο να’μουν
τ΄οξώθωρό σου εγώ δε θα αντιφέγγουν
τόσο γοργά σαν την εντός θωριά σου (ΚΓ,25-7)
----------------------------------------
perch'e'fuor greci,force del tuo detto (XXVI,75)
Θ’απαξιώσουν ίσως,
καθόσον ήσαν Έλληνες, τον λόγον σου ν’ ακούσουν (26/25)
το λόγο σου ίσως,
γιατί’ ταν κάποτε Έλληνες, θ’ αψήφουν (ΚΣΤ,75)
-------------------------------------
Considerate la vostra semenza:
fatti non foste a viver come bruti,
ma per seguir virtute e canoscenza (XXVI,118-120)
Αναλογίσθητε καλώς οποίων είστε γόνοι
Εσείς δεν εγεννήθητε να ζείτε ως τα κτήνη
αλλά να’ πιδιώκετε την αρετήν και γνώσιν (26/40)
(Ο Οδυσσέας στους ναύτες του)
Το ευγενικό σας σπέρμα μην προδώστε
σεις δεν πλαστήκατε σα ζα να ζείτε
μα γνώση κι αρετή ν’ ακολουθάτε! ( ΚΣΤ, 118-120)
---------------------------------------------
infin che 'l mar fu sovra noi richiuso (XXVI,142)
Έως επάνωθεν ημών η θάλασσα εκλείσθη (26/47)
Ώσπου το πέλαο εκλείστη απάνωθέ μας. (ΚΣΤ,142)
------------------------------------------------
Lo pianto stesso li pianger non lascia,
e'l duol che truova in su li occhi rintoppo,
si volge in entro a far crescer l'ambascia (XXXIII,94-6)
Αυτά τα κλαύματα εδώ δε συγχωρούν το κλαίειν
κι ο πόνος εις τα όμματα εμπόδιον ευρίσκων
επαναστρέφ’ εις τα εντός την βάσανον ν’ αυξήσει (33/32)
Το κλάμα εδώ το κλάψιμο αντικόβει
κι ο πόνος, μπόδιο βρίσκοντας στα μάτια
στρέφεται εντός ν’ αυξήσει το μαρτύριο (ΛΓ,94-6)
--------------------------------------------------
e cortesia fu lui esser villano (XXXIII,150)
και ήτο έργον ευγενές να του φερθώ αγροίκως(33/50)
και ήταν γι’ αυτόν ευγένεια η χωριατιά μου (ΛΓ,150)
----------------------------------------------
Vexilla regis prodeunt inferni (XXXIV,1)
Του βασιλέως προς ημάς προβαίνουν αι σημαίαι
του ταρταρίου (34)
Τα φλάμπουρα του ρήγα βγαίνουν του άδη (ΛΔ,1)
-----------------------------------------------
E quindi usci imo a riveder le stelle (XXXIV,139)
εξήλθομεν να είδομεν και πάλιν τους αστέρας (34)
Κείθε προβάλαμε να ξαναδούμε τ’άστρα (ΛΔ,139)
[και τα 3 μέρη του έργου τελειώνουν με τη λέξη "άστρα"]
ΚΑΘΑΡTΗΡΙΟ-PURGATORIO
Per correr miglior acque alza le vele
omai la navicella del mio ingegno
che lascia dietro a se mar si crudele (I,1-3)
Ίνα θαλάσσας του λοιπού γαληνοτέρας πλεύση
του νού μου το πλοιάριο επαίρει τα ιστία
πόντον τοσούτον άγριον οπίσω του αφίνον (1/1)
Για άλλα, πιο γαληνά νερά σηκώνει
πανιά το καραβάκι του μυαλού μου,
που τόσο θάλασσα άγρια πίσω αφήνει (Α,1-3)
--------------------------------------------
Noi andavam per lo solingo piano
com'om che torna a la perduta strada
che'nfino ad essa li pare ire in vano (I,118-120)
Ημείς δε διεβαίνομεν το έρημον πεδίον
ως άνθρωπος που έχασε τον δρόμον κι επιστρέφει
και μέχρι τούτου θεωρεί ματαίαν την πορείαν (1/40)
Στον έρμο κάμπο οδεύαμε, σαν κείνους
που στη χαμένη στράτα αντιγυρίζουν
κι ως να τη βρουν, θαρρούν αδικοτρέχουν (Α,118-120)
---------------------------------------------------
come gente che pensa a suo cammino
che va col cuore e col corpo dimora (II,11)
ως άνθρωποι σκεπτόμενοι ποίαν οδόν να λάβουν
ων η καρδία προχωρεί, ενώ το σώμα μένει(2/4)
σαν οδοιπόροι που λογιούν τη στράτα,
παν με το νου, μα το κορμί τους μένει (Β,11-12)
-----------------------------------------------------------
Ohi ombre vane,fuor che ne l'aspetto!
tre volte dietro a lei le mani avvinsi
e tante mi tornai con esse al petto (II,78-81)
Ω των μηδαμινών ψυχών ειμή ως προς την θέαν!
Τρις όπισθεν των ώμων της συνέζωσα τας χείρας
και τρις επέστρεψα κρατών αυτάς επί του στήθους (2,27)
Ώ γίσκιοι ολάδειοι,εξόν απ’τη ματιά μας!
Τρεις γύρα της βολές πετώ τα χέρια,
και τρεις τ’αναγυρνώ αδειανά στα στήθια (Β,78-81)
----------------------------------------------------
amor che nella mente mi ragiona (II,112)
Ο έρως όστις μ'ομιλεί εκ μέσης της καρδίας (2,38)
«Έρωτα που μιλάς βαθιά στο νού μου» (Β, 112)
--------------------------------------------
El mi parea da se stesso rimorso:
o dignitosa coscienza e netta
come t'e picciol fallo amaro morso! (III,7-9)
Αυτός εκείνον εαυτόν μ’εφαίνετ’ ονειδίζων.
Ώ άσπιλος συνείδησις και πλήρης ευγενείας
πόσον μικρόν παράπτωμα σ’έχει πικρά δαγκάσει! (3/3)
Μου εφάνη από δικού του πικραμένος.
ώ πέρφανη συνείδηση, καθάρια
το πιο ελαφρό πώς σε δαγκάνει κρίμα! (Γ,7-9)
----------------------------------------------
Matto e chi spera che nostra ragione
possa trascorrer la infinita via
che tiene una sustanza in tre persone.
State contenti,umana gente,al quia.
che se potuto aveste veder tutto
mestier non era parturir Maria (III,34-9)
Παράφρων είναι ο φρονών ότι το λογικό μας
ισχύει την απέραντον οδόν να διατρέξει
εφ΄ής έν ον πορεύεται εντός τριών προσώπων.
Μη ζήτει περισσότερα,ώ γένος των ανθρώπων,
διότι αν εδύνασθε να ίδητε τα πάντα,
δεν ήτο χρεία τοκετόν να κάμη η Μαρία (3/12-13)
Αμυάλωτος που ελπίζει πως ο νους μας
μπορεί να νιώσει το άφραστο μυστήριο
που τρεις μορφές κρατάει σε μιαν Ουσία.
Έτσι πως είναι, ανθρώποι, αυτό σας φτάνει.
τι αν όλα εμπόραε ο νους σας να χωρέσει
ανάγκη ποια να κάμει γιο η Μαρία; (Γ,34-39)
-------------------------------------------------
Or chi sa da qual man la costa cala
..si che possa salir chi va sanz'ala? (III,52-4)
Νυν,τις γιγνώσει ο κρημνός πού μάλλον υπτιάζει…
ώστε’ ο βαδίζων άπτερος να δυνηθεί ν’ανέλθει; (3/18)
Πιο βολικός ποιος ξέρει πούθε ο δρόμος…
να τον διαβούν όσοι φτερά δεν έχουν; (Γ,52-54)
---------------------------------------------------
che perder tempo a chi piu sa piu spiace (III,78)
όσον είναι σοφότερος χρονοτριβών πλειότερο λυπείται (3/26)
το χασομέρι όσο και πιο νογάς και πιο βαρύ’ναι (Γ,78)
-----------------------------------------------------
Quando per dilettanze o ver per doglie
che alcuna virtu nostra comprenda
l'anima bene ad essa si raccoglie
par ch'a nulla potenza piu intenda.
e questo e contra quello error che crede
ch'un'anima sovr'altra in noi s'accenda (IV,1-6)
Οπόταν υπό τέρψεως ή ένεκ΄αλγηδόνων
οίτινες δύναμιν τινά κατέχουν ημετέραν
εξ’ολοκλήρου η ψυχή εις ταύτην συγκεντρούται
φαίνεται μη προσέχουσα εις δύναμιν ετέραν.
Τούτο δ’εκείνην αναιρεί την εσφαλμένη δόξαν
ότι πολλαί ομού ψυχαί εντός ημών εκλάμπουν (4/1-2)
Όντας πολλή αναγάλλιαση για θλίψη
μια της ψυχής μας δύναμη γιομώσει
σ’αυτή η ψυχή βαθιά βυθίζεται όλη
λες κι αίστηση άλλη πια καμιά δεν έχει
κι αυτό αντιμάχεται την πλάνη, τάχα
πολλές ψυχές εντός μας πως ανάβουν (Δ,1-6)
--------------------------------------------------
cuopre la notte gia col pie Morrocco (IV,139)
η Νυξ την Μαυριτανικήν καλύπτει με τον πόδα (4/46)
κι η νύχτα κιόλας/σκεπάζει με το πόδι το Μαρόκο(Δ,139)
----------------------------------------------------
che sempre l'omo in cui pensier rampolla
sovra pensier,da se dilunga il segno
perche la foga l'un de l'altro isnolla (V,16-18)
καθ’όσον πάντοτ’άνθρωπος, εν τω οποίω σκέψις
βλασταίνει επί σκέψεως, μακρύνει τον σκοπόν του
διότι η μια την ορμήν της άλλης παραλύει(5/6)
Που στοχασμό το στοχασμό σωριάζει,
απ' την ψυχή του το σκοπό μακραίνει.
τι η ορμή του ενός τον άλλο ξεθυμαίνει (Ε,16-18)
--------------------------------------------------
Dissilo,alquanto del color consperso
che fa l'uom di perdon talcolta degno (V,20)
Το είπον υπό της χροιάς ολίγον ραντισμένος
ην ο συγγνώμης άξιος ενίοτε λαμβάνει (57)
Το είπα, κι ευτύς με σκέπασε το χρώμα
που άξιους μας κάνει κάποτε για σχώριο (Ε,20-21)
------------------------------------------------
pur che 'lvoler nonpossa non ricida (V,66)
πλέον αν μη την θέλησιν αδυναμία κόψη (3/23)
το αδύνατο αν δεν κόψει τη βουλή σου (Ε,66)
-------------------------------------------------
"Ricorditi di me, che son la Pia;
Siena mi fe, disfecemi Maremma" ( V,133)
Φερ'εις την μνήμην σου κ'εμέ ήτις καλούμαι Πία
Η Σιέννα μου'δωκε το φως, η Μαρέμμα το πήρε (Ε,43)
"θυμήσου με κι εμένα που΄μαι η Πία
μ' έκανε η Σιένα, ξέκαμε η Μαρέμμα"(Ε,133)
------------------------------------------------
Quando si parte il gioco de la zara
colui che perde si riman dolente
repetendo le colte,e tristo impara (VI, 1-3)
Οπόταν διαλύεται το παίγνιον των κύβων
ο απολέσας κατηφής οπίσω απομένει
παίζων και πάλι τας βολάς και δύσθυμος σπουδάζει (6/1)
Σαν του ζαριού τελέψει το παιχνίδι,
ο πού έχασε θλιμμένος μόνος ρίχνει
ξανά ζαριές κι αργά πικρομαθαίνει (ΣΤ,1-3)
-----------------------------------------------
Non per far,ma per non fare ho perduto
a veder l'alto Sol che tu disiri (VII,25)
Ουχί διότι έπραξα, αλλά καθό μη πράξας
απώλεσα τον ήλιον τον υψηλόν να ίδω/ον συ ποθείς (7/9)
Πράξη όχι, μα απραξιά μου μ’έχει κάμει
το μεγαν ήλιο,που ποθάς,να χάσω (Ζ,25)
-----------------------------------------------------
Per lei assai di lieve si comprende
quando in femmina foco d'amor dura
se l'occhio o 'l tatto spesso non l'accende (VIII,76-8)
Εκ ταύτης δύνασαι ευκόλως να νοήσης
πόσον το πυρ του έρωτος εις την γυναίκα μένει
όταν το όμμα κι η αφή συχνά δεν το ανάπτουν (8/26)
Του έρωτα δίνει αυτή να νιώσεις πόσο
βαστά η φωτιά στης γυναικός τον κόρφο,
μάτι συχνά για χέρι αν δε συμπαίνουν (Η,76-78)
---------------------------------------------------
Cosi dicea,segnato de la stampa
nel suo aspetto,di quel dritto zelo
che misuratamente in core avvampa (VIII,82-4)
Τον τύπον της οργής εκείνης της δικαίας
ήτις εντός των καρδιών θερμαίνεται σωφρόνως (8/28)
Μιλούσε, και το πρόσωπό του εκράταε
του ζυγιασμένου του θυμού τη βούλα
που μετρημένα πιάνει την καρδιά μας (Η,82-84)
---------------------------------------------
La concubina di Titone antico
gia s'imbiancava al balco d'oriente
fuor de le braccia del suo dolce amico (IX,1-3)
Του γηραλέου Τιθωνού η σύγκοιτις λευκόχρους
ήδη προς της Ανατολής επέφωσκε τα άκρα
του μειλιχίου εραστού αφείσα τας αγκάλας (9/1)
Του Τιθωνού του γέρου η φιλενάδα
στο ανατολίτικο άσπριζε ξωστάρι
του φίλου της τα μπράτσα παρατώντας(η Ηώς) (Θ,1-3)
------------------------------------------------
Ne l'ora che comincia i tristi lai
la rondinella presso a la mattina
forse a memoria de'suo'primi guai
e che la mente nostra,peregrina
piu da la carne e men da'pensier presa
a le sue vision quasi e divina (IX,13-18)
Την ώραν ότε χελιδών να κελαδή αρχίζει
με θλιβερά θρηνήματα πλησίον της πρωΐας
και ότε μάλλον της σαρκός αποδημών ο νους μας
και ήττον κατεχόμενος υπό φροντίδων άλλων
ωσεί προφήτης γίνεται με τα οράματά του (9/5-6)
Την ώρα που αρχινάει το μοιρολόι
στα ξέφωτα κοντά, το χελιδόνι
θυμούμενο ίσως τα παλιά του πάθη,
κι ο νους πιο λεύτερος πετά απ’τη σάρκα,
λιγότερο στους στοχασμούς πιασμένος,
και λες στα οράματά του προφητεύει (Θ,13-18)
-------------------------------------------------------
non stringer,ma rallarga ogne vigore (IX,48)
Μη σύστελλε αλλ’ εύρυνον απάσας τας δυνάμεις (9,16)
μη σφίγγεις, μόνο αμόλα την καρδιά σου(Θ,48)
------------------------------------------------------
ότι ο βλέπων όπισθεν επαναστρέφει έξω (9/44)
che di fuor torna chi 'n dietro si guata (IX,132)
που πίσω του τηράει,θα γύρει πίσω (Θ,132)
----------------------------------------------------
Poi fummo dentro al soglio de la porta
che 'l mal amor de l'anime disusa
perche fa parer dritta la via torta (X,1-3)
Αφού δ’εις το κατώφλιον εισήλθομεν της πύλης
ήν φαύλος έρως των ψυχών εις άχρηστίαν ρίπτει
διότι την λοξήν οδόν δεικνύει ως ευθείαν (10/1)
Το κατώφλι ως περάσαμε της πόρτας
που αριά η κακιά την ξεκλειδώνει αγάπη,
που κάνει το στραβό να φαίνεται ίσιο (Ι,1-3)
----------------------------------------------------------
come persona in cui dolor s'affretta (X,87)
ως άνθρωπος ού την ψυχήν η αλγηδών επείγει (10/29)
υπομονή δεν είχε η θλίψη εντός της (Ι,87)
---------------------------------------------------
non v'accorgete voi che noi siam vermi
nati a formar l'angelica farfala
che vola a la giustizia sanza schermi?
Di che l'animo vostro in alto galla
poi siete quasi antomata in difetto
si come vermo in cui formazion falla? (X,124-9)
Δεν βλέπετε ότι σκώληκες εσμέν προωρισμένοι
να γίνωμεν αγγελικαί κατόπιν χρυσαλλίδες
πετώσαι απροστάτευτοι προς την Δικαιοσύνην;
Διατί τάχα υψηλά επαίρεται ο νους σας,
αφού περίπου έντομα εν ατελεία είσθε,
καθώς εκείνοι οι σκώληκες οι μήπω μορφωμένοι; (10/41-43)
δε νιώθετε πως ήμαστε σκουλήκια
να βγει από μας του αγγέλου η πεταλούδα
που στον Κριτή πετάει ξαρματωμένη;
Τι τόσο κοκορεύεται η ψυχή σας;
Δεν είστε παρά κούντουρα μαμούδια
σκουλήκια που λαθεύουν το σκοπό τους (Ι,124-9)
----------------------------------------------------
pensa che questo di mai non raggiorna! (XII,84)
αύτη η μέρα, σκέφθητι, ποτέ δεν θαναλάμψη! (12/28)
πια δε θα λάμψει, σκέψου, η μέρα ετούτη! (ΙΒ,84)
--------------------------------------------------
Chiamavi 'l cielo e'ntorno vi si gira
mostrandovi le sue bellezze etterne
e l'occhio vostro pur a terra mira (XIV,148-150)
Σας προσκαλεί ο ουρανός και στρέφεται τριγύρω
τας αιωνίας καλλονάς αυτού καταδεικνύων
και όμως, μόνον προς την γην ο οφθαλμός σας βλέπει (14/50)
Κράζει σας ο ουρανός στρουφογυρνώντας
τις αιώνιες ομορφιές του να σας δείξει
μα εσάς το μάτι μον’τη γης κοιτάζει (ΙΔ,148-150)
-----------------------------------------------------
quanto natura a sentir ti dispuose (XV,33)
ηδονήν να έχης καθ΄όσον σε διέπλασεν ευαίσθητον η φύσις (15/11)
με χαρά θα βλέπεις, όση σ’ έχει πλασμένο η φύση σου να νιώσεις (ΙΕ,33)
------------------------------------------------
si che,quantunque carita si stende
cresce sovr'essa l'etterno valore (XV,71-2)
ώστε όσο περισσότερο εκτείνει η αγάπη
κι η αιωνία δύναμις συναύξετ’επί ταύτης (15/24)
κι έτσι η ψυχή που πιο ξεχύνει αγάπη
και πιο νογάει τα αιώνια πλούτη εντός της (ΙΕ,71-72)
---------------------------------------------------
Quando l'anima mia torno di fori
a le cose che son fuor di lei vere (XV,115-6)
Οπότε δε το πνεύμα μου εστράφη προς τα έξω
ενώπιον των αληθών εκτός αυτής πραγμάτων (15/39)
στα πράματα που όξω από αυτή’ναι αλήθεια (ΙΕ,115-6)
----------------------------------------------------
Lo mondo e ben cosi tutto diserto/d'ogne virtute...
e di malizia gravido e coverto (XVI,58-60)
Όλος ο κόσμος αληθώς ερημωμένος είναι από πασών των αρετών…
και μοχθηρίας έμπλεος κ’επικαλυμμένος (16/20)
Χάθη λοιπόν απ’όλο πια τον κόσμο/κάθε αρετή…
κι η γη γεννάει, γκαστρώνεται το κρίμα (ΙΣΤ,58-60)
--------------------------------------------------------
Ben quoi veder che la mala condotta
e la cagion che 'l mondo ha fatto reo
e non natura che 'n voi sia corrotta (XVI,103-5)
κακή λοιπόν διοίκησις…αιτία είναι
κ΄έγειναν οι άνθρωποι κακούργοι
κι όχι ποτέ η εν υμίν διεφθαρμένη φύσις (16/35)
κακιά κυβέρνα είναι αφορμή και σάπισεν ο κόσμος,
κι όχι γιατί μολεύτη η φύση εντός σας (ΙΣΤ,103-5)
----------------------------------------------------
di fuor tacea,e dentro dicea (XVIII,5)
εκτός εσίγων και εντός διελεγόμην (18/2)
όξω έμεινα βουβός κι εντός μιλούσα (ΙΗ,5)
-------------------------------------------------
Adhaesit pavimento anima mea (XIX,73)
Προσεκολλήθη τω της γής εδάφει η ψυχή μου (19/25)
«Κολλήθηκε η ψυχή μου απά στο χώμα» Ψαλμός 118 (ΙΘ,73)
---------------------------------------------
Contra miglior voler voler mal pygna (XX,1)
κακώς ερίζει θέλησις προς άλλην ανωτέρα (20/1)
Βουλή πιο δυνατή νικάει την άλλη (Κ,1)
------------------------------------------------
che riso e pianto son tanto seguaci
a la passion di che ciascun si spiecca
che men seguon voler ne'piu veraci (XXI,106-8)
Διότι γέλως και κλαυθμός ακολουθούσι τόσον
το πάθος όθεν έκαστον πηγάζει, ώστε ήττον
υπείκουν εις την θέλησιν των ειλικρινεστέρων (21/36)
τι έτσι γοργά ακλουθούν κλαμός και γέλιο
το πάθος που γεννάει τα, που όσο πιο’σαι
κι αληθινός, τόσο υπακούν πιο λίγο (ΚΑ,106-8)
--------------------------------------------
ne li occhi ove 'lsembiante piu si ficca (XXI,111)
και εις τους οφθαλμούς μου ενείδεν
ένθα μάλιστα ο χαρακτήρ εδρεύει(21/37)
και τηρά με στα μάτια, όπου η ψυχή πιο φανερή’ναι (ΚΑ,111)
--------------------------------------------
un lampeggiar di riso dimostrommi (XXI,114)
σπινθήρα μειδιάματος μοι έδειξεν αρτίως (21/38)
μιαν αστραπή χαμόγελο έριξέ μου (ΚΑ,114)
---------------------------------------------------
..Or puoi la quantitate
comprender de l'amor ch'a te mi scalda
quand'io dismento nostra vanitate
trattando l'ombre come cosa salda (XXI,134-6)
το μέγεθος του έρωτος προς σε με φλέγει
αφού επιλανθάνομαι της ματαιότητός μας
φερόμενος προς τη σκιά καθώς προς αισθητόν τι (21/45)
...πόση σφοδρή για σε με φλέγει αγάπη
που αλησμονώ την άδεια μας ματαιότη
και παίρνω το σκιανό για στέριο σώμα (ΚΑ,134-6)
----------------------------------------------
fe savorose con fame le ghiande
e nettare con sete ogne ruscello (XXII,148)
δια της πείνης έκαμνε νοστίμους τους βαλάνους
και νέκταρ παν ρυάκιον απλώς δια της δίψης (22/50)
νοστίμιζεν η πείνα τα βελάνια
κι έκανε η δίψα το νερό νεχτάρι (ΚΒ,148-150)
-----------------------------------------------
Parean l'occhiaie anella sanza gemme (XXIII,31)
Τα όμματα εφαίνοντο δακτύλιοι άνευ λίθων (23/11)
Χωρίς πετράδια οι κόχες δακτυλίδια (ΚΓ,31)
----------------------------------------------------
Scocca l'arco del dir.che 'nfino al ferro hai tratto (XXV,17)
Χαλάρωσε το τόξον του λόγου όπερ έντονον μέχρι σιδήρου έχεις (25/6)
Αμόλα το τόξο της λαλιάς το τανυσμένο! (ΚΕ,17-8)
---------------------------------------------------
Ομοίως διερχόμενο το μέλαν αυτών στίφος
ρύγχος με ρύγχος συναντούν οι μήρμυγκες αλλήλους
ίσως δια να μάθωσι τας τύχας και οδούς των (26/12)
cosi per entro loro schiera bruna
s' ammusa l' una con l' altra formica,
forse ad espiar lor via e lor fortuna (XXVI,34-36)
Όμοια στα μαύρα μέσα τους τ' ασκέρια
το ένα μερμήγκι το άλλο ακρομουρώνει
ίσως πού παν να μάθουν και τι βρήκαν (ΚΣΤ,34-36)
-----------------------------------------------------
Ieu sui Arnaut,que plor e vau cantan
consiros vei la passada folor
e vei jausen lo joi qu'esper,denan.
Ara vos prec per aquella valor
que vos condus al som de l'escalina
sovenha vos a temps de ma dolor" (XXVI,141-7)
Είμ’ο Αρνώστος που θρηνώ και πάω τραγουδώντας
με λύπη μου παρατηρώ ταις περασμέναις τρέλλαις
και με χαρά βλέπω χαρά που γλήγορα ολπίζω.
Και τώρα σας περικαλώ στην δύναμιν εκείνην
που αψηλά σας οδηγά εις την κορφή της σκάλας
να θυμηθήτε και εμέ την ώρα του καϋμού μου(26/48-49)
Ο Αρνώ’μαι εγώ που κλαίγω τραγουδώντας
θλιφτός θωρώ την τρέλα την παλιά μου
μα ελπίζω με χαρά την αύριο μέρα.
Παρακαλώ σε, μα την άγια χάρη
που σε οδηγάει ψηλά στο κορφοσκάλι
θυμήσου με στου πόνου μου την ώρα (ΚΣΤ,141-7)
------------------------------------------------
che la natura del monte ci affranse
la possa del salir piu e 'l diletto (XXVII,74-5)
διότι μας εσύντριψεν του όρους η ποιότης
την δύναμιν προς άνοδον, αλλ’ όχι και τον πόθον (27/25)
τι απ’του βουνού τη φύση χάσαμε όχι
τον πόθο, μον’την μπόρεση του ανέβα (ΚΖ,74-75)
---------------------------------------------------
Non aspettar mio dir piu ne mio cenno
libero,dritto e sano e tuo arbitrio
e fallo fora non fare a suo senno:
per ch'io te sovra te corono e mitrio (XXVII,139-142)
Μην περιμένεις λόγους μου και νεύματά μου πλέον
θέλησιν έχεις υγιά,ορθήν και ελευθέραν
και αν δεν πράξης κατ’αυτήν
αμάρτημα θα ήτοδιό
και σε επικοσμώ με στέφανον και μίτραν (27/47)
Λόγο μου πια μην προσδοκάς για γνέμα:
λεύτερη,δίκια,ορθή’ναι η βούλησή σου.
ακλούθα τη πιστά. σε στεφανώνω
κορόνα μίτρα του απατού σου αφέντη (KZ,139-142)
----------------------------------------------
Cosi la madre al figlio par superba
com'ella parve a me.perche d'amaro
sente il sapor de la pietade acerba (XXX,79-81)
Ως φαίνεται δ’αγέρωχος η μήτηρ προς το τέκνον
ούτως εφάνη προς εμέ. διότι της τραχείας φιλοστοργίας
πάντοτε πικρά η γεύσις είναι (30/27)
Ως στο παιδί σκληρή φαντάζει η μάνα,
τέτοια η Κυρά μου εφάνη. τι πικρή’ναι
της αυστηρής αγάπης πάντα η γεύση (Λ,79-81)
-----------------------------------------------------
Confusione e paura insieme miste
mi pinsero un tal "si"fuor de la bocca
al quale intender fuor mestier le viste (XXXI,13-15)
Ο φόβος και η σύγχυσις συνάμα μεμιγμένα
εξώθησαν τοιούτο ναι από του στόματός μου
ώστ’ ίνα το νοήση τις ομμάτων είχε χρείαν (31/5)
Φόβος και σαστιμάρα ομάδι,ανάριο
με κάμαν «ναι» να ξεστομίσω,τόσο
που ν’ακουστεί τα μάτια είχες ανάγκη (ΛΑ,13-15)
----------------------------------------------
pon giu il seme del piangere e ascolta (XXXI,46)
κατάθες του δακρύου σου τον σπόρον κι ακροάζου (31/16)
άσε το σπόρο του κλαμού και γρίκα (ΛΑ,46)
----------------------------------------------
Tu nota.e si come da me son porte
cosi queste parole segna a'vivi
del viver ch'e un correre a la morte (XXXIII,52-54)
Σημείωνε. Κι όπως εγώ τους λόγους τούτους τώρα εκφέρω
άγγειλον αυτούς ομοίους προς τους ζώντας
τον βίον, όστις φέρεται ταχύς κατά θανάτου (33/18)
Συ γρίκα.κι ως τα λόγια μου σου κρένω
διαλάλησέ τα σε όσους ζουν τη ζήση
που τρέξιμο στο θάνατο λογιέται (ΛΓ,52-54)
----------------------------------------------
Puro e disposto a salire alle stelle (ΧΧΧΙΙΙ,145)
και καθαρμένος κι έτοιμος να αναβώ εις τ'άστρα (33/48)
άξιος, αγνός,ψηλά ν’ανέβω στ’άστρα (ΛΓ,145)
ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ – IL PARADISΟ
Vero e che,come forma non s'accordaκαθώς το σχήμα
Μα όπως συχνά δε σοφιλιάζει η φόρμα
με την κρυμμένη πρόθεση της τέχνης
η ύλη γιατί δεν απαντάει,κουφή’ναι (Α,127-9)
------------------------------------------------
O voi che siete in piccioletta barca
desiderosi d’ascoltar,seguiti
dietro al mio legno che cantando varca (ΙΙ,1-3)
Ω σεις,οπόσοι έχετε, σφοδρώς επιθυμούντες
ν'ακροασθήτε, εις μικράν ακολουθήσει λέμβον
κατόπισθεν του ξύλου μου,όπερ προβαίνει άδον (2/1)
Ω σεις που σε μικρή μικρή βαρκούλα,
ποθώντας να με ακούστε,ακολουθάτε
το σκάφος μου που τραγουδώντας πλέει (B,1-3)
-----------------------------------------------
αφού ο λόγος βλέπεις,
ακολουθών την αίσθησιν πτερά βραχέα έχει (2/19)
και με τις αίστησές σου
θωράς πως το μυαλό μικρά φτερά’χει (Β,56-7)
------------------------------------------------
Cosi parlar conviensi al vostro ingegno
pero che solo da sensato apprende
cio che fa poscia d'intelletto degno (IV,40-2)
Ούτως αρμόζει προς τον νουν υμών να ομιλώσι
Διότι εκ των αισθητών παραλαμβάνει μόνον
ό,τι κατόπιν άξιον της διανοίας κάμνει (4/ 13)
Έτσι πρεπό να κρένουν στο μυαλό σας,
που τα χεροπιαστά νογάει μονάχα,
στη νόηση αυτά προτού ν’ανηφορίσουν (Δ,40-2)
--------------------------------------------------
e da costei ond'io principio piglio
pigliavano il vocabol de la stella
che 'l sol vagheggia or da coppa or da ciglio (VIII, 10-12)
Κ'εκ ταύτης,όθεν την ωδήν αρχίζω,τον αστέρα
ωνόμαζον,όστις γλυκά τον ήλιον κοιτάζει
πότε εμπρός κατάμματα και πότε προς τα νώτα (8/4)
Κι απ’ τη θεά που το τραγούδι αρχίζω
το αστέρι ονοματίσαν,που τον ήλιο
πότε μπροστά κοιτάει και πότε πίσω (Αφροδίτη) (Η,10-12)
--------------------------------------------------
E se 'l mondo la giu ponesse mente
al fondamento che natura pone
seguendo lui,avria buona la gente.
Ma voi torcete a la religione
tal che fia nato a cignersi la spada
e fate re di tal ch'e da sermone
onde la traccia vostra e fuor di strada (VIII,142-8)
Και αν εις το θεμέλιον όπερ η φύσις βάλλει
την προσοχήν επέστηνεν ο κόσμος εκεί κάτω
ακολουθών αυτήν λαούς θα είχε εναρέτους.
Αλλ’ όμως σεις εκτρέπετε προς την ιερατείαν
εκείνον όστις να ζωστή το ξίφος εγεννήθη
και τον καλόν δ’άμβωνα καθίζετ’ επί θρόνου (8/48-49)
Κι αν είχαν,κάτω εκεί στη γης,το νου τους
στα θέμελα που βάζει η φύση,κι όλοι
τ’ακολούθουν,πιο καλός ο κόσμος θα΄ταν.
Μα κάνετε όμως σεις καλόγερο όποιον
γεννήθηκε να ζώνεται τη σπάθα
και κάντε βασιλιά το θεολόγο.
και βγήκατε έτσι δα απ’τον ίσιο δρόμο. (Η,142-8)
-------------------------------------------------
chi non s'impenna si che la su voli
dal muto aspetti quindi le novelle (X,74-5)
Όστις δεν έχει πτέρυγας επάνω να πετάξη
εδήσεις παρά του βωβού εκείθεν ας προσμένη (10/25)
όποιος φτερά δεν κάμει εκεί ν’ανέβει
απ’το βουβό μαντάτα ας περιμένει (Ι,74-5)
-------------------------------------------
O insensata cura d'mortali
quanto son difettivi silogismi
quei che ti fanno in basso batter l'ali! (XI,1-3)
Ω άφρων επιμέλεια η των θνητών ανθρώπων
οπόσον είναι ατελείς οι λογισμοί εκείνοι
όσοι σε κάνουν ταπεινά τας πτέρυγας να πλήττεις! (11/1)
Ω ανέμυαλες φροντίδες των ανθρώπων
πόσο στραβοί οι συλλογισμοί, που κάτω
σας κάνουν να χτυπάτε τις φτερούγες! (ΙΑ,1-3)
--------------------------------------------------
perch'elli'ncontra che piu volte piega
l'oppinion corrente in falsa parte
e poi l'affetto l'intelletto lega (XIII,118-120)
και δια τούτο συνεχώς συμβαίνει να εκπίπτη
προς σφαλεράν διεύθυνσιν η εσπευσμένη γνώμη
κι η φιλαυτία έπειτα το λογικόν δεσμεύει (13/40)
Γιατί βολές περίσσιες παίρνει η γνώμη
που βιάζεται, πολύ στραβό το δρόμο.
και δένουμε, αγαπώντας τη,το νου μας (ΙΓ,118-120)
--------------------------------------------------------
Quell'uno e due e tre che sempre vive
e regna sempre in tre e'n due e'n uno
non circunscritto,e tutto circunscrive (XIV,28-30)
Ο Εις, ο Δύο και ο Τρεις, ο ζων εις τους αιώνας
και βασιλεύων πάντοτε εις Τρεις και Δύω κι Ένα
ο ουδαμώς περίγραπτος και πάντα περιγράφων (14/10)
Ο Ένας,οι Δυο κι οι Τρεις που ζουν αιώνια
και κυβερνούν συντρεις, συδυό, συνένας
και,μη χωρώντας πουθενά, τα πάντα χωρούν (ΙΔ,28-30)
------------------------------------------------------
con quanti denti questo amor ti morde (XXVI,51)
με πόσα κέντρα σε κεντά εκείνη η αγάπη (26/17)
με πόσα η αγάπη δόντια σε δαγκάνει (ΚΣΤ,51)
----------------------------------------------------
quella che 'mparadisa la mia mente (XXVIII,3)
ήτις εις τον Παράδεισον εισάγει την ψυχήν μου (28/1)
αυτή που παραδείσωσε το νού μου (ΚΗ,3)
----------------------------------------------------
Nel suo profondo vidi che s'interna
legato con amore in un volume
cio che per l'universo si squaderna (XXXIII,85-7)
Και είδον εις τα βάθη του πώς είναι ηνωμένον
και δεδεμένον μ’ έρωτα εις εν και μόνον τεύχος
τουθ’όπερ εν τω σύμπαντι εις φύλλα διαιρείται (33/29)
Μες στο βυθό του αγνάντεψα πως δένει
σφιχτά, με την αγάπη, σ΄έναν τόμο
στο σύμπαντο ό,τι αριά φυλλοσκορπιέται (ΛΓ,85-7)
-------------------------------------------------
L amor che move il sole e l’atre stelle (ΧΧΧΙΙΙ,145)
τον πόθον και την θέλησιν μου έστρεφεν ο Έρως,
όστις κινεί τον ήλιον και τους λοιπούς αστέρας (33/48)
πόθο, βουλή μου αντάμα εγύρνα η Αγάπη,
που τον ήλιο γυρνάει και τ'άλλα τ'άστρα (ΛΓ,145)
ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ «Ο τετραπέρατος κόσμος»
Μόλις
χωρίστηκα από την Κίρκη […]
[…] τίποτε
δεν αξιώθηκε,
ούτε
του γιου μου η γλυκειά μνήμη, ούτε το
σέβας
για
γέροντα Πατέρα, ούτε το χρέος μου για
αγάπη
που,
αν το ξεπλήρωνα, στην Πηνελόπη
θα
’δινε τη χαρά, τίποτε δεν αξιώθηκε
τη
φλόγα μέσα μου, που μ’ έτρωγε, να
σβήσει,
αυτήν
που μ’ έσπρωχνε τι θα πει κόσμος να
γνωρίσω.
[…]
Αδέλφια
μου, είπα, σεις
που
σμίξατε μαζί μου και τους χίλιους
πόνους
γευθήκατε
και φθάσαμε στη δυτικήν
άκρια
του κόσμου, το λίγο που σας μένει
απ’
τη ζωή, μην αρνηθείτε μιαν ακόμη
πείρα
να λάβετε μαζί μου, πίσω απ’ τον ήλιο
να
μάθουμε τι γίνεται, στον έρημο τον
κόσμο,
που
ψυχή ζωντανή δεν κατοικεί. Για
στοχαστείτε
τη
θεϊκιά σας φύτρα· δεν έχετε πλαστεί
να
ζήσετε σαν κτήνη, μοίρα σας είναι
η
ανδρεία, η γνώση. Τους συντρόφους μου
τα
παρακάλια μου τους λύγισαν, τα λίγα
λόγια
τους
φτέρωσαν για το άγνωστο ταξίδι. Την
πλώρη μας
τότε
τη στρίψαμε κατά που βγαίνει ο ήλιος,
τα κουπιά
στα
χέρια μας φτερά γινήκαν και πετούσαμε
στον
ξέφρενο τον πλου, με τη στεριά ζερβά
μας.
Όλα
τα ξένα αστέρια του άλλου πόλου
φωτίζανε
τις νύχτες μας, και ο Πολικός μας τόσο
χαμηλός
που
άγγιζε τη γραμμή της θάλασσας. Πέντε
φορές
θέριεψε
κι άλλες τόσες εσβήστη της Σελήνης
το
φέγγος, από τη στιγμή που ξεθαρρέψαμε
για
τη μεγάλη πλάνεση. Τότε μπροστά
μας
ορθώθηκε
ένα όρος. Από το μάκρος
που
μας ξεχώριζε φαινόταν σκοτεινό, και όσο
για ύψος,
ποτέ
μου δεν θυμόμουν ψηλότερο να ’χω
αντικρύσει.
Τρελά
χαρήκαμε σαν το είδαμε, μα η αναγάλια
γρήγορα
γύρισε σε θρήνο, γιατί απ’ τη νέα τη
γη
ένα
μπουρίνι ξέσπασε και χτύπησε σκληρά
την
πλώρη μας, τρεις γύρους έκανε στα
κύματα
το
ξύλο μας, μα η τέταρτη ύψωσε την πρύμη
μας,
τότε
που η πλώρη βούλιαζε στον σίφουνα.
Ήταν
βουλή θεού, το κύμα μάς κουκούλωσε,
εκλείστη
η θάλασσα από πάνω μας.
ΣΕΦΕΡΗΣ «Στα 700 χρόνια του Δάντη»
Όταν
αποχωρίστηκα την Κίρκη […] ούτε ο γιος
μου, ούτε ο πατέρας μου, ούτε η Πηνελόπη,
μπόρεσαν να καταπονέσουν τον πόθο που
μ’ έκαιγε για να γίνω έμπειρος του
κόσμου. […]
«Αδέρφια»
είπα «που μ’ εκατό χιλιάδες κινδύνους
φτάσατε στα πέρατα της Δύσης. Σε τούτη
την τόσο μικρήν αγρύπνια των αισθήσεων
που μας απομένει, μη θελήστε ν’ αρνηθείτε
τη γνωριμιά του ακατοίκητου κόσμου πίσω
από τον ήλιο.
Συλλογιστείτε
τη σπορά σας· δεν έχετε πλαστεί για να
ζείτε σαν τα κτήνη, μα για ν’ ακολουθείτε
αρετή και γνώση».
Με
αυτά τα λίγα λόγια παρόξυνα τους
συντρόφους μου για το ταξίδι, τόσο που
δύσκολα μπορούσα πια να τους κρατήσω.
Και,
γυρίζοντας την πρύμη στο πρωί, με τα
κουπιά μας δώσαμε φτερά στο τρελό
πέταγμα, πάντα κερδίζοντας απ’ το ζερβί
πλευρό μας.
Όλα
τ’ αστέρια κιόλας του άλλου πόλου βλέπαν
τη νύχτα, κι ο δικός μας τόσο χαμηλός
που δεν φαίνονταν πια στον πελαγίσιο
κάμπο.
Πέντε
φορές αναμμένο και τόσες σβησμένο, το
φως είχε περάσει κάτω απ’ το φεγγάρι
από τότε που είχαμε μπει στο ύστατο
πέρασμα.
Όταν
μας φανερώθηκε ένα βουνό μουντό από την
απόσταση, τόσο αψηλό μου φάνηκε που δεν
είδα ποτέ μου.
Χαιρόμασταν,
και γρήγορα γυρίσαμε στο κλάμα τι απ’
τη νέα γης γεννήθη ένα μπουρίνι που
χτύπησε το καράβι κατάπλωρα.
Τρεις
φορές το στροβίλισε μ’ όλα τα νερά· την
τέταρτη σήκωσε την πρύμη και πόντισε
την πλώρη, όπως άρεσε σε κάποιον άλλον,
ώσπου η θάλασσα έκλεισε πάνωθέ μας.
Η μετάφραση του Αντωνιάδου
https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/3/0/2/metadata-312-0000232.tkl



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου