Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ Απομνημονεύματα - Τόμος πρώτος

Μεταγραφή- Σημειώσεις Γιάννης Βλαχογιάννης
Εκδόσεις Εστία 2011


·         Αδελφοί αναγνώστες! Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα- από τα 1829 Φλεβαρίου εις τ’ Άργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω αν δεν τα διαβάσετε όλα δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρει γνώμη ούτε υπέρ ούτε κατά.
·         Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτηση αναντίον των αιτίων. Όχι να χω καμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μού δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκότερα. Αυτό το χειρόγραφον από την περίστασιν  οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έγβαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκότερα διά κάθε άτομον.
·         Για να μην τρέχω εις τους καφενέδες και σε άλλα τοιούτα και δεν τα συνηθώ (ήξερα ολίγον γράψιμον, ότι δεν είχα πάγει εις δάσκαλο από τα αίτια οπού θα ξηγηθώ, μην έχοντας τους τρόπους) περικαλούσα τον έναν φίλον και τον άλλον και μ’ έμαθαν κάτι περισσότερον εδώ εις Άργος οπού κάθομαι άνεργος.

·         Αφού ξεγέρεψε ο μπέγης του πήρα την ευκή του και του είπα «θα φύγω». Δεν μ’ άφηνε. Αφού είδε οπού δεν θα καθόμουν, μόδωσε την ευκή του και μού είπε να ειπώ των καπεταναίων έξω στου Πέτα και αλλού να’ χουν δικαιοσύνη εις τον κόσμον, να πάνε εμπρός. Ότι τοιούτως έκαναν αδικίγες οι Τούρκοι και θα χαθούν. «Να’ χουν αυτείνοι διακαιοσύνη, να πάρει τέλος να ησυχάσουμε και εμείς οι Τούρκοι, ότι πλέον μας έγινε χαράμι από τον Θεόν το βασίλειόν μας, ότι φύγαμε από την δικαιοσύνη του». Α΄.-1
·         Παίρναν οι Τούρκοι μια πέτρα και βαίναν εις το μέτωπον και στ’ άλλο χέρι το σπαθί και κάμαν πλήθος γερούσια αναντίον των Ελλήνων και όλο σκοτώνονταν χωρίς να βγάλουν αποτέλεσμα. Ότι τότε οι Έλληνες ορκίστηκαν να δουλέψουν δια θρησκεία και πατρίδα και δεν τους κόλλαγε μολύβι, ούτε σπαθί.- Τώρα τους λέγει ο Βιάρος και ο Αυγουστίνος «Ποιος σας είπε να πάτε να σκοτωθείτε και ν’ αφήσετε χήρες, γυναίκες κι ορφανά παιδιά; Σύρτε να διακονέψετε» τους λέγει. Και ο Αυγουστίνος δεν είχε ούτε γομάρι όταν ήρθε από τους Κορφούς και τώρα έχει είκοσι άτια κι αλάφια και πλατόνια. Και παραλυσίες πλήθος. Από τον Μουχτάρπασα και Βελήπασα γλιτώσαμε και εις την ηθικήν αυτείνων αντέσαμε. Α-2
·         Ο Γώγος ήφερνε γύρα σε όλα τα ταμπούρια με φουσέκια εις την ποδιά του. Έρχεται εις το ταμπούρι μας, μας λέγει. «Μην καίτε τα φουσέκια αδίκως μ’ αυτόν το γουρνομύτη. Στεκάτε να ρίξω εγώ μόνος μου, ότι εσείς δεν ξέρετε. Και να μου φέρετε το κεφάλι του να το ιδώ ύστερα». Του λέμε « Εκείνος οπού το χει δεν μας το δίνει να σου το φέρομε. Το θέλει ο ίδιος» Τώρα το λέπετε, μας λέγει. Απάνου απόκανε γερούσι, του δίνει ένα ντουφέκι εις το μέτωπον κι έπεσε ξερός. Του λέγει: «Γιντί γουρνομύτη, με τα παιδιά παίζεις ολημέρα και μόκαψαν αδίκως τα φουσέκια!» Ύστερα του πήγαμε το κεφάλι και το είδε. Α-2
·         Κι εμείς το πηγαίναμε σκεπασμένο ότι δουλεύομε δα τον Αλήπασα, τον αφέντη μας, να τον σώσουμε. Ότι αδίκως τον κατατρέχει ο Σουλτάνος. Αυτά βγαίναμε, να ελκύζομε τους Τούρκους Αρβανίτες, το κόμμα του Αλήπασα, να τους έχομε φίλους αυτούς, να μας βοηθήσουνε κι αυτείνοι, ότι ήμαστε ολίγοι και οι Τούρκοι πλήθος. Α-2
·         Αχ πατρίδα μου δεν θα σ’ αφήσουν ζωντανή, ότι αυτείνοι σε κυβερνούν κι άλλοι τοιούτοι, κι απ’ αυτούς κρέμεσαι. Η ψυχή τους ολουνών είναι η ίδια. Δόλον θυσιάζουν δια εσένα πλήθος κι αρετή και πατριωτισμόν τελείως και κιντυνεύεις. Μ’ αυτά δεν θα πας ομπρός. Πότε γύρευαν να σκοτώσουνε τους οπλαρχηγούς σου; Όταν εσύ πατρίδα είσαι εις τον γκρεμνό να τσακιστείς, να χαθείς… Ότι αυτό είναι πατρογονικόν. Όποιος δουλεύει πατριωτικώς αυτό το βραβείον έχει. Και οι Αθηναίγοι του Θεμιστοκλή ευτείνη την ανταμοιβή τόκαμαν, κι αλλουνών πολλών. Όχι όμως όταν ήταν η πατρίς σε κίντυνον. Όταν ησύχαζε. Α-4
·         Ο εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύνφωνος κι αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σκέδιον να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς. Το βαλε κι αυτός σ’ ενέργεια ευτύς άμα ήρθε στο Μισολόγγι χωρίς να χάσει καιρόν. Ήβρε πρόφαση η Εκλαμπρότη του εις το Μισολόγγι ότι ο Καραϊσκάκης αγρικήθη με τους Τούρκους. Έβαλε ανθρώπους δικούς του, τους έκαμε κριτάς να τον περάσουνε από το κανάλι της δικαιοσύνης του, να τον σκοτώσουνε. Τον κρίναν και τον είχαν χαζίρι, κι αν δεν τον γλίτωναν οι συντρόφοι του, θα τον σκότωναν. Ακούτε εσείς; Ο Καραϊσκάκης, από δέκα χρονών παιδί κλέφτης, θα γύριζε με τους Τούρκους, οπού τους σκότωνε μέσα  τους λόγκους και περπάταγε ξυπόλυτος από μικρό παιδί δια την λευτεριά. Ο Εκλαμπρότατος, το ζυμάρι των Τούρκων, ο δουλευτής αυτείνων, των Τούρκων, ο Μαυροκορδάτος, ο αγαπημένος των τύραγνων, κατάτρεχε τον Καραϊσκάκη να τον καταδικάσει εις θάνατον! Α-4

·         Έτυχε τότε και ήρθαν δυο χριστιανοί από το Μισίρι και είχαν χρήματα κι άρματα καλά. Ήρθαν κι αυτείνοι να δουλέψουν την πατρίδα, να χαρούνε την προκομμένη μας λευτερίαν. Δια να τους πάρουν τα’ άρματα και χρήματά τους οι αρχηγοί μας τους λένε ότι είναι τσασίτες και τους βάνουν στους παιδεμούς. Ούτε ο Χριστός δεν δοκίμασε όσα δοκίμασαν αυτείνοι οι δυο… Ήμουν στο παζάρι γύρισα εις το κάστρο και είδα τον πεθαμένον και τον άλλον τον μισοζώντανον… Αυτείνη την λευτεριάν ηύρανε οπού ρθανε γυρεύοντας. Α- 5
·         Τοιούτοι άνθρωποι θέλουν να πλουτύνουν, όταν δεν είναι καιρός δια πλούτη αλλά είναι καιρός ν’ αγωνιστούν – κι ύστερα έρχονται τα πλούτη και η δόξα μαζί. Εμείς τους συντρόφους μας τους δένομε και τους φορτώνουμε λιθάρια κι έρχονται οι Τούρκοι και τους ξεφορτώνουν. Εμείς τους τίμιους φίλους μας και καλούς πατριώτες τους σκοτώνουμε, τους παντίδους τους σεβόμαστε, κι αφήνομε το Στραβοσουρμελή να κλέβει την ντογάνα να μας δίνει κι εμάς και να τρώγει και αυτός και να γράφει ψευτιές κι επαίνους. Και με τους κόλακας και κλέφτες κι απατεώνες βέβαια η πατρίς κιντύνεψε και θα κινδυνέψει. Α-5
·         Ότι γύρευα να μην είμαι μ’ αυτούς ότι αυτά οπού έβλεπα με πείραζαν. Ότι την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία. Και η πατρίς κατάντησε η παλιόψαθα των ατίμων. Α -6
·         Τους είπα «Σας έχω τόσα χρόνια τους περισσότερους. Σας άφησα ποτές απλέρωτους ή νηστικούς; Όταν κάναμε ως πατριώτες τα χρέη μας και οι πολίτες μας τίμαγαν και μας τάιζαν μ’ ευκαρίστησίν τους και μας δίναν κι ευκαριστήρια στην κυβέρνησή μας και μας πλέρωνε. Όταν  φέρνεσταν τιμίως ήμουν κι εγώ αρχηγός σας. Τώρα οπού γενήκετε του κεφαλιού σας και γυμνώσετε το χωριόν οπού μας καρτέρεσαν οι άνθρωποι ως αδελφούς τους, οι χριστιανοί τους χριστιανούς, τους γυμνώσετε από το βιον τους, τα ζωντανά τους κι έχετε κοπάδια μαζί σας. Δεν γένομαι εγώ εσάς πιστικός . Σύρτε να βρείτε άλλον αρχηγόν είτε τον βίον του χωριού και τα ζωντανά να’ ρθούνε οι χωριάγες να τους τα δώσε τε χωρίς να τους λείψει τίποτας…» Με την αράδα τους έδερνα όλους όσο οπού τους πάγαινε το αίμα από τον κώλον. Α -6
·         Εγώ κατέβασα καμιά εικοσαριά παιδιά και πιάσαν τον χορόν και τραγουδούσαν και χόρευαν. Τηράνε οι Τούρκοι, πλησιάζουν κι άρχισαν με τους κατσαδόρους και καραμπίνες τον ντουφεκισμόν. Εμείς τους είπα και δεν έριχνε κανένας. Εκεί όπου ρίχναν μου λάβωσαν δυο παιδιά εις τον χορόν. Κέρασα από να ρακί τους Έλληνες, τους αθάνατους, τα γενναία λιοντάρια, οπού ανάθεμα τους αίτιους οπού τους γιόμωσαν φατρίες και διχόνοιες και γίνηκαν από αυτά οι Αράπηδες παλικάρια κι άφησαν εποχή. Αφού κέρασα το ρακί των Ελλήνων, ζύγωσαν οι Τούρκοι κοντότερα. Τότε άρχισε ο πόλεμος και βάσταξε ως εφτά ώρες… Ύστερα βγάλαν τα μαχαίρια οι Έλληνες και τους δίνουν ένα τσάκισμα καλόν και τους ρίξαν από μέσα τα’ αυλάκι κι έβλεπες ένα θέατρο. Α- 7
·         Εκεί οπού φκιανα τις θέσες εις τους Μύλους ήρθε ο Ντερνύς να με ιδεί. Μου λέγει: «Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάμετε με τον Μπραΐμη αυτού; - Του λέγω είναι αδύνατες οι θέσες κι εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μας προστατεύει. Και θα δείξομεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσες τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπον ,ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους, Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε,. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτείνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη και θα ιδούμεν την τύχη μας οι αδύνατοι με τους δυνατούς. – Τρε μπιεν» λέγει και αναχώρησε ο ναύαρχος. Α-8
·         Τότε μ’ ανταμώνει ο Γρόπιος πρόξενος της Αυστρίας – ήταν φίλος μου – και μου λέγει: « Πού θα πας Μακρυγιάννη με χωρίς τα μέσα σε τόση Τουρκιά, σ’ έναν αρχιστράτηγον του Σουλτάνου, στον Κιτάγια; Η Διοίκηση τα μέσα δεν τα χει. Τι στρατόπεδον θα κάμεις; Θα κιντυνέψεις κι ο ίδιος κι οι άνθρωποί σου. Είναι ένας, μου λέγει, Άγγλος, τον λένε Γκόρδον, βάνει τα μέσα του πολέμου, όσα χρήματα χρειαστούν. Τον κάνεις καμπούλι να του παραχωρήσεις τη θέση σου, να τον κάμεις αρχηγόν αυτής της εκστρατείας, να βάλει αυτός τα χρήματα; Του λέγω του Γρόπιου. Σύρε πες του, όποιος είναι αυτός οπού θυα βάλει τα χρήματα, όχι αρχηγόν τον κάνω καμπούλι, δια την αγάπη της πατρίδος μου, αλλά όπου κατουράγει να μου δίνει να πίνω εγώ το κάτ’ρο. Το κάνω αυτό και του το δίνω ενγράφως» Α-10
·         Με διορίζει η Κυβέρνηση και πήγα δυο φορές εις την Κόρθο να ησυχάσω τον Γιάννη Νοταρά και Παναγιώτη Νοταρά, οπού  είχαν Ρουμελιώτες ο ένας κι ο άλλος συνάξει και γύμνωναν την πατρίδα τους, ο ένας Νοταράς τη μισή κι ο άλλος την άλλη μισή και δίναν και των Ρουμελιωτών τους μιστούς τους. Κι ο καβγάς τους ποιος ήταν; Ήθελαν να πάρουν μια γυναίκα. Και τη θέλαν και οι δυο. Το χωριό καίγεταν και η γριά λαμπροχτενίζεταν. Α-10
·         Περάσαμεν με κάμποσα κεφάλια τούρκικα από μέσα τον βάλτο και πήγαμεν εις τον Καραϊσκάκη. Φιληθήκαμεν. Έδωσε δυο ντούπιες των παιδιών οπού χαν τα κεφάλια… Ήρθε κι ο νέος Ναύαρχος κι ο Αρχιστράτηγος, εβήκαν από τα καράβια. Τους πήγαν οι Έλληνες τα κεφάλια να τους δώσουν μπαχτσίσι. Δεν θέλησαν να ιδούνε ούτε εκείνους  οπού τα βαστούσαν. Α- 10
·         Τότε σε ολίγο μαθαίνω ότι βαρέθη ο Καραϊσκάκης. Πάγω εκεί. Μαζευόμαστε, τηράμεν. Ήτανε βαρεμένος εις τα’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά. Μαζωχτήκαμεν όλοι εκεί. Μας είπε με χωρατά: «Εγώ πεθαίνω. Όμως εσείς να είστε μονοιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα». Α-10

2 σχόλια:

  1. Καλός τοκογλύφος και καιροσκόπος. Ως εκεί. Αν έκανε κουμάντο ο Μακρυγιάννης, η Ελλάδα θα ήταν πολύ μικρότερη, με τεράστιες, πιο μεγάλες από σήμερα, ανισότητες. Με τσιφλίκια και τσιφλικάδες. Ο θεομπαίχτης, που αγόρασε την μισή Αττική παριστάνει τον πατριώτη. Ευτυχώς που υπήρχε ο Μαυροκορδάτος..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με σοκάρει η απολυτότητα με την οποία μιλάς για ένα πρόσωπο που δεν γνώρισες, για μια εποχή που δεν έζησες ο ίδιος. Με φανατισμό υιοθετείς άρα γνώμες κάποιων πηγών που επέλεξες να πιστέψεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή