Ο ΚΟΡΑΚΑΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΤΟ ΣΙΤΑΡΙ
Ζούσε κάποτε σ’ ένα δάσος μια κορακοοικογένεια. Ο Κόρακας, η Κορακίνα και πέντε κορακόπουλα. Τα μωρά περίμεναν στη φωλιά να έρθουν ο μπαμπάς και η μαμά να τους φέρουν φαγητό. Έπρεπε να φάνε αρκετά για να δυναμώσουν και να μεγαλώσουν, ώστε να μπορούν να πετάνε και να βρίσκουν μόνα την τροφή τους.
Μια μέρα όμως η Κορακίνα δεν επέστρεψε στη φωλιά. Τη σκότωσε ένας κυνηγός κατά λάθος, ενώ σημάδευε μια πέρδικα. Έτσι ο Κόρακας απόμεινε με την καρδιά του μαύρη από τη θλίψη. Μαύρη σαν και τα φτερά του. Πώς θα ζήσει μόνος; Πώς θα θρέψει πέντε στόματα; Κι ήταν και λαίμαργα τα κορακόπουλα. Χορταμό δεν είχαν.
Η ζωή του έγινε δύσκολη. Τα μικρά φώναζαν. Πεινούσαν συνεχώς. Κι αυτός ο δόλιος δεν προλάβαινε να τα ταΐζει. Όλη μέρα γύριζε κι ό,τι έβρισκε τους το πήγαινε. Για τον εαυτό του δεν κρατούσε τίποτε. Είχε καταντήσει χλωμός και εξαθλιωμένος.
Μια μέρα πήρε την απόφαση: έπρεπε να βρει δουλειά για να μπορεί να κουβαλά καθημερινά περισσότερη τροφή. Άρχισε λοιπόν να ψάχνει για δουλειά. Ποιός όμως θα έδινε δουλειά σ’ έναν μαύρο κόρακα και μάλιστα εξαθλιωμένο;
Κόντευε απομεσήμερο πια όταν ο Κόρακας απογοητευμένος στάθηκε στην άκρη ενός χωραφιού να ξεκουραστεί και να σκεφτεί την άδικη μοίρα του και τα πέντε πουλάκια που τον περίμεναν νηστικά από το πρωί.
Ξαφνικά ακούει ένα γεωργό να λέει:
-Ουφ! Τι κουραστική μέρα κι αυτή! Από το χάραμα είμαι στο πόδι. Και πρέπει να αλωνίσω ακόμη το μισό σιτάρι. Δεν αντέχω πια.
Ο Κόρακας μόλις τον άκουσε πήρε το θάρρος και τον πλησίασε:
-Μήπως θέλεις βοηθό καλέ μου γεωργέ; Μπορώ να κάνω όποια δουλειά θέλεις, αρκεί να μου δώσεις λίγο σιτάρι για τα παιδάκια μου.
Ο γεωργός τον κοίταξε καλά- καλά.
-Χμ...Σαν τι δουλειά μπορείς να μου κάνεις του λόγου σου; Να θερίσεις δεν μπορείς. Να αλωνίσεις δεν μπορείς. Πουλί είσαι, δεν είσαι άνθρωπος.
-Είμαι όμως προκομμένος και ευσυνείδητος. Μπορώ να σε ξεκουράσω, είπε ικετευτικά ο Κόρακας.
-Χμ...,έκανε σκεφτικός ο γεωργός. Να με ξεκουράσεις είπες; Λοιπόν ,εγώ θα πάω να κοιμηθώ για λίγο, ώστε να μπορέσω να συνεχίσω μετά τη δουλειά. Άκου τι θα κάνεις: θα προσέχεις το σιτάρι που έχω εδώ μαζεμένο, μην τυχόν έρθουν τα ποντίκια και το φάνε, όσο εγώ θα κοιμάμαι. Εντάξει;
-Θαυμάσια, είπε ενθουσιασμένος ο Κόρακας. Μείνε ήσυχος κύριε γεωργέ. Κανένα ποντίκι δεν πρόκειται να πλησιάσει τη σοδειά σου.
-Ωραία λοιπόν, εγώ πάω να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα. Kι όταν γυρίσω κι έχεις κάνει καλή δουλειά, θα σε πληρώσω πέντε χούφτες σιτάρι.
Έφυγε λοιπόν ο γεωργός κι ο Κόρακας στάθηκε μπροστά στο σιτάρι. Τα κορακίσια του μάτια κοιτούσαν από δω κι από κει και μόλις έβλεπε κανένα ποντίκι να ξεμυτίζει, ορμούσε κατά πάνω του και το έδιωχνε αμέσως. Ένιωθε περήφανος που εργαζόταν σε μια τόσο υπεύθυνη δουλειά. Κι όσο σκεφτόταν που θα γυρίσει στη φωλιά με μια χούφτα σιτάρι για το καθένα πουλάκι του, η καρδιά του πλημμύριζε από ευτυχία.
Αυτά σκεφτόταν όταν άκουσε ένα κλαψιάρικο τιτίβισμα. Ήταν ένα πουλάκι που γύρευε να φάει. Ο Κόρακας το λυπήθηκε. Του θύμισε τα πεινασμένα παιδάκια του. Το άφησε λοιπόν να τσιμπολογάει.
Εμφανίζεται όμως ο γεωργός εξαγριωμένος και το πουλί πέταξε τρομαγμένο μακριά.
-Τι βλέπω; Αφήνεις το πουλί να τρώει το σιτάρι μου; Αμ, καλά έκανα και δε σε εμπιστεύτηκα.
-Μα αφεντικό, είπε ο Κόρακας, εσύ μου είπες να διώχνω τα ποντίκια. Δε μου είπες να διώχνω και τα πουλιά.
-Και δεν μπορείς να καταλάβεις από μόνος σου ότι ούτε τα ποντίκια, ούτε τα πουλιά θα αφήνεις να τρώνε το σιτάρι; Τόσο μπουμπουνοκέφαλος είσαι;
-Καλά ,κύριε γεωργέ, υποσχέθηκε ο Κόρακας. Πήγαινε να κοιμηθείς κι εγώ θα κάνω ευσυνείδητα και σωστά τη δουλειά μου. Ούτε ποντίκια, ούτε πουλιά θα πλησιάσουν τη σοδειά σου.
Ο γεωργός έφυγε να πάει να κοιμηθεί, μουρμουρίζοντας. Ο Κόρακας άνοιξε πιο πολύ τα μάτια του μην τυχόν και του ξεφύγει ούτε ένα ποντίκι στη γη, ούτε ένα πουλί στον ουρανό. Μια πάνω κοιτούσε, μια κάτω.
Στο μεταξύ η κοιλιά του γουργούριζε. Πεινούσε πολύ. Όλη μέρα γυρνούσε νηστικός. Κοιτάζει το σιτάρι και το λιγουρεύεται. Αλλά, όχι, αυτός είναι ένας τίμιος υπάλληλος. Το αφεντικό του είπε να φυλά το σιτάρι από πουλιά. Πουλί είναι κι αυτός. Θα φυλάξει το σιτάρι λοιπόν κι από τον εαυτό του. Δεν θα κλέψει ούτε ένα σπυρί .Όταν πάρει την πληρωμή του θα φάει από αυτά που του ανήκουν.
Αυτά σκεφτόταν όταν άκουσε ένα κλαψιάρικο κακάρισμα. Μια ξεπουπουλιασμένη κότα πλησίασε το σιτάρι κι άρχισε να τσιμπολογάει. Ο Κόρακας τη λυπήθηκε και την άφησε. Αχ, ήξερε αυτός καλά τι σημαίνει πείνα!
Εμφανίζεται όμως ξαφνικά πάλι ο γεωργός έξαλλος από το θυμό του και η κότα όπου φύγει- φύγει.
-Ορίστε πάλι! Πώς να κοιμηθώ ήσυχος; Αφήνεις την κότα και τρώει το σιτάρι μου.
-Μα αφεντικό μου είπες να διώχνω τα ποντίκια και τα πουλιά. Δεν μου είπες για τις κότες.
-Μα τόσο βλάκας είσαι; Δεν μπορείς να καταλάβεις και μόνος σου ότι δεν πρέπει κανένα ν’ αφήνεις να πάρει το σιτάρι μου; Κανένα, τ’ ακούς ;ΚΑΝΕΝΑ!
-Καλά αφεντικό, μη φωνάζεις, είπε ο καημένος ο Κόρακας. ΄Ακουσα. Κατάλαβα. Έννοια σου. Τώρα να πας να κοιμηθείς ήσυχος. Κανείς δεν θα πλησιάσει το σιτάρι σου. Πιο ευσυνείδητο φύλακα από μένα δεν θα βρεις.
-Κάνε αυτό που σου λέω, γιατί όχι πληρωμή δεν θάχεις, αλλά θα σε διώξω με τις κλωτσιές!», είπε ο γεωργός κι έφυγε νευριασμένος.
Ο Κόρακας αισθανόταν απαίσια .Αφού αυτός έκανε ό,τι ακριβώς του έλεγε ο γεωργός, γιατί δεν έμενε ευχαριστημένος τελικά; Ορίστε τώρα, κινδύνευε να γυρίσει στη φωλιά με άδεια χέρια. Και τα παιδιά του; Τι θα έτρωγαν; Α, όλα κι όλα. Δεν θα αφήσει ούτε κουνούπι να αγγίξει το σιτάρι. Δεν θα αφήσει κανένα. ΚΑΝΕΝΑ!
Έτσι όπως ήταν αποφασισμένος και πεισμωμένος, βλέπει μια γυναίκα να πλησιάζει το σιτάρι, κρατώντας ένα καλάθι, και της ορμάει κράζοντας δυνατά.
-Κρααα! Φύγε, γιατί αλίμονό σου!
Η γυναίκα ξαφνιάστηκε. Τρόμαξε μόλις είδε αυτή τη μαυρίλα να πέφτει καταπάνω της.
-Ποιος είσαι εσύ που μ’ εμποδίζεις να πάρω το σιτάρι μου;
-Είμαι ο φύλακας του χωραφιού. Το αφεντικό μου κοιμάται και κανείς δεν θα πλησιάσει το σιτάρι του.
-Μα εγώ είμαι η γυναίκα του! Θέλω να πάρω σιτάρι για να ζυμώσω ψωμί και πίτες. Άσε με λοιπόν ήσυχη.
-Όχι, φώναξε με πείσμα ο Κόρακας. Δεν θα πας κοντά στο σιτάρι. ΄Οσο είμαι εγώ φύλακας κανείς δεν θα το πλησιάσει!
Έτσι είπε κι άπλωσε τα φτερά του, τέντωσε τα νύχια του, άνοιξε και το σουβλερό του ράμφος, έτοιμος για επίθεση .Σηκώνει τότε η γυναίκα το καλάθι και του το κοπανάει στο κεφάλι. Της δίνει ο Κόρακας μια τσιμπιά στο χέρι και με τα νύχια του την αρπάζει από τα μαλλιά. Ουρλιάζει η γυναίκα, κράζει ο Κόρακας. Με τόση φασαρία ξυπνά ο γεωργός, τρέχει και τι να δει; Η γυναίκα του μαλλιοτραβιέται με τον Κόρακα!
-Τι κάνεις ανόητε στη γυναίκα μου;
-Ήθελε να πάρει σιτάρι αφεντικό. Εσύ όμως μου είπες να μην αφήσω κ α ν έ ν α. ΄Ετσι δε μου είπες;
Ο γεωργός άρπαξε μια τσουγκράνα κι άρχισε να κυνηγάει τον Κόρακα.
-Ανόητε, δεν μπορούσες να καταλάβεις πως εννοούσα κ α ν έ ν α ξ έ ν ο, όχι τη γυναίκα μου; Φύγε από δω, χάσου!
Ο Κόρακας έτρεξε να γλιτώσει, αλλά ταυτόχρονα φώναξε παραπονιάρικα:
-Την πληρωμή μου αφεντικό. Δώσε μου την πληρωμή μου. Εγώ έκανα ό,τι ακριβώς μου ζήτησες .Μην είσαι άδικος.
Στα νεύρα του επάνω ο γεωργός αρπάζει μια χούφτα σιτάρι και του την πετά κατάμουτρα.
-Φύγε από δω, που θες και πληρωμή!
Ο Κόρακας ένιωσε απελπισμένος. Έσκυψε και μάζεψε έναν- έναν τους σπόρους που σκόρπισαν στο χώμα κι έπειτα, πεινασμένος, κουρασμένος και θλιμμένος γύρισε στη φωλιά του.
Τα παιδιά του τον περίμεναν με το στόμα ανοιχτό. Κατάπιαν στο λεπτό τα σπόρια που τους έφερε και περίμεναν μάταια για να τους δώσει κι άλλα!
Ο καημένος ο Κόρακας, τι να τους πει; Τι να τους εξηγήσει; Ούτε ο ίδιος μπορούσε να καταλάβει γιατί το αφεντικό του θύμωσε..
Ίσως να φταίει που ήταν άνθρωπος και δεν καταλάβαινε κορακίστικα!
Έτσι σκέφτηκε και αποκοιμήθηκε ξενηστικωμένος κοντά στα παιδάκια του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου