"Τέτοιος στάθηκε στις μεταφράσεις του ο Καρυωτάκης.
Ριψοκινδύνεψε σε αυτές, όπως ριψοκινδύνεψε γενικά
με την ποίηση, στα δικά του τα ποιήματα, αλλά τελικά και στη ζωή του"
Ζήσιμος Λορεντζάτος
(εκδόσεις Το Ροδακιό,1994)
CHALRES BAUDLAIRE:
“LA VOIX”
Mon
berceau s'adossait à la bibliothèque,
Babel
sombre, où roman, science, fabliau,
Tout,
la cendre latine et la poussière grecque,
Se
mêlaient. J'étais haut comme un in-folio.
Deux
voix me parlaient. L'une, insidieuse et ferme,
Disait
: " La Terre est un gâteau plein de douceur ;
Je
puis (et ton plaisir serait alors sans terme !)
Te
faire un appétit d'une égale grosseur. "
Et
l'autre : " Viens ! oh ! viens voyager dans les rêves,
Au
delà du possible, au delà du connu ! "
Et
celle-là chantait comme le vent des grèves,
Fantôme
vagissant, on ne sait d'où venu,
Qui
caresse l'oreille et cependant l'effraie.
Je
te répondis : " Oui ! douce voix ! " C'est d'alors
Que
date ce qu'on peut, hélas ! nommer ma plaie
Et
ma fatalité. Derrière les décors
De
l'existence immense, au plus noir de l'abîme,
Je
vois distinctement des mondes singuliers,
Et,
de ma clairvoyance extatique victime,
Je
traîne des serpents qui mordent mes souliers.
Et
c'est depuis ce temps que, pareil aux prophètes,
J'aime
si tendrement le désert et la mer ;
Que
je ris dans les deuils et pleure dans les fêtes,
Et
trouve un goût suave au vin le plus amer ;
Que
je prends très souvent les faits pour des mensonges,
Et
que, les yeux au ciel, je tombe dans des trous.
Mais
la Voix me console et dit : " Garde tes songes :
Les
sages n'en ont pas d'aussi beaux que les fous ! "
ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ:
“ΣΑΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ”
Η
κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη, Βαβήλ
σκοτεινόν, όπου μυθιστόρημα, επιστήμη,
μυθολογία, τα πάντα, η λατινική τέφρα
και η ελληνική σκόνη, ανακατευόσαντε.
Δεν ήμουν μεγαλύτερος από ένα βιβλίο.
Δυο
φωνές μού μιλούσαν. Η πρώτη, ύπουλη και
σταθερή, έλεγε: «Η Γη είναι ένα γλύκισμα
ωραίο· μπορώ (και η ευχαρίστησή σου θα
’ναι τότε χωρίς τέλος!) να σου δώσω μιαν
όρεξη παρόμοια μεγάλη.» Και η δεύτερη:
«Έλα! ω, έλα στο ταξίδι των ονείρων, πέρα
από το δυνατό, πέρα από το γνωρισμένο!»
Και η φωνή αυτή ετραγουδούσε όπως ο
άνεμος στις ακρογιαλιές, φάντασμα που
κλαυθμυρίζει και κανείς δεν ξέρει πούθε
ήρθε, που χαϊδεύει το αφτί κι όμως το
τρομάζει. Σου απάντησα: «Ναι! γλυκιά
φωνή!»
Από
τότε κρατάει αυτό που μπορεί, αλίμονο!
να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου.
Πίσω από τις σκηνοθεσίες της απεράντου
υπάρξεως, στο μελανότερο της αβύσσου,
βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους, και,
θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου,
σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια.
Κι από εκείνο τον καιρό αγαπώ τόσο
τρυφερά, καθώς οι προφήτες την έρημο
και τη θάλασσα, γελώ στα πένθη και κλαίω
στις γιορτές, βρίσκω μια γεύση γλυκιά
στο πιο πικρό κρασί, νομίζω πολλές φορές
για ψέματα τις αλήθειες, και, με τα μάτια
στον ουρανό, πέφτω σε γκρεμούς.
Αλλά
η Φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε
τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι
ωραία σαν τους τρελούς!»
***********************
GEORGES RODENBACH:
“EPILOGUE”
C’est
l’automne, la pluie et la mort de l’année !
La mort de la
jeunesse et du seul noble effort
Auquel nous songerons à
l’heure de la mort :
L’effort de se survivre en l’œuvre
terminée.
Mais c’est la fin de cet espoir, du grand
espoir,
Et c’est la fin d’un rêve aussi vain que les autres
:
Le nom du dieu s’efface aux lèvres des apôtres
Et le
plus vigilant trahit avant le soir.
Guirlandes
de la gloire, ah ! Vaines, toujours vaines !
Mais c’est triste
pourtant quand on avait rêvé
De ne pas trop périr et d’être
un peu sauvé
Et de laisser de soi dans les barques humaines.
Las
! Le rose de moi je le sens défleurir,
Je le sens qui se fane
et je sens qu’on le cueille !
Mon sang ne coule pas ; on
dirait qu’il s’effeuille…
Et puisque la nuit vient, —
j’ai sommeil de mourir !
ΤΖΩΡΤΖ ΡΟΝΤΕΝΜΠΑΧ:
“ΕΠΙΛΟΓΟΣ”
Φθινόπωρο είναι, βρέχει, να, και ο χρόνος όλο σβήνει!
Η νιότη σβήνει, σβήνεις, ω προσπάθεια ευγενική,
που μόνο εσέ θα σκεφτούμε πεθαίνοντας, σεμνή
προσπάθεια να περάσουμε και το Έργο μας να μείνει.
Αχ!
πάει κι αυτή που μ’ έθρεφεν ελπίδα η
πιο μεγάλη·
μάταιο σαν άλλα ονείρατα,
τ’ όνειρο πάει κι αυτό.
Όλα περνούν,
οι πόθοι μας περνούν, ένα βουητό,
περνούμε
τέλος οι ίδιος εμείς για να’ρθουν αύριον
άλλοι.
Γιρλάντα
η δόξα, εμάδησε κι είναι οι γιορτές
φeυγάτες.
Μόνο
πικρία μένει σ’ εκείνον που’χε
ονειρευτεί
πολύ να μην επέθαiνε
και λίγο να σωθεί
και κάπως ναν τον
αγαπούν χρόνοι, καιροί διαβάτες!
Αλίμονο!
Με ρόδο τον εαυτό μου παρομοιάζω,
με
ρόδο που μαραίνεται και γίνεται
χλωμό!
Αίμα δεν τρέχει· θα’λεγε
κανείς πως φυλλορροώ…
Κι αφού πια
τώρα ενύχτωσε, — για θάνατο νυστάζω!
*********************
HEINRICH HEINE:
“Sie liebten sich beide”
Sie
liebten sich beide, doch keiner
Wollt es dem andern gestehn;
Sie
sahen sich an so feindlich,
Und wollten vor Liebe vergehn.
Sie
trennten sich endlich und sahn sich
Nur noch zuweilen im
Traum;
Sie waren längst gestorben,
Und wußten es selber
kaum.
ΕΡΡΙΚΟΣ ΧΑΪΝΕ:
(SIE LIEBΤEN SICH BEIDE)
Αγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,
μα δίχως γι’ αυτό να μιλήσουν
Με μίσος αλλάζανε βλέμματα
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν.
Εχώρισαν έπειτα, φύγανε,
μες στ’ όνειρο μόνο ειδωθήκαν
Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν:
εμίσησαν ή αγαπηθήκαν;
*******************
JEAN MOREAS:
“Tu souffres tous les maux”
Tu souffres tous les maux et tu ne fais que rire
De ton lâche destin ;
Tu ne sais pas pourquoi tu chantes sur ta lyre
Du soir jusqu’au matin.
Poète, un grave auteur dira que tu t’amuses
Sans trop d’utilité ;
Va, ne l’écoute point : Apollon et les Muses
Ont bien quelque beauté.
Laisse les uns mourir et vois les autres naître,
Les bons ou les méchants,
Puisque tout ici-bas ne survient que pour être
Un prétexte à tes chants.
ΖΑΝ ΜΩΡΕΑ:
“TU SOUFFRES TOUS LES MAUX…”
Η μοίρα σου πάντα σκληρή, μα εσύ τη δυστυχία
περιφρονείς, αναγελάς,
μέσα στη θύελλα τέρπεσαι, μέσα στην τρικυμία
τη λύρα κρούεις, αντιπερνάς.
Ποιητή, οι άνθρωποι θα’λεγαν πως είναι οι στίχοι σου ένα
παιχνίδι μάταιο, παιδικό.
Μην το πιστεύεις. Έχουνε ο Απόλλωνας για σένα
κι οι Μούσες έπαθλο ιερό.
Άφησε να γεννιούνται αυτού, κοίταξε εκεί να σβήνουν
οι ενάρετοι και οι πονηροί,
αφού όλα γύρω γίνονται μονάχα για να δίνουν
στα ποιήματα σου μια αφορμή!
MATHURIN REGNIER:
“ Epitaphe de Regnier”
J'ai vécu sans nul pensement,
Me laissant aller doucement
A la bonne loi naturelle,
Et si m'étonne fort pourquoi
La mort daigna songer à moi,
Qui n'ai daigné penser à elle.
ΜΑΤΥΡΕΝ ΡΕΝΙΕ:
“ΕΠΙΤΑΦΙΟ”
Περνούσε η ζωή μου, γλέντι αληθινό,
δίχως μετάνοια μήτε χαλινό,
Τώρα παραξενεύομαι γιατί
ο θάνατος να με συλλογιστεί
που δεν τον συλλογίστηκα ποτέ μου.
*****************
TRISTAN CORBRIERE:
“Petit mort pour rire”
Va vite, léger peigneur de comètes!
Les herbes au vent seront tes cheveux;
De ton œil béant jailliront les feux
Follets, prisonniers dans les pauvres têtes...
Les fleurs de tombeau qu'on nomme Amourettes
Foisonneront plein ton rire terreux...
Et les myosotis,ces fleurs d’ oubliettes…
Ne fais pas le lourd: cercueils de poètes
Pour les croque-morts sont de simples jeux,
Boîtes à violon qui sonnent le creux...
Ils te croiront mort — les bourgeois sont bêtes —
Va vite, léger peigneur de comètes !
ΤΡΙΣΤΑΝ ΚΟΡΜΠΡΙΕΡ:
“ΜΙΚΡΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤ’ ΑΣΤΕΙΑ”
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Χόρτα στον άνεμο και τα μαλλιά σου.
Φωσφορισμούς θ’αφήνουν τα βαθιά σου
άδεια μάτια, φωλιές των ερπετών.
Κρίνοι, μυοσωτίδες, άνθη των
τάφων, θα γίνουνε μειδίαμά σου
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Δοξάρια σιωπηλά τα κόκαλά σου.
Το βαρύ πια μην κάνεις. Των ποιητών
τα φέρετρα παιχνιδάκια, στοχάσου,
είναι κι αθύρματα νεκροθαπτών.
Φύγε τώρα,κομμωτή κομητών!
*************************
EMILE DESPAX:
“Ultima”
Il pleut. Je rêve. Et je crois voir,entre les arbres
De la place vide qui luit
Un buste en pierre blance et le socle de marbre.
Mon frère passe et dit: C’est lui.
Mon frère,vous aurez aime les ports,les îles,
Sourtout le ciel, sourtout la mer;
Moi les livres, les vers parfaits,les jours tranquilles.
Et nous aurons beacoup souffert.
ΕΜΙΛ ΝΤΕΣΠΑ:
“ULTIMA”
Βρέχει. Ονειρεύομαι. Θαρρώ πλατάνι ναν τη σκέπει,
στο δρόμο εκεί να ορθώνεται,στο φως,
μια προτομή μαρμάρινη. Τ’ αδέρφι μου τη βλέπει
διαβαίνοντας και μουρμουρίζει: “Αυτός”
Θά’ χεις πολύ, αδερφέ, αγαπήσει μόλους και νησιά,
τη θάλασσα περσότερο, τ’αγέρι.
εγώ τα ωραία τραγούδια, τα βιβλία, τη μοναξιά,
Μα θα’χουμε και οι δυο τόσο υποφέρει!
FRANCIS CARCO:
“Lettre”
Tu n’ecris plus depuis longtemps.
Que fais-tu dans ta vieille ville,
Dans cette atmosphere tranquille,
Mon ami,qui t’absorbe tant?
Es-tu séduit par la noblesse
D’un obscur labeur quotidien
Ou quel souvenir te retient
Dont la morne douceur te blesse?
Les jours perdus,le temps passé,
L’heure au vieux clocher de l’église,
Et l’hapitude qu’on a prise
De se faire plus efface?
C’est bien toi!quand tu semblais ivre
Du beau tumulte de tes vers!
Le coeur libre et les bras ouverts,
Tu cherchais avant tout a vivre.
O poète, on a méconnu
L’élan de ta force orageuse.
De ta jeunesse aventureuse
Te voila déjà revenu?
Ce soir, sur le couchant, se lève
Une étoile don’t tu suras
Orner le ciel pur de ton rêve.
C’est fini, croise-toi les bras.
ΦΡΑΝΣΙΣ ΚΑΡΚΟ:
“ΕΠΙΣΤΟΛΗ”
Φίλε μου,
Είναι πολύς καιρός που δεν γράφεις πια. Τι κάνεις μέσα στη μικρή σου πόλη; Στην ήσυχη ατμόσφαιρα τι σε απασχολεί τόσο; Σε θέλγει η ευγένεια της σκοτεινής, καθημερινής δουλειάς ή σε κρατεί και σε πληγώνει η ανάμνησις; Οι χαμένες μέρες, ο καιρός που πέρασε, η ώρα στο παλαιό κωδωνοστάσιο, και η συνήθεια που πήραμε να γινόμαστε πιο αφανείς. Είσαι σύ! Όταν σε μεθούσε η ωραία βοή των στίχων σου, όταν μ’ ελεύθερη καρδιά και χέρια απλωμένα ζητούσες πρώτ’ απ΄όλα να ζήσεις! Ω ποιητή, έχουν παρεξηγήσει την ορμή σου. Από την περιπετειώδη νεότητά σου να που επέστρεψες τώρα. Απόψε στη δύση ανατέλλει ένα άστρο. Μ’ αυτό θα μπορέσεις ν στολίσεις τον καθάριο ουρανό του ονείρου σου. Όλα ετελείωσαν. Σταύρωσε τα χέρια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου